Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Στρατηγικός χωρικός σχεδιασμός σε περίοδο κρίσης :Η περίπτωση των Μητροπολιτικών περιοχών


#Ε. Θωίδου
Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης Πολυτεχνικής Σχολής ΑΠΘ

Κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες ο αναβαθμισμένος ρόλος των μητροπολιτικών περιοχών στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και του χωρικού ανταγωνισμού καθώς και η πολυπλοκότητα των προβλημάτων τους, ανέδειξαν τον ρόλο του στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού. 
Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές μητροπόλεις καταρτίσθηκαν στρατηγικά σχέδια για να κατευθύνουν την ανάπτυξη και τη χωρική τους οργάνωση βασισμένα σε φιλόδοξα οράματα, αξιοποιώντας μορφές μητροπολιτικής διακυβέρνησης. Το πρότυπο αυτό γρήγορα μεταφέρθηκε σε μητροπόλεις της περιφέρειας, όπως οι Ελληνικές, που επιδιώκουν να βελτιώσουν τη σχετική τους θέση σε υπερεθνικά σύνολα. Ωστόσο, μετά το 2008 συνειδητοποιείται ότι οι μητροπολιτικές περιοχές και οι περιφέρειες στην Ευρώπη αλλά και παγκόσμια βρίσκονται εκτεθειμένες σε ευρύτερες απειλές και κινδύνους που τις καθιστούν περισσότερο ή λιγότερο 'ευπαθείς'. Η οικονομική κρίση συνδέεται άμεσα με τις απειλές αυτές, κάνοντας επιτακτική την αναθεώρηση πολλών μέχρι τώρα δεδομένων, ιδίως για τις μητροπολιτικές περιοχές όπου εκδηλώνεται με τον πλέον έντονο τρόπο. Ο στρατηγικός χωρικός σχεδιασμός βρίσκεται αντιμέτωπος με την ανάγκη για νέου είδους προσαρμοστικότητα ώστε να συμβάλει στην περιφερειακή 'ανθεκτικότητα'. Στις μητροπολιτικές περιοχές της Ελλάδας, όπου ήδη εμφανίζονται οι συνέπειες της κρίσης, ο στρατηγικός χωρικός σχεδιασμός, όπως τυπικά πραγματοποιείται με τα Ρυθμιστικά Σχέδια για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, βρίσκεται σε φάση επικαιροποίησης. 
Ανακύπτουν έτσι ερωτήματα για τις συνέπειες της κρίσης στον στρατηγικό σχεδιασμό και για τον αναπροσανατολισμό του με βάση τις νέες συνθήκες των μητροπολιτικών περιοχών. Τα ερωτήματα αυτά προσεγγίζονται στο παρόν άρθρο, με σύντομη αναφορά και στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης.


1. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ 
1.1. Η ανάδειξη του στρατηγικού σχεδιασμού
Στις συνθήκες της παγκοσμιοποίησης και του χωρικού ανταγωνισμού που εντάθηκαν τις δύο προηγούμενες δεκαετίες, τα αστικά κέντρα και ιδίως οι μητροπολιτικές περιοχές λειτουργώντας σε παγκόσμιες δικτυώσεις ανέλαβαν ρόλο καθοδήγησης της ανάπτυξης των ευρύτερων περιφερειών και των χωρών τους. Συγκεντρώνοντας το σύνολο σχεδόν των τριτογενών και μεγάλο μέρος των δευτερογενών δραστηριοτήτων, αποτέλεσαν το κύριο παράδειγμα σύνδεσης της διαδικασίας οικονομικής ανάπτυξης και αναδιάρθρωσης με τον χώρο. Η ενίσχυση της αστικής ανταγωνιστικότητας αποτέλεσε τον 'σκληρό πυρήνα' των αστικών πολιτικών, εκφράζοντας μια στροφή των κυβερνήσεων και των τοπικών αρχών προς στόχους οικονομικής αποδοτικότητας αντί της κοινωνικής ισότητας μέσω της αναδιανομής, που είχε επικρατήσει την προηγούμενη περίοδο (Θωίδου και Φουτάκης 2006). Έτσι ήταν σε αντίθεση με τις παλαιότερες, Κευνσιανού τύπου πολιτικές που στόχευαν κυρίως "στη διατοπική ισότητα και την αποτελεσματικότερη παροχή δημόσιων υπηρεσιών" (Brenner 2003).

Η δυσκολία των παραδοσιακών εργαλείων χωρικού σχεδιασμού να χειριστούν την πολυπλοκότητα των μητροπολιτικών περιοχών και τους νέους ρόλους τους, τα αδιέξοδα των αποσπασματικών πρακτικών της δεκαετίας του 1980, τα προβλήματα εξαιτίας της διάκρισης μεταξύ φυσικού σχεδιασμού και αναπτυξιακού προγραμματισμού, οδήγησαν στην αναβίωση του στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού. Όπως αναφέρει ο Albrechts (2011) υπήρχε ανάγκη για προσεγγίσεις που προχωρούν πέρα από τον φυσικό σχεδιασμό προκειμένου να προωθήσουν έννοιες σχεδιασμού όπως "μαθησιακές περιφέρειες, κοινότητες της γνώσης, περιοχές βιομηχανικής συγκέντρωσης, συμπαγείς πόλεις, κατοικήσιμες πόλεις, δημιουργικές πόλεις, πολυπολιτισμικές πόλεις, δίκαιες πόλεις". Ο σύγχρονος στρατηγικός σχεδιασμός διαφοροποιείται τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη διαδικασία η οποία ίσως είναι η πλέον διακριτή διαφοροποίηση, καθώς συνδέεται στενά με τη χωρική διακυβέρνηση. Συχνά συνδυάστηκε με έναν ιδιαίτερο τύπο διακυβέρνησης που διευκόλυνε την εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στη διαδικασία χωρικού σχεδιασμού. Για τα σχήματα αυτά έχει διατυπωθεί κριτική για το κατά πόσο προάγουν τη δημοκρατικότητα του σχεδιασμού (Βασενχόβεν 2002).

Πρόσφατα, ο στρατηγικός σχεδιασμός συνδέθηκε με την αντιμετώπιση της ευπάθειας των μητροπολιτικών περιοχών και με την επιδίωξη της ανθεκτικότητάς τους (Dos Santos and Partidario 2011), καθώς η οπτική αυτή φαίνεται κατάλληλη "για να 'φωτίσει' τις περιφερειακές αλλαγές και να συνδέσει διαφορετικούς τύπους πιέσεων με εναλλακτικά πλαίσια ανθεκτικότητας" (Pendall et al 2010) σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων πιέσεων λόγω της οικονομικής κρίσης.

1.2. Εκφάνσεις της κρίσης στις μητροπολιτικές περιοχές
Στις μητροπολιτικές περιοχές η κατάσταση επιβαρύνεται λόγω της αυξανόμενης πολυπλοκότητας των λειτουργιών και των θεσμών τους. Οι πιέσεις εντείνονται εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής καθώς και των τεχνολογικών και φυσικών κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένες (Greiving et al 2011). Οι πιθανές καταστροφές σε συνδυασμό με την ικανότητα αντιμετώπισής τους, διαμορφώνουν την ευπάθεια των μητροπολιτικών περιοχών (όπως αποδίδεται ο όρος 'vulnerability' σε αντίστοιχες περιπτώσεις, βλ. π.χ. ΕΕ 2008 και EE 2010). Η έννοια αυτή ορίζεται ως "το σύνολο των συνθηκών και διαδικασιών που προκύπτουν από φυσικούς, κοινωνικούς, οικονομικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες, που αυξάνουν την ευαισθησία μιας κοινότητας στις επιπτώσεις των κινδύνων. Η ευπάθεια προσδιορίζεται από τη δυνατότητα μιας κοινότητας να αντιδρά και να αντέχει μια καταστροφή", δηλαδή από την "ικανότητα αντιμετώπισης" (GTK et al 2003). Η ευπάθεια των μητροπολιτικών περιοχών σημαίνει ότι, καθώς λειτουργούν ως κόμβοι ροών αγαθών, υπηρεσιών, ανθρώπων και πληροφορίας, ενισχύεται "η πιθανότητα να συμβούν όλα τα είδη καταστροφών" (November 2004, αναφέρεται στο Gralepois 2009).

Από το 2008 αρκετές μητροπολιτικές περιοχές υφίστανται τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης (Cohen 2011), αφού συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο ποσοστό του πληθυσμού και των οικονομικών δραστηριοτήτων που πλήττονται από αυτήν. Η κρίση έχει πολλαπλές αρνητικές επιδράσεις ιδίως σε ορισμένες περιοχές, καθώς έχει αλληλοσυνδεόμενες κοινωνικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις (δημογραφική, ανθρωπιστική, ενεργειακή, κ.ά.). Οι επιδράσεις διαφέρουν μεταξύ ηπείρων, χωρών, μητροπολιτικών περιοχών, ανάλογα με το πώς και πότε εκδηλώνεται η οικονομική κρίση και σε ποια φάση της βρίσκεται, την προηγούμενη κατάστασή τους και άλλους επιμέρους παράγοντες (Clark 2009).

Έτσι, οι έννοιες του κινδύνου και της ευπάθειας εκτείνονται πλέον και σε σύγχρονα κοινωνικο-οικονομικά ζητήματα που συνδέονται με την οικονομική κρίση (CJRES 2010), με έμμεσο και με άμεσο τρόπο. Έμμεσα, η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης μιας περιοχής μπορεί να αυξάνει την ευπάθειά της, αφού η έννοια αυτή περικλείει την ικανότητα για αντιμετώπιση του κινδύνου η οποία σε σημαντικό βαθμό συνδέεται με παράγοντες οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης που υποβαθμίζονται, όπως το κατά κεφαλήν εθνικό προϊόν (GTK et al 2003). Άμεσα, η οικονομική κρίση επηρεάζει την ευπάθεια των περιοχών αποτελώντας η ίδια τον καθαυτό κίνδυνο, με την έννοια ότι όχι μόνο επιτείνει την ευπάθεια των περιοχών αλλά και την προκαλεί (Θωίδου 2012). Για παράδειγμα στις ΗΠΑ, όπου οι πρώτες προσεγγίσεις αφορούσαν φυσικούς και τεχνολογικούς κινδύνους όπως ο τυφώνας 'Κατρίνα', η οικονομική κρίση έδωσε νέο περιεχόμενο στην ευπάθεια των μητροπολιτικών περιοχών με τις χωρικές επιπτώσεις των μαζικών κατασχέσεων κατοικιών και την ανάπτυξη αντίστοιχων στρατηγικών (Swanstrom et al 2009). Μάλιστα, η μεθοδολογία για την αντιμετώπιση της ευπάθειας λόγω φυσικών κινδύνων όπως οι σεισμοί αξιοποιείται κατά τη θεώρηση των κινδύνων λόγω της οικονομικής κρίσης (Cohen 2011).

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι συνέπειες μιας τέτοιας ριζικής αλλαγής γίνονται ορατές στο ανθρωπογενές και το φυσικό περιβάλλον και στο σύνολο της κοινωνικο-οικονομικής δραστηριότητας στις μητροπολιτικές περιοχές. Από τη δεκαετία του 1980 ήταν φανερές οι συνέπειες της κρίσης της προηγούμενης δεκαετίας στον δημόσιο χώρο με την εικόνα της υποβάθμισής του. Η κρίση εκείνη αλλού φάνηκε πως ξεπεράστηκε με βάση το μοντέλο της ανταγωνιστικής πόλης και την ενεργή συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στις επενδύσεις για την οργάνωση και αναβάθμιση του χώρου, ενώ σε άλλες περιοχές ίσως απλά περιορίστηκε η ένταση και τα συμπτώματά της. Παρά τη γενική ανάκαμψη που ακολούθησε, ιδίως στον πυρήνα της Ευρωπαϊκής ηπείρου, κάποιες πόλεις που γενικά προσαρμόστηκαν με επιτυχία, προσπαθούν ακόμα να απαλείψουν σημάδια που άφησε εκείνη η κρίση, ενόψει της νέας (Guidoum 2010).

Η κατάσταση επηρεάζει όχι μόνο τον δημόσιο αλλά και τον μη δημόσιο χώρο, με χαρακτηριστική έκφραση στις νέες οικιστικές περιοχές που η ανάπτυξή τους σε μεγάλο βαθμό έχει βασιστεί στη λειτουργία του σύγχρονου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αν και σχετικές συνέπειες υπάρχουν στην Ισπανία και την Ιρλανδία, οι άμεσες εμφανείς συνέπειες στο δομημένο περιβάλλον εντοπίζονται κυρίως σε μητροπόλεις των ΗΠΑ με την κατάρρευση της αγοράς ακινήτων (Cohen 2011). Βέβαια, οι επιπτώσεις στην οικιστική οργάνωση είναι μια πλευρά των συνεπειών της κρίσης και συχνά η άμεσα ορατή. Επιπλέον, η κρίση επιδρά στον δημόσιο τομέα και στα θεσμικά και δημοσιονομικά μέσα του χωρικού σχεδιασμού ανάλογα με το πλαίσιο κάθε χώρας (Davies 2011). Οι συνέπειες μεγεθύνονται όταν επεκτείνονται σε όλες τις πλευρές της ζωής στην πόλη με μείωση των δημόσιων παροχών, ανεργία, αστική φτώχεια κ.ά. Εξαιτίας των διαφορών μεταξύ των περιοχών δεν είναι εφικτή η αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης με ενιαίο τρόπο, αλλά σε κάθε περίπτωση αναδεικνύεται η ανάγκη κινητοποίησης του σχεδιασμού.

3. ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΟΣ ΧΩΡΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ 
3.1. Σχεδιάζοντας για την ανθεκτικότητα
Η ανθεκτικότητα ορίζεται από τον ΟΗΕ ως "η ικανότητα ενός κοινωνικού ή οικολογικού συστήματος να απορροφά τις διαταραχές ενώ διατηρεί την ίδια βασική δομή και τρόπους λειτουργίας, η ικανότητα για αυτο-οργάνωση και η ικανότητα να προσαρμόζεται στις πιέσεις και να αλλάζει" (IPCC 2007). Αν και η αφετηρία της είναι το πεδίο των φυσικών επιστημών και των οικοσυστημάτων και αξιοποιείται κυρίως στην προσπάθεια αντιμετώπισης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, η έννοια της ανθεκτικότητας μεταφέρεται στη συνολική θεώρηση του αστικού και περιφερειακού χώρου σε συνθήκες κρίσης (Φουτάκης 2012) καθώς, στις περισσότερες περιπτώσεις που ο όρος χρησιμοποιείται για τις πόλεις ή τις περιφέρειες, εκλαμβάνεται ως η ικανότητα "ενός τοπικού κοινωνικο-οικονομικού συστήματος να ανακάμπτει από ένα σοκ ή μια διαταραχή" (Martin 2012). Κατά τους Dos Santos and Partidario (2011) ανθεκτικά είναι τα συστήματα που είναι "περισσότερο προσαρμοστικά στις αλλαγές ... πιο ικανά να μαθαίνουν και λιγότερο ευπαθή σε διαταραχές και εξωτερικά σοκ (π.χ. φυσικά φαινόμενα, οικονομικές κρίσεις, ή πολιτικές αλλαγές)". Σύμφωνα με τους ίδιους:
"O σχεδιασμός για την ανθεκτικότητα . δεν αφορά τη δημιουργία νέων τυπικών σχεδίων ούτε την εισαγωγή νέων προσανατολισμών αλλά αντίθετα αφορά το πώς θα αυξηθεί η ευαισθητοποίηση σχετικά με μια προοπτική περισσότερο δεκτική σε αλλαγές ... Η μετάβαση από 'εντολή και έλεγχο' σε 'μάθηση και προσαρμογή' επίσης σημαίνει ότι δίνεται μεγαλύτερη σημασία στο 'να ενταχθούν οι άνθρωποι σε μια προοπτική βασισμένη στις διαδικασίες' και λιγότερο στη 'διαδικασία παραγωγής ενός σχεδίου σε χαρτί' " (ό.π.).

Με βάση αυτά τα χαρακτηριστικά ο σχεδιασμός για την ανθεκτικότητα συνδυάζεται με τον 'νέο' στρατηγικό χωρικό σχεδιασμό (Albrechts 2011), αφού και για τους δύο κεντρικό ρόλο έχει η διαδικασία, ενώ το περιεχόμενό τους δεν αφορά λεπτομερή και δεσμευτικά σχέδια. Ο σύγχρονος σχεδιασμός για την ανθεκτικότητα των χωρικών συστημάτων, καθώς στοχεύει στη μείωση της ευπάθειας άρα στην ικανότητα αντιμετώπισης των κινδύνων, δίνει βαρύτητα στην ενίσχυση της θεσμικής ικανότητα μέσα από τις διαδικασίες σχεδιασμού και τη συμμετοχή των πολιτών. Γενικότερα μπορεί να υποστηριχτεί ότι ο σύγχρονος στρατηγικός σχεδιασμός λαμβάνοντας υπόψη την ευπάθεια και την ανάγκη για ανθεκτικότητα των μητροπολιτικών περιοχών μπορεί να ανταποκριθεί καλύτερα σε μια βασική -κατά τον Albrechts (2011)- αποστολή, την "ανάγκη για μακροπρόθεσμη σκέψη με σκοπό την επιστροφή σε μια πιο ρεαλιστική και αποτελεσματική μέθοδο".

Αλλά στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης και ο χωρικός σχεδιασμός εμφανίζεται ιδιαίτερα ευπαθής ενώ ζητούμενο είναι, μεταξύ άλλων, η ανθεκτικότητά του. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι τα θεσμικά και χρηματοδοτικά μέσα με τα οποία ασκείται υφίστανται πιέσεις και περιορισμούς. Σχετική είναι η αλλαγή που διαφαίνεται ως προς τον ρόλο του κράτους καθώς μια στροφή από νεοφιλελεύθερες προς περισσότερο παρεμβατικές πολιτικές εμφανίζεται σε ορισμένες περιπτώσεις, η οποία εντάσσεται στον 'νέο-Κεϋνσιανισμό': "καθώς οι κεντρικές υποθέσεις των δεκαετιών του 1990 και 2000 καταρρέουν" εμφανίζονται νέες ευκαιρίες "για εναλλακτικές ατζέντες, λιγότερο προσανατολισμένες στην οικονομική μεγέθυνση" (Raco 2009).

3.2. Στρατηγικός σχεδιασμός μητροπολιτικών περιοχών στην Ελλάδα
Οι δύο μητροπολιτικές περιοχές της χώρας έχουν σταθερά κεντρικό ρόλο στη χωρική ανάπτυξη και πρωταγωνίστησαν σε στρατηγικές προώθησης της αστικής ανταγωνιστικότητας: η Αθήνα μετά το 2000 μέσω της προσπάθειας αναπροσανατολισμού του παραγωγικού και χωρικού μοντέλου της με άξονα τους Ολυμπιακούς αγώνες και η Θεσσαλονίκη με το όραμα της πρωτεύουσας των Βαλκανίων στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Σήμερα οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης είναι εμφανείς στα μεγέθη της οικονομίας και της απασχόλησης, στη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, στην υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και υποδομών, στις κοινωνικές και περιβαλλοντικές εκφάνσεις της κρίσης που οξύνονται στις δύο μητροπολιτικές περιοχές (Χατζημιχάλης 2011).
Ο χωρικός σχεδιασμός για αυτές, αν και ξεκίνησε φιλόδοξα με τα Ρυθμιστικά Σχέδια (ΡΣ) το 1985, δεν μπόρεσε να παρακολουθήσει τις ενδιάμεσες προκλήσεις, καταφεύγοντας σε αποσπασματικές προσαρμογές κατά περιόδους, ιδίως για την Αθήνα. Παρόλο που τα Σχέδια αυτά έδωσαν σχετικά μεγάλη έμφαση σε ζητήματα φυσικού σχεδιασμού (Γιαννακούρου 2003), χαρακτηρίστηκαν ως κύρια εργαλεία στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού στη χώρα ήδη από τη δεκαετία του 1990 (EC 1997). Από το 2003 ξεκίνησε η διαδικασία επικαιροποίησής τους και σήμερα έχουν ολοκληρωθεί οι σχετικές μελέτες, έχει γίνει δημόσια διαβούλευση και τροποποιήσεις και μέχρι πρόσφατα ήταν σε αναμονή η θεσμοθέτησή τους.

Αν ληφθεί υπόψη ότι βασικά χαρακτηριστικά του σύγχρονου στρατηγικού σχεδιασμού αποτελούν η προώθηση νέων ιδεών και η εξειδίκευση με δράσεις για την εφαρμογή του (Θωίδου 2010), μπορεί να υποστηριχτεί ότι τα δύο νέα ΡΣ έχουν χαρακτηριστικά στρατηγικών σχεδίων. Για παράδειγμα, στο σχέδιο του νέου ΡΣ Θεσσαλονίκης (ΡΣΘ) ο στρατηγικός χαρακτήρας αναδεικνύεται από το γεγονός ότι υιοθετούνται νέες ιδέες με άξονα τη βιώσιμη ανάπτυξη και, επίσης, με την πρόβλεψη ενός 'προγράμματος δράσης' για την υλοποίηση των προτάσεων. Αλλά, καθώς τα νέα ΡΣ επικαιροποιούν τα προηγούμενα, φαίνεται πως ο χαρακτήρας τους επηρεάζεται από τον έντονα ρυθμιστικό ρόλο των τελευταίων. Σε ό,τι αφορά τη διαδικασία, έχουν γίνει βήματα για δημοσιότητα, δημόσια διαβούλευση και συμμετοχή με αξιοποίηση μορφών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, που όμως απέχουν από την "ευρεία και διαφοροποιημένη εμπλοκή στη διάρκεια της διαδικασίας σχεδιασμού" όπως προσδιορίζεται ως χαρακτηριστικό του στρατηγικού σχεδιασμού από τον Albrecthts (2001, αναφέρεται στο Θωίδου 2010).

Ωστόσο, οι γενικότερες αλλαγές λόγω της οικονομικής κρίσης εντός και εκτός της χώρας, με έντονες γεωγραφικές διαστάσεις και άμεση έκφραση στη ριζική περικοπή των δημόσιων δαπανών και τους αρνητικούς ρυθμούς ανάπτυξης, συνθέτουν ένα νέο πλαίσιο (Hadjimichalis 2011), διαφορετικό από αυτό των αρχών της δεκαετίας του 2000 οπότε είχε ξεκινήσει η επικαιροποίηση των ΡΣ. Ήδη, η επιστημονική συζήτηση για την οικονομική κρίση και τις συνέπειές της στη χωρική ανάπτυξη και τη χωρική οργάνωση έχει ανοίξει (βλ. π.χ. το 10ο Συνέδριο του Ελληνικού Τμήματος της ERSA) και είναι εύλογο το ερώτημα πως μπορεί να αξιοποιηθεί για τα δύο νέα ΡΣ.
Ενδεικτικά γίνεται στο σημείο αυτό αναφορά στις επιλογές του σχεδίου του νέου ΡΣ της Θεσσαλονίκης, ως μια αρχική προσέγγιση σε ένα ζήτημα που ενδείκνυται για περαιτέρω διερεύνηση. Στο σχέδιο νόμου (ΟΡ.ΘΕ. 2012) εξαρχής δηλώνεται ότι:
"Συνολική στρατηγική του νέου Ρυθμιστικού Σχεδίου Θεσσαλονίκης αποτελεί η επιδίωξη της βιώσιμης ανάπτυξης, στα πλαίσια της οποίας η οικονομική ανάπτυξη, η κοινωνική συνοχή και η προστασία του περιβάλλοντος οφείλουν να αποτελούν αναπόσπαστες, ισότιμες και αλληλοσυμπληρούμενες συνιστώσες". 

Τίθενται τρεις στρατηγικοί στόχοι:
"(α) Προώθηση της ανάπτυξης, ανταγωνιστικότητας και καινοτομίας και ενίσχυση της διεθνοποίησης. (β) Προώθηση της χωρικής και της κοινωνικής συνοχής, και βελτίωση της ποιότητας ζωής. (γ) Εξασφάλιση της οικολογικής ισορροπίας, και προστασία φυσικών και πολιτιστικών πόρων".

Βασικά σημεία της εξειδίκευσης των στόχων του ΡΣΘ, τόσο για το σύνολο της περιοχής αναφοράς όσο και για τις επιμέρους χωρικές ενότητες, συνδέονται με επιλογές χωρικής ανάπτυξης και χωρικής οργάνωσης των μητροπολιτικών περιοχών που είχαν ευρεία αποδοχή και εφαρμογή κατά τις δύο προηγούμενες δεκαετίες. Όμως οι επιλογές αυτές θα πρέπει να θεωρηθούν στο νέο τους πλαίσιο, δεδομένου ότι, γενικότερα, "οι υποθέσεις που υποστήριξαν τα συστήματα σχεδιασμού και τις στρατηγικές για τις πόλεις κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000 έχουν υπονομευτεί ραγδαία καθώς το κράτος πρόνοιας συρρικνώθηκε και η διαθεσιμότητα των επενδύσεων του ιδιωτικού τομέα περιορίζεται όλο και περισσότερο" (Raco and Flint 2012). Για παράδειγμα, η επιδίωξη της χωρικής ανταγωνιστικότητας ως στοιχείο του κεντρικού προσανατολισμού του νέου ΡΣΘ (στόχος (α)), συνδέεται με το γενικότερο αναπτυξιακό πλαίσιο το οποίο αναδιαμορφώνεται με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας και ίσως δεν είναι πάντοτε συμβατή με την ανθεκτικότητα των χωρικών συστημάτων (Φουτάκης 2012). Παράλληλα προτείνεται (ΣΕΜΠΧΠΑ-ΠΤΒΕ 2011) ότι εκτός από την κρίση πρέπει να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες που μεταβάλλονται, όπως ο ρόλος του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών.

Ορισμένες ειδικότερες επιλογές του ΡΣΘ φαίνεται να αποκτούν ιδιαίτερη σημασία στις νέες συνθήκες, με την έννοια ότι συνδέονται με τη μορφή της οικιστικής ανάπτυξης και παράλληλα επηρεάζονται από τον δραστικό περιορισμό των διαθέσιμων δημόσιων πόρων. Ενδεικτικά μπορεί να αναφερθούν δύο από τους στόχους που εξειδικεύουν τον παραπάνω γενικό στόχο (β) και αφορούν αστικές παρεμβάσεις: η "Στοχευμένη αντιμετώπιση των υποβαθμισμένων περιοχών και των θυλάκων κοινωνικού αποκλεισμού με επεξεργασία και εφαρμογή ολοκληρωμένων προγραμμάτων αστικής ανασυγκρότησης" και η "Προώθηση προγραμμάτων στρατηγικών παρεμβάσεων στο εσωτερικό του οικιστικού ιστού Ενδεικτικός είναι επίσης ο ειδικός στόχος για "Κάλυψη της πληθυσμιακής και οικονομικής ανάπτυξης κατά προτεραιότητα μέσα στην θεσμοθετημένη αστική πολεοδομημένη γη ." που εξειδικεύει τον στόχο (γ) και αφορά τις οικιστικές επεκτάσεις.  Γενικά οι επιλογές που αφορούν αστικές παρεμβάσεις και οικιστικές επεκτάσεις βρίσκονται σε στενή αλληλεπίδραση μεταξύ τους και επιπλέον επηρεάζονται από τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε μητροπολιτικής περιοχής και της κάθε χώρας (Ball 2010). Το γεγονός ότι ήδη προκρίνονται από το σχέδιο του νέου ΡΣΘ στο πλαίσιο της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, ενισχύει τη δυνατότητα να αξιοποιηθούν από τον στρατηγικό σχεδιασμό σε μια λογική ενίσχυσης της μητροπολιτικής ανθεκτικότητας. Συγκεκριμένα, οι αστικές παρεμβάσεις μπορεί να αποτελέσουν εργαλείο αντιμετώπισης προβληματικών καταστάσεων εντός των οικισμών, ενώ η ανάσχεση των οικιστικών επεκτάσεων σε συνδυασμό με την αρχή της συμπαγούς πόλης μπορεί να διευκολύνει την προσαρμογή στα νέα δεδομένα της οικονομίας. Παραπέρα μπορεί να αποτελέσουν στοιχεία νέων, "δημιουργικών μορφών του χωρικού σχεδιασμού για τη βιωσιμότητα" (Raco and Flint 2012).

Παράλληλα ο περιορισμός των διαθέσιμων δημόσιων πόρων αναδεικνύει ένα ακόμα πεδίο συμβολής του στρατηγικού σχεδιασμού, αυτό της ιεράρχησης των επιλογών και των προτεινόμενων παρεμβάσεων (ΔΙΠΕΧΩ ΚΜ 2011). Ο στρατηγικός σχεδιασμός καλείται να ιεραρχήσει τις επιλογές, αφού θέσει με σαφήνεια το πλαίσιο αρχών, αξιοποιώντας στο μέγιστο τη συμμετοχική διαδικασία λήψης αποφάσεων.

Σε ό,τι αφορά το ζήτημα της συμμετοχής, αν και έχει υιοθετηθεί η ρητορική της σύγχρονης χωρικής διακυβέρνησης, στο βαθμό που δεν έχουν αλλάξει γενικότερες δομές της διοίκησης δεν είναι βέβαιο ότι εξασφαλίζεται η ουσιαστική εκ των κάτω συμμετοχή που είναι προϋπόθεση του σχεδιασμού για την ανθεκτικότητα των μητροπολιτικών περιοχών. Επιπλέον, η σύνδεση της διαδικασίας του στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού με τη μητροπολιτική διακυβέρνηση, αν και ξεκίνησε φιλόδοξα, περιορίζεται στην πρωτοβουλία του κεντρικού κράτους. Προοπτικές θα μπορούσαν να αναζητηθούν στην ενεργοποίηση των νέων μητροπολιτικών και άλλων δομών της αυτοδιοίκησης στο πλαίσιο της πρόσφατης ή μελλοντικής αναδιοργάνωσής της (βλ. και ΔΙΠΕΧΩ ΚΜ 2011, ΣΕΜΠΧΠΑ-ΠΤΒΕ 2011).

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Στις συνθήκες της κρίσης ο ρόλος των στρατηγικών σχεδίων των μητροπολιτικών περιοχών είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς δεν αρκεί να εντοπιστούν τα προβλήματα αλλά χρειάζεται σχέδιο για την αντιμετώπισή τους. Σε αναλογία με τα χαρακτηριστικά του σχεδιασμού για την πρόληψη και διαχείριση των φυσικών και τεχνολογικών κινδύνων, οι διαστάσεις του στρατηγικού χωρικού σχεδιασμού μπορούν να αξιοποιηθούν για την αντιμετώπιση της ευπάθειας και την εξασφάλιση της ανθεκτικότητας των μητροπολιτικών περιοχών. Ειδικότερα:

Η στρατηγική διάσταση (μπορεί να) συμβάλει στην προσαρμογή των βασικών στρατηγικών στόχων στις νέες συνθήκες. Μπορεί επίσης να συμβάλει στην ιεράρχηση των επιλογών: καθώς οι πόροι περιορίζονται οι αποφάσεις για τη διάθεσή τους πρέπει να είναι καλά τεκμηριωμένες και στοχευμένες. Έτσι, για παράδειγμα, μπορούν να εξειδικευτούν οι επιλογές για το ποιες και τι είδους αστικές παρεμβάσεις θα πραγματοποιηθούν. Η χωρική διάσταση (μπορεί να) συνδέσει τις λειτουργίες και άρα τις χρήσεις γης με τους κινδύνους, καθώς αυτοί εκδηλώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να αντιμετωπιστεί το θέμα των οικιστικών επεκτάσεων σε συνδυασμό με τις παραπάνω επιλογές. Η θεσμική διάσταση (μπορεί να) συμβάλει στη βελτίωση της ικανότητας αντιμετώπισης των προβλημάτων μέσω ουσιαστικών διαδικασιών συμμετοχικού σχεδιασμού. Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα -αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων.

Το γεγονός ότι, όπως δηλώνεται στο σχέδιο του νέου ΡΣΘ, η βιώσιμη ανάπτυξη τίθεται εξαρχής ως πλαίσιο που 'καθοδηγεί' τις επιμέρους επιλογές, αποτελεί μια βασική Ίδιότητα' η οποία μπορεί να διασφαλίσει την προσαρμοστικότητα των Σχεδίων και τη συμβολή τους στη ζητούμενη ανθεκτικότητα των μητροπολιτικών περιοχών. Αν και η ολοκλήρωση των δύο νέων Ρυθμιστικών Σχεδίων γίνεται σε μια εποχή που τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά, τα Σχέδια αυτά μπορεί να αποτελέσουν ευκαιρία να ξανασκεφτούμε τον στρατηγικό σχεδιασμό, ευκαιρία να αποδεσμευτεί ο σχεδιασμός από προηγούμενα πρότυπα και διαδικασίες που δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Τώρα που οι μητροπολιτικές περιοχές στην Ελλάδα βρίσκονται μπροστά σε ιδιαίτερης φύσης και έντασης προβλήματα που δεν συναντώνται με τον ίδιο τρόπο σε άλλες περιοχές -οι οποίες θα μπορούσαν ίσως να λειτουργήσουν ως πρότυπα, όπως συνέβη στο παρελθόν- έχουν την πρόκληση να αναπτύξουν ενδογενώς τις δικές τους ικανότητες αντιμετώπισης.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου