Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Η νεωτεριστική προσέγγιση της ποιότητας της μορφολογίας της πόλης ως «οικολογικό σήμα»


#ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΔΗΣΤμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης.Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Υπάρχει μια σειρά από έννοιες που εντάσσονται στην «ποιότητα» της μορφολογίας μιας πόλης, όπως προσαρμοστικότητα, ευελιξία, ευρωστία, ανθεκτικότητα, επιλογή, χαρακτήρας, ποικιλομορφία, εικόνα κλπ. Μπορεί γενικά να ειπωθεί ότι επιχειρεί να συμπεριλάβει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά στοιχεία που δημιουργούν την ταυτότητα και την αντιληπτική συμβατότητα του αστικού χώρου. Έτσι, προκύπτει ως μια σημαντική, σύνθετη και πολυεπίπεδη παράμετρος της αναγνώρισης της πόλης, παρά τη σχετικότητα της και αποτελεί κυρίαρχο στόχο θεωρήσεων που εστιάζουν στην πολεοδομία, στην αρχιτεκτονική πρακτική και στην κλίμακα του αστικού σχεδιασμού.
Στην κλασσική αυτή προσέγγιση, αντιπαραβάλλεται σήμερα μια νέα προβληματική που αφορά στην ανταπόκριση της ποιότητας του αστικού χώρου, όχι μόνο με εικαστικά και αντιληπτικά χαρακτηριστικά, αλλά κυρίως σε σχέση με ζητήματα περιβαλλοντικής διαχείρισης και αντίστοιχης πρακτικής. Έτσι, η ποιότητα προσεγγίζεται ανάλογα με τον βαθμό ανταπόκρισης που επιτυγχάνεται στα ζητήματα της αστικής οικολογίας, δημιουργώντας ένα πληρέστερο και ευρύτερο πλαίσιο ερμηνείας της με ολιστικούς όρους. Σημαίνει επίσης, ότι εντάσσεται σε μια θεώρηση που επιχειρεί να επανακαθορίσει την έννοια της, ώστε να ανταποκρίνεται και στη γενικότερη φιλοσοφία της αστικής αειφορίας. 
Η ολοκληρωμένη λοιπόν προσέγγιση της ποιότητας στο σύνολο του αστικού χώρου, εστιάζει σε παρεμβάσεις και αντίστοιχες πολιτικές και πρακτικές διαχείρισης που επιδιώκουν κυρίως την επίτευξη μιας οικολογικής πιστοποίησης μηδενικού αποτυπώματος και κυκλικού μεταβολισμού που εναλλακτικά μπορεί να εκφραστεί ως «οικολογικό σήμα». Ειδικότερα, οι πόλεις πρέπει να επανακαθορίσουν τους στόχους του χωρικού σχεδιασμού και της διαχείρισης της μορφολογίας τους, με ανάλογους όρους που μπορεί να περιλαμβάνουν ένα ευρύ πλαίσιο εφαρμογής όπως η οικολογική δόμηση και πιστοποίηση, η χρήση του κύκλου ζωής των υλικών, η βιώσιμη κινητικότητα, ο βιοκλιματικός σχεδιασμός κλπ.
Τελικά, η ανταπόκριση στη νεωτεριστική προσέγγιση της συνολικής ποιότητας του χώρου ως τμήμα ενός συστήματος χαμηλού αντίκτυπου, οδηγεί στην υιοθέτηση μιας ισχυρής οικολογικής ταυτότητας που παράλληλα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη στρατηγική προβολή. Δηλαδή οι πόλεις, πέρα από τη γενικότερη και ειδικότερη οικολογική αυτάρκεια που αποκτούν, μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη συγκεκριμένη ιδιότητα για να αναπτύξουν ένα πολύ καλό και ειδικού σκοπού place marketing.

1. Εισαγωγή
Από την εστίαση στις επί μέρους οντότητες (διαστάσεις) του χαοτικού αστικού φαινομένου, ο φυσικός του χώρος (περιβάλλον), αποτελεί μια διακριτή ομάδα που περιλαμβάνει το σύνολο της αντιληπτικής εικόνας του. Πιο συγκεκριμένα, στην ευρύτερη και ειδικότερη θεωρητική προβληματική για το συγκεκριμένο ζήτημα και μέσα από τις κατά καιρούς διάφορες προσπάθειες, οι επιστήμονες του χώρου από πολύ νωρίς επιχείρησαν να καθορίσουν την έννοια της μορφολογίας της πόλης, καθώς και των στοιχείων που την αποτελούν κυρίως μέσα από την περιγραφή και την επιστήμη της γεωγραφίας ή της Αρχιτεκτονικής (Lynch, 1981; Alexander κ.α., 1977 κ.α.). Στη συνέχεια, υπήρξαν διάφορες πιο συστηματικές προσεγγίσεις που την περιγράφουν με εναλλακτικούς, νεοτερικούς και στοχαστικούς τρόπους (Marshall, 2005; Kropf, 2009; Osmond, 2010).
Βέβαια, όλα τα ανωτέρω, συνδέονται κυρίαρχα με την εστίαση στη μορφολογία της πόλης που αφορά στην εικόνα, δηλαδή τη μονοδιάστατη αντιληπτική αναγνώριση της ως μια ποιοτική επιδίωξη. Σήμερα, ύστερα και από την πλήρη αποδοχή της αστικής αειφορίας,  ο κύριος σκοπός έχει μεταβληθεί ώστε να εντάξει ολιστικές έννοιες, που επιχειρούν να συνδέσουν σε ένα κοινό πλαίσιο τη σύνθεση του φυσικού (χώρος) με το κοινωνικό και το οικονομικό. Έτσι, σύμφωνα με την συνολική αλληλεπίδραση που δημιουργείται, γίνεται κατανοητός ο συνολικός της χαρακτήρας και οι ιδιότητες που παρουσιάζει
(Batty, 2008).
Συνεπώς, η συγκεκριμένη συζήτηση μετατοπίζεται από τις κλασσικές ή μοντερνιστικές θεωρήσεις, μιας και επιχειρεί να συμπεριλάβει νέες «οικολογικές» διαστάσεις, όπως όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που συνδέουν την εικαστική ερμηνεία της μορφολογίας της πόλης με την προστασία και διατήρηση του περιβάλλοντος. Αυτή η μεταβολή στη σκέψη και στην αντίληψη για το περιεχόμενο της αστικής ποιότητας, ορίζει μια νέα πολυδιάστατη ή πολυεπίπεδη δυναμική, που επιχειρεί να συμπληρώσει την έννοια και παράλληλα να της προσδώσει ωφέλιμες ιδιότητες και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως αναπτύσσεται παρακάτω.

2. Το Κλασικό Περιεχόμενο της «Ποιότητας» της Μορφολογίας
Σύμφωνα με τις έως τώρα προσεγγίσεις για την ποιότητα της μορφολογίας της πόλης, σε αυτή μπορούν να ενταχθούν μια σειρά από έννοιες όπως προσαρμοστικότητα, ευελιξία, ευρωστία, ανθεκτικότητα, επιλογή, χαρακτήρας, ποικιλομορφία κλπ. Επιχειρούν να περιγράψουν με ποιοτικούς κυρίως όρους αντιληπτικές καταστάσεις, ιδιότητες, χαρακτηριστικά, αισθητικές παραδοχές κλπ, του αστικού χώρου που δημιουργούν μια συνολική και εικαστική προσέγγιση (εικόνα του χώρου). Ειδικότερα, εξετάζουν συνήθως τους τύπους κατοικίας, την αρχιτεκτονική, τα τοπία, τη δημόσια τέχνη κλπ. Σε πιο σύνθετες προσεγγίσεις μπορεί να περιλάβουν επικουρικά τη χωρική έκφραση των κοινωνικών και πολιτιστικών ιδιαιτεροτήτων ή τον τοπικό χαρακτήρα (ιδιαιτερότητα) μιας μορφολογίας, τα (τυχόν) διαφορετικά φυσικά και λοιπά χαρακτηριστικά ή τις ομογενοποιημένες χωρικές καταστάσεις που περιλαμβάνει. Συνολικά, μπορεί να ειπωθεί ότι αναζητείται σε κάθε περίπτωση η θεμελιακή σύνδεση του χώρου με την τέχνη ως κοινωνική, πολιτισμική, τεχνολογική και οικονομική έκφραση (Henton και Walesh, 1998:19; Jacobs, 1961; Tesdeorpf κ.α., 1997:16; Thorns, 2002; CABE, 2002 & 2004).
Γίνεται σαφές ότι η ποιότητα της μορφολογίας της πόλης, εκφράζει και αποτελεί κυρίαρχο στόχο θεωρήσεων που εστιάζουν στην (κλασική) πολεοδομία,  στην αρχιτεκτονική πρακτική και στην κλίμακα του αστικού σχεδιασμού. Περιλαμβάνει βέβαια σημαντικές σύνθετες και πολυεπίπεδες παραμέτρους της αντιληπτικής αναγνώρισης του χώρου της πόλης, παρά τη σχετικότητα και την υποκειμενικότητα που τις περιβάλλει. Λείπει όμως σε κάθε περίπτωση, η θεώρηση ή καλύτερα η σύνδεση τους με το περιβάλλον και ειδικότερα με τον τρόπο που προσεγγίζεται από τις αρχές και τις επιδιώξεις της αστικής αειφορίας, σε ένα συνολικό (ολιστικό) πλαίσιο ερμηνείας. Έτσι, προκύπτει η ανάγκη για την ανάπτυξη μιας νεοτερικής ερμηνείας της ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, ώστε να συνδεθεί κατάλληλα το κλασικό της περιεχόμενο, ως παράμετρος της αστικότητας, με τις νέες επιδιώξεις που πρέπει να περιλαμβάνουν την περιβαλλοντική και χρονική διαχείριση του χώρου προς όφελος όχι μόνο του παρόντος αλλά και των μελλοντικών συνθηκών σε απόλυτη σύμπνοια με τις σύγχρονες διακηρύξεις (Loe, 2000; DETR, 2000 κ.α.).

3. Οι νεωτερικές Διαστάσεις
3.1 Γενικά
Στην κλασική προσέγγιση της ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, όπως περιγράφηκε ανωτέρω, μπορούν να αναγνωριστούν και στη συνέχεια να ενταχθούν κάποιες νεοτερικές έννοιες που αφορούν κυρίαρχα στην επίδραση τους στο (φυσικό) περιβάλλον και στη λεγόμενη οικολογική αποκατάσταση. Κύριο επιχείρημα των εκφραστών της συγκεκριμένης προσέγγισης, είναι ότι προκειμένου να επιτευχθεί η συνολική ποιότητα, απαιτείται κυρίως μια ουσιαστική και δομική αλλαγή στη σχέση μεταξύ αστικού χώρου και φύσης, με την υιοθέτηση της έννοιας του «οικο-χώρου» (ΕΕΑ, 1997; Frey, 1999; Frumkin, 2002). Σε αυτό το πλαίσιο, προκύπτουν σύνθετες επιδιώξεις ή ιδιότητες όπως η «οικονομία», η «παραγωγή» και η «συντήρηση» της φύσης, ως το αποτέλεσμα της κατάλληλης διαχείρισης της μορφολογίας της πόλης, που χαρακτηρίζεται από μηδενικές επιπτώσεις, δηλαδή προκαλείται ελαχιστοποίηση του λεγόμενου «οικολογικού αποτυπώματος».  Αυτή η θεώρηση, επιχειρεί να εισάγει μια νέα ερμηνεία της ποιότητας του αστικού χώρου. Κοινώς, υποστηρίζεται ότι η κλασικού τύπου αντιληπτική, εικαστική, αισθητική κλπ προσέγγιση, δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη χωρίς την «οικολογική συνέργεια», δηλαδή την επιδίωξη της αρμονίας, της διατήρησης, της αποκατάστασης, της προστασίας κλπ.
Η επιδίωξη λοιπόν του «οικο-χώρου», ως στοιχείου ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, μπορεί να υλοποιηθεί από σειρά ενεργειών, προσεγγίσεων, διαδικασιών κλπ, οι σημαντικότερες των οποίων παρουσιάζονται παρακάτω. Αφορούν κυρίως ζητήματα ενεργειακής διαχείρισης του αστικού χώρου, εφαρμογής τεχνολογικών καινοτομιών, οικολογικής δόμησης και προσαρμογής της στα πλαίσια λειτουργίας των φυσικών οικοσυστημάτων. Παράλληλα, στηρίζονται σε μια επιδιωκόμενη κοινωνική και οικονομική προοπτική που μπορεί να οδηγήσει στην οικολογική συνειδητοποίηση της σημασίας της φύσης αλλά και της ατομικής ή συλλογικής ευθύνης για το περιβάλλον, που προκαλεί αλλαγή της συμπεριφοράς των πολιτών, ως προς την κατανάλωση και τον τρόπο ζωής τους (Roseland, 1997).

3.2 Ενεργειακός (βιοκλιματικός) Σχεδιασμός
Βασικός στόχος της επίτευξης συνολικής ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, σύμφωνα με τις οικολογικές αρχές, αποτελεί η αποτελεσματική ενεργειακή διαχείριση του αστικού υφάσματος (urban fabric), δια μέσω της ενεργητικής και παθητικής χρήσης των φυσικών του χαρακτηριστικών (π.χ. μικροκλίμα). Συνολικά, εκφράζεται και ως βιοκλιματικός σχεδιασμός και επιχειρεί να ενθαρρύνει τη σοφή και ορθολογική διαχείριση - εκμετάλλευση των φυσικών πόρων παράλληλα με την κατάλληλη προσαρμογή τους, στην ένταση της αστικοποίησης και της χωρικής ανάπτυξης.  Αφορά κυρίως παρεμβάσεις στη μορφολογία της πόλης που έχουν να κάνουν με τον προσανατολισμό, το ύψος, τις αποστάσεις και την θέση των κτιρίων για να εκμεταλλεύονται τον ήλιο και τον φυσικό αερισμό ή δροσισμό. Επίσης, περιλαμβάνει πρακτικές κατανομής και διάταξης των ελεύθερων χώρων που περιορίζουν το φαινόμενο της «θερμικής νησίδας», καθώς και χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (πχ φωτοβολταϊκά κλπ).
Σήμερα, στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα ο βιοκλιματικός σχεδιασμός αποτελεί προτεραιότητα για κάθε χωρική παρέμβαση, κανονισμό δόμησης κλπ και οδηγεί σε ποιοτικές μορφολογίες με σαφή και ιδιαίτερα στοιχεία αναγνώρισης (πχ καλύτερη ένταση στο φυσικό χώρο). Συνδέεται επίσης με την έννοια της συνολικής άνεσης του αστικού περιβάλλοντος. Διαχειρίζεται δηλαδή αποτελεσματικά όλες τις μεταβολικές, ηχητικές και οσφρητικές πτυχές και μπορεί παράλληλα να εντάξει ψυχολογικές παραμέτρους που συνδέονται άμεσα με την κοινωνική δυναμική που δημιουργεί ο χώρος (πχ ικανοποίηση, ευχαρίστηση). Συνολικά, επιχειρεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για κοινωνική συναναστροφή, δημοκρατία, ικανοποίηση, ψυχολογική ηρεμία, παθητική συσχέτιση, ενεργητική δυναμική και εμπειρία (Carr κ.α., 1992; Carmona κ.α., 2001:77&2003). Έτσι, αν οι βιοκλιματικές πρακτικές ενταχθούν κατάλληλα στη μορφολογία της πόλης, δημιουργούν το πλαίσιο επίτευξης μιας συνολικής ποιότητας.

3.3 Οικολογική Δόμηση και Πιστοποίηση
Η οικολογική δόμηση και η πιστοποίηση, έγκειται στην ολιστική πλέον αντιμετώπιση των επί μέρους στοιχείων που χρησιμοποιούνται στο σχεδιασμό των μορφολογιών των πόλεων και των μεμονωμένων κτιρίων όπως πόροι, υλικά, καύσιμα, τεχνικές κλπ. Βέβαια, η χρήση της νέας αυτή πρακτικής πουχρησιμοποιεί ως επί το πλείστον σύγχρονη τεχνολογία,  δεν πρέπει να γίνεται με γενικευμένους όρους, αλλά σε συνέργεια με τον τοπικό χαρακτήρα και τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, την κατάλληλη χρήση των υλικών κλπ, για να έχει την καλύτερη αποτελεσματικότητα (Carmona κ.α., 2001:77). Η προοπτική αυτή, για τον σχεδιασμό και τη διαχείριση της μορφολογίας της πόλης, μπορεί να δημιουργήσει έναν καθόλα νέο τομέα της οικονομίας, όπως οι πράσινες (οικολογικές) δραστηριότητες, οι τοπικές δομικές τεχνικές κλπ, ενώ παράλληλα, μπορεί να επικουρείται από κοινωνικές αντιλήψεις για το χώρο και τον τόπο όπως η κοινωνική οικολογία (περιβαλλοντική ψυχολογία).
Πρόσφατα, η οικολογική δόμηση και η ανάλογη πιστοποίηση, έχουν συνδεθεί με μια ιδιαίτερη διεργασία στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως το λεγόμενο «οικολογικό σήμα». Ενώ αποτελεί ένα εργαλείο που βασίζεται στους νόμους της ελεύθερης αγοράς, ουσιαστικά έχει ως κύριο στόχο την προώθηση του σχεδιασμού, της κατασκευής και της χρήσης υλικών και πόρων με τις μικρότερες αρνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον, και επιπλέον, την πληροφόρηση του κόσμου για τις περιβαλλοντικές επιδόσεις τους (Agapidis και Frantzis, 1993). Αποτελεί μια ισχυρή καινοτομία που μπορεί να επεκταθεί και να περιλάβει την πιστοποίηση ακόμη και ολόκληρων αστικών περιοχών σύμφωνα με τις επιδόσεις που παρουσιάζουν στη μείωση της περιβαλλοντικής όχλησης (οικολογικό ίχνος), της κατανάλωσης, της χρήσης ΑΠΕ κλπ. Κοινώς, οι μορφολογίες των πόλεων, θα μπορούσαν να ενταχθούν στη συγκεκριμένη προβληματική που χρησιμοποιεί την λεγόμενη «ανάλυση κύκλου ζωής» και να πιστοποιήσουν με αυτόν τον τρόπο τη συνολική τους ποιότητα. 

3.5 Ανακύκλωση - Επανάχρηση
Βασική σταθερά για την επιδίωξη της συνολικής ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, από τη στιγμή που αποτελεί ένα σύστημα που χρειάζεται ή καταναλώνει πόρους, αποτελεί η πολιτική για την ανακύκλωση και την επανάχρηση. Η αποτελεσματικότητα της βέβαια επηρεάζεται ιδιαίτερα από μη χωρικές παραμέτρους όπως η κοινωνική ευαισθητοποίηση, η ενημέρωση, η υπευθυνότητα του πολίτη, οι καταναλωτικές συνήθειες κλπ (Lyndhurst, 1996). Ειδικότερα, η ανακύκλωση όπως είναι φυσικό, αφορά στα απόβλητα και στα υλικά όπου πρέπει μέσα από συγκεκριμένες κυκλικού τύπου διεργασίες, να οδηγούνται σε μια εφοδιαστική αλυσίδα, ώστε είτε να επαναχρησιμοποιούνται ή να ελαχιστοποιείται η απόρριψη τους στο περιβάλλον. Έτσι, μπορεί να προκύψει η παραγωγή καινούργιων προϊόντων από ανακυκλωμένα υλικά, που όχι μόνο ελαφρύνει το σύστημα εκροών της μορφολογίας στο περιβάλλον αλλά παράλληλα εξοικονομείται ενέργεια και αποτρέπεται η ρύπανση (Girardet, 1992). Αντίστοιχα η επανάχρηση αφορά στη δυνατότητα του οικιστικού αποθέματος να αλλάζει χρήσεις και να μεταβάλλεται σύμφωνα με τις ανάγκες που προκύπτουν στο χώρο και στο χρόνο. Έτσι, στο πλαίσιο εφαρμογής του συγκεκριμένου νεοτερισμού, επικροτούνται και εφαρμόζονται πολιτικές και πρακτικές συντήρησης και αποκατάστασης του κτιριακού και οικιστικού πλούτου. Για παράδειγμα, η ανακαίνιση πιστεύεται ότι παρουσιάζει αρκετά περιβαλλοντικά πλεονεκτήματα σε σύγκριση με την κατεδάφιση και την εκ νέου κατασκευή, διότι διατηρούνται παραδείγματος χάριν η ενέργεια και τα υλικά του χρησιμοποιήθηκαν. Επιπλέον, η αναστήλωση και η ανάπλαση ιστορικών κτιρίων και χώρων συντελεί στο αίσθημα συνέχειας, κληρονομιάς, τοπικότητας κλπ, στοιχεία κρίσιμα για την συνολική ποιότητα και διατήρηση της μορφολογίας της πόλης.
Ωστόσο η ανακύκλωση και η επανάχρηση δεν πρέπει να λαμβάνονται ως υποκατάστατα της διατήρησης των φυσικών πόρων, του οικιστικού αποθέματος και της μείωσης της χρήσης ενέργειας. Γι αυτό υπάρχει ανάγκη για μέτρα που μειώνουν τη χρήση των πόρων, που εφαρμόζουν κατάλληλες και αποτελεσματικές πολιτικές χρήσης των υφιστάμενων υποδομών κλπ. Στην πραγματικότητα τόσο η ανακύκλωση όσο και η αποκατάσταση, δεν εφαρμόζουν κύκλους χρήσης σταθερής ποιότητας, αλλά συνεχούς υποβάθμισης του υλικού. Συνολικά, μπορεί να ειπωθεί ότι όταν ένα υλικό ή υποδομή της μορφολογίας της πόλης ανακυκλώνεται, επαναχρησιμοποιείται ή αποκαθίσταται, αυτό θα πρέπει να γίνεται με συγκεκριμένες πρόνοιες, μιας και δε σημαίνει ότι είναι και ωφέλιμο για το περιβάλλον, ιδίως όταν δεν έχει σχεδιαστεί για αυτή τη διαδικασία (Blackman, 1995).

3.6 Οικολογικές Συνέργειες
Η συνολική ποιότητα της μορφολογίας της πόλης, παράλληλα με τα ανωτέρω, θα πρέπει να εισάγει πρακτικές κατάλληλης διαχείρισης και διατήρησης των πόρων και της υποδομής στο χώρο και στο χρόνο, με πλουραλιστικούς όρους. Για παράδειγμα, οι ελεύθεροι χώροι από τη στιγμή που περιέχουνμεγάλα ή μικρά οικοσύστημα, έχουν κάποια δυνατότητα να ενταχθούν στο πλαίσιο της αγροτικής παραγωγής για την παραγωγή τροφής. Χρησιμοποιώντας δηλαδή τις φυσικές πηγές όπως είναι ελεύθερα εδάφη και θρεπτικά συστατικά από τα οργανικά απόβλητα (βιολογική γεωργία), μπορεί να παρέχουν μια εναλλακτική παραγωγική πηγή εντός των αστικών περιοχών (Hough, 1989). Τα πλεονεκτήματα αυτής της διαδικασίας είναι σημαντικά μιας και μειώνονται οι αποστάσεις που διανύονται για την τροφή. Επομένως, παρέχουν ένα περιβαλλοντικό πλεονέκτημα καθώς και μια πηγή εργασίας, οικονομικά οφέλη κλπ.
Μπορεί συνολικά να ειπωθεί, ότι στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η αστική γεωργία θεωρείται ως μηχανισμός εμπλουτισμού της υγείας και της διατροφής των κατοίκων της πόλης (Holland, 2004), και ιδιαίτερο στοιχείο της ποιότητας. Έτσι, οι ελεύθεροι χώροι, πέρα από τις αστικές λειτουργίες που μπορεί να χρησιμοποιούνται, παράλληλα εντάσσονται στο κύκλωμα της παραγωγής τροφής, προσδίδοντας στο χώρο με αυτό τον τρόπο, προστιθέμενη αξία.

3.7 Βιώσιμη Κινητικότητα - Μηδενικοί Ρύποι
Σύμφωνα με τις νεοτερικές αρχές της βιώσιμης κινητικότητας, οι μορφολογίες της πόλης θα πρέπει να παρουσιάζουν μια σειρά από χαρακτηριστικά γνωρίσματα που να υποστηρίζουν την πεζή ή ήπια μετακίνηση, κυρίαρχα με τη δημιουργία δικτυωμένων μεταξύ τους «ποιοτικών» και αξιόπιστων μεταφορικών υποδομών που να συνδέονται άμεσα και ασφαλώς με τις περιοχές κατοικίας και λοιπών αστικών δραστηριοτήτων. Όλα αυτά προϋποθέτουν μια συγκεκριμένη ανθρώπινη κλίμακα που ευνοεί την εναλλακτική μετακίνηση,  ουσιαστικά μειώνοντας ή εξαλείφοντας την ανάγκη για χρήση μηχανοκίνητων μέσων μεταφοράς (Register, 2002). Προς αυτή την κατεύθυνση η ανάπτυξη της χωρικής μορφολογίας, θα πρέπει να επιδιώκει σε γενικό και ειδικό πλαίσιο, τη δημιουργία ή επιπλέον ανάπτυξη δικτύων πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων που να συμμορφώνονται με το κριτήριο των κοντινών αποστάσεων, να είναι ασφαλείς (White, 1994) και πλήρως ανεξάρτητοι από το δίκτυο των αυτοκινήτων ώστε να αυξάνεται η ασφάλεια κλπ. Επίσης, οι διαδρομές των πεζών και των ποδηλατών θα πρέπει να είναι «ποιοτικές», ελκυστικές και περιβαλλοντικά αξιόλογες (Coplak και Raksanyi, 2003). Από τα ανωτέρω, προκύπτει ότι βασική μέριμνα για τη βελτίωση της συνολικής ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, αποτελεί η ελαχιστοποίηση της ανάγκης για γένεση μετακινήσεων. Επίσης, η συγκεκριμένη θεώρηση οδηγεί ουσιαστικά στη μείωση των μεταφορικών δικτύων, με θετική επίπτωση τη χρήση του εναπομείναντα χώρου για άλλες αστικές λειτουργίες. Τελικά, δημιουργείται μια σειρά θετικών περιβαλλοντικών επιπτώσεων που πέρα από τις προφανείς (πχ μείωση της ρύπανσης, συμφόρηση), θα πρέπει να σημειωθούν επιπλέον η αποφυγή χρήσης μη διαπερατών επιφανειών όπως τα ασφαλτικά οδοστρώματα, τα ρείθρα πεζοδρομίου κλπ και η αντικατάσταση τους από αντίστοιχες αλλά πιο φιλικές υποδομές (Cayford, 2002).
Η συγκεκριμένη προβληματική, εισάγει ουσιαστικά μια νεωτεριστική επιδίωξη του μεταφορικού συστήματος, που αφορά αφενός στη βιώσιμη κινητικότητα και αφετέρου στην καλύτερη συνέργεια των επιφανειών (οδοί, πεζόδρομοι κλπ) με τη διαχείριση των ροών του φυσικού περιβάλλοντος και ειδικότερα του κύκλου νερού, για την καταπολέμηση των φυσικών φαινομένων όπως οι πλημμύρες. Συνολικά, δημιουργείται μια ιδιαίτερα θετική επίπτωση για τη συνολική ποιότητα της μορφολογίας της πόλης.

4. Συμπεράσματα
Σύμφωνα με τα όσα αναπτύχθηκαν ανωτέρω, είναι πλέον απόλυτα αποδεκτό, ότι έχει μεταβληθεί πλήρως το περιεχόμενο της προσέγγισης των χωρικών ζητημάτων, καθώς διατυπώνονται σε απόλυτη συνέργεια με τους περιβαλλοντικούς και οικολογικούς στόχους. Σε αυτό το πλαίσιο, η κλασσική θεώρηση της ποιότητας της μορφολογίας της πόλης, έχει πλέον αναθεωρηθεί για να περιλάβει όλα τα νέα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, ιδιότητες αλλά και αντιλήψεις, που έχει εισάγει η προσέγγιση της αστικής αειφορίας. Έτσι, εντάσσονται ως βασική στόχευση καθόλα καινούριοι τομείς στη μελέτη του χώρου, όπως ο ενεργειακός σχεδιασμός που στηρίζεται στις ανανεώσιμες μορφές ενέργειας, στη χρήση του μικροκλίματος, της τεχνολογίας κλπ. Επίσης, η δόμηση αναπτύσσει ολιστικά χαρακτηριστικά και οικολογική πιστοποίηση καθώς επίσης και η διαχείριση των πόρων στηρίζεται στην ανακύκλωση, την επανάχρηση και την αποκατάσταση. Στην ίδια φιλοσοφία, όλος ο τομέας των αστικών μεταφορών δημιουργεί ισχυρές συνέργειες με τις υπόλοιπες χωρικές παραμέτρους, ώστε να αναδειχθεί το κατάλληλο πλαίσιο κινητικότητας με ήπια μέσα, στα πλαίσια που θέτει ο αστικός οικο-χώρος σε κάθε περίπτωση.

Συμπερασματικά, προκύπτει ότι οι μορφολογίες των πόλεων που ανταποκρίνονται στη συγκεκριμένη νεωτεριστική προσέγγιση της συνολικής ποιότητας ως τμήμα ενός «οικολογικού συστήματος χαμηλού αντίκτυπου», καταφέρνουν να αποκτήσουν μια ισχυρή ταυτότητα. Στη συνέχεια, μπορούν να την χρησιμοποιήσουν ως μια στρατηγική προβολής που να αφορά στο ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο όπως ο οικολογικός τουρισμός, η προσέλκυση επενδύσεων περιβαλλοντικού χαρακτήρα, η πράσινες επιχειρήσεις, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η τεχνολογία κλπ. Δηλαδή οι ιδιότητες που αναπτύσσουν μέσα από τη χωρική διαχείριση και το σχεδιασμό της συνολικής ποιότητας της μορφολογίας τους, στα πλαίσια της αστικής αειφορίας, πέρα από τη γενικότερη και ειδικότερη (ενεργειακή) αυτάρκεια που της προσδίδουν, δημιουργούν επιπλέον τη δυνατότητα εκμετάλλευσης μιας νέας κοινωνικής και οικονομικής δυναμικής με οικολογικό χαρακτήρα. Τελικά, καταφέρνουν να δημιουργήσουν, τόσο άμεσα (συνειδητά) όσο και έμμεσα ένα πολύ καλό χωρικό μάρκετινγκ (place marketing) από μόνες τους.

Επίσης, μπορούν να χαρακτηριστούν με όρους της αγοράς, «εμπορικό σήμα (branding)», δηλαδή ένα σύνολο ηθικής και προγραμμάτων που επιτυγχάνει γενικά και ειδικά την οικολογική αποκατάσταση. Βέβαια, η συγκεκριμένη ποιοτική προσέγγιση, έχεις σαφώς πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις που πρέπει να ορίζονται μέσα από ένα σύστημα ενισχυμένης και ισχυρής αστικής διακυβέρνησης. Έτσι, παρουσιάζεται ένας συνολικός χαρακτήρας που έχει σαφώς τη μορφή της από κάτω προς τα πάνω, επιχειρώντας την αξιοποίηση των επί μέρους ιδιαίτερων συγκριτικών πλεονεκτημάτων κάθε αστικής περιοχής. Η διαδικασία λοιπόν, δεν μπορεί παρά να είναι συμμετοχική μιας και βασική αρχή αποτελεί η ικανοποίηση των κατοίκων μέσω της επιτυχίας της ποιότητας της μορφολογίας της πόλης που σε γενικότερο πλαίσιο έχει αναφορά στην ποιότητα της ζωής, όχι μόνο βραχυπρόθεσμα αλλά μεσοπρόθεσμα και κυρίως μακροπρόθεσμα. Προκύπτει δηλαδή ότι η μέριμνα για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και η ενίσχυση του αισθήματος της κοινότητας που έχει έντονη χωρική έκφραση, είναι εξίσου σημαντικοί παράμετροι, όχι μόνο για τη συμβολή που μπορούν να έχουν προς την κατεύθυνση της αστικής αειφορίας, αλλά και για την ευημερία της κοινότητας της πόλης γενικότερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου