Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Αστικά δίπολα & τρίπολα στην Ελλάδα :Προβλήματα και προοπτικές.Η περίπτωση Δράμας Καβάλας Ξάνθης

#Μ. Παπαγεωργίου, Εντεταλμένη Διδασκαλίας Τμήμα Μηχ. Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περ. Ανάπτυξης, Παν. Θεσσαλίας
#Χρ. Σταθάκη , Τελειόφοιτη ΤΜΧΠΠΑ 

Στην Ελλάδα οι συνθήκες που επικράτησαν το τελευταίο μισό του 20ου αιώνα οδήγησαν σε ένα ολιγοπολικό -ή μάλλον διπολικό- σύστημα αστικής ανάπτυξης με επίκεντρο την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο χωροταξικός σχεδιασμός τόσο σε εθνικό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο, επιχειρεί να αλλάξει το μοντέλο αυτό, υιοθετώντας τις κατευθύνσεις του ΣΑΚΧ για περισσότερο ισόρροπη και πολυκεντρική ανάπτυξη.
Το άρθρο παρουσιάζει την έως σήμερα οργάνωση του αστικού συστήματος της Ελλάδας αλλά και τις προσπάθειες που συντελούνται μέσω του εθνικού και περιφερειακού χωροταξικού σχεδιασμού στην κατεύθυνση της πολυκεντρικότητας. Ειδικότερα καταγράφονται τα αστικά δίπολα/τρίπολα που υιοθετούνται από τα ΕΣΠΑ-ΓΠΣΧΑΑ-ΠΠΧΣΑΑ, εξειδικεύοντας στην περίπτωση του τριπόλου Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης. 
Απώτερος σκοπός του άρθρου είναι να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με τη μελέτη περίπτωσης αλλά και σε κατευθύνσεις χωροταξικού σχεδιασμού για τις περιπτώσεις των διπόλων/τριπόλων της Ελλάδας.


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΥΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Η έννοια της πολυκεντρικής ανάπτυξης στην ουσία πρωτοεμφανίσθηκε -σε επίπεδο πολιτικής- με το ΣΑΚΧ-Σρέδιο Ανάπτυξης Κοινοτικού Χώρου (ESDP, 1999) της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο πλαίσιο μιας προσπάθειας επίτευξης εδαφικής συνορής μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρώπης (Waterhout et al., 2005). Απώτερος σκοπός της πολυκεντρικότητας που υιοθετεί το ΣΑΚΧ είναι η διάρυση της ανάπτυξης με την ανάδυση νέων αστικών κέντρων-πόλων, έναντι της μονοπολικής / μονοκεντρικής οργάνωσης.
Επιρειρώντας κανείς να προσδιορίσει πιο συστηματικά την έννοια της πολυκεντρικής ανάπτυξης, θα διαπιστώσει μια σρετική ασάφεια, η οποία οφείλεται στις διαφορετικές ερμηνείες που υιοθετούνται ανάλογα με την κλίμακα που εξετάζεται (Γεμενετζή, 2011). Έτσι, σε διαπεριφερειακή κλίμακα (inter-regional) ως πολυκεντρική ανάπτυξη νοείται η δημιουργία πολλαπλών δυναμικών ζωνών ανάπτυξης με στόρο την ανάσρεση τυρόν μονοπυρηνικών συστημάτων, στα οποία οι υπόλοιπες περιορές (πέραν του πυρήνα) λειτουργούν αποκλειστικά ως περιφερειακές και δευτερεύουσες. Αντίθετα, σε ενδοπεριφερειακό επίπεδο (intra-regional) ως πολυκεντρική ανάπτυξη νοείται η ενδυνάμωση/ανάδειξη πολλαπλών αστικών κέντρων, έναντι ενός μοναδικού κυρίαρρου. Τέλος, στην αστική κλίμακα (intra-urban) αναφέρεται στην ανάδυση πολλαπλών αστικών πυρήνων περιμετρικά του υπάρροντος αστικού κέντρου μιας μητρόπολης ή ενός πολεοδομικού συγκροτήματος (Meijers et al, 2007 • Parr, 2004 • Davoudi, 2003).
Στο παρόν άρθρο εξετάζεται η πολυκεντρική ανάπτυξη σε διαπεριφερειακό και ενδοπεριφερειακό επίπεδο. Παρουσιάζεται το έως σήμερα αστικό σύστημα της Ελλάδας και ο ρόλος του ρωροταξικού σρεδιασμού στην προσπάθεια μετάβασης από ένα ολιγοπολικό -ίσως διπολικό- σε ένα πολυκεντρικό σύστημα αστικής οργάνωσης. Επίσης, καταγράφονται τα υπάρχοντα ή/και αναδυόμενα αστικά δίπολα/τρίπολα, ως μέρος μιας ευρύτερης χωρικής στρατηγικής για την επίτευξη πολυκεντρικής ανάπτυξης σε εθνικό επίπεδο. Τέλος, εξετάζεται η περίπτωση του τριπόλου Δράμας-Καβάλας-Ξάνθης, με σκοπό να εξαχθούν συμπεράσματα σχετικά με τη βελτίωση της χωρικής οργάνωσης και την προώθηση της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης που ενδείκνυται για τέτοιου τύπου ζώνες.

2. ΤΟ ΑΣΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΝΑΔΥΟΜΕΝΑ ΔΙΠΟΛΑ / ΤΡΙΠΟΛΑ
Στην Ελλάδα, η έντονη αστυφιλία που εκδηλώθηκε στη μεταπολεμική περίοδο, οδήγησε σε πρώτη φάση στη σταδιακή αποδυνάμωση της υπαίθρου και των αγροτικών οικισμών προς όφελος των αστικών κέντρων, ενώ σε δεύτερη φάση -μετά τη μεταπολίτευση- στην υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στα δύο μεγάλα αστικά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Ως αποτέλεσμα αυτής της πληθυσμιακής ροής, κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην ελληνική επικράτεια δημιουργήθηκε ένα ολιγοπολικό μοντέλο αστικής ανάπτυξης, με την πρωτεύουσα και τη συμπρωτεύουσα να συγκεντρώνουν περίπου τον μισό πληθυσμό της χώρας αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της ανάπτυξης. Εξαίρεση αποτέλεσαν ορισμένες ενδιάμεσες περιοχές, κατά μήκος του γνωστού ως «αναπτυξιακού άξονα S», ο οποίος χωροθετείται στα ανατολικά παράλια της χώρας.

Ωστόσο, την τελευταία δεκαετία, μέσω των διάφορων θεσμοθετημένων χωροταξικών σχεδίων εθνικού και περιφερειακού επιπέδου, έχει αρχίσει να διαφαίνεται μια σαφής προσπάθεια επίτευξης μιας περισσότερο αποκεντρωμένης και πολυκεντρικής ανάπτυξης (Μπεριάτος, 2004). 
Συγκεκριμένα, τόσο τα Περιφερειακά Χωροταξικά (ΠΠΧΣΑΑ) που θεσμοθετήθηκαν το 2003, όσο και το Εθνικό Χωροταξικό (ΓΠΧΣΑΑ) του 2008 αλλά και το ΕΣΠΑ 2007-2013 υιοθετούν το μοντέλο της πολυκεντρικής ανάπτυξης, είτε προτείνοντας την ενδυνάμωση μεσαίων και μικρών αστικών κέντρων, είτε προωθώντας τη συμπληρωματικότητα και συνεργασία μεταξύ κοντινών αστικών κέντρων (δίπολα/τρίπολα) με σκοπό την αναβάθμιση του ρόλου τους στην ευρύτερη περιοχή, τη βελτίωση της χωρικής τους οργάνωσης, αλλά και την επίτευξη αναπτυξιακής κλίμακας που δεν επιτυγχάνεται μεμονωμένα.

Χάρτης 1. Τα αστικά δίπολα / τρίπολα της Ελλάδας βάσει ΕΣΠΑ, ΓΠΧΣΑΑ και ΠΠΧΣΑΑ


Πηγή: ιδία επεξεργασία από στοιχεία Πίνακα 1

Στον Πίνακα 1 παρουσιάζονται αποκλειστικά τα δίπολα/τρίπολα που προτείνονται από το ΕΣΠΑ, το ΓΠΧΣΑΑ και τα ΠΠΧΣΑΑ των 12 Περιφερειών της χώρας (πλην της Αττικής). Από τα στοιχεία του Πίνακα, γίνεται αντιληπτό ότι στην προσπάθεια του χωροταξικού σχεδιασμού προς μια πιο πολυκεντρική και ισόρροπη ανάπτυξη σε εθνικό επίπεδο, τα αστικά δίπολα-τρίπολα αποτελούν βασικό και αρκετά διαδεδομένο μέσο. Μάλιστα, όσο η κλίμακα «χαμηλώνει» (δηλαδή στην περιφερειακή / ενδοπεριφερειακή κλίμακα), τα αστικά δίπολα/τρίπολα φαίνονται να αυξάνονται αριθμητικά σημαντικά, καθώς τα ΠΠΧΣΑΑ προτρέπουν στη διαμόρφωση συμπληρωματικών αστικών κέντρων ακόμη και μεταξύ οικισμών πολύ πιο χαμηλού επιπέδου (π.χ. Αργοστόλι - Ληξούρι, Βαθύ Σάμου-Καρλόβασι, Σπάρτη -Γύθειο κ.ά που δεν εμφανίζονται στον χάρτη 1).

3. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΠΟΔΟΥ ΔΡΑΜΑΣ - ΚΑΒΑΛΑΣ - ΞΑΝΘΗΣ
Σύμφωνα με το ΕΣΠΑ (2007-2013) «το αναπτυξιακό όραμα για την περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης συμπυκνώνεται στη δημιουργία μιας βιώσιμης ανταγωνιστικής περιφερειακής οικονομίας με έντονο εξωστρεφή προσανατολισμό και εσωτερική οικονομική, κοινωνική, χωρική και διοικητική συνοχή». Ένας τέτοιος στόχος δεν θεωρείται ουτοπικός, διότι παρά τον ακριτικό και παραμεθόριο χαρακτήρα της, λόγω της διεύρυνσης της ΕΕ, η Περιφέρεια αναμένεται να λειτουργήσει ως πόλος ολοκλήρωσης προς τις Βαλκανικές χώρες και συγκεκριμένα προς Βουλγαρία, Ρουμανία και Τουρκία. Προς αυτή την κατεύθυνση συνηγορεί και το ΠΠΧΣΑΑ για την περιφέρεια ΑΜΘ, το οποίο σε μια προσπάθεια αναβάθμισης των αστικών περιοχών της προτείνει τη λειτουργία της ΠΕ Δράμας ως «κέντρου περιφερειακής ανάπτυξης και διασυνοριακής συνεργασίας», της ΠΕ Καβάλας ως «διαπεριφερειακού και διασυνοριακού κέντρου μεταφορών, εξαγωγών και τουρισμού» και της ΠΕ Ξάνθης ως «περιφερειακού κέντρου υπηρεσιών του δευτερογενούς τομέα». Τα ανωτέρω κείμενα, καθώς και το ΓΠΧΣΑΑ προτείνουν τα εν λόγω κέντρα να αποτελέσουν αναπτυξιακό τρίπολο καθώς σχηματίζουν στο χώρο ένα νοητό τρίγωνο, το οποίο έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει συμπληρωματικά.

Καθίσταται, επομένως, εμφανής μια προσπάθεια εξέλιξης σε τοπικό επίπεδο και διάχυσης αυτής σε εθνικό και βαλκανικό, μέσω της αξιοποίησης των συγκριτικών πλεονεκτημάτων των εν λόγω αστικών περιοχών. Η εδαφική γειτνίαση και τα κοινά τους χαρακτηριστικά (πόλεις μεσαίου πληθυσμιακού μεγέθους, έδρες ΠΕ) αποτελούν ικανή συνθήκη και ισχυρό διαφαίνοντα λόγο για την εμφάνιση δικτυώσεων και σχέσεων συμπληρωματικότητας. Οι σχέσεις καλύπτουν ευρύ φάσμα, τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, καθώς τα μελετώμενα κέντρα αναπτύσσουν ημερήσια συστήματα με ολοένα αυξανόμενες τάσεις, λόγω της μικρής μεταξύ τους απόστασης και του περιορισμού των χρονοαποστάσεων μέσω διαρκώς βελτιούμενων οδικών έργων.

Όσον αφορά ορισμένα γενικά στοιχεία, η ευρύτερη περιοχή Δράμας, η οποία βάσει ΠΠΧΣΑΑ ΑΜΘ (2003) κατατάσσεται στους Λοιπούς Εθνικούς Πόλους, χαρακτηρίζεται ως αγροτική με εξειδίκευση στους τομείς της εξορυκτικής και λατομικής δραστηριότητας. Αν και έχει δεχτεί ισχυρό πλήγμα -ιδίως τα τελευταία έτη- λόγω της συρρίκνωσης αρκετών βιοτεχνιών και μικρών βιομηχανιών, βασιζόμενη στις λατομικές περιοχές που διαθέτει, κατάφερε να εδραιωθεί ως δυναμικό κέντρο εξόρυξης, επεξεργασίας και διάθεσης μαρμάρου. Επιπλέον, στην αναπτυξιακή πορεία της περιοχής συμβάλλει σημαντικά η επεξεργασία αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, με κυρίαρχες την παραγωγή οίνου και την επεξεργασία δασικών παραγώγων.

Η ευρύτερη περιοχή Καβάλας, το αστικό κέντρο της οποίας βάσει ΠΠΧΣΑΑ ΑΜΘ (2003) κατατάσσεται στους Δευτερεύοντες Πόλους, θεωρείται η πλέον αναπτυγμένη της περιφέρειας ΑΜΘ. Κατά τα τελευταία έτη βιώνει τις συνέπειες μιας οικονομικής μετάβασης λόγω αποδυνάμωσης του δευτερογενούς τομέα, αλλά παρόλα αυτά εμφανίζει έντονη εξειδίκευση στους κλάδους της αλιείας, της άντλησης πετρελαίου και παραγωγής προϊόντων από τη διύλισή του, στην εξορυκτική και λατομική δραστηριότητα καθώς και στην παραγωγή χημικών ουσιών και προϊόντων από μη μεταλλικά ορυκτά. Επιπλέον, η ύπαρξη λιμένα και αερολιμένα εθνικής σημασίας στην περιοχή ενισχύει τις προοπτικές για την περεταίρω ανάπτυξη και αύξηση της ελκυστικότητάς της.
Η ευρύτερη περιοχή Ξάνθης, η οποία βάσει ΠΠΧΣΑΑ ΑΜΘ (2003) κατατάσσεται στους Λοιπούς Εθνικούς Πόλους, χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερης αξίας φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Για αρκετές δεκαετίες η οικονομία της στηρίχθηκε στην αγροτική παραγωγή, εμφανίζοντας εξαιρετικά υψηλά επίπεδα εξειδίκευσης στον τομέα της καπνοβιομηχανίας και μια σχετική δυναμική στην παραγωγή προϊόντων από πλαστικό και αλουμίνιο. Ωστόσο, η συρρίκνωση του πρώτου κλάδου επέβαλε την αναδιάρθρωση της παραγωγικής της βάσης και τελικά τη διαφοροποίησή της, γεγονός που διαφαίνεται από μια προσπάθεια προσανατολισμού της τα τελευταία χρόνια στην ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού.

Οι εξεταζόμενοι πόλοι αναπτύσσουν ως ένα βαθμό σχέσεις συμπληρωματικότητας, πρέπει όμως να τονιστεί πως η ένταση και το περιεχόμενο αυτών διαφέρει ανάλογα την περίπτωση. Συγκεκριμένα, μεταξύ των αστικών περιοχών Δράμας, Καβάλας και Ξάνθης έντονες σχέσεις συνεργασίας καταγράφονται στους κλάδους της βιομηχανίας και των εξαγωγών, διότι αφενός στο παρελθόν λόγω των ειδικών κινήτρων που παρέχονταν στις περιοχές της Θράκης οι μεγάλες βιομηχανίες χωροθετούνταν πάνω στον άξονα Καβάλας -Ξάνθης (προς την Ξάνθη) και αφετέρου τα παραγόμενα από τις τρεις περιοχές προϊόντα εξάγονται μέσω του λιμένα και του αερολιμένα της Καβάλας σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο. Επιπλέον, συμπληρωματικότητα μεταξύ των τριών πόλων παρατηρείται στους τομείς της επιχειρηματικότητας (συγκέντρωση των επιχειρηματικών κέντρων των τραπεζών της ΑΜΘ στην Καβάλα και συνεπώς εξυπηρέτηση των μεγάλων επιχειρήσεων της Περιφέρειας) και του τουρισμού, ιδίως του χειμερινού, καθώς συνθέτουν μια «τουριστική ζώνη» με ιδιαίτερη φυσική, πολιτιστική και πολιτισμική αξία.

Μεταξύ των κέντρων Δράμας και Καβάλας καταγράφονται έντονες δικτυώσεις όσον αφορά τις χερσαίες μεταφορές, διότι η εξυπηρέτηση της ευρύτερης περιοχής Δράμας πραγματοποιείται μέσω της Εγνατίας Οδού που διασχίζει την Καβάλα και ταυτόχρονα οι μεθοριακοί σταθμοί της πρώτης και οι κάθετοι άξονες που τη συνδέουν με τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα ευνοούν τη δυνατότητα ανάπτυξης διασυνοριακών σχέσεων, τις κοινωνικές υποδομές (υπηρεσίες και νέο νοσοκομείο Καβάλας) και την εκπαίδευση (παραρτήματα του ΤΕΙ Καβάλας είναι χωροθετημένα στη Δράμα). Τέλος, μεταξύ των αστικών κέντρων Δράμας και Ξάνθης εμφανίζονται σχέσεις συνεργασίας αναφορικά με την προστασία του περιβάλλοντος, λόγω της από κοινού διαχείρισης του ορεινού όγκου της Ροδόπης και του ποταμού Νέστου.

Με βάση τα παραπάνω, συμπεραίνεται ότι το σύμπλεγμα Δράμα - Καβάλα - Ξάνθη εμφανίζει χαρακτηριστικά ικανά ώστε να λειτουργήσει ως αναπτυξιακό τρίπολο. Ωστόσο στην πραγματικότητα οι μεταξύ τους σχέσεις διαφέρουν στην ένταση -ανάλογα με το θεματικό πεδίο- και σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ανύπαρκτες ή περιορισμένες. Κοινό παρονομαστή για τις δικτυώσεις και των τριών πόλων αποτελούν οι τομείς της βιομηχανίας, της επιχειρηματικότητας και του τουρισμού. Η πλέον ευνοημένη περιοχή είναι η Καβάλα, η οποία λόγω συγκριτικών πλεονεκτημάτων εμφανίζει στενές σχέσεις συνεργασίας με τη Δράμα, σε μια προσπάθεια άρσης της απομόνωσης και του περιθωριακού χαρακτήρα της τελευταίας, και λιγότερο έντονες με την Ξάνθη, η οποία λόγω ειδικών κινήτρων ως ΠΕ της Θράκης χαρακτηριζόταν διαχρονικά από μια σχετική αυτονομία. Παρόλα αυτά, τροχοπέδη στην περαιτέρω σύσφιξη των μεταξύ τους σχέσεων στάθηκε σε πολλές περιπτώσεις και η τοπική κοινωνία, καθώς εμφανίστηκε ανέτοιμη και απρόθυμη να τις δεχτεί, πραγματικότητα που διαφάνηκε από πληθώρα προσπαθειών του παρελθόντος για κοινό χωροταξικό σχεδιασμό και οργάνωση, οι οποίες τελικά απορρίφθηκαν. Επομένως, η απουσία περιφερειακής συνείδησης για ισόρροπη και πολυκεντρική ανάπτυξη έφερε στην επιφάνεια σχέσεις ανταγωνισμού παρά συνεργασίας.

Συμπερασματικά, μπορεί να σημειωθεί πως παρά την πρόταση των τριών αστικών περιοχών ως ενός τριπόλου ανάπτυξης, στην πραγματικότητα εντοπίζονται δύο δίπολα και συγκεκριμένα Δράμα - Καβάλα και Καβάλα - Ξάνθη ή και ακόμη ένα άλλο δίπολο της μορφής Δράμα - Καβάλα-Ξάνθη. Ωστόσο, το παρόμοιο προφίλ και τα κοινά χαρακτηριστικά των ανωτέρω περιοχών εξακολουθούν να αποτελούν λόγο ανάπτυξης στενότερων σχέσεων συμπληρωματικότητας, οι οποίες σε συνδυασμό με τις κατάλληλες χωροταξικές επεμβάσεις, δράσεις και ρυθμίσεις θα σταθούν ικανές να εκκινήσουν την αναπτυξιακή διαδικασία στην ευρύτερη περιοχή.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Στην προσπάθεια επίτευξης μιας περισσότερο πολυκεντρικής ανάπτυξης στην Ελλάδα, σημαντικό ρόλο έχει διαδραματίσει τόσο ο αναπτυξιακός (ΕΣΠΑ 2007-2013) όσο και ο χωροταξικός σχεδιασμός της χώρας. Ειδικότερα, όσον αφορά το Εθνικό (ΓΠΧΣΑΑ) αλλά και τα Περιφερειακά Χωροταξικά (ΠΠΧΣΑΑ), οι πόλοι ανάπτυξης που προτείνονται διαμορφώνουν ένα αρκετά ισορροπημένο αστικό σύστημα, στο οποίο εκτός από τα μεμονωμένα αστικά κέντρα, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν και οι συνδυασμοί πόλεων, δηλαδή τα δίπολα/τρίπολα. Η ευρεία αυτή αναφορά των Χωροταξικών Σχεδίων σε συμπληρωματικές πόλεις/πόλους, είναι απολύτως αναμενόμενη καθώς το έως σήμερα αστικό σύστημα της χώρας διέθετε πολύ λίγα αστικά κέντρα με δυνατότητα να αποτελέσουν από μόνα τους αυτόνομα αναπτυξιακά κέντρα/ζώνες εθνικού επίπεδου.

Ωστόσο αυτό που γίνεται αντιληπτό από την εξέταση της μελέτης περίπτωσης, είναι ότι προκειμένου να λειτουργήσουν συμπληρωματικά δύο ή/και περισσότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους, υπό τη μορφή διπόλων/τριπόλων θα πρέπει:
- να εντάσσονται σε ενιαίο χωροταξικό σχεδιασμό (τύπου Ρυθμιστικού Σχεδίου ή ενιαίας εκπόνησης ΓΠΣ), για να αποφεύγεται το ενδεχόμενο αντικρουόμενων ή και ασύνδετων κατευθύνσεων σχεδιασμού μεταξύ τους.
- να αποδίδονται συμπληρωματικές και όχι ανταγωνιστικές λειτουργίες στα αστικά κέντρα, οι οποίες στο σύνολό τους θα διαμορφώνουν μια αυτόνομη και ισχυρή ζώνη ανάπτυξης. Τέλος, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η προώθηση των διπόλων/τριπόλων που
προτείνονται στα διάφορα επίπεδα σχεδιασμού, αναμένεται να συμβάλει καθοριστικά όχι απλώς στην επιθυμητή πολυκεντρική ανάπτυξη αλλά κυρίως στην ενδυνάμωση της ελληνικής υπαίθρου και δη της ενδοχώρας των διπόλων/τριπόλων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου