Δευτέρα, 14 Μαΐου 2012

Δημόσια Διπλωματία και Εθνικό Σήμα (Nation Branding)

#ΜΑΡΙΑ ΜΠΡΙΑΝΑ, Υπ. Διδάκτωρ, Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού Πάντειο Πανεπιστήμιο

1.   Εισαγωγή: Ο καιρός της αλληλένδεσης

«Το συναρπαστικότερο πράγμα σε σχέση με το μέλλον είναι ότι μπορούμε να το διαπλάσουμε» έχει γράψει ο Charles Handy, ο μεγαλύτερος Βρετανός φιλόσοφος των επιχειρήσεων. Συγκεκριμένα χρησιμοποίησε τη μεταφορά της «επόμενης καμπύλης» για να περιγράψει την πορεία που θα πρέπει να ακολουθούν τα πράγματα. Η Σιγμοειδής καμπύλη στην περίπτωσή μας αντιπροσωπεύει τη φυσιολογική πορεία ενός κράτους ενώ η «επόμενη καμπύλη» αποτελεί τη δραστική παρέμβαση πριν τη φθορά και την απαξίωση προκειμένου να επιτύχει κανείς τη συνεχή ανάπτυξη και αειφορία...
Αναμφίβολα το διεθνές σύστημα εξελίσσεται μέσα από τη σύγκρουση, μία έννοια συνώνυμη της δραστηριότητας, της συνεργασίας, του συναγωνισμού, του ανταγωνισμού, της κρίσης, της επανάστασης και του πολέμου. Σύμφωνα με τον Gilpin η θεμελιώδης φύση των διεθνών σχέσεων δεν έχει μεταβληθεί διαμέσου των αιώνων. Οι διεθνείς σχέσεις εξακολουθούν να είναι ένας αέναος αγώνας για πλούτο και ισχύ μεταξύ ανεξάρτητων δρώντων σε κατάσταση αναρχίας. Η βασική προϋπόθεση επιβίωσης και επιτυχίας ενός κράτους θεωρείται δίκαια σήμερα η αλλαγή χωρίς τέλος μέσω της συνεχούς και δυναμικής αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον.

 
Στις μέρες μας, τα κράτη οφείλουν να βρίσκουν τρόπους ανάπτυξης και δημιουργίας πλεονεκτημάτων. Ο απλός περιορισμός των μειονεκτημάτων δεν επαρκεί. Ο Michael Porter, αυθεντία σε παγκόσμιο επίπεδο πάνω σε θέματα διεθνούς ανταγωνιστικότητας, γράφει: «το σημαντικότερο απ' όλα είναι να προσπαθείς να διαμορφώσεις τη φύση του ανταγωνισμού, να προσπαθείς να πάρεις τη μοίρα στα χέρια σου...». Και πράγματι, ένα κράτος οφείλει να βρίσκεται μπροστά από κάθε ενδεχόμενο, ευκαιρία ή απειλή και να αντεπεξέρχεται στις νέες προκλήσεις. Να κοιτά μπροστά και να οραματίζεται ένα μέλλον πολλά υποσχόμενο. Βεβαίως, η αίσθηση της συνέχειας καθίσταται ανεκτίμητη ως το σημείο όμως όπου δε φράζει το δρόμο για το μέλλον. Η αλλαγή, λοιπόν, κρίνεται απαραίτητη για τη διατήρηση της συνέχειας καθώς η μη ύπαρξη αυτής συνεπάγεται το τέλος.

Παρά τις όποιες δυσκολίες και τα προβλήματα το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε μία νέα εποχή πολιτικής επικοινωνίας και διεθνών σχέσεων όπου τα σύνορα καθίστανται πορώδη. Τα τελευταία χρόνια η παγκόσμια κρίση έχει μεταβάλει τις προοπτικές για μια παγκόσμια οικονομική ευημερία και έχει επηρεάσει καθοριστικά τις οικονομίες πολλών χωρών. Η περίπτωση της Ελλάδας είναι μία από αυτές, με επιπτώσεις δυσανάλογα μεγάλες για τον πολύ απλό λόγο ότι η έννοια της διαχείρισης πόρων, ανθρωπίνου δυναμικού, χρόνου και συναισθημάτων δυστυχώς παραμένει ένα «άβατο» ακόμη και σήμερα. Και είναι τραγικό αν αναλογιστεί κανείς πως το μόνο που οφείλει να πράξει ο άνθρωπος-πολίτης ενός κράτους και σήμερα πολίτης του κόσμου είναι να αναζητήσει τη γνώση, να ενδιαφερθεί, να προσπαθήσει να την κερδίσει και την ίδια στιγμή να κερδίσει τη ζωή. 
Γιατί όπως παρατήρησε ο Friedrich Hayek όσο ικανός και αν είναι κάποιος σε ένα δεδομένο πεδίο, η αξία των υπηρεσιών του σε ένα δεδομένο πεδίο, η αξία των υπηρεσιών του σε μία ελεύθερη κοινωνία θα είναι αναγκαστικά χαμηλή, αν και εφόσον δε διαθέτει παράλληλα την ικανότητα να γνωστοποιεί τα προσόντα του σε εκείνους που μπορούν να ωφεληθούν τα μέγιστα από αυτά». Αλλά και αντίστροφα ούτε μπορείς να επικοινωνήσεις κάτι σαθρό, χωρίς ουσία και περιεχόμενο γιατί η κατάρρευση των προσδοκιών θα δημιουργήσει ένα αρνητικό image, μία αρνητική εικόνα δύσκολα αναστρέψιμη.
Θεωρητικά, μέσω μίας δημοκρατικής πολιτικής επιτυγχάνεται η ευημερία, η διατήρηση της ηθικής, της αρετής, της κοινής αίσθησης του σωστού και του λάθους μέσω της νομοθεσίας και η διασφάλιση της επιβίωσης της ομάδας, της πόλης ή τους έθνους(Μάλγκαν, 202-210). Ωστόσο, η πραγματικότητα σήμερα δεν το επιβεβαιώνει. Επιστρέφοντας στην έννοια της επικοινωνιακής πολιτικής ενός κράτους ο Μακρυδημήτρης τονίζει πως ο τύπος της διοικητικής λογικής κατά την ορολογία του Claus Offe, που προσιδιάζει και την αποστολή του σύγχρονου κράτους δεν είναι πλέον ούτε ο γραφειοκρατικός, ούτε ο αμιγώς διαχειριστικός(managerial) αλλά ένας νέος τύπος «επικοινωνιακής» λογικής αν όχι και ηθικής κατά την χαμπερμασιανή σημειολογία. Αυτή η επικοινωνία αφορά σε έναν πομπό (ένα κράτος στην περίπτωσή μας), ένα δέκτη (το παγκόσμιο πολιτικό σύστημα) και ένα μήνυμα που θα περάσει από την μία κατεύθυνση στην άλλη. Το κανάλι που χρησιμοποιείται για την επικοινωνία είναι ένας κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας. Η σπουδαιότητα της εν λόγω επιλογής έχει διατυπωθεί συνοπτικά στην ρήση του Καναδού θεωρητικού Marshall McLuhan: «The medium is the message». Ο McLuhan επιθυμεί να τονίσει ότι η επικοινωνία είναι ουσιαστικά η επιλογή ενός κώδικα, ο οποίος δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τις πολιτικές της δημόσιας διπλωματίας.
Αυτή η σύγχρονη επικοινωνιακή πολιτική διαφοροποιείται από την παραδοσιακή διπλωματία και την «υψηλή» πολιτική με τη στρατηγική του nation branding ως «όπλο» που μπορεί να χρησιμοποιήσει ένα κράτος για να ενδυναμώσει και να εδραιώσει τη διεθνή του παρουσία και υπόσταση.

2.   Η διαμόρφωση ενός σύγχρονου εθνικού σήματος

Το «όνειρο» ή διαφορετικά η «έξοδος κινδύνου» για κάθε κράτος δεν είναι η ωραιοποίηση της εικόνας του αλλά η συστηματοποίησή της μέσω του εντοπισμού των μοχλών ανάπτυξής που διαθέτει το καθένα εντός ενός πλαισίου που ενσωματώνει τις διαχρονικές αλήθειες της πολιτικής και της επικοινωνίας. Είναι ξεκάθαρο ότι η Ελλάδα διανύει μία από τις χειρότερες περιόδους στη σύγχρονη ιστορία της: «απόγνωση σε άριστη κατάσταση, ευρύχωρο αδιέξοδο, ανεκμετάλλευτο και εύκαρπο έδαφος που πωλείται ελλείψει διαθέσεως και μόνο, και, χρόνος, αμεταχείριστος εντελώς!» (Δημουλά, Αγγελίες)
Η αλληλεπίδραση μεταξύ της δομής και της δράσης είναι κεντρικής σημασίας στις κοινωνικές επιστήμες. Ως σύστημα ορίζεται το σύνολο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ δρώντων (Kenneth Waltz). Δεδομένου του διαχωρισμού των μονάδων και του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αυτές καλούνται να δράσουν, η Ελλάδα αλληλεπιδρά με το σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, επιλέγοντας στρατηγικές με βάση τη διαδικασία της ορθολογικής επιλογής.
Ως σήμερα το ελληνικό πολιτικό σύστημα έδινε για δεκαετίες, έμφαση στην κατανάλωση και τη μεγιστοποίηση, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, της άμεσης χρησιμότητας ενός όσο το δυνατόν μεγαλύτερου τμήματος των μελών του συστήματος. Μία στάση η οποία αντλούσε την δυναμική της στηριζόμενη στα ευρωπαϊκά κονδύλια και εν γένει στον κρατικό δανεισμό. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το κοινωνικοπολιτικό σύστημα ανέπτυξε μια κουλτούρα η οποία παρείχε νομιμοποίηση και εξορθολογίκευε την έμφαση στην παρούσα κατανάλωση, εις βάρος της μελλοντικής. Η νομιμοποιημένη ισορροπία επεβίωσε μίας σειράς προσπαθειών ανατροπής αλλά τελικά κατέρρευσε με εμφανέστατα δυσμενή αποτελέσματα οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά.
Η αλλαγή της ελληνικής κουλτούρας αποτελεί μία δομική αλλαγή, η οποία καθίσταται δυνατή μέσω μίας μακροπρόθεσμης, συνεχούς, συστηματικής και επίμονης προσπάθειας. Με άλλα λόγια το άτομο καλείται να ανακατασκευάσει το ίδιο την κουλτούρα του μέσω της αλληλεπίδρασης του με το περιβάλλον σε συνθήκες πλήρους αβεβαιότητας με υψηλά κόστη μετασχηματισμού. Το νέο παράδειγμα προϋποθέτει την εισαγωγή ενός διαφορετικού τρόπου σκέψης και υιοθέτησης μίας στάσης που θα επικεντρώνεται στις αξίες εκείνες που συγκροτούν μία κουλτούρα "υψηλής εμπιστοσύνης" όχι τόσο με την έννοια του κοινού οράματος όσο με την έννοια του αυτοπροσδιορισμού και της διάχυσης της από κοινού πεποίθησης ότι η παραγωγικότητα είναι συνάρτηση της θέλησης για εγκαθίδρυση μία νέας ηθικής τάξης δομημένης πάνω στις αρχές της αξιοπιστίας, της εμπιστοσύνης, του σεβασμού στον άνθρωπο και στην κοινωνία, αξίες οι οποίες ενισχύουν τη συνεργασία με πρωταρχικό προσανατολισμό τη δημιουργία νέων πηγών κέρδους ως κινητήρια δύναμη.
Το ερώτημα που τίθεται λοιπόν είναι αν η ελληνική Δημόσια Διπλωματία επηρεάζει την εικόνα της Ελλάδας; Με άλλα λόγια υπάρχει αιτιακή σχέση μεταξύ πολιτικών δημόσιας Διπλωματίας και της προώθησης ενός θετικού ή αρνητικού εθνικού σήματος στο εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον;
Στο σύγχρονο πολυπολικό κόσμο, ο οποίος πλέον δεν αποτελεί υπόθεση εργασίας αλλά μία απτή πραγματικότητα, η Ελλάδα καλείται να αναπτύξει μία δομημένη, αποτελεσματική πολιτική δημόσιας διπλωματίας, δηλαδή μία πολυσύνθετη πολιτική παρέμβαση ενός σύγχρονου δημοκρατικού κράτους στη διεθνή σκακιέρα προς όφελος τους έθνους μέσω της αμοιβαίας κατανόησης των λαών και της οικοδόμησης σχέσεων εμπιστοσύνης μεταξύ τους. Αυτή η σύγχρονη επικοινωνιακή πολιτική δε βασίζεται πλέον μόνο στον κλασικό πυλώνα της πολιτικής διπλωματίας αλλά και σε έναν νέο πυλώνα: εκείνον της Δημόσιας Διπλωματίας.
Λαμβάνοντας ως ανεξάρτητη μεταβλητή, λοιπόν, τις στρατηγικές Δημόσιας διπλωματίας και ως ενδιάμεση μεταβλητή την ανακατανομή της ισχύος στο σύστημα μπορούμε να κατασκευάσουμε μια αιτιακή αλυσίδα, η οποία καταλήγει στο εθνικό σήμα, δηλαδή σε ένα δημόσιο αγαθό με πολλαπλά υλικά και άυλα οφέλη για το κράτος και τους πολίτες του. Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει περιληπτικά την αιτιακή αλυσίδα μεταξύ στρατηγικών δημόσιας διπλωματίας και εθνικού σήματος.
 
Πίνακας 1 - Αιτιακή Αλυσίδα
 

 
3.   Η Δημόσια Διπλωματία: μία ουσιαστική διαδικασία επικοινωνίας

Η επανάσταση της τεχνολογίας και των επικοινωνιών που έλαβε χώρα κυρίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αλλάζει τα δεδομένα με μια μεταστροφή του πολιτικού «παραδείγματος» από την μοντέρνα τάξη των γεωπολιτικών δεδομένων και της σκληρής ισχύος, σε ένα μεταμοντέρνο σύστημα εικόνων, φήμης και επιρροής θέτοντας νέα δεδομένα στις διεθνείς σχέσεις και επηρεάζοντας την άσκηση της παραδοσιακής διπλωματίας. Ο ρόλος της διπλωματίας οδηγείται προς μία νέα κατεύθυνση, καθώς ο εκδημοκρατισμός των κοινωνιών οδηγεί σε εκσυγχρονισμό στην άσκηση της παραδοσιακής διπλωματίας. Σε θεωρητικό επίπεδο από την προσήλωση στην άμυνα και τους εξοπλισμούς, δίνεται έμφαση σε νέες μορφές άσκησης εξωτερικής πολιτικής θέτοντας στο επίκεντρο τα δημοκρατικά και ανθρώπινα δικαιώματα, την υγεία, την εκπαίδευση, την εξάλειψη της φτώχειας, το σύστημα δικαίου, την ανθρωπιστική βοήθεια, το περιβάλλον, το εμπόριο, τις πληθυσμιακές αναλογίες, την καταπολέμηση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος μέσω ενεργής δράσης διεθνών οργανισμών.
Καταρχάς, η ανάλυση της αλυσίδας προϋποθέτει έναν ορισμό της Δημόσιας Διπλωματίας: Η Δημόσια Διπλωματία (Public Diplomacy) είναι ένας όρος που εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1965 στην Αμερική από τον Dean Edmund Gullion της σχολής Fletcher στο πανεπιστήμιο Tufts και θεωρείται ευρέως ότι αποτελεί μία διαχρονική κρατική πρακτική (Snow και Taylor). Ένας πρώτος ορισμός που δόθηκε για τον όρο, προσδιόρισε τη δημόσια διπλωματία ως ένα σύνολο αλληλεπιδράσεων, που απευθύνονται όχι μόνο στις κυβερνήσεις αλλά και σε άτομα και μη κυβερνητικούς φορείς και συμβάλλουν στη διαμόρφωση και άσκηση της εξωτερικής πολιτικής μίας χώρας. 
Πολλοί την ταυτίζουν με την προπαγάνδα και τις δημόσιες σχέσεις, γεγονός που εγείρει προβληματισμούς, καθώς είναι αδιανόητο να αφορά αποκλειστικά σε ένα είδος προπαγάνδας ή απλώς σε μία πολιτική δημοσίων σχέσεων(| Robert Keohane, Joseph Nye). Ο J. Melissen θεωρεί ότι Δημόσια Διπλωματία και Προπαγάνδα αποβλέπουν στον ίδιο σκοπό: την επικοινωνία και την διάδοση ιδεών προς την εξωτερική κοινή γνώμη που θα επιφέρει αλλαγή στάσης απέναντι στην συγκεκριμένη χώρα, μέσω της ενδυνάμωσης ή της μεταβολής παγιωμένων αντιλήψεων, θετικών και αρνητικών αντίστοιχα. Οι G.R. Berridge και Alan James θεωρούν τη δημόσια διπλωματία ως «την νέα μορφή της προπαγάνδας που χαρακτηρίζει τον 21ο αιώνα, ασκούμενη από διπλωμάτες».
Οι παραπάνω ορισμοί των κοινών χαρακτηριστικών που προσδίδουν στις δύο έννοιες θα μπορούσαν να ωθήσουν την ακαδημαϊκή σκέψη σε μία παντελώς λανθασμένη κατεύθυνση καθώς οι διαφορές μεταξύ των είναι τεράστιες με δεσπόζουσα το ότι η προπαγάνδα αποσκοπεί στο να αλλάξει δραστικά τις απόψεις και να μυήσει τους ανθρώπους σε έναν τρόπο σκέψης που περιορίζει και αποδυναμώνει την κριτική τους ικανότητα. Σε όρους επικοινωνίας το μοντέλο που θα μπορούσε να περιγράψει καλύτερα την διαδικασία της μαζικής επικοινωνίας στην οποία επιδίδονται τα κράτη μέσω προπαγάνδας είναι αυτό του Laswell. Απαντά σε πέντε ερωτήματα: Ποιος; Τί; Πώς (δηλαδή από ποιο κανάλι); Σε ποιόν; Γιατί; 
Τα ερωτήματα δεν απέχουν πολύ από τα κλασικά δημοσιογραφικά ερωτήματα που καλείται να διευκρινίσει μία είδηση και πάλι όμως πρόκειται για ένα γραμμικό μοντέλο που δεν λαμβάνει υπόψη τις επιδράσεις του περιβάλλοντος και την αλλαγή στην συμπεριφορά των παραγόντων του.
Περισσότερες ομοιότητες εντοπίζει κανείς μεταξύ της δημόσιας διπλωματίας και των Δημοσίων Σχέσεων. Αφήνοντας για την ώρα κατά μέρος τις αρνητικές κρίσεις, θα λέγαμε ότι οι δημόσιες σχέσεις σε επίπεδο κρατών έχουν ως σκοπό να διαμορφώσουν θετικό κλίμα υπέρ ενός κράτους σε σχέση με το διεθνές σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι αν παραστεί ανάγκη θα υλοποιηθούν προγράμματα με σκοπό την αντιστροφή τυχόν αρνητικού κλίματος για τα οποία απαιτείται σχεδιασμός, συνεργασία πολλαπλών παραγόντων μεταξύ τους αλλά και επικοινωνιακές τακτικές με σκοπό την καλλιέργεια εμπιστοσύνης και κατανόησης ευρέως. Όπως αναφέρουν οι Benno H. Signitzer και Timothy Coombs «και οι δύο έννοιες παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες, καθώς, όπως η δημόσια διπλωματία, έτσι κι οι δημόσιες σχέσεις έχουν ως στόχο την ανταλλαγή πληροφοριών, την μείωση των παρανοήσεων και προκαταλήψεων, τη δημιουργία αμοιβαίων σχέσεων εμπιστοσύνης και την κατασκευή μιας θετικής εικόνας προς τα έξω». Άλλωστε, είναι ξεκάθαρη η κυριαρχία της αμφίδρομης επικοινωνίας και της διαρκούς διάδρασης, κάτι που στην περίπτωση της προπαγάνδας φαντάζει ασύλληπτο. Σε όρους επικοινωνίας το πρότυπο που έχουν υιοθετήσει οι Westley/McLean (1957) ταιριάζει καλύτερα στην απεικόνιση της αμφίδρομης επικοινωνίας που καλλιεργείται μέσω των πολιτικών δημόσιας διπλωματίας και σε ένα μεγάλο ποσοστό και μέσω των δημοσίων σχέσεων. 
Παραστατικά συμβολίζεται ως εξής:
X1, X2, X3 Xn— A —C — B
όπου X1..n είναι τα γεγονότα του κόσμου όπου ζούμε, A είναι το κράτος ή ο θεσμός που τα διαμορφώνει ή τα παράγει και που επιθυμεί να περάσει ένα μήνυμα στο κοινό του, C είναι ο επικοινωνητής που έχει ως καθήκον να τα μεταδώσει όσο το δυνατόν καλύτερα και B το κοινό που θα συλλάβει και επεξεργαστεί. Εδώ ανάμεσα στον πομπό και τον δέκτη παρεμβάλλεται ο επικοινωνητής που συγκεντρώνει και αναμεταδίδει τα μηνύματα από έναν ή περισσότερους πομπούς. Προφανώς η αύξηση της ισχύος του επικοινωνητή C τον καθιστά προνομιακό συνομιλητή με τον A και μακροπρόθεσμα διαμορφωτή από κοινού της ροής των πληροφοριών. Αυτό, όμως, μπορεί να μην είναι ηθικό ή σύμφωνο με την ορθή δημοκρατική διαδικασία αλλά επικοινωνιακά δεν είναι ανεξήγητο και δεν διαφέρει από τα όσα προβλέπει το μοντέλο.
Στην πραγματικότητα, περιλαμβάνει την προώθηση μιας θετικής εικόνας για μια χώρα και την οικοδόμηση μακροχρόνιων σχέσεων, όχι μόνο μέσω της δράσης των φορέων μιας χώρας με τους επίσημους φορείς άλλων χωρών, αλλά κυρίως με τους μη επίσημους, όπως πολίτες και μη κυβερνητικούς οργανισμούς των χωρών αυτών, χαρακτηριστικό στοιχείο που τη διαφοροποιεί, άλλωστε, και από την παραδοσιακή διπλωματία, σε συνδυασμό με τις συνθήκες διαφάνειας, διαδραστικής επικοινωνίας και εξωστρέφειας στις οποίες βασίζεται και ανθίζει.
Συνολικά, η δημόσια διπλωματία έγκειται σε μία «διαδικασία επικοινωνίας μιας κυβέρνησης με την κοινή γνώμη άλλων κρατών, προκειμένου να καταστούν κατανοητά οι ιδέες και τα ιδανικά, οι θεσμοί και ο πολιτισμός, οι εθνικές επιδιώξεις και οι τρέχουσες πολιτικές του εκπροσωπούμενου από αυτήν κράτους» ( H. Tuch, 3). Θεμελιώδης παράγοντας επιτυχίας μιας πολιτικής δημόσιας διπλωματίας καθίσταται η δράση της Κοινωνίας των Πολιτών. Άλλωστε η έννοια και η εξέλιξη της Κοινωνίας των Πολιτών είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εξελικτική πορεία της πολιτικής και δη του δημοκρατικού πολιτεύματος. Σύμφωνα με τον ορισμό του Ερνεστ Γκέλνερ «η Κοινωνία Πολιτών είναι ένα σύνολο ποικίλων μη κυβερνητικών θεσμών αρκετά ισχυρών ώστε να αντισταθμίζουν το κράτος και που, ενώ δεν το εμποδίζουν να εκπληρώσει το ρόλο του ως εγγυητή της ειρήνης και διαιτητή μεταξύ μεγάλων συμφερόντων, μπορούν ωστόσο να το εμποδίσουν να κυριαρχήσει και να εκμηδενίσει το υπόλοιπο της κοινωνίας». Σε μία πρώτη ανάγνωση ο ορισμός υπερτονίζει τα χαρακτηριστικά των ΜΚΟ και μοιάζει εκτός ελληνικής πραγματικότητας αλλά όχι εκτός και της διεθνούς.
Η δημόσια διπλωματία σήμερα αφορά στη συνειδητοποίηση των θετικών στοιχείων και των αρνητικών πτυχών μιας χώρας και στη διαχείριση και συντονισμό πολλών μέσων για την εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων και τη βελτίωση των μειονεκτημάτων της. Στην αποτελεσματική δημόσια διπλωματία συνεισφέρουν παράγοντες όπως ο βαθμός επίγνωσης της σημασίας των ενεργειών δημόσιας διπλωματίας από τους πολιτικούς παράγοντες και τη διοίκηση, οι διαθέσιμοι πόροι, η εκπαίδευση, η συνεχής έρευνα και η προσπάθεια παρακολούθησης και μεγιστοποίησης των αποτελεσμάτων. Μία Δημόσια Διπλωματία η οποία βασίζεται στην πειθώ και το διάλογο, τη διαπραγμάτευση και την δικτύωση με την πληροφορία να καθίσταται στρατηγικός εξισορροπιστής μπορεί να τερματίσει μία κρίση και να συμβάλει στην πρόοδο ενός κράτους που θα στέκεται στο διεθνές σύστημα ως ένας αξιόπιστος συνομιλητής με βαθιά γνώση της πραγματικότητας και καλές προθέσεις^^^ και Taylor). Από την άλλη, μία δημόσια διπλωματία επιφανειακή και βραχυπρόθεσμη μπορεί να επιφέρει τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.


4.   Ανακατανομή της ισχύος

Ένα κράτος που δε διαθέτει τα μέσα για να επιφέρει κάποια αλλαγή είπε ο Burke σε ένα γνωστό απόφθεγμα του δε διαθέτει τα απαραίτητα μέσα για τη συντήρησή του. Η βασική προϋπόθεση επιβίωσης και επιτυχίας θεωρείται δίκαια σήμερα η αλλαγή χωρίς τέλος μέσω της συνεχούς και δυναμικής αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον. Η φράση, άλλωστε του Jack Welch για την επιβίωση στην αγορά «Άλλαξε πριν είσαι υποχρεωμένος να αλλάξεις» το επιβεβαιώνει.
Ως γνωστόν οι περίοδοι κρίσης είναι κάτι συνηθισμένο στην Ιστορία. Για παράδειγμα το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εικοσαετούς κρίσης ήταν η απότομη πτώση από τις ουτοπικές ελπίδες της πρώτης δεκαετίας στην σκληρή απογοήτευση της δεύτερης, από μία ουτοπία που λάμβανε ελάχιστα υπόψη της την πραγματικότητα σε μία πραγματικότητα από την οποία αποκλειόταν αυστηρά κάθε στοιχείο ουτοπίας (Carr).
Πώς ορίζεται η ισχύς; Σύμφωνα με τον ορισμό του Max Weber ισχύς είναι «η πιθανότητα ότι ένας δρών, στα πλαίσια μιας κοινωνικής σχέσης, θα είναι σε θέση να επιβάλει τη θέλησή του παρά την όποια αντίσταση, ανεξαρτήτως της βάσης στην οποία εδράζεται αυτή η πιθανότητα». Η έννοια της δύναμης (power) σύμφωνα με τον J.S. Nye είναι «η ικανότητα επηρεασμού της συμπεριφοράς των άλλων, ώστε κάποιος να επιτυγχάνει τα αποτελέσματα που επιθυμεί» και διακρίνεται σε «σκληρή δύναμη» («hard power») και σε «ήπια δύναμη» («soft power») με γνώμονα τα μέσα επηρεασμού, δηλαδή τη βία στην πρώτη περίπτωση και την πειθώ στη δεύτερη.
Η αλληλεπίδραση μεταξύ της δομής και της δράσης είναι κεντρικής σημασίας στις κοινωνικές επιστήμες. Ως σύστημα ορίζεται το σύνολο των αλληλεπιδράσεων μεταξύ δρώντων(Kenneth Waltz, 118). Σε αυτό το πλαίσιο, μπορεί να υπάρξει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στις μονάδες και στο περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτές καλούνται να δράσουν. Οι δρώντες αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον, επιλέγοντας στρατηγικές με βάση τη διαδικασία της ορθολογικής επιλογής.
Η «μαλακή» θεωρία της ορθολογικής επιλογής υποστηρίζει ότι οι «δρώντες δρουν ορθολογικά στο μέτρο που επιλέγουν τις πράξεις, οι οποίες εξυπηρετούν καλύτερα τους στόχους τους, από ένα σύνολο επιλογών, δεδομένων των πεποιθήσεών τους για τις διαθέσιμες επιλογές και τις πιθανές επιπτώσεις τους»(Daniel Little, 45). Η συστημική δομή επηρεάζει την ορθολογική δράση παρέχοντάς της κίνητρα και περιορισμούς. Αναλυτικότερα η συστημική δομή μπορεί να επιβάλλεται στη συμπεριφορά των μονάδων με μία και μοναδική στρατηγική, η οποία προκύπτει ως λειτουργική ανάγκη της επιβίωσης των μονάδων στο σύστημα χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οι δρώντες χάνουν τη δυνατότητα να επιλέγουν μεταξύ των διαφόρων στρατηγικών υπό την έννοια ότι μπορούν να καινοτομήσουν σχεδιάζοντας στρατηγικές που αυξάνουν την αποτελεσματικότητα τους και τους καθιστούν σημαντικές μονάδες εντός συστήματος.
Η ανακατανομή των ικανοτήτων μεταξύ των δρώντων στο διεθνές σύστημα όταν συμβαίνει προκαλεί, με τη σειρά της, μια αναδιάταξη στην «ιεραρχία του γοήτρου»^^^) ή, με άλλα λόγια, στην κατανομή της διαπραγματευτικής ή πολιτικής ισχύος μέσα στο διεθνές σύστημα και άρα και της έννοιας της πολιτικής επιρροής. Η έννοια της πολιτικής επιρροής υποδηλώνει την ικανότητα αλλαγής της συμπεριφοράς των άλλων. Με θεμελιώδη διαφορά έναντι νομιμοποιημένης ή μη εξουσίας την ανυπαρξία κυρώσεων ή απειλής αυτών, η επιρροή ασκείται είτε ως απόρροια ορθολογικής πειθούς μέσω επιχειρημάτων είτε ως απόρροια μίας συνολικής αναγνώρισης των θετικών αποτελεσμάτων μίας πολιτικής (Alan R.Ball & B.Guy Peters, 81) γεγονός που συνεπάγεται την οικειοθελή αλλαγή συμπεριφοράς χωρίς κανένα δισταγμό ή απροθυμία.
Όπως λοιπόν στις διεθνείς σχέσεις το γόητρο, η φήμη για ισχύ έχει να κάνει με την αξιοπιστία της ισχύος ενός κράτους, έτσι και στην επικοινωνία ένα ανταγωνιστικό εθνικό σήμα αποτελεί πηγή ισχύος που προωθεί μια εικόνα σταθερότητας, δύναμης και αξιοπιστίας και η οικοδόμησή του καθίσταται μία ρεαλιστική επιλογή. Το χτίσιμο του εθνικού σήματος είναι μία σύνθετη, αέναη, δυναμική και υψηλού κόστους διαδικασία που σχετίζεται άμεσα με την κατανομή και την ανακατανομή της ισχύος εντός του συστήματος όπως αυτή διαμορφώνεται κάθε φορά μεταξύ άλλων και από τις πολιτικές της Δημόσιας Διπλωματίας.

5.   Το χτίσιμο του εθνικού σήματος

Το εθνικό σήμα ενός κράτους είναι ισχύς που συνίσταται στο συνδυασμό όλων εκείνων των χαρακτηριστικών που το διαφοροποιούν στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον. Τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν δυνητικά την εικόνα και τη φήμη μιας χώρας δημιουργώντας μία «ανταγωνιστική ταυτότητα» είναι ο τουρισμός, οι άνθρωποι, η διακυβέρνηση, οι εξαγωγές, οι επενδύσεις, ο πολιτισμός και ο αθλητισμός. Ο Simon Anholt τα απεικονίζει σχηματικά για μεγαλύτερη παραστατικότητα με το «εξάγωνο της ανταγωνιστικής ταυτότητας» (the hexagon of Competitive Identity).
Ένα από τα πρώτα παραδείγματα του nation branding υπάρχει κιόλας στην αρχαία ιστορία. Ο Θουκυδίδης στον Επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής το 431 π.Χ μας λέει ότι η Αθήνα στο σύνολό της είναι το σχολείο της Ελλάδας ενώ σχετικά με τη δύναμη της πόλης υποστηρίζει ότι οφείλεται και στα ειρηνικά έργα των κατοίκων της. Αν μάλιστα συνδυάσουμε αυτά τα λόγια με την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τη μεγάλη αντίπαλο της Αθήνας, την Σπάρτη, έχουμε ένα πρώτο, πολύ ενδιαφέρον δείγμα χρήσης της ήπιας ισχύος σε συνδυασμό με την σκληρή ισχύ. Διακρίνονται εδώ καθαρά τα επίπεδα ή μάλλον οι συμπληρωματικοί άξονες ισχύος ενός μοντέρνου κράτους: η πολιτική, η οικονομική, η στρατιωτική και η ιδεολογική ισχύς (Shaw, 2000) θα λέγαμε μάλιστα όχι η ιδεολογία που προκύπτει από ένα συνδυασμό πολιτικής και διπλωματίας, άρα σκληρής ισχύος, αλλά περισσότερο αυτή η ισχύς που καλλιεργείται συνειδητά και ανεξάρτητα από την σκληρή ισχύ.
Βεβαίως η Σπάρτη είχε ανά το πανελλήνιο τη φήμη μίας στρατιωτικής μηχανής και αυτή τη φήμη αξιοποιούσε στις διπλωματικές της σχέσεις για τα δικά της συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, η Αθήνα δεν αξιοποιούσε αποκλειστικά και μόνο το ισχυρό ναυτικό και το όχι ευκαταφρόνητο πεζικό της έναντι των δικών της συμμάχων. Έγινε η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη αλλά το σημαντικότερο είναι ότι σταδιακά έγινε το κέντρο της πνευματικής ζωής του ευρύτερου ελλαδικού χώρου και κατέκτησε μία φήμη που έφτασε να μην εξαρτάται καθόλου από την στρατιωτική και κλασική διπλωματική ισχύ που είχε σαν πόλη-κράτος, την οποία και διατήρησε για πολλούς αιώνες.
Το παράδειγμα φανερώνει πολλές από τις διαστάσεις του nation branding που είναι σε χρήση και αξιοποιούνται ακόμα και σήμερα, προφανώς με ένα τρόπο πολύ περισσότερο συστηματικό και επιστημονικό από ότι στο παρελθόν. Το branding μπορεί να αξιοποιεί ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα από ποσοτικές μετρήσεις και στρατηγικά σχέδια αλλά δενέχει αποβάλει πλήρως το χαρακτήρα μίας εμπειρικής διερεύνησης της κατάστασης. Επιπλέον, αντίθετα με τις κλασικές εκδηλώσεις ισχύος όπως προβάλλεται μέσα από πράξεις και λόγους των ηγετών, το εθνικό σήμα ενός κράτους μπορεί να βασίζεται σε άϋλες εκδηλώσεις, ή καλύτερα στα αποτελέσματά τους όπως μεταξύ πολλών άλλων η πνευματική ακτινοβολία μίας χώρας (είναι φυσικά το αποτέλεσμα μίας σαφούς στρατηγικής από την κεντρική διοίκηση), η θετική φήμη για την πολιτιστική ζωή της χώρας, το φυσικό της περιβάλλον.
Ωστόσο, η μεγάλη αλλαγή από αυτή τη πρώιμη, αλλά όπως φαίνεται επιτυχημένη, χρήση της ήπιας ισχύος μέχρι τις ημέρες μας είναι η συστηματική αξιοποίηση των μεθόδων και ένταξή τους σε ένα ευρύτερο πλαίσιο δράσης και μία στρατηγική από κοινού με άλλα μέσα. Επιπλέον, η υλοποίηση των σχετικών μεθόδων μπορεί να γίνει και από πολίτες, όχι μόνο από εντεταλμένους και θεσμικούς δημόσιους λειτουργούς.
Στο παγκοσμιοποιημένο και έντονα ανταγωνιστικό περιβάλλον που αναπτύχθηκε στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα και αφού είχαν ξεπεραστεί σε μεγάλο βαθμό τα προβλήματα και οι ανταγωνισμοί που οδηγούσαν σε ένοπλες αντιπαραθέσεις ανάμεσα στις μεγάλες πολιτικές και οικονομικές δυνάμεις, τα κράτη άρχισαν να υιοθετούν για την εξωτερική τους εικόνα συμπεριφορά και πρακτικές που ενσωματώνουν σε μεγαλύτερο βαθμό από ότι στο παρελθόν μία διεθνή διάσταση . Θα ήταν δύσκολο να γίνει αλλιώς, καθώς οι μεταφορές και γενικά η ελεύθερη διακίνηση ανθρώπων και κεφαλαίων δημιούργησε μία σειρά από νέες συνθήκες τόσο για τους πολίτες όσο και για τις κυβερνήσεις. Μπορεί ακόμα να πει κανείς ότι τα κράτη σχεδόν δεν έχουν το δικαίωμα να αγνοήσουν αυτή τη τάση και να αποστασιοποιηθούν.
Η διαμόρφωση μίας εθνικής ταυτότητας που θα αντιμετωπίζει τη μαζικοποίηση και θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες του αναπόφευκτου οικονομικού και πολιτισμικού ανταγωνισμού, προσελκύοντας με τον τρόπο αυτό την προσοχή του παγκόσμιου κοινού και δημιουργώντας τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη, την εξέλιξη και την κυριαρχία τους στο διεθνές περιβάλλον είναι περίπου μονόδρομος και μία νέου τύπου πρόκληση, διαφορετική από την εθνική στρατηγική που συνδέεται με τη σκληρή ισχύ μίας χώρας. Η μεγάλη αγορά των πολιτιστικών συμβόλων και παραστάσεων έχει εύστοχα παρομοιαστεί με «πολιτιστικό σούπερμαρκετ» (Mathews, 2000) δίνοντας έτσι πιο καθαρά μία εικόνα ανταγωνισμού. Ακόμα, έχει επισημανθεί από μελετητές αλλά είναι σαφές και από τη κοινή μας εμπειρία ότι το παγκόσμιο περιβάλλον λειτουργεί σαν ένα τεράστιο πεδίο ομογενοποίησης της κουλτούρας (Schelesinger, 1991).
Καθώς η τάση της παγκοσμιοποίησης είναι να ευνοεί με κάθε τρόπο τη διακίνηση ανθρώπων, κεφαλαίων και υπηρεσιών, η έννοια του τόπου και η σχέση του με τον καθένα παίρνει ξεχωριστή σημασία και γίνεται εξαιρετικά περίπλοκη. Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν σαν τόπο, για την ακρίβεια σαν το δικό τους τόπο, περιοχές γεωγραφικά πολύ ευρύτερες από συνέβαινε το παρελθόν.
Αυτό το φαινόμενο άρχισε να εκδηλώνεται στον ένα ή τον άλλο βαθμό όταν άρχισαν να σχηματίζονται τα σύγχρονα κράτη. Η διαδικασία της συγκρότησης φαντασιακών κοινοτήτων πέρα από τα στενά γεωγραφικά, τοπικά όρια της κοινότητας (του χωριού, της πόλης) διεύρυνε για τους πολίτες τα όρια αυτού που ονόμαζαν 'ο τόπος του'. Μέσα στο νέο τόπο  οργανώνονται τουλάχιστον τέσσερις κλίμακες στις οποίες ένα άνθρωπος μπορεί να αναζητήσει στοιχεία κοινότητας (Rose, 1995, 90-1): το τοπικό, το περιφερειακό, το εθνικό και το υπερεθνικό επίπεδο συμπλέκονται το ένα μέσα στο άλλο και καθιστούν ακόμα μεγαλύτερη τη πρόκληση για ένα σχεδιασμό εθνικού σήματος.
Για έναν ξένο, που ήδη έχει την εμπειρία αυτών των τεσσάρων επιπέδων από τη χώρα του και το branding που έχει υπόψη του για αυτήν, η άφιξη σε μία νέα χώρα πρέπει να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις να τα αναγνωρίσει θετικά και στην καινούρια, αν είναι δυνατόν σε όλα τα επίπεδα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία αναγνώρισης και αναγνωρισιμότητας ενός σήματος θα πρέπει να έχει ένα αποτέλεσμα εξαιρετικό όμοιο με ένα άλλο που έχει ήδη υπόψη του, αλλά ότι θα πρέπει να δημιουργήσει μία αίσθηση ότι είναι επαρκώς διαφορετικό. Άλλωστε, τουλάχιστον μέσα στο δυτικό κόσμο και γενικά σε όλες τις αστικοποιημένες περιοχές του πλανήτη, υπάρχουν και πάλι λόγω της οικονομικής παγκοσμιοποίησης σημεία (τόποι, καταστήματα, γενικά δίκτυα) που γίνονται σημείο έλξης. Μία αλυσίδα φάστφουντ είναι ίσως το κατεξοχήν παράδειγμα για το πώς οι κατά τόπους διαφορές αίρονται μπροστά στη κοινή εμπειρία που προσφέρουν τα σχεδόν πανομοιότυπα σε εμφάνιση και υπηρεσίες καταστήματα. Το Διαδίκτυο είναι προφανώς ένα άλλο αυτονόητο παράδειγμα, η δύναμη του οποίου να ομογενοποιεί καταστάσεις είναι τεράστια.
Δύσκολα θα αγνοήσει κανείς μία άλλη σημαντική παράμετρο που σχετίζεται με την εσωτερική κατάσταση σε μία χώρα και πώς αυτή μπορεί να έχει αντίκρισμα στη διεθνή της εικόνα, πέρα φυσικά από το κλασικό διπλωματικό πεδίο. Η εικόνα των ίδιων των πολιτικών, περισσότερο σαν ανθρώπων και σε δεύτερο βαθμό με τις πράξεις τους, μπορεί να αλλάξει τη διεθνή εικόνα. Ο Kotler (1993, 159) σημειώνει το παράδειγμα της ΕΣΣΔ μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Μιχαήλ Γκορμπατσόφ: ο ίδιος και φυσικά οι μεταρρυθμίσεις του είχαν καθοριστική επίδραση για την ανατροπή στερεότυπων που επικρατούσαν για χρόνια στο δυτικό κόσμο, στερεότυπα που μπορεί βάσιμα να πει κανείς ότι καλλιεργήθηκαν και από τις δύο πλευρές είτε για φόβητρο είτε ηθελημένα σε μία προσπάθεια διαμόρφωσης εικόνας.
Ένα άλλο σημείο που είναι σημαντικό να προσέξουν όσοι χαράσσουν την πολιτική του nation branding είναι η αποφυγή να προβάλλουν σημεία της εθνικής ταυτότητας που ενδεχομένως είναι υπερβολικά ταυτισμένα με την ιδιοσυγκρασία των πολιτών της χώρας, τόσο ώστε να γίνονται δυσνόητα στο εξωτερικό . Η προβολή τους μπορεί να μην είναι απαραίτητα θετική και το πολύ πιθανότερο είναι να μην είναι και εύκολη αφού η "μετάφρασή" τους σε ένα ελάχιστο σώμα πρακτικών αναγνωρίσιμων διεθνώς δεν είναι πάντα εφικτή. Άλλες φορές η μετάφραση προσκρούει στο ότι αν και η παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα περιέχει ένα ελάχιστο κοινά παραδεκτών αξιών, αυτές δεν είναι απαραίτητα και τοπικές αξίες. Θα λέγαμε δηλαδή ότι αυτή είναι μία περίπτωση όπου η πολιτιστική ομογενοποίηση που υπάρχει στον ένα ή τον άλλο βαθμό στο εσωτερικό μίας χώρας αποδεικνύεται ισχυρότερη από αυτή που συμβαίνει σε παγκόσμιο επίπεδο.
Μακροπρόθεσμα, το nation branding, για να αξιοποιήσουμε την ορολογία της οικονομικής επιστήμης, πρέπει να καταστήσει το «προϊόν» όχι απλά ανταγωνιστικό σε σχέση με τα υπόλοιπα, αλλά μακροπρόθεσμα να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για να γίνει αναντικατάστατο (δηλαδή όσο το δυνατόν περισσότερο ανελαστικό) σε σχέση με τρίτα προϊόντα. Φυσικά, αυτή η ευθεία σύνδεση του branding με οικονομικές μορφές δραστηριότητας όπως ο τουρισμός ίσως φαίνεται να αντιφάσκει με την ουσία του και με τον αφηρημένο χαρακτήρα που έχουν τα ζητήματα δημόσιας διπλωματίας. Και όμως είναι ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη προς αυτή την κατεύθυνση η εμφάνιση νέων μορφών οργάνωσης της πολιτικής και κοινωνικής συμμετοχής πέρα από τα πολιτικά κόμματα, τα συνδικάτα και τις ομάδες συμφερόντων, υπό την έννοια της μη συμβατικής πολιτικής δράσης, η οποία διαδραματίζει καίριο ρόλο στην οικοδόμηση του ονόματος μίας χώρας προς την μία ή την άλλη κατεύθυνση καθώς η αλληλεπίδραση μεταξύ της δομής και της δράσης είναι δεδομένη.

6.   Συμπεράσματα

Συνοπτικά, τα κράτη μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα είναι κατακερματισμένοι και όχι μοναδιαίοι ορθολογικοί δρώντες σε ένα άναρχο περιβάλλον αποτελούμενα από τους πολίτες, την κυβέρνηση, τους φορείς της αγοράς, την Κοινωνία των Πολιτών, τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης που στοχεύουν στην μεγιστοποίηση της ισχύος τους. Δεύτερον, η εικόνα και η φήμη μιας χώρας αποτελούν δημόσια αγαθά με πολλαπλά υλικά και άυλα οφέλη διαφορετικά για κάθε κράτος και τους πολίτες του. Η δημόσια διπλωματία χωρίς να αντικαθιστά την παραδοσιακή διπλωματία, δηλαδή την επιβολή δια της βίας αλλά αντλώντας πόρους από την ήπια ισχύ αποτελεί τον πυρήνα της εθνικής επικοινωνιακής πολιτικής. Ένα ανταγωνιστικό εθνικό σήμα αποτελεί πηγή ισχύος και η οικοδόμησή του καθίσταται μία ρεαλιστική επιλογή αν και εφόσον η στρατηγική που θα επιλεγεί είναι αληθινή για να μπορεί να πείσει.
Η Ελλάδα ως μία κλειστή κοινωνία πέθανε. Αυτό δε σημαίνει ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν υπήρξαν αξιόλογες προσπάθειες και πρωτοβουλίες πολιτικών και ιδιωτών στο πλαίσιο προώθησης μία σύγχρονης οικονομικής και πολιτισμικής διπλωματίας ως πυλώνες ήπιας δύναμης της χώρας. Ωστόσο εκ του αποτελέσματος φαίνεται ότι δεν ήταν αρκετές για να ξυπνήσουν το σύνολο και να οδηγήσουν σε πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα για την χώρα.
Στο πλαίσιο μιας δομημένης, συστηματικής θεωρητικής και πρακτικής προσέγγισης την οποία τα κράτη έχουν τη δυνατότητα να θέσουν σε εφαρμογή για να ανταποκριθούν στις νέες απαιτήσεις του διεθνούς, παγκοσμιοποιημένου περιβάλλοντος, η Ελλάδα μπορεί να αναπτύξει στρατηγικές επικοινωνίας με απώτερο πάντα στόχο να ξεχωρίσει ως οντότητα στον παγκόσμιο χάρτη. Συγκεκριμένα ένα εθνικό σήμα θετικού προσήματος είναι παράγωγο των :
Υψηλής κατά κεφαλήν καλλιέργειας=>υψηλή αίσθηση ευθύνης και ικανότητα προσαρμογής.
Υγιούς πολιτικοοικονομικής δραστηριοποίησης των πολιτών εντός ενός αξιόπιστου και λειτουργικού θεσμικού πλαισίου.
Σεβασμού στη διαφορετικότητα των ρόλων και των συμφερόντων όλων των δρώντων με έμφαση στις αξίες της εμπιστοσύνης, της συνεργασίας και της αμοιβαιότητας
Οικειοθελούς αποχώρησης των πολιτικών που ασχολούνται με όλα τα άλλα πλην των κοινών και οδήγησαν τη χώρα στην τραγωδία των κοινών.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου