Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

Διερευνώντας τον βαθμό "εξευρωπαϊσμού" των δομών και της φιλοσοφίας του συστήματος Τοπικού σχεδιασμού μέσω της Κ.Π Interreg

#Μ. ΛάζογλουΜεταπτυχιακός Φοιτητής, Σχολή Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών Ε.Μ.Π
#Γ. ΓριτζάςΛέκτορας, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης Α.Π.Θ

Η παρούσα εμπειρική έρευνα προσπαθεί να εντοπίσει αν και σε ποιο βαθμό επηρεάζονται οι δομές και διαδικασίες χωρικού σχεδιασμού και ανάπτυξης στην Ελλάδα, από τις αντίστοιχες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Ειδικότερα, η έρευνα εστιάζει αφενός στο τοπικό επίπεδο σχεδιασμού/ανάπτυξης και αφετέρου στις επιπτώσεις εφαρμογής μιας συγκεκριμένης Κοινοτικής Πρωτοβουλίας (Κ.Π. Interreg) στο Δήμο Σιντικής της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών. Τα αποτελέσματα της εμπειρικής έρευνας, αποδεικνύουν πως απουσιάζουν στοιχεία που αποδεικνύουν τον εκτεταμένο «εξευρωπαϊσμό» των φορέων και του συστήματος χωρικού σχεδιασμού στην περιοχή μελέτης.


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Το γενικότερο ζήτημα, στην έρευνα του οποίου επιδιώκει να συμβάλει η παρούσα μελέτη, είναι αν και σε ποιο βαθμό οι δομές και διαδικασίες χωρικού σχεδιασμού και ανάπτυξης στην Ελλάδα, επηρεάζονται από τις αντίστοιχες που υιοθετούνται στο επίπεδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 
Ειδικότερα, η υπόθεση εργασίας της έρευνας, είναι ότι σε τοπικό επίπεδο δεν παρατηρείται σε σημαντικό βαθμό εκείνο το σύνολο των χαρακτηριστικών που θα υποδήλωνε μία σαφή αλλαγή στάσης στις πεποιθήσεις, τις αξίες και τις προτεραιότητες των εμπλεκόμενων φορέων με το σχεδιασμό, αλλαγή που θα αφορούσε στις ίδιες τις δομές σχεδιασμού και θα αντιμετώπιζε τις όποιες αδυναμίες με ουσιαστικό τρόπο. Συνεπώς, υπάρχει μικρή ή και ασήμαντη εκδήλωση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών «εξευρωπαϊσμού» σε τοπικό επίπεδο. Το εμπειρικό τμήμα της έρευνας, εστιάζει αφενός σε ένα συγκεκριμένο τόπο (Δήμος Σιντικής) και αφετέρου στις επιπτώσεις εφαρμογής ενός συγκεκριμένου ευρωπαϊκού προγράμματος (της Κοινοτικής Πρωτοβουλίας Interreg).

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, υπάρχουν έρευνες που σχετίζονται με τις επιδράσεις των προγραμμάτων και των επίσημων προγραμματικών κειμένων της Ε.Ε. (π.χ. Σ.Α.Κ.Χ.) στα εθνικά συστήματα σχεδιασμού των κρατών μελών (π.χ. Faludi & Waterhout 2002, Gloersen et. al. 2007, Coccosis et al. 2005). Περισσότερο περιορισμένη είναι η βιβλιογραφία που αφορά στον εντοπισμό των επιδράσεων των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών στα τοπικά ή περιφερειακά συστήματα σχεδιασμού των κρατών μελών (π.χ. Colomb 2007, Duhr & Nadin 2007, Farinos Dasi et al. 2005, Zonneveld & Stead 2007). Ανάλογα και στην Ελλάδα, η βιβλιογραφία που επιδιώκει να σκιαγραφήσει τις επιπτώσεις των Κοινοτικών Πρωτοβουλιών στα τοπικά συστήματα σχεδιασμού είναι περιορισμένη (πρ Chorianopoulos 2008), μολονότι υπάρχουν σημαντικές μελέτες για το εθνικό επίπεδο σχεδιασμού (πχ Giannakourou 2005). Η παρούσα εργασία επιδιώκει να καλύψει τμήμα του προαναφερομένου κενού και να αποτελέσει ερέθισμα για την ενίσχυση του σχετικού επιστημονικού διαλόγου.

Στη συνέχεια του κειμένου αναλύεται καταρχήν η έννοια «εξευρωπαϊσμού» και στην συνέχεια γίνεται αναφορά στην Κοινοτική Πρωτοβουλία Interreg, καθώς και στα χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού, του οποίου οι αλλαγές, εξαιτίας της επίδρασης της Interreg, ελέγχονται μέσω της εμπειρικής έρευνας στο τοπικό επίπεδο του Δήμου Σιντικής.

1.1. Η έννοια του «εξευρωπαϊσμού» των συστημάτων σχεδιασμού
Ορισμένοι ερευνητές (Duhr et al., 2007:291) υποστηρίζουν πως το Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου (Σ.Α.Κ.Χ.), η Κοινοτική Πρωτοβουλία (Κ.Π.) Interreg και το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο Χωροταξίας (E.S.P.O.N.) έχουν συμβάλλει στη δημιουργία μιας νέας φιλοσοφίας χωρικού σχεδιασμού, που βασίζεται σε νέες ιδέες, νέες προσεγγίσεις και προωθεί την εφαρμογή νέων δράσεων. Στην βιβλιογραφία η νέα αυτή φιλοσοφία, αναφέρεται ως «εξευρωπαϊσμός» του χωρικού σχεδιασμού (Radaelli 2004, Giannakourou 2005, Coccosis et al. 2005, Davoudi 2006, Duhr et al. 2007). Ο όρος αυτός, είναι πολυδιάστατος και χρησιμοποιείται για να εκφράσει ένα σύνολο διαφορετικών φαινομένων και διαδικασιών που οφείλονται σε δράσεις της Ε.Ε. (Olsen 2002, Radaelli 2004).

Βασική παράμετρος του «εξευρωπαϊσμού», θεωρείται η αλλαγή των πεποιθήσεων, των αξιών και των προτεραιοτήτων των ατόμων που σχετίζονται, είτε με την κατάρτιση σχεδίων ανάπτυξης του χώρου, είτε με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων για την ανάπτυξη του χώρου (Knill & Lehmuhl 1999, Radaelli 2004, Duhr & Nadin 2007). Θεωρείται ότι οι προδιαγραφές των ευρωπαϊκών προγραμμάτων σε συνδυασμό με τις οδηγίες και τους κανονισμούς που εκδίδει η Ε.Ε. (Radaelli, 2004), καθώς και η ενίσχυση των διαδικασιών μάθησης μεταξύ των φορέων λήψης αποφάσεων που συμμετέχουν στο σχεδιασμό του χώρου (Giannakourou, 2005) ασκούν «πίεση» στα κράτη-μέλη και τους φορείς σχεδιασμού να συμβαδίζουν με τους στόχους της Κοινότητας, ενισχύοντας διαρκώς την διαδικασία του «εξευρωπαϊσμού».

Ορισμένες εμπειρικές έρευνες υποστηρίζουν πως υπάρχει εκτεταμένη διάδοση του «εξευρωπαϊσμού» στα κράτη-μέλη της Ε.Ε. (Giannakourou, 2005), με τα πιο έντονα σημάδια του να καταγράφονται στα κράτη-μέλη που εντάχθηκαν πρόσφατα στην Ε.Ε.(Duhr et al., 2007).
Στον αντίποδα, συμπεράσματα άλλων ερευνών (Duhr & Nadin, 2007:388), δείχνουν μια διαφορετική πραγματικότητα, υποστηρίζοντας πως μέχρι σήμερα δεν παρατηρείται τουλάχιστον μια έμμεση μορφή «εξευρωπαϊσμού», καθώς δεν υπάρχουν ενδείξεις που να επιβεβαιώνουν ότι ο χωρικός σχεδιασμός των κρατών-μελών της Κοινότητας έχει αλλάξει τις προτεραιότητες ή την κλίμακα του, εξαιτίας -μεταξύ άλλων- της αδυναμίας να ξεπεράσει διοικητικούς φραγμούς όπως τα εθνικά σύνορα, ενώ παράλληλα παρατηρείται η απρογραμμάτιστη ένταξη έργων προς χρηματοδότηση.

Βέβαια, στην προσπάθεια προσδιορισμού του οποιουδήποτε βαθμού «εξευρωπαϊσμού» θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συμπεράσματα ορισμένων συγγραφέων (Waterhout και Stead, 2007) οι οποίοι υποστηρίζουν ότι οι επιρροές των σχετικών ευρωπαϊκών κειμένων και πολιτικών στα επιμέρους συστήματα χωρικού σχεδιασμού ίσως δεν είναι πάντοτε ανιχνεύσιμες.

1.2. Η Κοινοτική Πρωτοβουλία Interreg
Η Κ.Π. Interreg επιλέχθηκε ως μελέτη περίπτωσης, σε ότι αφορά στην ευρωπαϊκή πολιτική σχεδιασμού, επειδή θεωρείται ότι διαθέτει μία σειρά από ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την καθιστούν κατάλληλη για τους σκοπούς της έρευνας. Συγκεκριμένα, παρέχει τη δυνατότητα στους φορείς λήψης αποφάσεων, να αναπροσαρμόζουν και να βελτιώνουν τις πολιτικές ανάπτυξης που εφαρμόζουν, χρησιμοποιώντας παραδείγματα καλών πρακτικών σε συνδυασμό με καινοτόμες και σύγχρονες προσεγγίσεις, προωθώντας τις αρχές του Σ.Α.Κ.Χ. και αντιμετωπίζοντας τα προβλήματα ολοκληρωμένα, ξεπερνώντας διοικητικούς φραγμούς, καθιστώντας δυνατή την λύση προβλημάτων που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν σε εθνικό επίπεδο (Colomb, 2007, Gloersen et al. 2007, Waterhout & Stead 2007, Pedrazzini 2005). 
Παράλληλα, προωθεί μορφές συνεργασίας που συμβάλλουν στην άμβλυνση περιφερειακών ανισοτήτων μεταξύ γειτονικών εθνών, με αποτέλεσμα να θεωρείται ως το μέσο άσκησης της πολιτικής της ευρωπαϊκής Κοινότητας που έχει τις σημαντικότερες και τις εμφανέστερες επιδράσεις στα συστήματα χωρικού σχεδιασμού (Pallagst 2006, Colomb 2007, Waterhout & Stead 2007, Jannin Rivolin & Faludi 2005, Καμχής 2007). Βασική στόχευση της πρωτοβουλίας είναι η ενίσχυση των διαδικασιών μάθησης και ανταλλαγής εμπειριών που αναπτύσσονται στο πλαίσιο της εδαφικής συνεργασίας σε όλη την Κοινότητα (Gloersen, 2007:431-433), ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τον «εξευρωπαϊσμό» του χωρικού σχεδιασμού (Colomb 2007, Pedrazzini 2005, Giannakourou 2005, Dabinett 2006). 
Βέβαια, πέραν των προαναφερόμενων πλεονεκτημάτων, θα πρέπει να αναφερθούν και ορισμένα διαφορετικού χαρακτήρα συμπεράσματα (όπως πχ της Leontidou, 2000:197) που τονίζουν πως η στοχοθέτηση της συγκεκριμένης Κοινοτικής Πρωτοβουλίας στρέφεται σε υπερβολικό βαθμό στην οικονομική διάσταση των προβλημάτων των συνοριακών περιοχών, υποβαθμίζοντας άλλες κοινωνικές και γενικότερα πολιτιστικές παραμέτρους.

2. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΧΩΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ ΚΑΙ «ΕΞΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ» TOY
Έως σήμερα στην Ελλάδα η ανάπτυξη πελατειακών λογικών και σκοπιμοτήτων πολιτικής πατρωνίας (Wassenhoven, 1994), σε συνδυασμό με παράγοντες όπως η αυθαίρετη δόμηση, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες και η προστασία της ιδιωτικής ιδιοκτησίας έχουν υποβαθμίσει τη σημασία του χωρικού σχεδιασμού (Coccosis et al.,2005).

Έτσι, ο χωρικός σχεδιασμός θεωρείται ότι χαρακτηρίζεται από σοβαρά προβλήματα όπως είναι οι παρεκκλίσεις των αποτελεσμάτων από τις αρχικές στοχεύσεις των επίσημων κείμενων και η απουσία σοβαρών διοικητικών μηχανισμών παρακολούθησης, ανατροφοδότησης και αποτίμησης σε τακτά χρονικά διαστήματα. (Sapountzaki & Karka, 2010). Παράλληλα, επισημαίνεται η έλλειψη εξειδικευμένων στελεχών στα διάφορα επίπεδα της κεντρικής και τοπικής διοίκησης (Wassenhoven, 1994). Επίσης, τονίζεται ότι η ελλιπής γνώση των προβλημάτων και των δυνατοτήτων επίλυσής τους, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες που εμποδίζουν την συναινετική και συμμετοχική υλοποίηση των προγραμμάτων τοπικής ανάπτυξης (Sapountzaki & Wassenhoven, 2005). Παλιότερα, οι Ψυχοπαίδης & Γετίμης (1999), είχαν επισημάνει ότι η ένταξη «έργων» στην τοπική οικονομία γίνεται δίχως ιεράρχηση και αναπτυξιακή στόχευση (γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στο χαμηλό βαθμό συνειδητοποίησης της σημασίας των τοπικών αναπτυξιακών μελετών). 
Μάλιστα, ως βαθύτερη αιτία της κατάστασης αυτής αναγνωρίζεται η δυσκολία προσδιορισμού των τοπικών προβλημάτων και η αδυναμία «ολοκλήρωσης» των τοπικών προοπτικών στα πλαίσια ενός ευρύτερου αναπτυξιακού και χωροταξικού σχεδιασμού από τις τοπικές αρχές. Τέλος, επισημαίνεται η ελλιπής και στρεβλή πληροφόρηση των τοπικών φορέων για τις αναπτυξιακές δυνατότητες των περιοχών τους, η έλλειψη συλλογικών μορφών αναπτυξιακής δράσης, όπως και η δυσπιστία των τοπικών κοινωνιών απέναντι στο κράτος και τους δημόσιους φορείς (Kourliouros et. al., 2006).

Ωστόσο, η βιβλιογραφία αναφέρει ότι είναι δυνατόν να αναγνωρισθούν τα ίχνη της επίδρασης των πολιτικών της Ε.Ε. στις δομές σχεδιασμού στην Ελλάδα, αναλύοντας τον χαρακτήρα και το περιεχόμενο των εθνικών στρατηγικών κειμένων (Coccosis et al. 2005). Παράδειγμα που ενισχύει την άποψη αυτή είναι η εκπόνηση μιας σειράς σχεδίων στρατηγικού χαρακτήρα, σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, η δομή και οι προτεραιότητες των οποίων φανερώνουν ευρωπαϊκές επιρροές (Economou, 2000).

Επίσης, ως βασικά στοιχεία εξευρωπαϊσμού του ελληνικού συστήματος σχεδιασμού η Giannakourou (2005) θεωρεί ότι αποτελούν:
η ενσωμάτωση των οραμάτων της Κοινότητας σε εθνικά θεσμικά κείμενα
οι εκτεταμένες θεσμικές τροποποιήσεις που στοχεύουν στην απόλυτη ταύτιση της φιλοσοφίας και των αρχών σχεδιασμού μεταξύ της Ε.Ε. και της Ελλάδας
η αντιμετώπιση γραφειοκρατικών προβλημάτων και η επιτάχυνση των διαδικασιών ενσωμάτωσης νέων προσεγγίσεων και προτεραιοτήτων.
Παρόλα αυτά -όπως ήδη αναφέρθηκε στην εισαγωγή- υπάρχει περιορισμένος αριθμός μελετών που ασχολείται με το βαθμό «εξευρωπαϊσμού» του σχεδιασμού σε τοπικό επίπεδο (και όταν αυτό συμβαίνει δεν αποτελεί τον άμεσο στόχο τους).

3. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΚΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Περιοχή μελέτης της εργασίας, αποτελούν οι συνοριακές Δημοτικές Ενότητες της Περιφερειακής Ενότητας Σερρών, που αποτέλεσαν επιλέξιμες περιοχές στα πλαίσια του προγράμματος Interreg IIIA «Ελλάδα-Βουλγαρία» και πλέον αποτελούν τον «Καλλικρατικό» Δήμο Σιντικής. Κριτήρια που οδήγησαν στην επιλογή της συγκεκριμένης περιοχής ως μελέτης περίπτωσης είναι το γεγονός πως σε αυτήν έχει υλοποιηθεί διαχρονικά σημαντικός αριθμός αναπτυξιακών δράσεων στο πλαίσιο της Κ.Π. Interreg, ενώ παράλληλα την ίδια χρονική περίοδο πραγματοποιούνταν και προγράμματα εθνικής προέλευσης. Επίσης, ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην επιλογή του υπό συζήτηση Δήμου, ήταν το ότι αποτελεί μια εκ των εγγύτερων συνοριακών περιοχών στο δεύτερο μεγαλύτερο μητροπολιτικό κέντρο της Ελλάδας, γεγονός που δημιουργεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα ως προς την ταχύτητα με την οποία θα μπορούσαν να υιοθετηθούν οι όποιες σημαντικές αλλαγές στο τοπικό σύστημα σχεδιασμού (καλύτερη πρόσβαση σε υπηρεσίες/τεχνογνωσία/πόρους κοκ). Επιπλέον, η πρόσφατη ένταξη της Βουλγαρίας στην Ε.Ε., θεωρήθηκε πως ήταν λογικό να οδηγήσει σε μια μεγαλύτερη ένταση συνεργασιών μεταξύ των δύο χωρών, καθώς επέφερε μία ορισμένη αποδυνάμωση των εμποδίων που δυσχέραναν κατά το παρελθόν τη συνεργασία μεταξύ κρατών που βρίσκονταν εντός και εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Με την εμπειρική έρευνα δίνεται έμφαση στα ποιοτικά χαρακτηριστικά του υπό μελέτη ζητήματος. Ειδικότερα στην προσπάθεια να προσδιοριστεί ο βαθμός διαφοροποίησης των δομών και της φιλοσοφίας του τοπικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα κάτω από την επίδραση της Κ.Π. Interreg, επιλέχθηκε ως πλέον κατάλληλη η τεχνική των συνεντεύξεων σε βάθος (in-depth interview). Σε αυτόν τον τύπο συνέντευξης ο ερευνητής καθοδηγεί τον ερωτώμενο, με στόχο αυτός να αναπτύξει τις απόψεις του σε βάθος σχετικά με τα ζητήματα που πραγματεύεται η εμπειρική έρευνα (Ιωσηφίδης, 2008:111-112). Τα χαρακτηριστικά της προαναφερόμενης τεχνικής θεωρήθηκαν ως τα καταλληλότερα, στο βαθμό που οι ερωτώμενοι αποτελούσαν εκπροσώπους φορέων που επηρεάζουν είτε άμεσα είτε έμμεσα το τοπικό σύστημα χωρικού σχεδιασμού. Οι συνεντεύξεις ήταν ημιδομημένες και τα ερωτήματα ήταν «ανοικτά» με ερωτήσεις «περιγραφικές», «γνώμης», «δομικές» και «υποθετικές» (Ιωσηφίδης 2008: 112, 115-116).

Η «ομάδα εστίασης» των συνεντεύξεων περιέλαβε εκπρόσωπους των τοπικών αυτοδιοικητικών αρχών των παλαιότερων Καποδιστριακών Δήμων (Δήμος Κερκίνης, Δήμος Σιδηροκάστρου, Δήμος Πετριτσίου) και κοινοτήτων της περιοχής (Κοινότητα Άγκιστρου, Κοινότητα Αχλαδοχωρίου, Κοινότητα Προμαχώνα) όπως και των αυτοδιοικητικών αρχών του Καλλικρατικού Δήμου Σιντικής.
Επιπλέον, στην έρευνα συμμετείχαν εκπρόσωποι των τεχνικών υπηρεσιών των Καποδιστριακών δήμων της περιοχής, εκπρόσωποι της Τ.Ε.Δ.Κ. του Νομού Σερρών που διαχειρίστηκαν το πρόγραμμα, εκπρόσωποι της Τ.Υ.Δ.Κ. Νομού Σερρών που σχεδίασε και διαχειρίστηκε το πρόγραμμα για τις κοινότητες που υπήρχαν στη περιοχή, εκπρόσωποι του Δήμου Σιντικής (γραφείο προγραμματισμού), εκπρόσωποι της αναπτυξιακής εταιρείας του Νομού Σερρών (ΑΝ.Ε.ΣΕΡ.).

Έγινε προσπάθεια να σκιαγραφηθούν και οι απόψεις των κοινωνικών εταίρων της περιοχής μέσω της συμμετοχής στην έρευνα εκπροσώπων από την ένωση αγροτικών συνεταιρισμών του Νομού Σερρών, καθώς και του εμπορικού και βιομηχανικού επιμελητηρίου του Νομού Σερρών.

Το ερωτηματολόγιο δομείται σε τέσσερις ενότητες: 
(1) αναπτυξιακό προφίλ του Δήμου, 
(2) διαδικασίες που προηγούνται της έγκρισης της χρηματοδότησης, 
(3) στάδιο της υλοποίησης των χρηματοδοτούμενων έργων, 
(4) διαδικασίες αξιολόγησης των αποτελεσμάτων της Κ.Π. Interreg σε βραχυχρόνιο και σε μεσο-μακροχρόνιο διάστημα. 
Τα ερωτήματα σχετίζονται με εκτεταμένο εύρος ζητημάτων όπως είναι οι διαδικασίες διαβούλευσης, οι προτεραιότητες χρηματοδότησης, τα μέτρα δημοσιοποίησης και πληροφόρησης, οι συνέργιες ή διαφοροποιήσεις της Κ.Π. Interreg συγκριτικά με άλλα αναπτυξιακά προγράμματα και όλα αυτά σε συνδυασμό με το αναπτυξιακό προφίλ του Δήμου Σιντικής. Τέλος, επισημαίνεται ότι έγινε διασταύρωση των απαντήσεων που δόθηκαν ώστε να ελεγχθεί η εγκυρότητα των αποτελεσμάτων.

4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ
Όσον αφορά τις δομές σχεδιασμού, η έρευνα ανέδειξε μια σειρά ευρημάτων που δεν συνηγορούν, ή στην καλύτερη περίπτωση γεννούν μεγάλες επιφυλάξεις, ως προς την ύπαρξη μιας τάσης «εξευρωπαϊσμού» τους. 
Ειδικότερα, αναδείχθηκε ότι:
> υπήρξαν μηδενικές επιδράσεις των ευρωπαϊκών προγραμμάτων στις δομές πληροφόρησης των κοινωνικών εταίρων της περιοχής,
> υπάρχουν ελλιπείς και τυπικού χαρακτήρα διαδικασίες αξιολόγησης
> υπάρχουν σημαντικές διαφορές σε όλα τα στάδια υλοποίησης μεταξύ των ευρωπαϊκής και εθνικής προέλευσης προγραμμάτων και κατά συνέπεια φαίνεται πως η αλληλεπίδραση μεταξύ τους είναι αμυδρή ή ανύπαρκτη.
> οι δράσεις που χρηματοδοτήθηκαν από την Κ.Π. Interreg αποτελούσαν αποσπασματικές ενέργειες προκειμένου να απορροφηθούν ευρωπαϊκά κονδύλια
> υπάρχουν έντονα στοιχεία γραφειοκρατίας

Το μοναδικό στοιχείο που φανερώνει κάποιο βαθμό «εξευρωπαϊσμού» αφορά σε απόψεις ορισμένων ερωτηθέντων, ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται τα εθνικού/περιφερειακού σχεδιασμού προγράμματα να παρουσιάζουν αυστηρότερες διαδικασίες υλοποίησης, λόγω της αλληλεπίδρασης τους με τα ευρωπαϊκής προέλευσης προγράμματα.

Σχετικά με τους φορείς σχεδιασμού, η εμπειρική έρευνα ανέδειξε ότι:
> υπήρξε περιορισμένη συμμετοχή των τοπικών φορέων και πολιτών της τοπικής κοινωνίας στις διαδικασίες διαβούλευσης
> η Κ.Π. Interreg απέτυχε να ωθήσει τους φορείς της περιοχής να αντιληφθούν την αναγκαιότητα της κατάρτισης μιας μακροχρόνιας τοπικής στρατηγικής ανάπτυξης, ενώ ταυτόχρονα καταγράφηκε περιορισμένος αριθμός αναπτυξιακών μελετών τοπικής κλίμακας.
> η άποψη της πλειοψηφίας των ερωτηθέντων πως δυσκολεύτηκαν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Κ.Π. Interreg, δείχνει πως ο «εξευρωπαϊσμός» τους, μέσω διαδικασιών μάθησης, πιθανόν ακολουθεί πολύ αργό βηματισμό
> η εμπειρία που έχουν αποκομίσει από την διαδικασία κατάθεσης προτάσεων για χρηματοδότηση προς την Ε.Ε. δεν θα τους επηρεάσει στις μελλοντικές αναπτυξιακές δράσεις στις οποίες θα συμμετέχουν
> υπάρχει άγνοια από τους τοπικούς φορείς σχετικά με: (α) τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, (β) την πιθανότητα ύπαρξης αξιολόγησης από τους τελικούς αποδέκτες των αποτελεσμάτων και (γ) την ύπαρξη διαδικασιών μακροχρόνιας αξιολόγησης.

Από την άλλη πλευρά, η εμπειρική έρευνα κατέληξε πως στην περιοχή μελέτης καταγράφονται και κάποια στοιχεία αλλαγής της φιλοσοφίας των φορέων της περιοχής, εξαιτίας της επίδρασης των επίσημων προγραμματικών κειμένων και των προγραμμάτων της EE. 
Τα αποτελέσματα αυτά γίνονται αντιληπτά από τις τοποθετήσεις των ερωτηθέντων πως:
> το ανταγωνιστικό πλαίσιο χρηματοδότησης είναι πιο αξιόπιστο, χρηματοδοτεί τις πραγματικά καλύτερα σχεδιασμένες προτάσεις, δεν επηρεάζεται από άλλους εξωγενείς παράγοντες, ενώ έχει πιο αυστηρές απαιτήσεις
> θα επεδίωκαν στο μέλλον να συμμετέχουν σε ανάλογα με την K.n. Interreg αναπτυξιακά προγράμματα ευρωπαϊκής προέλευσης, καθώς τα θεωρούν χρήσιμα, αποτελεσματικά και σημαντικές ευκαιρίες χρηματοδότησης
> αναγνωρίζουν την σημασία ύπαρξης μεσο-μακροχρόνιας αξιολόγησης

Επιπλέον στοιχείο «εξευρωπαϊσμού» του τοπικού συστήματος σχεδιασμού είναι πως έχει αρχίσει να αποκτά έναν στρατηγικό χαρακτήρα, ωστόσο, αυτή η τάση παρατηρείται σε περιορισμένο βαθμό σε ότι αφορά την ουσιαστική εφαρμογή της, σύμφωνα με τα συνολικά ευρήματα της έρευνας σχετικά με τις επιμέρους ανάγκες του στρατηγικού σχεδιασμού (ανάλυση αναγκών, διαβούλευση, αξιολόγηση κοκ).

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Τα αποτελέσματα της ανάλυσης αποδεικνύουν πως αν και κυριαρχούν στοιχεία που δείχνουν ότι δεν υπάρχει «εξευρωπαϊσμός» των φορέων και του συστήματος χωρικού σχεδιασμού στη περιοχή μελέτης, παράλληλα υπάρχουν περιορισμένες ενδείξεις αλλαγής της φιλοσοφίας, των αρχών και των πεποιθήσεων, των φορέων της περιοχής, εξαιτίας της «επαφής» τους με ευρωπαϊκής προέλευσης προγράμματα.

Σύμφωνα με την έρευνα, επαληθεύεται η υπόθεσή εργασίας, πως μάλλον είναι ιδιαίτερα δύσκολο οι διαδικασίες «εξευρωπαϊσμού» των δομών χωρικού σχεδιασμού, που παρατηρούνται σύμφωνα με τη βιβλιογραφία στο εθνικό επίπεδο, να ακολουθούν τους ίδιους ρυθμούς και «διαδρομές» στο τοπικό επίπεδο, ξεπερνώντας μία σειρά από αδυναμίες που αφορούν όχι στο γράμμα των νόμων και κειμένων, ούτε ίσως στις καλές προθέσεις και διαθέσεις, αλλά στην εφαρμογή του συνόλου των αρχών του σχεδιασμού, κάμπτοντας την αδιαφάνεια και το συγκεντρωτισμό και αναπτύσσοντας τη συμμετοχή και το στρατηγικό χαρακτήρα των σχεδίων.

Τελικά, η αλληλεπίδραση μεταξύ του ευρωπαϊκού και του ελληνικού συστήματος σχεδιασμού σε τοπικό επίπεδο μπορεί να χαρακτηριστεί ως ισχνή. Τόσο οι αναπτυξιακές πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (όπως η Κ.Π. Interreg), όσο και τα επίσημα προγραμματικά κείμενα της (π.χ. Σ.Α.Κ.Χ.), θα μπορούσαν να αποτελούν βήματα της Κοινότητας προς μία κατεύθυνση αλλαγής των συστημάτων σχεδιασμού των κρατών-μελών, ωστόσο φαίνεται πως δεν αρκούν τα σχέδια και οι προθέσεις, αλλά χρειάζεται μια διαφορετική ερμηνεία της πραγματικότητας, η οποία να λαμβάνει υπόψη σε σημαντικό βαθμό τις τοπικές ιδιαιτερότητες και γενικότερα τη γεωγραφία των τόπων στους οποίους επιχειρείται η εφαρμογή των πολιτικών.

Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου να υπάρξουν απαντήσεις για τα ουσιαστικά αίτια που οδηγούν στον μερικό «εξευρωπαϊσμό» του τοπικού συστήματος σχεδιασμού, είναι απαραίτητη η πραγματοποίηση περαιτέρω έρευνας. Ο στόχος μίας τέτοιας -σε βάθος-έρευνας, οφείλει να είναι ο εντοπισμός όλων εκείνων των διεργασιών που διαμορφώνουν την τελική στάση της τοπικής κοινωνίας απέναντι στα ζητήματα του σχεδιασμού και στις οποίες δεν συμμετέχουν μόνο οι φορείς σχεδιασμού, αλλά και το σύνολο των κοινωνικών ομάδων και ομάδων συμφερόντων της περιοχής. Ουσιαστικά, οφείλει να αναδεικνύει, πέραν του τρόπου που τα προγραμματικά κείμενα και οι πρωτοβουλίες ανάπτυξης επηρεάζουν τις προαναφερόμενες στάσεις απέναντι στο σχεδιασμό, εκείνες τις κοινωνικο¬οικονομικές, πολιτιστικές και πολιτικές διαδικασίες που καθορίζουν τις τελικά κυρίαρχες αντιλήψεις και συμπεριφορές, η αλλαγή των οποίων αποτελεί ίσως προϋπόθεση για τη χάραξη στρατηγικών ουσιαστικής ανάπτυξης των τοπικών κοινωνιών.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου