Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Θεσσαλονίκη, η νέα πόλη είναι μόλις 100 χρόνων

#Του Δημήτρη Ρηγόπουλου
Μια έκθεση με φωτογραφίες, σχέδια και μελέτες στο Μουσείο Μπενάκη

«Tο λιμάνι έχει γεμίσει από ατμόπλοια και ιστιοφόρα ελληνικά και στα κατάρτια τους ανεμίζει η ελληνική σημαία. όσο ανάμεικτη είναι η πολιτεία τόσο καθαρά γαλανόλευκη είναι η θάλασσα... H Θεσσαλονίκη είναι πλημμυρισμένη από δικούς μας στρατιώτες και Kρητικούς χωροφύλακες και Bούλγαρους και λίγους Σέρβους και άφθονους Tούρκους αξιωματικούς αιχμαλώτους και χωροφύλακες. Oι Eβραίοι με τις τραβηχτές φωνές τους και τις φούστες τους, οι μουσουλμάνοι με τα κοντοβράκια και τα κόκκινα ζωνάρια κι οι ντονμέδες με τα κόκκινα φέσια, οι σπάνιες χανούμισσες σκεπασμένες, οι Eβραίισσες με τα πράσινα φακιόλια και τα μενεξεδιά φορέματα, κυρίες Aθηνιώτισσες και Λεβαντίνοι, ξένοι δημοσιογράφοι, αυτοκίνητα στρατιωτικά, ηλεκτρικοί τροχιόδρομοι, αμάξια με κάθε λογής αμαξάδες, γύφτοι, λούστροι, μικροπωλητές κι εφημεριδοπώλες που φωνάζουν, μαγαζιά πλούσια, στραβοδίβολα δρομάκια με καλντιρίμια και σπίτια με καφάσια, καταμεστωμένα ζυθοπωλεία και καφενεία στον παραλιακό δρόμο, όλων των ρυθμών σπίτια με περιβόλια. Tζαμιά κι εκκλησίες, κάστρα και πύργοι, σημαίες σ’ όλα τα παράθυρα και τους εξώστες, σημαίες ελληνικές, σημαίες όλων των βαλκανικών στρατών και πλήθος άλλων, όλα ανακατωμένα στριφογυρίζουν γύρω στα μάτια μου και τ’ αυτιά μου και τίποτε δεν μπορεί να σταθεί μια στιγμή».

Aυτή είναι η εικόνα της Θεσσαλονίκης του 1912 που μας μεταφέρει στο ημερολόγιό του ο Φίλιππος Δραγούμης. Εικόνα που φυσικά δεν θα δούμε στην έκθεση «Θεσσαλονίκη 1912 - 2012. Η αρχιτεκτονική μιας εκατονταετίας», που βρίσκεται σε εξέλιξη αυτές τις ημέρες στο κτίριο του Μουσείου Μπενάκη στην οδό Πειραιώς. Οι μνήμες της Οθωμανικής Θεσσαλονίκης έσβησαν γρήγορα και όχι μόνο εξαιτίας της μεγάλης πυρκαγιάς του 1917.

Σε άλλο σημείο ο Δραγούμης αναφέρει ότι «βασιλεύει στη Θεσσαλονίκη κάποιος ευρωπαϊκός κοσμοπολιτισμός ανακατωμένος με ανατολίτικα στοιχεία που γεννάει παραφωνίες ανυπόφορες κι ενοχλητικές». Περισσότερο «αυστηρός» ο ανταποκριτής της αθηναϊκής «Εστίας» ύστερα από έναν περίπατο στην άγνωστη, κυριολεκτικά, πόλη: «Διότι πραγματικώς δεν υπάρχει ρυθμός εις αυτά τα αρχιτεκτονικά κατασκευάσματα. Φαίνεται ότι οι αρχιτέκτονές των θα ήρχισαν με αξιέπαινον πρόθεσιν να τα κάνουν Eλβετικά περίπτερα. Kαθ’ όσον όμως επροχώρει η οικοδομή, προσετίθεντο καφάσια, μπαλκόνια, πύργοι, εξογκώματα, αποφύσεις, αποστήματα, όγκοι, εξελκώματα. O ελαφρός Eλβετικός ρυθμός έπαθε πανωλεθρίαν. Σχεδόν δεν τον αναγνωρίζει κανείς κάτω από όλην αυτήν την οργιώδη τροποποίησην. Yπάρχουν εις την παράταξιν και μερικά οικοδομήματα, τα οποία σώζουν τας απλάς και δυνατάς γραμμάς του ελληνικού ρυθμού. Aλλά αυτά είναι σπάνια και πνιγμένα μέσα εις την οψίπλουτον ακαλαισθησίαν».

Για τους συμμορφωμένους στις αισθητικές επιταγές του νεοκλασικισμού Αθηναίους ο εκλεκτικιστικός πλουραλισμός που παρουσίαζε μορφολογικά η Θεσσαλονίκη τα πρώτα χρόνια της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό προκαλούσε σύγχυση, αν όχι εκνευρισμό και απογοήτευση. Τα συναισθήματα αυτά δεν θα απαλυνθούν πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αν και η τοπιογραφία της Θεσσαλονίκης υπέστη βίαιη μετάλλαξη μέσα σε λίγα χρόνια. Συνοπτικά, η Θεσσαλονίκη του 1912 με τη Θεσσαλονίκη του 1925 είναι δύο άλλες πόλεις. Η κατεδάφιση δεκάδων μιναρέδων μετά το 1912 άλλαξε την εικόνα της πόλης μια για πάντα. Φυσικά, το άλλο μεγάλο γεγονός ήταν η πυρκαγιά του 1917. Η φωτιά καταστρέφει κατά κύριο λόγο τις λαϊκές εβραϊκές γειτονιές, τους δρόμους του μικροεμπορίου και τα ίχνη της μεσαιωνικής πόλης. Συνολικά αποτεφρώνονται 9.500 κτίσματα και 17.000 κάτοικοι μένουν άστεγοι.

Οι φιλοδοξίες του σχεδίου Εμπράρ και κυρίως οι δυνατότητες που προκύπτουν μέσα από την ανοικοδόμηση απελευθερώνουν το αρχιτεκτονικό δυναμικό της πόλης με καταγωγή όχι την Αθήνα ή την «παλιά Ελλάδα», αλλά την Κεντρική Ευρώπη, άλλα αστικά κέντρα της πρώην Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και, φυσικά, της Κωνσταντινούπολης. Ετσι η κυρίαρχη αρχιτεκτονική έκφραση δεν είναι ο νεοκλασικισμός της Αθήνας, αλλά οι διαφορετικές αποχρώσεις του εκλεκτικισμού, το αρ ντεκό και το μοντέρνο κίνημα. Ευτυχώς στο κέντρο της πόλης διασώζεται τμηματικά η μνήμη αυτής της Θεσσαλονίκης. Μόνο μετά το 1945 και την εξολόθρευση της ακμάζουσας και πολυπληθούς εβραϊκής κοινότητας στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί (είχε προηγηθεί προπολεμικά η αποχώρηση του μουσουλμανικού στοιχείου πρώτα το 1912 και στη συνέχεια το 1922 με την ανταλλαγή των πληθυσμών), η Θεσσαλονίκη θα γίνει η αμιγώς ελληνική πόλη που ξέρουμε σήμερα. Και η πυκνή έκθεση στο Μπενάκη είναι από μία άποψη ένα μεγάλο ταξίδι από τη μνημειακή Θεσσαλονίκη του Εμπράρ και της μεσοπολεμικής ανοικοδόμησης στη μεταπολεμική Θεσσαλονίκη όπου οι μορφές και οι φόρμες δείχνουν να συντονίζονται περισσότερο με τα κυρίαρχα ρεύματα όπως εκδηλώνονται στην υπόλοιπη χώρα.

Η έκθεση φέρει την υπογραφή του αρχιτέκτονα και ιστορικού της αρχιτεκτονικής Βασίλη Κολώνα (με τη συνεργασία της αρχιτέκτονος Σωτηρίας Αλεξιάδου), ο οποίος ύστερα από μια σειρά ερευνητικών και εκδοτικών εγχειρημάτων με αντικείμενο γεωγραφικές περιοχές εκτός Θεσσαλονίκης, επιστρέφει (θεματικά) στην πόλη του. Για να πιάσει το νήμα μιας προηγούμενης έκθεσης που είχε επιμεληθεί 20 χρόνια πίσω στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, με αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Αλλά η τωρινή προσπάθεια (που θα συμπληρωθεί σύντομα από έκδοση της University Studio Press) δεν είναι σε καμία περίπτωση εξέλιξη της προηγούμενης. Ούτως ή άλλως, το υλικό εκείνης της έκθεσης χάθηκε σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό.

Πρωτότυπα σχέδια Εμπράρ για πρώτη φορά
Στη διάρκεια προετοιμασίας της έκθεσης ήρθαν στο φως νέα στοιχεία που αναδεικνύουν τη σημασία του διοικητικού κέντρου στην πρώτη φάση σχεδιασμού του νέου σχεδίου. Εντοπίστηκαν πρωτότυπα σχέδια του Εμπράρ τα οποία παρουσιάζουν με κάθε λεπτομέρεια, εκτός από τις όψεις των μεγάρων του δημαρχείου και των δικαστηρίων, τις όψεις των διοικητικών κτιρίων τα οποία, συνδεόμενα με την Αψίδα του Θριάμβου, συμπληρώνουν το όριο της πλατείας και τον Ναό της Νίκης (Temple de la Victoire), όπως αναφέρεται το μνημείο για τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για το Ηρώο αυτό και τη σύνδεσή του με τη Βασιλική του Αγίου Δημητρίου υπάρχει ειδικό σχέδιο που καταδεικνύει τον προβληματισμό του Εμπράρ για την απόληξη του μνημειακού άξονα, ο οποίος ολοκληρώθηκε, ως προς την αρχιτεκτονική του διάσταση, μόνο κατά το τμήμα της σημερινής οδού και πλατείας Αριστοτέλους. Τα σχέδια που εκτίθενται για πρώτη φορά ανήκουν στη συλλογή των αρχιτεκτόνων Αλέξανδρου και Στέφανου Καλλιγά και συντηρήθηκαν από το τμήμα συντήρησης χαρτιού του Μουσείου Μπενάκη.

Εικόνα χωρίς γκρίνια
Η ιδέα για μια έκθεση με αφορμή την εκατονταετηρίδα της ελληνικής Θεσσαλονίκης ακούγεται προφανής, αλλά η ιστορία για το πώς φτάσαμε ώς εδώ έχει το ενδιαφέρον της. Ο δήμαρχος της πόλης Γιάννης Μπουτάρης είχε αποφασίσει να οργανώσει μια έκθεση για τη Θεσσαλονίκη του 1912 (την πόλη που έχασαν, δηλαδή) στην Κωνσταντινούπολη, στο πνεύμα ενδυνάμωσης των σχέσεων με τους γείτονες. Ο Βασίλης Κολώνας πρότεινε στον δήμαρχο μια δεύτερη έκθεση για τη Θεσσαλονίκη μετά το 1912 για να παρουσιαστεί στην Αθήνα. Η πρόταση έγινε δεκτή και μάλιστα εγκαινιάστηκε νωρίτερα από την έκθεση της Κωνσταντινούπολης που θα φιλοξενηθεί (εντός του 2013) στο Μουσείο Σαμπαντζί.

«Μιλάμε για μια διαφορετική έκθεση σε σχέση με το 1992 όχι μόνο γιατί χάθηκε το υλικό ή εμπλουτίστηκε με όσα συνέβησαν τα 20 χρόνια που ακολούθησαν», υπογραμμίζει ο Βασίλης Κολώνας. H έρευνα στο αρχείο της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, στα Αρχεία Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη, σε φωτογραφικά και σε προσωπικά αρχεία αρχιτεκτόνων, καθώς και η αποδελτίωση του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου έφερε στο φως άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία και υπέδειξε αρχιτέκτονες με αξιόλογο αρχιτεκτονικό έργο. «Η έκθεση παρουσιάζει μια ωραιοποιημένη εικόνα, δεν θα υποστηρίξω το αντίθετο. Δεν ήθελα να γκρινιάξω. Εχουμε την ευκαιρία σε τόσες άλλες εκθέσεις να γκρινιάξουμε με την ψυχή μας», μας λέει ο επιμελητής. Το υλικό, κυρίως φωτογραφικό, σχέδια και μελέτες, κατακλύζει τον επισκέπτη. Ενα από τα μεγάλα ατού της έκθεσης είναι η πρόσβαση σε κινηματογραφικά τεκμήρια του 20ού αιώνα, με τη Θεσσαλονίκη σε πρώτο πλάνο.

Στο διάστημα που η έκθεση είναι ανοικτή υπήρξαν αντιδράσεις από αρχιτέκτονες που δεν είδαν έργο ή έργα τους στο Μπενάκη. «Δεν προσπαθήσαμε να καταγράψουμε το σύνολο της αρχιτεκτονικής παραγωγής μέσα σε έναν αιώνα. Κάναμε επιλογές. Δώσαμε προτεραιότητα σε υλοποιημένο έργο και σε λιγότερο γνωστά κτίρια. Οσα παρουσιάζονται, καταδεικνύουν τις δυνατότητες που είχε η Θεσσαλονίκη να εξελιχθεί σε μια πόλη διαφορετική από τη σημερινή, εάν αυτά τα κτίρια αποτελούσαν την πλειοψηφία και όχι τη μειοψηφία στις τελικές επιλογές φορέων και ιδιοκτητών».

Το γεγονός ότι η έκθεση παρουσιάζεται πρώτα στην Αθήνα επίσης γέννησε καχυποψίες. Ο Βασίλης Κολώνας καθησυχάζει: «Η έκθεση έγινε πρώτα στην Αθήνα γιατί θέλαμε η νεοελληνική Θεσσαλονίκη να παρουσιαστεί στο εθνικό κέντρο, επιπλέον τα αρχεία ήταν εδώ όπως και οι περισσότεροι αρχιτέκτονες. Και η έκθεση θα ανέβει στη Θεσσαλονίκη: τον Φεβρουάριο στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης». Οι Αθηναίοι ας σπεύσουν μέχρι τις 25 Νοεμβρίου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου