Σάββατο, 25 Ιουνίου 2011

Η άγνωστη πόλη της αρχιτεκτονικής και η καθημερινότητα

@Iain Borden.Έχει δημοσιευθεί στο www.re-public.gr στο αφιέρωμα , Πόλεις σε ροή
Προχωρώντας πέρα από τον ορίζοντα του σύγχρονου αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, ο Iain Borden αναδεικνύει τις διαφορετικές δραστηριότητες που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις. Χαρτογραφεί μία πόλη για σεξ, για φωνές, για δυνατή μουσική, για τρέξιμο, για απλή ενατένιση, για διαδηλώσεις, για υπόγεια κόλπα, και για καλλιτέχνες του δρόμου.

Όταν διαβάζει κανείς ένα βιβλίο όπως αυτό του Richard Rogers ‘Cities for a Small Planet’, έχει την τάση να βρίσκει λύσεις και μια αναζήτηση της βεβαιότητα. Ο Rogers προτείνει γειτονιές μικτής χρήσης με ‘ανοιχτό πνεύμα’, με συμμετοχικό σχεδιασμό και ‘δημιουργική υπηκοότητα’ για όλους, ανακαινισμένα κτίρια και αλάνες, τη χρήση διαφορετικών αρχιτεκτονικών αισθητικών, τη μεγαλύτερη χρήση συμβολικών δημοσίων κτιρίων, καθώς και τη μετατροπή κτιρίων με μαγαζιά και γραφεία σε κατοικίες, ιδίως για τους μη προνομιούχους. Όταν η πολιτική της αρχιτεκτονικής διασπάται όλο και περισσότερο σε πεδία μεταστρουκτουραλιστικής σημασίας, επαγγελματικές φιλονικίες και μονοθεματικές ομάδες πίεσης, αυτό το είδος αρχιτεκτονικής έκφρασης είναι ίσως αναγκαίο και επίκαιρο.

Ή τουλάχιστον έτσι μοιάζει. Και εδώ οφείλω να ομολογήσω κάποια αμηχανία. Ενώ αυτές οι προτάσεις μοιάζουν σε μεγάλο βαθμό σωστές ως προς αυτό που λένε, αυτό που δεν λένε, αυτό που αφήνουν απλώς να εννοηθεί, αυτό που παραλείπουν, είναι που προκαλεί ανησυχία. Αυτό που είναι το πλέον ανησυχητικό είναι μάλιστα το πρότυπο της αστικής κατοικίας. Αυτές είναι πόλεις πολιτισμού, με παραδοσιακή τέχνη, μουσική, θέατρο, γκαλερί, όπερα, μεγάλες δημόσιες πλατείες. Πάνω απ’ όλα, είναι πόλη με δημόσιες πλατείες, ήπιες περιπλανήσεις, προφορικές συζητήσεις και καφέ στις άκρες των πλατειών. Είναι η πόλη της μόκα, των πολυσέλιδων κυριακάτικων εφημερίδων, των ‘ντιζάιν’ φωτιστικών, των φρέσκων ζυμαρικών και των απτών δομών.


Δεν είναι, όμως, πόλη για όλες εκείνες τις διαφορετικές δραστηριότητες που έχουν οι άνθρωποι στις πόλεις. Δεν είναι πόλη για σεξ, για φωνές, για δυνατή μουσική, για τρέξιμο, για απλή ενατένιση, για διαδηλώσεις, για υπόγεια κόλπα, για καλλιτέχνες του δρόμου. Δεν είναι πόλη για ένταση, για σκληρές αποφάσεις, για καταστάσεις εκτός ελέγχου, ούτε είναι πόλη για πιάτσες ταξί, εναέριο μετρό ή υπαίθριες αγορές, ούτε η πόλη για ασκητική απομόνωση, καθαρή πνευματικότητα, παράξενες αντιθέσεις ή εφήμερες καλλιτεχνικές παρεμβάσεις.

Πού να κοιτάξουμε λοιπόν; Ποια μέρη της πόλης να εξερευνήσουμε; Προτείνω εδώ πέντε πιθανές περιοχές, που πήρα από το βιβλίο The Unknown City: Contesting Architecture and Social Space, που δημοσίευσα σε συνεργασία με τους Jane Rendell, Alicia Pivaro και Joe Kerr.

Ταυτότητα

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την ταυτότητα και την εμπειρία μιας πόλης και των ανθρώπων της; Πώς μπορούμε να αναγνωρίσουμε την προσωρινή οικοδόμηση ταυτότητας που κάνουν οι άνθρωποι σε σχέση με τις αρχιτεκτονικές τους για την καθημερινότητα; Για παράδειγμα, στην αναφορά της για το Wythenshawe του Μάντσεστερ, η Doreen Massey αναρωτιέται ποια είναι η εμπειρία ενός ανθρώπου μεγαλύτερης ηλικίας για το μέρος αυτό, και σε τι αυτή διαφέρει από των άλλων κατοίκων της πόλης; Αυτές οι ιστορίες υπογραμμίζουν ότι δεν έχουμε όλοι μας την ίδια εμπειρία του χώρου και, πράγματι, ακόμη και οι ίδιες μας οι εμπειρίες και απόψεις ποικίλλουν ανάλογα με το χρόνο και τον τόπο.

Μνήμη

Πώς μπορούμε λοιπόν να επανακτήσουμε, να τιμήσουμε και να καταγράψουμε αυτά τα είδη ταυτότητας και εμπειρίας; Ποιες ιστορίες της πόλης και της αρχιτεκτονικής της είναι κατάλληλες για καταγραφή; Το Λος Άντζελες, για παράδειγμα, στα χέρια κάποιου σαν την Dolores Hayden, μπορεί να αποκαλύψει ξεχασμένες σχεδόν ιστορίες για τους Αφρο-αμερικανούς κατοίκους του- ιστορίες που σβήστηκαν σχεδόν από τον δημόσιο χώρο αλλά που τώρα έρχονται ξανά στη μνήμη, σημειώνονται και τιμώνται. Ένας επιμνημόσυνος τοίχος, που κτίστηκε στο κάτω Λος Άντζελες, δεν τιμά τη ζωή κάποιου πολιτικού ή στρατηγού, αλλά εκείνη ενός κατοίκου, της Biddy Mason, μιας πρώην σκλάβας που έζησε μια ζωή έξω απ’ τα συνηθισμένα, δημιουργώντας μεταξύ άλλων προηγούμενα για τη νομοθετική απελευθέρωση των σκλάβων και τα δικαιώματα ιδιοκτησίας των μαύρων πολιτών, ενώ παράλληλα πρόσφερε χρήσιμες κοινωνικές υπηρεσίες ως παραγωγική μαία.

Παρόμοιες μνήμες είναι σημαντικές και επίκαιρες, συμβάλλουν στην ανάκληση κατεστραμμένων δομών και κρυμμένων γεγονότων, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας αντίστασης σε απλοποιημένες ιστορικές αναφορές που υπηρετούν τα συμφέροντα των σημερινών κυρίαρχων ιδεολογιών.

Κυριαρχημένος χώρος

Ένας τρίτος τομέας ανησυχίας έχει να κάνει με τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τη χρήση του χώρου, και ειδικότερα με τον τρόπο που χειρίζεται ο καπιταλισμός το χώρο ως ουδέτερο αντικείμενο που μπορεί να υπαχθεί αποκλειστικά στις δυνάμεις μιας ορθολογικής διευθέτησης. Για παράδειγμα, ο William Menking ανακάλυψε στη Νέα Υόρκη συντονισμένες προσπάθειες ‘καθαρισμού’ του Grand Central από τις ‘ανεπιθύμητες’ χρήσεις του, καθώς οι καπιταλιστές επιδιώκουν να αλλάξουν και να ελέγξουν την πόλη σαν ένα δικό τους, κλειστό φέουδο. Αυτό το είδος ιστορικού έργου είναι σημαντικό, καθώς για να αντισταθούμε στις καταχρήσεις του καπιταλισμού, αυτές οι καταχρήσεις πρέπει πρώτα απ’ όλα να εντοπιστούν και να γίνουν κατανοητές.

Κατάλληλος χώρος

Είναι επίσης σημαντικό να μην ξεχνάμε τους μύριους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι μπορούν να διαταράξουν τα όνειρα των αρχιτεκτόνων, των πολεοδόμων και των υπεύθυνων για την πόλη, οι άνθρωποι που δεν θέλουν να ενεργούν σύμφωνα με μεγάλα σχέδια και τακτοποιημένους πολιτισμούς. Αυτοί οι άνθρωποι ποικίλλουν από τις Φιλιππινέζες υπηρέτριες στο Χονγκ Κονγκ, που ευγενικά αλλά αποφασιστικά ιδιοποιούνται ένα μικρό τμήμα δημόσιου χώρου στο ρεπό τους του Σαββατοκύριακου, μέχρι τους σκέιτμπόρντερς που, σε μια ιδιαίτερα σαφή μορφή αυτής της στρατηγικής, καταλαμβάνουν και επαναπροσδιορίζουν μικρο-τοποθεσίες της πόλης για να κάνουν τη δική τους αρχιτεκτονική που αποτελείται από νέες χαρτογραφήσεις και εφήμερη κατάληψη. (Αυτή ήταν η δική μου συμβολή στο The Unknown City).

Απεικόνιση

Ένας άλλος τομέας προβληματισμού είναι η απεικόνιση- ποια θα μπορούσε να είναι η κατάλληλη τέχνη και οι αρχιτεκτονικές μορφές για τη δημοκρατική πόλη; Νομίζω πως ένας ιδιαίτερος κίνδυνος των νέων μορφών πολιτισμικής δραστηριότητας είναι ότι μπορούν να υιοθετήσουν τη μορφή του σύγχρονου πολιτισμού χωρίς να είναι κριτικές απέναντί του- όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, με μεγάλο μέρος της αρχιτεκτονικής του Λας Βέγκας. Αντίθετα, τα σχέδια που αφορούν την πόλη μπορούν να έχουν μια κριτική διάσταση, έτσι ώστε η ίδια η πόλη να προβάλει ως μέσο σκέψης για τον πολιτισμό. Οι τακτικές εδώ θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν σχέδια δημόσιας τέχνης όπως η συνεργασία της Fashion Architecture Taste με τη London Transport και τους καλλιτέχνες και μουσικούς ή η αποδόμηση της απεικόνισης του αστικού χώρου είτε μέσα από τη θεωρία του Bernard Tschumi, όπως στο βιβλίο Manhattan Transcripts είτε όπως στο Πάρκο Λα Βιλέτ ή στα σχέδια του Nigel Coates για μια αρχιτεκτονική αφηγηματικών και σωματικών απολαύσεων.

Ακόμη, πιο εφικτά σχέδια περιλαμβάνουν την ταινία του Patrick Keiller ‘London’, που οδηγεί τον θεατή σε μια σειρά παράξενων ψυχο-γεωγραφικών ταξιδιών, λογοτεχνικές απεικονίσεις για την αντιμετώπιση της πόλης ως ερωτικού σημείου συνάντησης ή τη θεώρηση του Steve Pile για το άγνωστο, το αλλόκοτο, και το κρυφό- τα μυστικά δίκτυα της πόλης.

Κατά συνέπεια, έχουμε εδώ ένα είδος άγνωστης και όχι σίγουρης πόλης, μια δημοκρατική πόλη βασισμένη σε τρία είδη διαφοράς- διαφορές που καλά θα κάνουμε να προσέξουμε και να ενθαρρύνουμε.

Πρώτον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι άνθρωποι διαφορετικής προέλευσης, φυλής, ηλικίας, τάξης, σεξουαλικότητας, φύλου και γενικών ενδιαφερόντων έχουν όλοι διαφορετικές ιδέες για το δημόσιο χώρο και επομένως χρησιμοποιούν και φτιάχνουν τα δικά τους μέρη όπου θα καλλιεργήσουν τις ταυτότητές τους ως άτομα και πολίτες.

Δεύτερον, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι πέραν της πλατείας, της πίτσας και της λεωφόρου, οι πόλεις χρειάζονται κρυφούς χώρους και εντελώς εκτεθειμένους χώρους, σκληρούς χώρους και ήπιους χώρους, θορυβώδεις χώρους και ήσυχους χώρους. Οι πόλεις χρειάζονται χώρους στους οποίους οι άνθρωποι να θυμούνται, να σκέφτονται, να βιώνουν εμπειρίες, να αμφισβητούν, να αγωνίζονται, να ιδιοποιούνται, να φοβούνται, να ερωτεύονται, να κάνουν πράγματα, να χάνουν πράγματα και γενικά να γίνονται αυτοί που είναι.

Τρίτον, και πιο σημαντικό, χρειαζόμαστε χώρους στους οποίους να ερχόμαστε αντιμέτωποι με το διαφορετικό και το όμοιο, να επιβεβαιωνόμαστε και να δεχόμαστε προκλήσεις. Διαφορετικά, είμαστε κι εμείς αθέατοι, εξαφανιζόμαστε απ’ την πλατεία, αυτολογοκρινόμαστε, στερούμαστε το δικαίωμα στην πόλη. Χρειαζόμαστε μια πόλη που δεν γνωρίζουμε, που δεν καταλαβαίνουμε, με την οποία δεν έχουμε έρθει ακόμη αντιμέτωποι, πράγμα το οποίο είναι ταυτόχρονα παράξενο, οικείο και άγνωστο σε μας.

1 σχόλιο :

  1. Πρόκειται κατά τη γνώμη μου για ένα εξαιρετικό βιβλίο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή