Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

Αστικό πράσινο εν μέσω κρίσης. Υπάρχει λύση;

#

Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Περιβάλλοντος αναφέρει ότι η αναλογία πρασίνου ανά κάτοικο πρέπει να αγγίζει τα 9 τ.μ. προκειμένου οι πόλεις να θεωρούνται βιώσιμες για τους κατοίκους τους. Η αναλογία αυτή αποτελεί πραγματικότητα σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες όπως η Ρώμη, το Λονδίνο, το Παρίσι, ενώ πόλεις όπως η Βόννη και το Άμστρενταμ διαθέτουν τριπλάσιο ποσοστό. Είναι γνωστό ότι στο Λεκανοπέδιο έχουμε τη μικρότερη αναλογία πρασίνου στην Δυτική Ευρώπη, 2,5 τ.μ ανά κάτοικο. Η κατάσταση δεν είναι πολύ διαφορετική και σε άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις.
Δυστυχώς αν νομίζει κάποιος ότι η κατάσταση διαμορφώθηκε μόνο τις προηγούμενες δεκαετίες πλανάται. Σύμφωνα με στοιχεία, την προηγούμενη δεκαετία η επιφάνεια των νέων κατοικιών στην Αττική αυξήθηκε κατά 18,1%, ποσοστό που μεταφράζεται σε απώλεια αδόμητης γης συνολικής έκτασης 90.000 στρεμμάτων. Από τη δόμηση δεν εξαιρέθηκε ούτε η αγροτική γη. Καλύφθηκαν περίπου 58.000 στρέμματα που αντιστοιχούν στο 1,9% της συνολικής επιφάνειας στην Αττική.
Σήμερα, ακόμα και αυτό το ελάχιστο αστικό πράσινο και ειδικότερα τα οργανωμένα άλση και πάρκα του λεκανοπεδίου, βρίσκονται στα πρόθυρα της κατάρρευσης εξαιτίας της μειωμένης χρηματοδότησης και της οικονομικής κρίσης. Δυστυχώς, οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης στο περιβάλλον και ειδικά στο αστικό πράσινο είναι ένα από τα ζητήματα που ελάχιστα θίγονται αυτή την περίοδο.

Σε μια περιοχή, όπως το λεκανοπέδιο της Αθήνας η ανάπτυξη του οποίου τις περασμένες δεκαετίες της ευμάρειας βασίστηκε στην τσιμεντοποίηση και στην αντιπαροχή, φαντάζει το λιγότερο ειρωνεία να θίγει κανείς σήμερα τον κίνδυνο κατάρρευσης του ελάχιστου αστικού πρασίνου ή κινδυνεύει να σχολιαστεί ότι βρίσκεται εκτός πραγματικότητας, όταν το μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι αντιμέτωπο με την ανεργία και κινδυνεύει να μπει στο περιθώριο, ενώ η ακραία φτώχια απειλεί όλο και περισσότερους.
Αν όμως επικρατήσει αυτή η λογική, αν οι λιγοστοί ελεύθεροι χώροι και οι χώροι πρασίνου αφεθούν στην τύχη τους και στην εγκατάλειψη ελέω κρίσης, τι μέλλον μας περιμένει;
Οι περιορισμένοι σε αριθμό ελεύθεροι χώροι και οργανωμένοι χώροι πρασίνου- άλση στην Αττική βρίσκονται στη διαχείριση της τοπικής αυτοδιοίκησης με εξαίρεση το Αττικό Άλσος και το Πεδίον του Άρεως που διαχειρίζεται η Περιφέρεια Αττικής.
Η έλλειψη πόρων ήταν πάντα ο κύριος υπεύθυνος για την περιορισμένη ανάπτυξη χώρων πρασίνου σε συνδυασμό φυσικά με την έλλειψη ελεύθερων χώρων. Τα τελευταία χρόνια οι δήμοι επικαλούνται διαρκώς έλλειψη κονδυλίων για αυτούς τους σκοπούς και τόσο το κεντρικό κράτος, όσο και η Ε.Ε συνέβαλαν σε αυτή την κατεύθυνση. Το πράσινο δεν θεωρήθηκε ποτέ ένας τομέας που δημιουργεί «ανάπτυξη». Αρκετά ευρωπαϊκά και εθνικά προγράμματα, αν και αφορούσαν το περιβάλλον και την ποιότητα ζωής, περιλάμβαναν ελάχιστα ή κατ΄επίφαση την ανάπτυξη πρασίνου, ενώ σε πολλές περιπτώσεις αντί να αυξάνουν μείωναν το πράσινο.
Από την άλλη για τη διαχείριση και συντήρηση κυρίως μεγάλων πάρκων ή ελεύθερων χώρων, οι δήμοι κατέφευγαν έως σήμερα σε εταιρείες και μεγάλες εργολαβίες, αφού αδυνατούσαν να τους συντηρήσουν με ίδιους πόρους. Σήμερα, η πρακτική αυτή σταδιακά εγκαταλείπεται, εξαιτίας της δραματικής μείωσης της χρηματοδότησης της αυτοδιοίκησης που έχει ξεπεράσει το 50% σε σχέση με το 2009. Η αγορά δέντρων, θάμνων και φυτών αποτελεί οικονομικότερη λύση, με προϋπόθεση ότι οι δήμοι διαθέτουν ένα ικανό αριθμό προσωπικού που θα φροντίσει για νέες φυτεύσεις, αντικατάσταση και συντήρηση του υπάρχοντος πρασίνου.
Με δεδομένες όμως και τις μειώσεις σε ανθρώπινο δυναμικό λόγω της απαγόρευσης προσλήψεων, της μείωσης του αριθμού των συμβασιούχων αλλά και της αύξησης των συνταξιοδοτήσεων, εκτός από την έλλειψη οικονομικών πόρων μειώνονται δραματικά και οι ανθρώπινοι πόροι.
Ο κίνδυνος να δούμε σύντομα άλση σε εγκατάλειψη με κατεστραμμένο πράσινο που δεν αντικαθίσταται, είναι πλέον ορατός. Η περαιτέρω περιβαλλοντική υποβάθμιση της ζωής στην Αθήνα, κινδυνεύει να γίνει μια ακόμα συνέπεια της κρίσης.
Είναι λοιπόν άμεση ανάγκη η αυτοδιοίκηση να αντιμετωπίσει έγκαιρα το ζήτημα με φαντασία, ανασχεδιασμό της πολιτικής διαχείρισης του πρασίνου και να αναζητήσει βιώσιμες, εναλλακτικές λύσεις. 

 
Η ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας, δηλαδή του χώρου της οικονομίας που βρίσκεται ανάμεσα στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα, με δραστηριότητες που έχουν αντικείμενο κοινωνικούς σκοπούς βρίσκει στην αυτοδιοίκηση ιδανικό χώρο εφαρμογής και ανάπτυξης σε πολλούς τομείς.
Στο πεδίο του περιβάλλοντος και της διαχείρισης του πρασίνου μπορεί να αποτελεί εφικτή και βιώσιμη λύση για την αντιμετώπιση ενός υπαρκτού ζητήματος πριν μετατραπεί σε χιονοστιβάδα που θα καταστρέψει τους τελευταίους πνεύμονες πρασίνου. Ταυτόχρονα, μπορεί να συμβάλλει στην τοπική και στην πράσινη ανάπτυξη των πόλεων, στη βελτίωση της ποιότητας ζωής αλλά και στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Δεν είμαι ειδικός σε θέματα περιβάλλοντος και πρασίνου. Μετά από πολύχρονη όμως παρακολούθηση των θεμάτων διαχείρισης του πρασίνου από την αυτοδιοίκηση και ως ενεργός πολίτης, θεωρώ ότι είναι ανάγκη να αναζητήσουμε λύσεις που θα μας βγάλουν αφενός από το σημερινό ασφυκτικό πλαίσιο χρηματοδότησης, αφετέρου θα κρατήσουν «ζωντανούς», ελκυστικούς και βιώσιμους τους ελεύθερους χώρους, τα πάρκα και τα άλση της Αττικής. Ορισμένες από αυτές μπορούν να είναι:
1.         Διάσωση και αξιοποίηση των υφιστάμενων ελεύθερων χώρων μέσω του χαρακτηρισμού τους και της διαμόρφωσής τους σε χώρους πρασίνου.
2.         Δημιουργία ελαφρών κατασκευών σε άλση και πάρκα, που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν κοινωνικές επιχειρήσεις με αντικείμενο ελκυστικές δράσεις για την επισκεψιμότητα των χώρων πρασίνου που θα εξασφαλίζουν έσοδα για τη συντήρηση τους.
3.         Δημιουργία πράσινων διαδρομών που θα ενοποιούν, όπου είναι δυνατό, πλατείες, άλση και ελεύθερους χώρους, θα αναβαθμίζουν το περιβάλλον και θα γίνουν ελκυστικές για τη δημιουργία και ανάπτυξη καινοτόμων μικρών επιχειρήσεων κατά μήκος τους.
4.         Δημιουργία κοινωνικών επιχειρήσεων για τη φύτευση ακάλυπτων χώρων με αξιοποίηση ευρωπαϊκών προγραμμάτων.
5.         Δημιουργία από τους Δήμους κοινωνικών επιχειρήσεων- φυτωρίων και ανάπτυξη τους σε υφιστάμενους ελεύθερους χώρους.
Προτάσεις, όπως οι παραπάνω και άλλες πολλές μπορούν να αποτελέσουν μια πρώτη αφορμή και βάση για την αναζήτηση λύσεων.
Προϋποθέτει όμως εκ μέρους της πολιτείας και της αυτοδιοίκησης περιβαλλοντική πολιτική και σχεδιασμό, σαφές νομικό πλαίσιο και συγκεκριμένους όρους, η τήρηση των οποίων θα εποπτεύεται και θα ελέγχεται διαρκώς.  
Περιθώρια για άλλες καθυστερήσεις δεν υπάρχουν!        

3 σχόλια :

  1. Δεδομένου ότι το άρθρο σας θίγει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της σημερινής ελληνικής πόλης θα ήθελα να επισημάνω ότι σήμερα στο σημείο που έχουμε φτάσει θα έπρεπε να μιλάμε και να γράφουμε για το θέμα με άλλο ύφος.
    Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο σας έχει ένα ενημερωτικό ύφος, αναφέρει νούμερα και ποσοστά που σαφώς αποτελούν δείκτες της κατάστασης και θα πρέπει να αναφερθούν. Όμως δεν πρέπει και με κάποιον τρόπο να κινητοποιήσουμε τον κόσμο; Σε μία κοινωνία που πλέον δεν επιζητά τίποτα άλλο πέρα από την καθημερινή επιβίωση με την οικονομική ένοια του όρου, καλό θα ήταν να εμβολίσουμε και την έννοια της ποιότητας ζωής με την έννοια της υγειούς ζωής. Η υγεία μας και η ψυχολογία μας κατά κόρον επηρεάζονται από το φυσικό περιβάλλον μας. Αν θέλετε ακόμη και το κόστος ζωής αυξάνεται από την έλλειψη υγειούς περιβάλλονοτος διαβίωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι σε ακραίες καιρικές συνθήκες, υψηλές και χαμηλές θερμοκρασίες, έντονες βροχοπτώσεις, οι πόλεις μας και πλέον όχι μόνο πλήττονται από τα φυσικά φαινόμενα σε τέτοιο βαθμό, που οι κάτοικοι τους σχεδόν ψάχνουν τρόπο να επιβιώσουν. Οι υψηλές θερμοκρασίες τους κρατάνε δέσμιους των σπιτιών τους όπου τα κλιματιστικά τους δροσίζουν αυξάνοντας όμως τη θερμοκρασία του φυσικού περιβάλλοντος. Αν υπήρχαν οι επαρκείς δενδροφυτεμένοι χώροι, η θερμοκρασία και η υγρασία του περιβάλλοντος θα ήταν πιο χαμηλή, θα υπήρχαν χώροι κίνησης των ανθρώπων και κοινωνικοποίησής τους, θα μειωνόταν η χρήση των κλιματιστικών και εν συνεχεία το κόστος διαβίωσης των κατοίκων κατά τους θερινούς μήνες. Κάπως αντίστοιχα θα λειτουργούσαν τα πράγματα και το χειμώνα...
    Συνεπώς πιστεύω ότι αυτό που πρέπει να γίνει είναι εν αρχή να ενημερωθεί ο κόσμος γιατί πρέπει να θέλει πράσινο. Γιατί πρέπει να γίνει προτεραιότητα του χώρου η δενδροφύτευση και όχι η στάθμευση ή η οδοποιία. Εν συνεχεία και δεδομένης της υπάρχουσας κατάστασης, να βρούμε και βασικά να δεχτούμε πιο ριζικές λύσεις. Στο σημείο που έχουμε φτάσει το να μιλάμε για τα υπάρχοντα άλση, που επιπλέον δεν αρκούν είναι μία ηττοπαθείς στάση! Πρέπει με μία στρατηγική προσέγγιση και ενημέρωση να πείσουμε τον κόσμο ότι πλέον η ανάγκη μας για αέρα και δροσιά απαιτεί μία εναλλακτική προσέγγιση του τι υπήρχε μέχρι πρότεινως ως χώρος πρασίνου. Να σπάσουμε στερεότυπα όπως το ότι τα σχολικά κτίρια θα είναι τσιμεντοποιημένα. Μόνο τις αυλές των σχολείων να δενδροφυτεύαμε και οι σύλλογοι γονέων και κηδεμόνων να δρούσαν λίγο σωστότερα, κάθε νεανική παρέα και κάθε μικρό παιδί θα είχε στη γειτονιά του ένα χώρο για να ζήσει, να παίξει, να χωροθετήσει τις παιδικές του αναμνήσεις! Δε μπορώ να καταλάβω τι θα έκανε απαγορευτική μία τέτοια κίνηση; Βασικά δεν το δέχομαι! Και υπάρχουν πολλά περιθώρια για τέτοιου είδους λύσεις. Αρκεί να τις αναζητήσουμε ακούγοντας μόνο τη φωνή της λογικής μας σε τούτην την παράλογη πραγματικότητα που ζούμε.

    Μαρία Καρασαββίδου - Αρχιτέκτονας, μητέρα και κάτοικος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Κα Καρασαββίδου ευχαριστώ για τον σχολιασμό. Σαφώς και έχετε δίκιο σε όσα αναφέρετε. Μέσα από την παρέμβαση μου προσπάθησα να θίξω τον κίνδυνο που διατρέχουν ειδικά λόγω της συγκυρίας ακόμα και οι λιγοστοί οργανωμένοι χώροι πρασίνου. Το θέμα της περιβαλλοντικής παιδείας είναι τεράστιο και παρά τις προσπάθειες που έχουν γίνει δεν είμαι σίγουρη ότι έχει περάσει στην κουλτούρα μας. Ειδικά όταν αγγίζει το προσωπικό μας συμφέρον. Όπως επίσης και οι ασκούμενες πολιτικές και επιλογές, παρά το σημείο που έχουμε φτάσει περιβαλλοντικά, ελάχιστα φιλοπεριβαλλοντικές είναι. Δείτε τι συμβαίνει με τα ευρωπαϊκά προγράμματα, ειδικά το ΕΣΠΑ: δεν χρηματοδοτούν έργα πρασίνου, δεν θεωρούνται αναπτυξιακά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή