Δευτέρα, 21 Ιανουαρίου 2013

Οικονομικές θεωρίες για τη δημιουργία των πόλεων


ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ: ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΗ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΟΥ NORTH ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΕΣ ΤΩΝ MARX ΚΑΙ WEBER

#Α.Γ. Αλαμανιώτης, Υποψήφιος Διδάκτωρ 
#Μ.Ζουμπουλάκης, Καθηγητής 
Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Η πόλη είναι ένα πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο. Σηματοδοτείται από μια σημαντική συγκέντρωση πληθυσμού, την ύπαρξη μεγάλων κτισμάτων (δημόσιων και ιδιωτικών), έντονη εξειδίκευση στο εμπόριο και τις υπηρεσίες. Η μελέτη της πόλης προκάλεσε ιστορικά και προκαλεί ακόμα και σήμερα το έντονο επιστημονικό ενδιαφέρον διαφορετικών μεταξύ τους επιστημονικών κλάδων. Στην ουσία, η πόλη είναι ένα πολυμορφικό φαινόμενο, ένας πολυσύνθετος "ζωντανός" οργανισμός. 
Υπάρχουν πολλές επιμέρους θεωρίες που προσπάθησαν να ερμηνεύσουν την έννοια της πόλης. Δύο από τις σημαντικότερες, θα λέγαμε κλασικές κοινωνικές θεωρίες, είναι η θεωρία του Marx και η αντίστοιχη θεωρία του Weber. Πιο πρόσφατα, η θεωρία του North καταφέρνει να συνθέσει φαινομενικά διαφορετικούς τομείς όπως είναι η οικονομική ιστορία, η οικονομική θεωρία, η θεωρία των θεσμών, η κοινωνική θεωρία, η περιφερειακή ανάπτυξη. Καίτοι ο North δεν κατονόμασε ρητά κανένα κομμάτι του έργου του ως «θεωρία της πόλης», μίλησε ρητά για αυτές, εξήγησε τις αιτίες της εμφάνισής τους, τις θεώρησε αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης εξέλιξης και κύριο μέσο εκδήλωσης των θεσμικών μεταβολών. 
Η σύγκριση της θεωρίας του North με τις θεωρίες του Marx και του Weber, φωτίζει τη συμμετοχή των διαφόρων παραγόντων στο επίπεδο ανάπτυξης της πόλης, διαβαθμίζει τη σημαντικότητά τους και δημιουργεί μία ισχυρή βάση σύγκρισης για την εξέλιξη της μελέτης του πολύπλοκου φαινομένου της πόλης.

1.ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Πριν εισέλθει κανείς στη διαδικασία της ανάλυσης ενός κοινωνικού φαινομένου όπως είναι η ανάπτυξη μίας πόλης και των αιτίων που την προκαλούν, θα πρέπει να έχει καταρχήν ξεκαθαρίσει την έννοια του συγκεκριμένου φαινομένου. Η κατανόηση της έννοιας αλλά και ο πληρέστερος ορισμός της πόλης θα βοηθήσει ώστε να εμπεριστατωθεί μια πιο τεκμηριωμένη εικόνα της επίδρασης που ασκούν πάνω της οι θεσμοί, πώς την αλλάζουν, τί τροπή λαμβάνουν οι διάφορες μεταβολές στον ιστό της. Οι ορισμοί που δύνανται να εντοπιστούν στη βιβλιογραφία είναι πολλοί και ποικίλοι. 

Συνοψίζοντας με μία προσέγγιση που εστιάζει στην οικονομική της πλευρά θα λέγαμε ότι Πόλη είναι ένας αστικός συνοικισμός ο οποίος αποτελείται από ένα σύμπλεγμα δημόσιων και ιδιωτικών κτιρίων, τα οποία χωρίζονται ή συνδέονται μεταξύ τους με δρόμους, πάρκα και πλατείες, και που κατοικείται μόνιμα από σημαντικό αριθμό ανθρώπων, που επιδίδονται σε διάφορες οικονομικές δραστηριότητες και η διατροφή τους δεν εξαρτιέται από το έδαφος στο οποίο ζουν. 
Το κρίσιμο όμως στοιχείο που καθιστά την πόλη ένα ιδιαίτερα πολύπλευρο φαινόμενο, θα λέγαμε πως ξεπερνά την επιφανειακή απεικόνιση των χωροταξικών και οικονομικών της συνθηκών. Αυτό το στοιχείο δίνει έμφαση στο διαμορφωμένο κοινωνικό πλέγμα, που συσχετίζει τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες σχέσεις, τις εργασιακές σχέσεις, τους θεσμούς και την ιστορία της πόλης. Έτσι ένας πληρέστερος ορισμός κατά τη γνώμη μας, είναι ο εξής: "Η πόλη είναι μέρος της υλικής ζωής των ανθρώπων, είναι ο χώρος μέσα στον οποίο εκτυλίσσεται ένα μεγάλο μέρος της παραγωγικής δραστηριότητας, της πνευματικής και κοινωνικής ζωής, που ιδίως σε ορισμένες φάσεις διαφόρων κοινωνικοοικονομικών σχηματισμών αποκτούν καθοριστικό ρόλο για την ιστορική εξέλιξη. 

Η συγκρότηση και η μορφή της πόλης, η διάρθρωσή της δηλαδή μέσα στο χώρο, από συγκεκριμένες λειτουργίες που επιτελούνται με συγκεκριμένο τρόπο και με συγκεκριμένη μορφή, εξαρτώνται άμεσα και κατευθείαν από το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο, σε σχέση βάσης- εποικοδομήματος. Αυτό συνεπάγεται, πρώτα το γεγονός ότι κάθε μεταβολή του κοινωνικοοικονομικού πλαισίου, επιδρά και μεταβάλει την συγκρότηση της πόλης, δεύτερον ότι τα προβλήματά της έχουν τις ρίζες τους στα κοινωνικοοικονομικά προβλήματα, και τρίτον, ότι η κύρια επίδραση είναι από την κοινωνικοοικονομική βάση προς το οικοδόμημα και όχι αντίστροφα.." (Σαρρηγιάννης 1987, σελ.28). Αυτή ακριβώς η σχέση κοινωνικής αλληλεπίδρασης που χαρακτηρίζει την πόλη και την κοινωνία την καθιστά ον κοινωνικό, και υπό αυτό το πρίσμα έχει νόημα η όποια μελέτη της.

2. ΤΡΕΙΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ 
2.1. Karl Marx
Η πόλη στη μαρξιστική θεωρία μελετάται υπό το πρίσμα του ρόλου που διαδραματίζει ως αναπόσπαστο τμήμα μίας άδικης κοινωνικής διαδικασίας που λαμβάνει χώρα σε ένα ιστορικά συγκεκριμένο πλαίσιο. Σε αυτό αποκρυσταλλώνονται οι παραγωγικές δυνάμεις, οι παραγωγικές σχέσεις και κυρίως οι κοινωνικές σχέσεις που σχηματίζονται και συντηρούνται λόγω του άδικου καταμερισμού της εργασίας. Η πόλη γίνεται σημείο αναφοράς, ως μία οδυνηρή αρένα κοινωνικής ανισότητας, ως χώρος έκφρασης των ανισσόροπων κοινωνικών συμπεριφορών που περικλείει μέσα του την υποδούλωση των εργατών και την εξύψωση των εργοδοτών. 

Οι Marx -Engels (1845) θεωρούν ως ακρογωνιαίο λίθο των μελετών τους τις αναγκαστικές κοινωνικές σχέσεις με τις οποίες έρχονται σε επαφή οι άνθρωποι ως κοινωνικά όντα. Η υλική τους εξάρτηση από αυτές τις αναγκαίες παραγωγικές σχέσεις αποτελεί την οικονομική δομή της κοινωνίας που συμπληρώνεται από ένα πολιτικό και νομικό πλαίσιο. Αυτή ακριβώς η οικονομική δομή διαμορφώνει τελικώς τις κοινωνικές συνειδήσεις και καθορίζει την πνευματική και πολιτική ζωή γενικότερα, και της πόλης ειδικότερα. 

Ο Marx δεν μελετά τη πόλη σαν αυτούσιο και αυτοτελές φαινόμενο. Η έννοια της πόλης στο έργο του αποτελεί κομμάτι ενός ευρύτερου κοινωνικού πλαισίου που επηρεάζει τις ανθρώπινες σχέσεις στο βαθμό μάλιστα που αποτελεί δυνητικό μηχανισμό μετασχηματισμού της οικονομικής ανάπτυξης και της υλικής ευημερίας. Το φαινόμενο πόλη για τη μαρξική θεωρία δεν αποτελεί από μόνο του κυρίαρχο ζήτημα, εν τούτοις φαίνεται να προσεγγίζεται κάτω από τις κυρίαρχες θεματικές ενότητες του μαρξικού έργου. Για την ανάλυση του ρόλου της πόλης ο Marx εστιάζει κυρίως στην επεξήγηση του αντίκτυπου που φαίνεται να έχει στις παραγωγικές σχέσεις ο καταμερισμός της εργασίας, ο οποίος είναι η κύρια αιτία των κοινωνικών ανισοτήτων αλλά και των διαφορών στους δείκτες ανάπτυξης μεταξύ πόλης και υπαίθρου. Η πόλη αποτελεί το χώρο εκδήλωσης της διαλεκτικής αντίθεσης μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων. Ο τρόπος χωρικής οργάνωσης των παραγωγικών δραστηριοτήτων καθορίζει την έκφανση αυτής της διαλεκτικής αντίθεσης και αποτελεί τον κύριο παράγοντα μετασχηματισμού μίας ταξικής κοινωνίας. Η εξελιγμένη μορφή του καταμερισμού της εργασίας εξηγεί τη διάκριση μεταξύ εμπορικής και βιομηχανικής πόλης αλλά κυρίως προκαλεί τη κύρια διάκριση μεταξύ πόλης και υπαίθρου και ωθεί στην ανάπτυξη της πρώτης σε βάρος της δεύτερης.

Ο καταμερισμός της εργασίας αντιστοιχεί σε διαφορετικά στάδια μορφών παραγωγής και ιδιοκτησίας και αυτές ακριβώς οι διαφορετικές μορφές καθορίζουν και τις νέες παραγωγικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων και των ομάδων. Έτσι λοιπόν συναντούμε συνολικά τρεις προκαπιταλιστικές μορφές ιδιοκτησίας: α) τη φυλετική, β) την κοινοτική ¬κρατική, γ) τη φεουδαρχική. Ο Marx θεωρεί την εμφάνιση της μεγάλης βιομηχανίας ως καταστροφική για την εξισορρόπηση που ο ίδιος προσπαθεί να αποτυπώσει μέσω του έργου του. Ο ίδιος θεωρεί ότι η μεγάλη βιομηχανία δημιούργησε παντού παρόμοιες σχέσεις ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις και κατέστρεψε έτσι τις εθνικές διαφορετικότητες. Η ανάλυση των Marx και Engels επικεντρώνεται στις σύγχρονές μορφές παραγωγής και χωρικής εξειδίκευσης όπως αυτές εκδηλώνονται ως αποτέλεσμα του άνισου καταμερισμού της εργασίας, που επιβάλλονται από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής (Φραγκόπουλος 2008).

2.2. Max Weber
Ο Weber θεωρείται ως ένας από τους βασικότερους θεμελιωτές της κοινωνιολογικής θεωρίας της πόλης. Η γενική θέση του είναι πως η πόλη εσωκλείει στο εσωτερικό της ένα σύνολο θεσμών όπως είναι οι θρησκευτικοί θεσμοί, οι οικονομικοί, οι κοινωνικοί, οι πολιτικοί κλπ. Σε κάθε χρονική περίοδο και βάσει κάποιων άλλων παραμέτρων που εντοπίζονται μέσω της ιστορικής ανάλυσης, κάποιος θεσμός παίζει τον κύριο ρόλο στην εξέλιξη της πόλης ενώ κάποιοι άλλοι είναι μικρότερης σημασίας. Ο Weber (1922) είναι ένας από τους πρώτους που προσπαθεί να διαλευκάνει τι θα πρέπει να θεωρείται πόλη και τι όχι. 
Η αστική ή αστεακή κοινότητα επιτυγχάνεται σε μία πόλη όταν αυτή εμπεριέχει τα παρακάτω συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:
α) οχύρωση, β) αγορά, γ) δικό της δικαστήριο και δικό της δίκαιο, δ) συνδεσμικό χαρακτήρα, τέλος ε) μία σχετική αυτονομία και αυτοδιοίκηση, τη δυνατότητα δηλαδή συμμετοχής των πολιτών στην εκλογή των αξιωματούχων που ασκούν τη διοίκηση.

Τέτοια δικαιώματα εμφανίζονται με τη μορφή «νομικοταξικών προνομίων», φορέας των οποίων ήταν μία ιδιαίτερη «νομοκατεστημένη τάξη». Ο Weber αναζητά την αιτία που οδήγησε τις ευρωπαϊκές πόλεις να αναπτυχθούν πολύ πιο γρήγορα και με πιο εκτεταμένους ρυθμούς σε σχέση με τις αντίστοιχες ασιατικές πόλεις. Η ανάλυση των παραπάνω κριτηρίων αλλά και η προσεκτική μελέτη της κάθε περίπτωσης μέσα στη διάρκεια της ιστορίας από την αρχαιότητα μέχρι και τον 18ο αιώνα έδειξε ότι το κλειδί που κάνει τη μεγάλη διαφορά στους ρυθμούς ανάπτυξης των πόλεων είναι ο συνδεσμικός χαρακτήρας που μπορεί να αναπτύξουν οι διάφορες κοινωνικές ομάδες εντός μίας πόλης. Η όσο το δυνατόν πιο ελεύθερη έκφραση αυτού του στοιχείου μπορεί να αλλάξει την αστική εικόνα, να προσδώσει άλλο εύρος στην αστική ολότητα, να αναδείξει νέα στοιχεία ικανά να μετασχηματίσουν τις ήδη παγιωμένες δομές και αντιλήψεις. Οι μαγικές δεισιδαιμονίες π.χ., που κρατούσαν προσκολλημένους στις πατριές και στις κάστες τους ασιάτες, δεν υφίστανται στη μεσογειακή λεκάνη όπου και αναπτύχθηκαν κυρίως οι πόλεις. Η οργάνωση των εμπόρων, των τεχνιτών των εργαζομένων σε όλους τους τομείς αποτέλεσε και το κύριο όπλο στη δημιουργία αστικής κοινότητας, αστικής συνείδησης, προάσπισης των συμφερόντων απέναντι στην εκάστοτε δημοτική αρχή. Η κοινωνική αλλαγή επέρχεται μέσα από την ανάλυση του συμπλέγματος των σχέσεων που δημιουργούν οι τρόποι εξουσίας και διοίκησης με τις επιδράσεις των κοινωνικών αξιών (Καυκαλάς, Γιαουτζή 1977).

Τονίζεται από τον Weber γενικότερα, ότι η σημερινή πόλη, μοιάζει περισσότερο στη μορφή και το χαρακτήρα των μεσαιωνικών πόλεων και όχι τόσο στις πόλεις της αρχαιότητας όπου οι κάτοικοι ήταν προσκολλημένοι στις φυλετικές τους ομάδες. Η ανάπτυξη της Μεσαιωνικής πόλης, η οποία ήταν ο προπομπός της ανάπτυξης της σύγχρονης πόλης, βασίστηκε, σύμφωνα πάντα με τον Weber, στους εξής παράγοντες: α)Πολιτική αυτονομία, β) Αυτονομία δικαίου, γ)Ύπαρξη αυτοτελών δικαστικών θεσμών, δ)Δυνατότητα ελέγχου της φορολογικής πολιτικής, ε) Δικαίωμα στην αυτόνομη αγορά, στ)συγκεκριμένη στάση απέναντι στα εξωαστικά στρώματα (Kasler1988). 

Η θεωρία του Weber αποδέχεται την έννοια της πόλης σαν έναν ενιαίο οργανισμό που εμφανίζει ολοκληρωμένη υπόσταση σε τρεις συγκεκριμένες διαστάσεις. α) Κοινωνιολογικά, όπου επικρατεί η ανωνυμία και απουσιάζουν τα χαρακτηριστικά της γειτονιάς των χωριών της υπαίθρου. β)Οικονομικά, όπου δεσπόζει η ύπαρξη και η ανάπτυξη της ανώνυμης αγοράς μεταξύ των κατοίκων γ) Πολιτικά και θεσμικά, όπου η πόλη θεωρείται σαν ένα αυτοτελές σώμα με συγκεκριμένη γεωγραφική έκταση και με δική της αστυνομική δύναμη.

2.3. Douglass North
Ο North δεν κατονόμασε στο έργο του κανένα ιδιαίτερο κομμάτι ως θεωρία της πόλης. Μίλησε όμως για αυτές, εξήγησε τις αιτίες της εμφάνισής τους, τις θεώρησε αναπόσπαστο τμήμα της ανθρώπινης εξέλιξης, τμήμα των μεταβολών της οικονομικής ιστορίας και κύριο όργανο εκδήλωσης των μορφών των θεσμικών μεταβολών. 
Η ιδεολογία παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξη των κοινωνιών και της οικονομίας, καθώς μόνο μέσω αυτής αντιμετωπίζεται το πρόβλημα του «δωρεάν επιβάτη». Το πρόβλημα της ύπαρξης του δωρεάν επιβάτη γίνεται αντιληπτό και εμφανές στην καθημερινή ζωή εντός των πόλεων. Με απλά λόγια, πρόκειται για μέλη της κοινωνίας που εκμεταλλεύονται το κοινωνικό σύνολο ώστε να αποσπούν μεγαλύτερα οφέλη, δημόσια αγαθά και παροχές σε σχέση με την αντίστοιχη προσφορά τους στην κοινότητα. Η ουσία στη συγκεκριμένη υπόθεση είναι το γεγονός πως η συμπεριφορά τέτοιων ατόμων που αποσκοπούν μονάχα στην εκμετάλλευση των κοινωνικών ωφελειών δημιουργεί μακροχρόνια προβλήματα, που με το πέρασμα των ετών δημιουργούν βαθιά ριζωμένες συνήθειες και αντιλήψεις (ιδεολογίες) που πολύ δύσκολα αλλάζουν και είναι οι αιτίες της υπανάπτυξης μίας περιοχής. Στις πόλεις, δωρεάν επιβάτες εντοπίζονται καθημερινά με μία γρήγορη ματιά στους μεγάλους κεντρικούς δρόμους, όπου παρατηρούνται πολλά αυτοκίνητα διπλοπαρκαρισμένα. Χωρίς να το γνωρίζουν οι οδηγοί αυτών των αυτοκινήτων γίνονται δωρεάν επιβάτες καθώς εκμεταλλεύονται το δημόσιο αγαθό των μεγάλων δρόμων παρεμποδίζοντας μία πιο άνετη κυκλοφορία των άλλων οδηγών. 

Στο έργο του North δίνεται μεγάλη έμφαση στη βαρύτητα που έχει η ιδεολογία στη μεταβολή της δομής στην αλλαγή της εικόνας ενός τόπου. Στην ουσία, αυτό που υπερθεματίζεται είναι πως μόνο μέσα από την αλλαγή της ιδεολογικής βάσης είναι αντιμετωπίσιμο το μείζον πρόβλημα του δωρεάν επιβάτη, ένα πρόβλημα που δεν μπορεί να επεξηγήσει επαρκώς η νεοκλασική θεωρία, αλλά ούτε και οι άλλες κοινωνιολογικές θεωρίες. Επιπροσθέτως, ο North θεωρεί ότι οι κοινωνίες αλλάζουν, όταν αλλάζει και η συμπεριφορά αυτών που κατέχουν στα χέρια τους την τύχη της κοινωνικής οργάνωσης. Μεταβάλλοντας την οργάνωση, μία κοινωνία είτε οδηγείται στην πρόοδο, είτε στην παρακμή.

Σε αυτήν την περίπτωση, η θεσμική θεωρία είναι ο κρίσιμος συνδετικός κρίκος μεταξύ ανάπτυξης, εξέλιξης και προόδου. Η θεωρία του North εστιάζει σε ένα πολύ κρίσιμο στοιχείο που φαίνεται κατά τη γνώμη του να έπαιξε ζωτικό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας της ανθρωπότητας και που αναπόφευκτα οδήγησε στην εμφάνιση των πόλεων και στη συνεχή μετεξέλιξή τους. Το στοιχείο αυτό δεν είναι άλλο από την θεσμική γέννηση του κράτους. Η πρόοδος ή η οπισθοδρόμηση των κοινωνιών είναι άμεσα συνδεδεμένη με την επιτυχία ή την αποτυχία της ανθρώπινης οργάνωσης. Τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα, οι θεσμοί, το κόστος συναλλαγών, η τεχνολογία, το μέγεθος του πληθυσμού είναι οι κυριότερες αιτίες κατά το μοντέλο του North της μεταβολής μίας περιοχής (North 1981). Η ελεύθερη αγορά, το απόλυτο αναπτυξιακό όχημα του οικονομικού φιλελευθερισμού, αμφισβητείται εντόνως στο έργο του North, ο οποίος τονίζει όπως είδαμε την ύψιστη σημασία των θεσμών, της κοινωνίας και της ιδεολογίας ως μοχλούς της αναπτυξιακής τροχιάς (Zouboulakis 2005). 

Σε καθαρά οικονομικούς όρους η πρόταση του North για την ανάπτυξη μίας περιοχής περιέχει ως κορυφαίο παράγοντα επιτυχίας τις εξαγωγές και το εξαγωγικό εμπόριο (North 1955). Επομένως, σύμφωνα με την άποψη αυτή, πρέπει να μελετηθούν και να προσεχθούν οι παράγοντες που επηρεάζουν είτε αρνητικά είτε θετικά την εξαγωγική βάση μίας πόλης. 
Οι κυριότεροι λόγοι που μπορεί να προκαλέσουν μία μείωση στις εξαγωγές είναι οι εξής: α) Η αλλαγή της ζήτησης των περιοχών εκτός του τόπου αναφοράς, β) Η εξάντληση των φυσικών πόρων, γ) Τα αυξανόμενα κόστη μεταφοράς και εργασίας σε σχέση με άλλες περιοχές, δ) Οι τεχνολογικές μεταβολές που προκαλούν μία μεταβολή σε σχέση με την ποιότητα και τη σύνθεση των εισαγόμενων προϊόντων. 
Αντίθετα, οι αιτίες που δύνανται να προκαλέσουν μία αύξηση των εξαγωγών είναι οι εξής: α) Ανάπτυξη και βελτίωση των μέσων μεταφοράς, β) Μείωση του κόστους μεταφοράς (συνέπεια από τη βελτίωση των μέσων), γ) Η αύξηση των εισοδημάτων στις υπόλοιπες περιοχές που θα συνοδευτεί με μία αύξηση στη ζήτηση, και τέλος δ) Η τεχνολογική ανάπτυξη.

3. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΣΥΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΘΕΩΡΙΩΝ
Σε αυτήν την ανακοίνωση έγινε μία προσπάθεια να παρουσιαστούν, με όσο το δυνατόν πιο σύντομο και περιεκτικό τρόπο τρεις από τις βασικότερες θεωρίες των αιτιών ανάπτυξης μίας πόλης. Φυσικά, λόγω της πολυπλοκότητας της έννοιας, η παρουσίαση των θεωριών αλλά κυρίως τα συμπεράσματα που δύναται να βγάλει κάποιος είναι αμφισβητήσιμα και είναι βέβαιο ότι θα υπάρχουν πολλές αντιρρήσεις, μετά την παρουσίαση των θεωριών. Έχουμε την αίσθηση πως η ιδανικότερη θεωρία των πόλεων, μία σύγχρονη θεωρία που θα προσπαθούσε να ερμηνεύσει την κατάσταση των σημερινών πόλεων αλλά και την πιθανή μετεξέλιξη τους στο μέλλον, πιθανότατα θα χρησιμοποιούσε στοιχεία και από τις τρεις θεωρίες. Την ανάγκη για εξάλειψη των κοινωνικών ανισοτήτων του Marx, τη σχέση ατόμου-κοινωνίας του Weber, τη πίστη στους θεσμούς και στην αλλαγή της ιδεολογίας των πολιτών του North. 

Συνοψίζοντας, παρατίθενται οι βασικές διαφορές και ομοιότητες των τριών θεωριών:

1) Η επιστημονική πλευρά των τριών θεωριών βασίζεται σε εντελώς διαφορετικό βάθρο: ο North ανήκει στην σχολή των νεο-θεσμικών που όπως και ο Weber δίνει μείζονα σημασία στο άτομο και το ρόλο του (ατομικιστική μεθοδολογία) ενώ ο Marx είναι ο εμπνευστής του ιστορικού υλισμού και στυλοβάτης του λεγόμενου μεθοδολογικού ολισμού. Τα κύρια αυτά μεθοδολογικά πεδία έχουν άμεσο αντίκτυπο και στον τρόπο που εξετάζουν την πόλη, την ιστορία της και τη λειτουργία της.

2) Ο North τονίζει έντονα τη σημασία που έχει η ιδεολογία στις κοινωνικές δομές των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, και θα μπορούσαμε να πούμε ότι κάτι αντίστοιχο συναντούμε και στο βεμπεριανό έργο, αν και όχι στον ίδιο βαθμό. Για τον πρώτο η ιδεολογική χροιά της κοινωνίας αποτελεί δομικό στοιχείο της εξέλιξης ενώ για τον Weber είναι τμήμα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, μοχλός έκφρασης της ατομικής δραστηριότητας η οποία εν τέλει επηρεάζει στις αποφάσεις εντός της αστικής κοινότητας. Η ιδεολογική υπόσταση, διαφέρει στον βαθμό αμεσότητάς της όσο αναφορά την ανάπτυξη των κοινοτήτων, στις δύο θεωρίες. Η έννοια και η σημασία της ιδεολογίας σαφώς και υποβαθμίζεται στο έργο του Marx δεδομένου ότι αποτελεί απλή αντανάκλαση των παραγωγικών σχέσεων.

3) Η πόλη σαν κοινωνική οντότητα, με μία ύψιστη σημασία στο ανθρώπινο και
κοινωνικό γίγνεσθαι αναγνωρίζεται και στις τρεις θεωρίες. Ο Weber όμως, ήταν αυτός που παρέθεσε ένα ολοκληρωμένο έργο προσπαθώντας να ερμηνεύσει το αστικό φαινόμενο μέσα από την ανάγνωση των ιστορικών γεγονότων. Ο North, κατέθεσε τη δική του πρόταση για την κοινωνική και οικονομική αλλαγή, λογαριάζοντας την πόλη σαν ένα σημαντικότατο όργανο της αλλαγής αυτής. Δεν συναντούμε μία ευδιάκριτη θεωρία των πόλεων, όμως η κοινωνική του ανάλυση και η επεξηγηματική προσπάθεια της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς, αναφέρεται και στο αστικό περιβάλλον. 
Το πρόβλημα του δωρεάν επιβάτη που είναι η κρίσιμη έννοια στο έργο του, είναι βασικά αστικού περιεχομένου. Ούτε ο Marx παρέθεσε συγκεκριμένη θεωρία της πόλης. Στο μαρξικό έργο η πόλη είναι ο τόπος εκδήλωσης των κοινωνικών ανισοτήτων, της διαρκούς μάχης μεταξύ των παραγωγικών τάξεων αλλά και της τελικής ανατροπής των παραγωγικών σχέσεων.
Υπό αυτό το πρίσμα, δίνει στην πόλη τη μεγάλη σημασία που της αναλογεί και τη μελετά σαν ένα ζωτικό κλειδί στην υπόθεση της κοινωνικής αλλαγής.

4) Οι θεσμοί και ο ρόλος τους είναι επίσης ένας κοινός τόπος αν και διαφέρει σημαντικά τόσο το ειδικό βάρος όσο και ο ρόλος που πρέπει να έχουν στην κοινωνία των αστών. Στο μοντέλο του North, οι θεσμοί έχουν εξέχοντα ρόλο και υπάρχουν ώστε να εξορθολογήσουν μία οικονομικά αναποτελεσματική κατάσταση. Ο Weber πιστεύει ακράδαντα πως ένα καλό και διάφανο κράτος στηρίζει μία κοινωνία και της παρέχει τα εφόδια ώστε να αναπτυχθεί.

Ο Marx, προωθεί την ιδέα ότι οι θεσμοί αντικατοπτρίζουν τη ταξική διαμάχη και προσπαθούν μάταια να επιτύχουν την ισορροπία μεταξύ των αντιτιθέμενων συμφερόντων των πολιτών.

5) Ο North καθιστά σαφές ότι διαχωρίζει τη θέση του από την ήδη παγιωμένη θεωρία του Marx, η οποία βασίζεται πρωτίστως στην ύπαρξη των αντιθέσεων μεταξύ κοινωνικών τάξεων ως ερμηνεία αλλαγής των κοινωνιών. Είναι χαρακτηριστικό το παρακάτω απόσπασμα: "...ο μαρξιστής χειρίζεται λεπτά το όλο ζήτημα ισχυριζόμενος ότι οι τάξεις είναι εκείνες που προκαλούν τις δομικές μεταβολές. Αυτό όμως αγνοεί το πρόβλημα του δωρεάν επιβάτη και κάνει τη γενναία παραδοχή ότι άνθρωποι θα βάλουν κατά μέρος το ατομικό τους συμφέρον και θα ενεργήσουν σύμφωνα με το συμφέρον μιας τάξης, ακόμα και με σημαντικές προσωπικές θυσίες. Η καλύτερη απόδειξη ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί τυπική συμπεριφορά έρχεται από τους ίδιους τους μαρξιστές ακτιβιστές, οι οποίοι αφιερώνουν όλη τους την ενέργεια για να πείσουν το προλεταριάτο να συμπεριφέρεται ως τάξη..." (North 1981, σ. 40).

Συμπερασματικά, θεωρούμε ότι ο North προσφέρει την πιο ολοκληρωμένη εξήγηση για τη δημιουργία και την εξέλιξη των πόλεων. Οι αστικές συγκεντρώσεις δεν εξηγούνται αποκλειστικά βάσει της ορθολογικής ατομικής συμπεριφοράς, ούτε στη βάση των ταξικών διαφορών. Η αναγκαία υπέρβαση του ρήγματος μεταξύ ατομικισμού και ολισμού γίνεται μέσω των θεσμών στους οποίους αποκρυσταλλώνονται οι κοινωνικές δομές και οι αξίες κάθε συγκυρίας οι οποίες εγγυώνται τη σταθερότητα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. 

Ταυτόχρονα, οι θεσμοί μέσω των οποίων λειτουργεί η αγορά, είναι υπεύθυνοι για τη δημιουργία κινήτρων ή αντικινήτρων που εξηγούν την αποτελεσματικότητα μιας οικονομικής οργάνωσης και κατ'επέκταση τη βιωσιμότητα μιας πόλης. Πέραν των κοινών οικονομικών κινήτρων οι θεσμοί, επηρεάζοντας τον τρόπο δράσης των οικονομικών μονάδων είναι ικανοί να αλλάξουν την αστική ταυτότητα είτε μέσω της επιβολής των όρων του παιχνιδιού, είτε μέσω της δημιουργίας μίας νέας αντίληψης περί κοινωνικών σχέσεων, ατομικής συμπεριφοράς, επικοινωνίας και συνεργασίας.

Διαβάστε επίσης : 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου