Τρίτη, 28 Αυγούστου 2012

Ποιότητα της αστικής ζωής και ανταγωνιστικότητα των πόλεων: συμβατές η ασύμβατες έννοιες;

#ΕΥΑ ΨΑΘΑ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#ΑΛΕΞΙΟΣ ΔΕΦΝΕΡ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

1. Το ζήτημα της ανταγωνιστικότητας των πόλεων απασχολεί τους θεωρητικούς της αστικής ανάπτυξης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, εξαιτίας του μετασχηματισμού της παγκόσμιας οικονομίας και της αποδέσμευσης των κεφαλαίων από τα χωρικά δεσμά (Gertler, 2001 Μεταξάς και Πετράκος, 2004 Harris, 2007). Κατά τον Harvey, η εμπορευματοποίηση της πόλης και η προσπάθειά της για έλξη του κινούμενου, πλέον, κεφαλαίου είναι σημεία μιας νέο-φιλελεύθερης εποχής, κατά την οποία οι πόλεις έχουν υποχρεωθεί σε έναν άκρατο χωρικό ανταγωνισμό (Harvey, 1989).
Προσφάτως έχει σημειωθεί αυξημένο ενδιαφέρον αναφορικά με τη σχέση που συνδέει την οικονομική ανταγωνιστικότητα με την ποιότητα ζωής (π.ζ.) στις πόλεις. Η ανασκόπηση της βιβλιογραφίας φέρνει στην επιφάνεια δύο διαφορετικές, αν όχι αντίθετες, προσεγγίσεις. Σύμφωνα με την πρώτη η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας στο διεθνοποιημένο οικονομικό περιβάλλον αντιτίθεται στην ποιότητα της αστικής ζωής (π.α.ζ) ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη δεν πρόκειται για ασύμβατες έννοιες. Αντίθετα, το υψηλό επίπεδο της π.α.ζ. αποτελεί ισχυρό παράγοντα για την προσέλκυση επενδύσεων και νέων κατοίκων, και γενικότερα μία αναγκαία συνθήκη για την οικονομική ευημερία και την ανάπτυξη των αστικών περιοχών (Donald, 2001).
Η δεύτερη προσέγγιση συνδέει απευθείας την οικονομική επιτυχία και την ανταγωνιστικότητα μιας αστικής περιοχής με τις επενδύσεις που έχουν γίνει σε αυτή αναφορικά με υποδομές που αποτελούν ή υποτίθεται ότι αποτελούν πόρους της π.α.ζ. Η άποψη αυτή τεκμηριώνεται ωστόσο από μελέτες ή έρευνες όπου η π.α.ζ. συγχέεται με την ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος και εξαντλείται εκεί (Rogerson, 1999).Η σκοπιμότητα των σχετικών ερευνών για την π.ζ. στις πόλεις έγκειται στο πεδίο εφαρμογής των ευρημάτων: τη σωστή κατεύθυνση των πολιτικών ώστε να παρέχουν καλύτερες συνθήκες αστικής διαβίωσης στους κατοίκους και χρήστες της πόλης. Ξεφεύγοντας όμως συχνά από τον παραπάνω στόχο-πλαίσιο, τις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει εμφανιστεί ένα νέο πεδίο διερεύνησης της π.ζ στις πόλεις, με την εξής διαφορά: αντιμετωπίζει την π.α.ζ. ως αντικείμενο κατανάλωσης για τα άτομα με αυξημένη κινητικότητα (νέους πιθανούς κατοίκους και τουρίστες) και κατ’ επέκταση ως αντικείμενο ‘πώλησης’ και προώθησης την αστική ταυτότητα (McCann, 2004).
Στην παραπάνω κατηγορία εντάσσονται οι έρευνες-λίστες του τύπου «οι καλύτερες πόλεις για να ζεις» οι οποίες κατατάσσουν τις πόλεις με βάση την π.α.ζ., στοχεύοντας κυρίως στον προσανατολισμό των ιδιωτικών επιχειρηματικών επενδύσεων, αλλά και σε μεμονωμένους πιθανούς κατοίκους και επισκέπτες. Οι εν λόγω κατατάξεις χρησιμοποιούν συχνά αυθαίρετα και μη επιστημονικά κριτήρια.
Η δημοσιοποίηση των εν λόγω ταξινομήσεων, ανεξαρτήτως των κριτηρίων που έχουν χρησιμοποιηθεί, διαμορφώνουν ένα πλαίσιο για τη χάραξη των πολιτικών αστικής ανάπτυξης, ενώ παρέχουν ένα εργαλείο στρατηγικής μάρκετινγκ των πόλεων στο επίκεντρο της οποίας βρίσκεται η εικόνα της ανταγωνιστικής πόλης.
Στην παρούσα εργασία, αφού εξεταστεί συνοπτικά το ζήτημα του ανταγωνισμού των πόλεων, αναλύεται η αμφίδρομη (όπως και αμφιλεγόμενη) σχέση της ανταγωνιστικότητας με την π.ζ. Στη συνέχεια εξετάζεται ο ρόλος των ταξινομήσεων των πόλεων στη διαμόρφωση πολιτικών για την ανταγωνιστικότητα και στις διαδικασίες του μάρκετινγκ των πόλεων.

2. Ποιότητα της αστικής ζωής και ανταγωνιστικότητα των πόλεων
2.1 Η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας
Στην τρέχουσα βιβλιογραφία αναφέρεται συχνά ότι το ‘νέο’ (από τη δεκαετία του ’90) οικονομικό περιβάλλον στο οποίο οι πόλεις λειτουργούν και αλληλεπιδρούν χαρακτηρίζεται από αυξημένη κινητικότητα του κεφαλαίου, που είναι και το βασικό συστατικό της διεθνοποιημένης οικονομίας. Οι διαδικασίες της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και τα αποτελέσματά της αποτελούν πεδίο επιστημονικής διερεύνησης και αντιπαράθεσης. Δεν αμφισβητείται όμως το γεγονός ότι οι πόλεις καλούνται να αναπτυχθούν σε ένα νέο οικονομικό περιβάλλον και σχέσεις τους με το κεφάλαιο επαναπροσδιορίζονται. Οι δυτικές πόλεις, ιδιαιτέρως, έχουν έρθει αντιμέτωπες με μια πρωτοφανή στροφή της οικονομίας προς τον κλάδο των υπηρεσιών που καθιστά ακόμη μεγαλύτερη την κινητικότητα των επιχειρήσεων και τις ίδιες, αναλόγως με τα χαρακτηριστικά τους, φορείς της οικονομικής ανάπτυξης. Στην ανάγκη για διαρκή ευελιξία και προσαρμογή στις συνεχώς μεταβαλλόμενες ανάγκες της αγοράς δεν μπορούν να ανταποκριθούν όλες οι πόλεις με την ίδια επιτυχία (Castells, 1997 Rogerson, 1999 Harris, 2007).
H νέα διεθνοποιημένη και βασισμένη στη γνώση οικονομία έχει αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο οι πόλεις εδραιώνουν και συντηρούν τα συγκριτικά τους πλεονεκτήματα. Η εγγύτητα στις πρώτες ύλες και στα μεταφορικά δίκτυα δεν αποτελεί πια το ισχυρότερο συγκριτικό πλεονέκτημα για την ανάπτυξη. Η τεχνογνωσία και η καινοτομία αναδεικνύονται πλέον ως τα ισχυρά χαρτιά στην αναδιανεμημένη τράπουλα της αστικής ανάπτυξης. Από αυτή τη διαπίστωση πηγάζει ο ισχυρισμός ότι οι πόλεις δεν αποτελούν απλά τον τόπο στον οποίο διαδραματίζεται ο ανταγωνισμός των επιχειρήσεων, αλλά οι ίδιες γίνονται τα υποκείμενα του ανταγωνισμού (Florida 2000 Gertler, 2001 Μεταξάς και Πετράκος, 2004).

Η απελευθέρωση και εντατικοποίηση του διεθνούς εμπορίου ενέτειναν τον ανταγωνισμό μεταξύ των πόλεων αλλάζοντας την κλίμακα του χωρικού ανταγωνισμού από το επίπεδο των χωρών στο επίπεδο των περιφερειών και των πόλεων (Gertler, 2001 Μεταξάς και Πετράκος, 2004). Η απελευθέρωση των κεφαλαίων από τα χωρικά δεσμά, οδηγεί σε μια προσπάθεια των τόπων για την προσέλκυσή τους. Η ανταγωνιστικότητα των πόλεων τοποθετείται κατά τον Harvey στο πλαίσιο μιας νεοφιλελεύθερης οικονομικής προσέγγισης. Ως κύρια χαρακτηριστικά του σύγχρονου αστικού οικονομικού γίγνεσθαι αναφέρονται η απελευθέρωση των οικονομικών αγορών, η διεθνής ροή των εμπορευμάτων και η δημιουργία παραγωγικών συστημάτων που οργανώνονται κατά μήκος πολυεθνικών και διεθνικών αξόνων και διευκολύνονται από την ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιακών τεχνολογιών που επιτρέπουν τη συμπίεση του οικονομικού χωρο-χρόνου (Harvey, 1989).
Έχει σημειωθεί επίσης αναδιάρθρωση της διοίκησης, με μεταφορά αρμοδιοτήτων στις τοπικές κυβερνήσεις και στους φορείς της αστικής διακυβέρνησης, μεταβιβάζοντας στις πόλεις την αρμοδιότητα για την ποιότητα της κοινωνίας και του περιβάλλοντος στο εσωτερικό τους, γεγονός που αυξάνει την επιθυμία για τοπική ανταγωνιστικότητα (Donald, 2001).

Τέλος, είναι γνωστό ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει σημειωθεί μία στροφή από τη μαζικότητα προς τη διαφοροποίηση, και από τη μαζική κατανάλωση προς τις εξατομικευμένες υπηρεσίες. Για να πετύχουν οι πόλεις σε μια κοινωνία που οδηγείται από αυτά τα νέα καταναλωτικά πρότυπα, οφείλουν να διαφοροποιήσουν κατάλληλα την εικόνα τους με διττό στόχο: αφενός να συναντήσουν τις ανάγκες τουλάχιστον μιας από τις ομάδες καταναλωτών-στόχους και αφετέρου να συναγωνιστούν επάξια τις υπόλοιπες πόλεις. Όπως επισημαίνουν οι Bramwell and Rawding, ενώ αυτή η ερμηνεία εξηγεί γιατί οι πόλεις προσπαθούν να διαφοροποιηθούν μέσω των εικόνων τους, εξηγεί ταυτόχρονα και το αντίθετο φαινόμενο. Γιατί δηλαδή παρατηρείται αυτή η ομογενοποίηση των αστικών τουριστικών προορισμών, εφόσον οι πόλεις τείνουν συχνά να προβάλλουν μόνο εκείνες τις εικόνες που απευθύνονται σε συγκεκριμένους καταναλωτές (π.χ. με υψηλό εισόδημα). Όπως και άλλοι ερευνητές έχουν επισημάνει, οι στρατηγικές και οι πρακτικές της ‘καινοτομίας’ στις πόλεις παρουσιάζονται πλέον πανομοιότυπες σε διάφορους τόπους: αναπαραγωγή φεστιβάλ, αναπλάσεις θαλάσσιων μετώπων, κ.λ.π. (McCann, 2004).
Έχει παρατηρηθεί γενικότερα το φαινόμενο, οι επιτυχημένες αναπτυξιακές πολιτικές που εφαρμόζονται σε μια πόλη ή περιοχή να αντιγράφονται απευθείας και από άλλες. Δημιουργείται έτσι μια ‘σειριακή αναπαραγωγή πολιτικών’1 η οποία αποδυναμώνει τον ανταγωνισμό και προκαλεί συσσώρευση ομοειδών τόπων στην αγορά. Έτσι δευτερογενώς, κάθε πόλη υφίσταται πίεση να ανανεώσει εκ νέου τις πολιτικές, τις υποδομές και τις υπηρεσίες της, προκείμενου να επιβιώσει σε συνθήκες ανταγωνισμού (McCann, 2004).

2.2 Η ποιότητα της αστικής ζωής στην υπηρεσία της ανταγωνιστικότητας των πόλεων
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, για τους λόγους που αναλύθηκαν στα παραπάνω, έχει σημειωθεί μια διαρκής αναζήτηση διαφορετικών και καινοτόμων τρόπων προκειμένου κάθε πόλη να είναι -ή τουλάχιστον να φαίνεται- πιο ανταγωνιστική από τις άλλες. Η ‘ποιότητα ζωής’ τείνει να θεωρείται ως το σημαντικότερο τμήμα του προφίλ της ανταγωνιστικής πόλης, καθώς στο πλαίσιο που ορίζουν η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και οι νέες χωρικές μορφές εργασιακής εξειδίκευσης, κυριαρχεί η εντύπωση ότι ανάμεσα στα τοπικά χαρακτηριστικά που αναζητούν τα επιχειρηματικά κεφάλαια για τη χωροθέτησή τους είναι και ένα υψηλό επίπεδο π.ζ. Η διαφορετική ‘ανταγωνιστικότητα’ έχει περιγραφεί ως ένα κατακερματισμένο μωσαϊκό άνισης ανάπτυξης, στο οποίο κάθε πόλη επιδιώκει να εξασφαλίσει μια επικερδή θέση. Για την εδραίωση αυτής της θέσης, χρησιμοποιείται μεταξύ άλλων παραγόντων η π.α.ζ. (Rogerson, 1999). Κατ’ επέκταση, οι παράγοντες της π.α.ζ. αναγνωρίζονται και ως παράγοντες καθοριστικής σημασίας για την αστική ανάπτυξη.
Σε αυτό το πλαίσιο η κύρια συνεισφορά της π.α.ζ. στη διαδικασία έλξης των πολυπόθητων επενδύσεων περιορίζεται στο πεδίο του μάρκετινγκ του τόπου, μέσω του οποίου προωθείται μια αυστηρά προσδιορισμένη εικόνα της πόλης και μια διακριτή αστική ατμόσφαιρα που λειτουργούν ως πόλος έλξης για συγκεκριμένες επιχειρήσεις και συγκεκριμένους ανθρώπους του ‘σωστού είδους’ (Harvey, 1989).
Κάθε πόλη προσφέρει το δικό της μίγμα εξειδικευμένων παροχών και υπηρεσιών, ανώτατης εκπαίδευσης και έρευνας καθώς και μια πλούσια αγορά εργασίας και ομοειδείς επιχειρήσεις για κάθε σχεδόν επιχειρηματική δραστηριότητα, στοιχεία, που μπορούν να ενισχύσουν σημαντικά την ανταγωνιστικότητα. Η σημασία της ύπαρξης χωρικών συγκεντρώσεων ομοειδών επιχειρήσεων και σχετικών οργανισμών έρευνας και εκπαίδευσης (clusters) για την αστική ανάπτυξη έχει τεκμηριωθεί επανειλημμένα από την οικονομική βιβλιογραφία (Porter, 1999 O’Sullivan, 1992/2011 Portnov και Schwartz, 2009)

Ιδιαίτερα στην περίπτωση των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την έρευνα και την καινοτομία, παρά τις δυνατότητες για τηλε-εργασία και βελτιωμένη εκ του μακρόθεν επικοινωνία που προσφέρουν τα σύγχρονα τηλεπικοινωνιακά μέσα, η συνέργεια που παρέχει η γειτνίαση και άμεση συνεργασία φαίνεται πως είναι αναντικατάστατη (Gertler, 1997? Graham και Marvin, 1999? Porter, 1999). Σύμφωνα με τις θεωρίες περί ‘δημιουργικής πόλης’ και ‘πόλης της καινοτομίας’, το δημιουργικό περιβάλλον της πόλης οφείλει την ύπαρξή του σε ένα πλήθος παραγόντων που συνυπάρχουν σε μια δυναμική συνέργεια. Οι παράγοντες αυτοί περιλαμβάνουν τη δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας ανάμεσα σε άτομα και επιχειρήσεις (Hall, 1998 Florida, 2002a).
Οι εργαζόμενοι που συνιστούν τη ‘δημιουργική τάξη’ όντας φορείς γνώσης, φαντασίας και δημιουργικότητας, χαρακτηρίζονται από υψηλή κινητικότητα και τείνουν να επιλέγουν κοινούς τόπους κατοικίας (για να πετύχουν την προαναφερθείσα συνέργεια), ανάλογα με τις δυνατότητες που προσφέρει η κάθε
πόλη (Florida, 2000· Florida, 2002a· Gospodini, 2002). Μία πόλη με καλές προοπτικές εργασίας για τους ίδιους και τους/τις συντρόφους τους, με δυνατότητες εκπαίδευσης υψηλού επιπέδου για τα παιδιά τους και με μεγάλο εύρος επιλογών ψυχαγωγίας φαίνεται πώς έχουν το πλεονέκτημα (Florida, 2000). Ένα επιπλέον σημαντικό χαρακτηριστικό που λειτουργεί κατά τον Florida ως πόλος έλξης για τους εκπρόσωπους της ‘δημιουργικής τάξης’ είναι η κοινωνική ποικιλότητα, που αποδεικνύει την εξωστρέφεια και την προοδευτικότητα της κοινωνίας. Για τη μέτρησή της μάλιστα έχουν προταθεί διάφοροι δείκτες, όπως ο ‘δείκτης των ομοφυλόφιλων’ (the Gay Index), o ‘δείκτης των μεταναστών’ ή και ο ‘δείκτης των Μποέμ’, όλοι ενδεικτικοί της ανεκτικότητας μιας κοινωνίας απέναντι στο διαφορετικό (Gates κ.ά., 2000 όπως αναφέρεται στο Donald, 2001 Florida 2002b).

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά, που προτιμώνται από τα υψηλόβαθμα στελέχη των επιχειρήσεων και τους εξειδικευμένους εργαζόμενους, ταυτίζονται από τους ερευνητές με τους παράγοντες της π.α.ζ. και οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η υψηλή π.ζ. (όπως αυτή οριοθετήθηκε παραπάνω) μπορεί να λειτουργήσει ως στοιχείο αύξησης της ανταγωνιστικότητας των πόλεων. Κατά τον Florida, μάλιστα, οι παραπάνω παράγοντες συνιστούν προτάσεις στρατηγικής: είναι εκείνοι στους οποίους πρέπει να στοχεύει η πόλη με τις επενδύσεις της προκειμένου να προσελκύσει τις επιχειρήσεις των τομέων αιχμής της νέας οικονομίας. Προτείνει μάλιστα συγκεκριμένα βήματα για την αστική ανάπτυξη, στα οποία κεντρική θέση έχουν οι επενδύσεις στον τομέα της ψυχαγωγίας και η αναβάθμιση των περιοχών γύρω από τα πανεπιστήμια, με ειδική πρόβλεψη δραστηριοτήτων ψυχαγωγίας, προκειμένου να προσελκυστεί η ομάδα-στόχος των νεαρών εξειδικευμένων εργαζομένων (Florida, 2000? Florida, 2002a). Οι θεωρήσεις αυτές αντιμετωπίζουν την π.ζ. πολύ περιοριστικά, ταυτίζοντας αυτή την ευρεία και πρωτίστως ανθρωπο-κεντρική έννοια με την ποιότητα του αστικού χώρου (Rogerson, 1999).

Η επιτυχία των παραπάνω ‘συνταγών’ για αύξηση της ανταγωνιστικότητας είναι γενικά αμφιλεγόμενη. Σύμφωνα με τον Rogerson, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι ταξινομήσεις των πόλεων παίζουν τελικά οποιοδήποτε ρόλο στις χωρικές επιλογές των επιχειρήσεων για επενδύσεις ή ακόμη και στην επιλογή τόπου κατοικίας από τους νέους κατοίκους–στόχους των στρατηγικών του αστικού μάρκετινγκ. Η εντύπωση ότι η προβαλλόμενη ως υψηλή π.α.ζ. προσελκύει ιδιωτικές επενδύσεις, έχει σχηματιστεί από το γεγονός ότι πολλές νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες (ιδιαίτερα των τομέων της γνώσης και της καινοτομίας), χωροθετούνται σε αστικές περιοχές έξω από τα παραδοσιακά (και πλέον υποβαθμισμένα) βιομηχανικά αστικά κέντρα αλλά και εκτός των μεγάλων μητροπολιτικών περιοχών (Rogerson, 1999). Η εκτεταμένη έρευνα του Senn σχετικά με τα κριτήρια χωροθέτησης επιχειρήσεων του δευτερογενή και τριτογενή τομέα στην Ιταλία, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι μεταξύ των κριτηρίων χωροθέτησης και των παραγόντων της π.α.ζ υπάρχει σύμπτωση αλλά όχι ταύτιση (Senn, 1995 όπως αναφέρεται στο Rogerson, 1999).
Με άλλα λόγια δεν είναι η π.ζ. αυτή καθεαυτή που προσανατολίζει τις επιλογές χωροθέτησης των επιχειρήσεων. Απλά, πολλά από τα χαρακτηριστικά που είναι σημαντικά για την ομαλή επιχειρηματική δραστηριότητα στο αστικό περιβάλλον είναι κοινά με τους παράγοντες που χρησιμοποιούνται ως κριτήρια για την αξιολόγηση της π.ζ. στις πόλεις. Για παράδειγμα, οι εξωτερικές αστικές οικονομίες, όπως η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η ρύπανση του περιβάλλοντος, η εγκληματικότητα, κ.λ.π., αποθαρρύνουν την εγκατάσταση επιχειρήσεων σε μια πόλη ενώ υποβαθμίζουν ευθέως και την π.ζ. σε αυτή.

Ακόμη όμως και αν οι εν λόγω στρατηγικές πετύχουν, το αποτέλεσμα ενδέχεται να είναι μια ανάπτυξη τύπου Silicon Valley, όπου η αύξηση στις αξίες της γης, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, η ατμοσφαιρική ρύπανση και η υπερ-κατανάλωση ενέργειας κινδυνεύουν να υποβαθμίσουν δευτερογενώς την π.ζ. για όλους (Donald, 2001). Ο Gibbs, εξετάζοντας τις στρατηγικές αύξησης της ανταγωνιστικότητας των βρετανικών πόλεων κατά τη δεκαετία του ’90, βρήκε ότι στις περισσότερες περιπτώσεις αυτή συνέβηκε εις βάρος δύο τουλάχιστον σημαντικών παραγόντων της π.α.ζ.: του περιβάλλοντος και της κοινωνικής συνοχής (Gibbs, 1997).
Η σημαντικότερη πάντως επιφύλαξη απέναντι στις συνταγές για αύξηση της ανταγωνιστικότητας έγκειται στους παράγοντες της π.ζ. που χρησιμοποιούνται για να την προσδιορίσουν και στα άτομα τα οποία τελικά αυτή αφορά. Η π.ζ είναι μια ευρεία έννοια που περικλείει πλήθος διαστάσεων της καθημερινής ζωής των ατόμων, όπως περιγράφονται στον πίνακα 1: τη σωματική και ψυχική υγεία, την ευτυχία, τη σχέση με την οικογένεια και τους φίλους, το εισόδημα και την απασχόληση, τον ελεύθερο χρόνο, το αίσθημα ασφάλειας, την ελευθερία επιλογών και την ενσωμάτωση στην κοινωνία

Αντιστοίχως, η π.α.ζ. προσδιορίζεται από ένα σύνθετο πλαίσιο παραγόντων που περιγράφουν την αστική καθημερινότητα όπως τη βιώνουν οι κάτοικοι: την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική ισορροπία, το φυσικό και χτισμένο περιβάλλον, το αστικό πράσινο και τους δημόσιους χώρους, τους πόρους πολιτισμού και ελεύθερου χρόνου, τις συνθήκες κυκλοφορίας και τις υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας (Ψαθά και Δέφνερ, 2011? Psatha κ.ά., 2011). Στο πλαίσιο αυτό, η πόλη που ευνοεί με το σχεδιασμό και τις πολιτικές της τους προσδιοριστικούς παράγοντες της π.ζ. των κατοίκων της, φροντίζοντας ιδιαίτερα τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, είναι εκείνη που χαρακτηρίζεται από υψηλό επίπεδο π.α.ζ.
Όμως, όπως η π.α.ζ. ορίζεται κατά τον Florida, περιχαρακώνεται στις υποτιθέμενες προτιμήσεις μιας πολύ συγκεκριμένης ομάδας του εργατικού δυναμικού. Έτσι δεν είναι τελικά π.ζ για όλους, εφόσον υπονομεύονται οι δυνατότητες αναβάθμισης της π.ζ. για τις ασθενέστερες ομάδες των πολιτών, οι οποίες και θα έπρεπε να αποτελούν τις ομάδες στόχους των πολιτικών της αστικής ανάπτυξης. Κάθε πόλη έχει έλλειμμα σε συγκεκριμένους παράγοντες της π.α.ζ. στους οποίους και πρέπει να εστιάσει με τις πολιτικές της. Για παράδειγμα, όταν οι ανάγκες σε κοινωνικές παροχές υγείας και πρόνοιας είναι επείγουσες ή όταν μια πόλη μαστίζεται από την ανεργία, δεν είναι εύκολο να κατευθύνει πόρους στη δημιουργία υποδομών αναψυχής υψηλής ποιότητας. Όπως εύστοχα επισημαίνει η Donald, σχολιάζοντας την άποψη του Florida ότι η δημιουργία νέων θέσεων εργασίας δεν είναι ικανή συνθήκη για την προσέλκυση νέων κατοίκων, αν θεωρήσουμε τις θέσεις εργασίας ανεπαρκείς για την αστική ανάπτυξη, πόσο περισσότερο ανεπαρκή θα πρέπει να θεωρήσουμε τη μονομερή δημιουργία υποδομών ψυχαγωγίας; (Donald, 2001).
Κατά τον Harvey, η προσπάθεια δημιουργίας υποδομών με στόχο την έλξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ταράζει την εύθραυστη κοινωνική ισορροπία της πόλης, καθώς ευνοεί απροκάλυπτα μόνο έναν από τους κοινωνικούς εταίρους: τις επιχειρήσεις. Η ‘πριμοδότηση’ αυτή, στερεί οικονομικούς πόρους από την κοινωνική πρόνοια προς χάριν υποδομών σημαντικών για τις επιχειρήσεις, γεγονός που οδηγεί στη χειροτέρευση της π.ζ. των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (Harvey, 1989)
H π.ζ. που προβάλλεται, επομένως, ως υψηλή δεν αφορά το σύνολο των κατοίκων, αλλά είναι η αντανάκλαση της καλής ζωής όπως την εννοεί συγκεκριμένη μερίδα του εργατικού δυναμικού η οποία και αποτελεί και την ομάδα στόχο των συγκεκριμένων στρατηγικών μάρκετινγκ του τόπου. Τα κριτήρια αυτών των εκπροσώπων της συγκεκριμένης τάξης (της ‘δημιουργικής τάξης’ κατά Florida) για την π.ζ. ενδέχεται φυσικά να διαφέρουν παρασάγγας από τους κοινώς αποδεκτούς παράγοντες Έτσι, ενώ για παράδειγμα, η ποιότητα των δημόσιων σχολείων και μονάδων υγείας είναι από τους σημαντικότερους παράγοντες αξιολόγησης της π.α.ζ. είναι αμφίβολο κατά πόσο ενδιαφέρουν τους εργαζόμενους αυτής της κατηγορίας, οι οποίοι συνήθως κατευθύνονται στον ιδιωτικό τομέα για ανάλογες υπηρεσίες. Αντιστοίχως, η ύπαρξη ιδιωτικών υποδομών άθλησης και αναψυχής ή τα περιφραγμένα οικιστικά συγκροτήματα ενδέχεται να θεωρούνται πλεονεκτήματα, τη στιγμή που για την π.α.ζ. οι παράγοντες που πρέπει να αξιολογούνται στη θέση τους είναι οι δημόσιοι χώροι πράσινου και αναψυχής και η μέση ποιότητα της στέγασης.
Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Rogerson, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ευνοώντας τον τρόπο που εννοούν οι επιχειρήσεις την π.ζ, άλλες ομάδες πολιτών οδηγούνται στο περιθώριο. Οι επιθυμίες και οι απόψεις εκείνων των ομάδων που δε θεωρούνται σημαντικές για τα επιχειρηματικά κεφάλαια απλά αγνοούνται στη συζήτηση σχετικά με τους παράγοντες της π.ζ. που θα πρέπει να ενισχυθούν προκειμένου να προβληθούν. Ακόμη και υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού, ο σχεδιασμός της πόλης πρέπει να στοχεύει σε μια π.ζ. θεωρημένη χωρίς αποκλεισμούς, η οποία απαιτεί τη συνένωση διαφορετικών αντιλήψεων για την π.ζ., είτε αυτές προέρχονται από τα επιχειρηματικά κεφάλαια, είτε από τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες (Rogerson, 1999).
3. Ο ρόλος των ταξινομήσεων των πόλεων
Στη σύγχρονη εποχή οι πόλεις δημιουργούν και προωθούν συνειδητά την εικόνα τους, στο πλαίσιο των αναπτυξιακών προοπτικών που κατευθύνει το μάρκετινγκ του τόπου. Η εικόνα μιας πόλης και ενός τόπου γενικότερα, έχει ιδιαίτερη σημασία καθώς επηρεάζει τις αντιλήψεις των ατόμων για την πόλη, ενώ επιδρά στις επιλογές και τη συμπεριφορά τους. Έχοντας επίγνωση αυτής της σημασίας, οι οργανισμοί που είναι επιφορτισμένοι με την προβολή και προώθηση των πόλεων προσπαθούν να χτίσουν την κατάλληλη εικόνα που θα διαχύσουν στη συνέχεια προς τους υποψήφιους επισκέπτες, τους πιθανούς επενδυτές και τους νέους κατοίκους, αλλά ακόμη και προς τους υπάρχοντες κατοίκους, ενισχύοντας την υπερηφάνεια τους (Bramwell and Rawding, 1996).
Η εικόνα της πόλης είναι θεμελιώδους σημασίας σε αυτή τη διαδικασία. Η εικόνα που προβάλλεται από την πόλη φτάνει στον υποψήφιο ‘καταναλωτή’ και γίνεται αντιληπτή, είτε συνειδητά είτε υποσυνείδητα, ως μια ιδέα ή μία εντύπωση, η οποία, έχοντας περάσει από διάφορα κανάλια επικοινωνίας, μπορεί και να μην ταυτίζεται με το αρχικό μήνυμα. Τελικά, η εικόνα που εισπράττει ο καταναλωτής προκύπτει από ένα συνδυασμό των μεταδιδόμενων μηνυμάτων με τις ανάγκες, τα βιώματα και τα προσωπικά χαρακτηριστικά του (Ashworth and Voogd, 1990; Bramwell and Rawding, 1996).
Για την οικοδόμηση της εικόνας της ανταγωνιστικής πόλης χρησιμοποιούνται συχνά ως εργαλείο οι ταξινομήσεις των πόλεων με βάση την ‘π.ζ’, στο πλαίσιο των διαδικασιών του αστικού μάρκετινγκ. Πρόκειται για τις δημοφιλείς λίστες που συντάσσουν συνήθως διεθνείς οικονομικοί όμιλοι επιχειρηματικών συμβούλων ή και μέσα μαζικής ενημέρωσης, οι οποίες κατατάσσουν τις πόλεις ως προς την ποιότητα ζωής σε αυτές, προς ενημέρωση επενδυτών, επιχειρήσεων και μεμονωμένων εργαζομένων που βρίσκονται σε αναζήτηση τόπου κατοικίας και εργασίας. Στις ταξινομήσεις αυτές η έννοια της π.α.ζ. χρησιμοποιείται ως αναπόσπαστο τμήμα του προφίλ μιας προσανατολισμένης προς τα έξω πόλης, ικανής να προσελκύσει κεφάλαιο, επισκέπτες και νέους κατοίκους.
Είναι αναπόφευκτο οι ταξινομήσεις των πόλεων να προκαλούν αντιπαραθέσεις. Καταρχάς συμπυκνώνουν την πολυπλοκότητα των πόλεων, γεγονός που κάνει μεν εφικτή τη σύγκριση, με τον κίνδυνο όμως της υπερ-απλούστευσης των δεδομένων. Επιπλέον, οι στατιστικοί δείκτες που επιλέγονται, αντανακλούν αναγκαστικά ένα μέρος μόνο των αντιλήψεων των κατοίκων τόσο για τις ίδιες τις πόλεις όσο και για την π.ζ. γενικά, δημιουργώντας έτσι ένα πεδίο για αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων (Rogerson, 1999).

Εικόνα 1: Η παρουσίαση της λίστας με τις «καλύτερες μικρές πόλεις για να ζεις» του 2011 στον ιστότοπο του αμερικανικού περιοδικού Μoney. Η όλη έρευνα έχει χαρακτηριστικά διαγωνισμού και οι πόλεις στις 10 καλύτερες θέσεις της λίστας προβάλλονται ως «οι νικήτριες»
Πηγή: http://money.cnn.com/magazines/moneymag/bplive/2011/top100/
Στις διάφορες ταξινομήσεις των πόλεων η έννοια της π.ζ. ποικίλει σημαντικά, όπως ποικίλουν και οι παράγοντες που εξετάζονται ως κριτήρια. Αν και κάποιες ταξινομήσεις δεν προσδιορίζουν καν τον όρο π.ζ. πριν τη χρήση του, στις περισσότερες γίνεται μια σύντομη αναφορά στην έννοια και στη συνέχεια παρουσιάζονται οι δείκτες που έχουν επιλεγεί για την προσέγγισή της, μέσω των οποίων γίνεται ουσιαστικά και ο ορισμός της. Στις περισσότερες από αυτές η έμφαση δίνεται στο περιβάλλον, τη ρύπανση, την εγκληματικότητα και τις υποδομές πρόνοιας αναφορικά με την εκπαίδευση και την υγεία. Όπως παρατηρεί, ο Rogerson, στο πλαίσιο της εμπορευματοποίησης της πόλης και της αύξησης της κινητικότητας του κεφαλαίου, η άποψη της π.ζ. που υιοθετείται στερείται επαρκούς προσδιορισμού. Έτσι, οι δείκτες της π.α.ζ. επιλέγονται συχνά ως ένα εργαλείο μάρκετινγκ του τόπου, προκειμένου οι πόλεις να εμφανιστούν με ενισχυμένη ανταγωνιστικότητα (Rogerson, 1999).
Χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο οι συντάκτες των εν λόγω ταξινομήσεων τοποθετούνται συχνά απέναντι στον ανταγωνισμό των πόλεων, υποδαυλίζοντάς τον, είναι οι εκφράσεις που επιλέγονται να χρησιμοποιηθούν. Για παράδειγμα, στην ετήσια έρευνα συγκριτικής αξιολόγησης της π.ζ. στις αμερικανικές πόλεις του περιοδικού Money, το εγχείρημα προβάλλεται ως διαγωνισμός και οι πόλεις που κατακτούν τις καλύτερες θέσεις αποκαλούνται ‘νικήτριες’ (βλ. Εικόνα 1).
Όσον αφορά στη σχέση μεταξύ των κατατάξεων των πόλεων και των πολιτικών που ασκούνται στη συνέχεια για την αύξηση της ανταγωνιστικότητάς τους, αυτή τοποθετείται σε επίπεδο στόχων. Οι κατατάξεις, μέσω των κριτηρίων που υιοθετούν, θέτουν ουσιαστικά τους στόχους που πρέπει να πετύχει, να βελτιώσει ή να συντηρήσει, ανάλογα με τις επιδόσεις της στο συγκεκριμένο τομέα, η κάθε πόλη. Σε κάποιες περιπτώσεις, η σχέση μεταξύ στρατηγικής για την αστική ανάπτυξη και ταξινομήσεων των πόλεων είναι απροσχημάτιστη. Οι σύμβουλοι που προσέλαβε το 1995 ο Δήμος του Lexington στις Η.Π.Α. στο πλαίσιο της διαδικασίας στρατηγικού πολεοδομικού σχεδιασμού ‘New Century Lexington’, μοίρασαν στην πρώτη κιόλας συνάντηση εργασίας σε όλους τους εμπλεκόμενους λίστες με ταξινομήσεις πόλεων ορίζοντας τους στόχους και τους ανταγωνιστές. Οι ανταγωνιστές δεν ήταν άλλοι από 50 πόλεις αντίστοιχου πληθυσμιακού μεγέθους στις γειτονικές πολιτείες (McCann, 2004).
Η ένταξη των πόλεων στις καλές θέσεις της ταξινόμησης κάποιου οίκου αξιολόγησης (π.χ. του Οίκου Mercer) ή εντύπου (π.χ. του περιοδικού Money στις Η.Π.Α.), χρησιμοποιείται συνήθως στη συνέχεια ως βασικό συστατικό στις καμπάνιες προβολής της. Υπάρχουν διαχρονικά πολλά παραδείγματα πόλεων που έχουν χρησιμοποιήσει την κατάταξή τους σε καλή θέση μιας ταξινόμησης πόλεων στο πλαίσιο των στρατηγικών μάρκετινγκ προκειμένου να προσελκύσουν επιχειρηματικά κεφάλαια. Η πόλη Teeside του Η.Β., με ολοσέλιδες καταχωρήσεις στον οικονομικό τύπο, διαφημίζει το 1989 την επιτυχία της να ενταχθεί στις 10 πρώτες βρετανικές πόλεις, επισημαίνοντας (για ευνόητους λόγους) και τη θέση του Λονδίνου που είχε καταταγεί μόλις στην 34η θέση.
Χαρακτηριστικά είναι και τα παραδείγματα που παραθέτει ο McCann από τις Η.Π.Α: όταν το Πόρτλαντ βρέθηκε στις πρώτες θέσεις του περιοδικού Money, το γραφείο προβολής της πόλης τοιχοκολλήθηκε με αφίσες και κορνίζες με περιεχόμενο από τα σχετικά δημοσιεύματα. Αντίθετα, όταν εξαιτίας της αποβιομηχάνισης το Michigan βρέθηκε εκτός ‘νυμφώνος’ (στην τελευταία θέση), οι κάτοικοι οργάνωσαν διαμαρτυρία κατά την οποία έκαψαν δημοσίως τα αντίτυπα του περιοδικού, θεωρώντας τη λίστα ως τρομερή δυσφήμιση για την πόλη τους (McCann, 2004). Το γεγονός αυτό αποκαλύπτει, αν μη τι άλλο, το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στον τρόπο με τον οποίο οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται την π.ζ. τους και την εξωτερική αξιολόγηση αυτής με κριτήρια που είναι διαφορετικά από τους κοινά αποδεκτούς παράγοντες.
Όπως είναι φυσικό, όταν μια πόλη πλασαριστεί στην πολυπόθητη λίστα σε καλή θέση, το γεγονός χρησιμοποιείται από τους πολιτικούς και την τοπική κυβέρνηση ως στοιχείο δικαίωσης των ακολουθούμενων πολιτικών. Για παράδειγμα, στη φετινή λίστα του περιοδικού Money, ως καλύτερη μικρή αμερικανική πόλη αναδείχτηκε το Louisville στο Κολοράντο. Μετά την επιτυχία αυτή, ο δήμαρχος της πόλης δήλωσε ότι «είναι μια ακόμη απόδειξη της υψηλής ποιότητας ζωής που προσφέρει η πόλη. Οι κάτοικοι κάνουν το Louisville έναν εξαιρετικό τόπο για να ζει κανείς, και αυτό σε συνδυασμό με τις υψηλές υπηρεσίες που προσφέρει η πόλη έχει δημιουργήσει μια κοινότητα για την οποία όλοι στην πόλη είναι υπερήφανοι» (Πηγή: www.louisvilleco.gov)
Είναι χαρακτηριστικό, ότι η επιτυχία της πόλης να βρεθεί στην πρώτη θέση της ταξινόμησης δεν εμφανίζεται στην κεντρική σελίδα του επίσημου ιστοτόπου του Louisville, αλλά στη σελίδα με τίτλο «ανάπτυξη επιχειρήσεων» (business retention and development). Αυτό συμβαίνει επειδή στις Η.Π.Α., όπως προαναφέρθηκε, οι σχετικές κατατάξεις των πόλεων απευθύνονται κυρίως σε επιχειρήσεις και συμβούλους, καθώς στοχεύουν περισσότερο στον προσανατολισμό των ιδιωτικών επενδύσεων και λιγότερο στον τουρισμό.
Η Βιέννη, αντιθέτως, διαχειρίζεται διαφορετικά την επιτυχία της να αναδειχτεί για τρίτη συνεχόμενη φορά ως η πόλη με την υψηλότερη π.ζ. κατά την αξιολόγηση του οίκου Mercer’s. Η σχετική καταχώρηση βρίσκεται στην πιο ευπρόβλητη θέση της επίσημης ιστοσελίδας της πόλης, στοχεύοντας καταφανώς στους υποψήφιους επισκέπτες.


Εικόνα 3: Η επίσημη ιστοσελίδα της Βιέννης με την καταχώρηση για την επιτυχία της πόλης να αξιολογηθεί από διεθνή οίκο επιχειρηματικών συμβούλων ως η ‘βιωσιμότερη’ πόλη, στην πιο περίοπτη θέση
Πηγή: http://www.wien.info/en/lifestyle-scene/most-livable-city
Από την Ελλάδα δεν υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα, καθώς αντίστοιχες ταξινομήσεις των πόλεων δε συνηθίζονται. Έρευνες με αντικείμενο την π.ζ. στις ελληνικές πόλεις, όπως η έρευνα της εταιρείας δημοσκοπήσεων Public Issue, δεν ακολουθούν τη λογική ταξινόμησης των πόλεων ούτε προχωρούν σε συγκριτική μεταξύ τους αξιολόγηση.
Παρά τη γενική δυσθυμία που ενδέχεται να προκαλέσει στους κατοίκους μια ταξινόμηση σε κακή θέση, τα αποτελέσματά της μπορούν επίσης να χρησιμοποιηθούν αποτελεσματικά από τις στρατηγικές μάρκετινγκ της πόλης. Όπως οι καλές θέσεις χρησιμοποιούνται ως δέλεαρ για τις ιδιωτικές επενδύσεις, οι τελευταίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την τεκμηρίωση της ανάγκης για δημόσιες επενδύσεις προκειμένου να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των κατοίκων της πόλης.
Αν και οι ταξινομήσεις που προκύπτουν στη βάση κάποιας αξιολόγησης της π.ζ. στις πόλεις είναι συνυφασμένες με τον προσανατολισμό των επιχειρηματικών κεφαλαίων (οι πιο έγκριτες διεξάγονται από διεθνείς οίκους συμβούλων επιχειρήσεων), για κάποιες πόλεις η χαμηλή κατάταξη ανοίγει το δρόμο για την προσέλκυση δημοσίων επενδύσεων. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις ιδιωτικών επενδύσεων που στηρίζουν την επιχειρηματολογία της μελέτης σκοπιμότητας, προκειμένου να λάβουν έγκριση, στη χαμηλή π.ζ. των περιοχών στις οποίες κατευθύνονται (Rogerson, 1999). Το επιχείρημα ότι η επένδυση θα οδηγήσει σε αναβάθμιση της π.ζ. μετά την ολοκλήρωση των έργων (π.χ. μέσω της προσφοράς νέων θέσεων εργασίας και της οικονομικής τόνωσης) είναι συνήθως αποτελεσματικό.
4. Συμπεράσματα
Αν και ανεπαρκώς τεκμηριωμένη, η αντίληψη ότι η π.α.ζ. αυξάνει την ανταγωνιστικότητα των πόλεων είναι καλά εδραιωμένη στη βιβλιογραφία. Σε αυτή στηρίζονται, μεταξύ άλλων, οι ετήσιες κατατάξεις των πόλεων ως προς την π.ζ. σε αυτές, στις οποίες η έννοια της π.ζ. χρησιμοποιείται ως αναπόσπαστο τμήμα του προφίλ μιας προσανατολισμένης προς τα έξω πόλης, ικανής να προσελκύσει κεφάλαιο, επισκέπτες και νέους κατοίκους.
Η επιθυμία και η συντεταγμένη προσπάθεια, σε πολλές περιπτώσεις, των πόλεων για ένταξη σε μια καλή θέση των εν λόγω ταξινομήσεων στηρίζεται σαφώς στην παραδοχή ότι τα επιχειρηματικά κεφάλαια είναι πάντα εκ των προτέρων επιθυμητά, και ότι η ευημερία στις πόλεις εξαρτάται αμφίδρομα από αυτά. Η συγκέντρωση όμως των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, ακόμη και αν επιτευχθεί, ενδέχεται να υποβαθμίσει δευτερογενώς κάποιους από τους παράγοντες της π.α.ζ, (π.χ. εξαιτίας της αύξηση του κόστους της γης, της αύξηση των τοπικών φόρων, της επιβάρυνση του περιβάλλοντος ή της ιδιωτικοποίηση δημόσιων χώρων). Ο κίνδυνος αυτός είναι περισσότερο υπαρκτός όταν η π.α.ζ. δεν οριστεί εξαρχής με επάρκεια, αλλά περιοριστεί στη φωτογραφική αποτύπωση των προτιμήσεων συγκεκριμένων πληθυσμιακών και κοινωνικών ομάδων.
Αυτή είναι και η κυριότερη ‘ένσταση’ απέναντι στην άποψη ότι το υψηλό επίπεδο ζωής σε μια πόλη είναι ικανή και αναγκαία συνθήκη για την επίτευξη ανταγωνιστικότητας. Η π.ζ. εν προκειμένω φαίνεται ότι συγχέεται με την ποιότητα του αστικού χώρου και αντιμετωπίζεται ιδιαίτερα περιοριστικά, τόσο ως προς τα άτομα στα οποία αναφέρεται όσο και ως προς τους παράγοντες που επιλέγονται για να την προσδιορίσουν.

Οι ταξινομήσεις των πόλεων με βάση την π.ζ που παρέχουν, και γενικότερα οι συγκριτικές αξιολογήσεις της π.ζ. στις πόλεις, παρέχουν ένα εξαιρετικό εργαλείο για τη σωστή κατεύθυνση των πόρων και τον προσανατολισμό των αστικών πολιτικών, αναδεικνύοντας τους παράγοντες τους οποίους κάθε πόλη καλείται να πετύχει, να βελτιώσει, ή να συντηρήσει, ανάλογα με τις ‘επιδόσεις’ της στο συγκεκριμένο τομέα. Είτε με τον τρόπο αυτό αυξάνεται η ανταγωνιστικότητα είτε όχι, το σημαντικό είναι η π.ζ. να ορίζεται κάθε φορά με τρόπο ολιστικό, ώστε να μην παραμελούνται κάποιες από τις διαστάσεις της και κυρίως να μην εξαιρούνται οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Άλλωστε, παρά την αντιστροφή που επιχειρείται μέσω της θεώρησης ότι η π.ζ. πρέπει να τοποθετείται στην υπηρεσία της ανταγωνιστικότητας των πόλεων, στην πραγματικότητα ισχύει το αντίστροφο. Η επιδίωξη της ανταγωνιστικότητας δεν είναι το καθεαυτό ζητούμενο αλλά τοποθετείται, όπως και όλες οι αστικές πολιτικές, στο πλαίσιο των προσπαθειών για βελτίωση της π.ζ. για όλους τους κατοίκους της πόλης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου