Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

Η ποιότητα ζωής στη πόλη

#Μ. Βενετσάνου
Διπλωματούχος Μηχανικός Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης

Η παρούσα εργασία ασχολείται με την ποιότητα ζωής στην πόλη, επικεντρώνοντας στη σχέση μεταξύ αυτής και του πολεοδομικού σχεδιασμού που αποτελεί έναν από τους βασικούς μηχανισμούς προσδιορισμού της ποιότητας ζωής στην πόλη. Η ανάλυση στηρίζεται τόσο στη σχετική βιβλιογραφία όσο και σε εμπειρική έρευνα. Με βάση ορισμένα κριτήρια προσδιορίζονται τρεις μελέτες περίπτωσης: Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα και Καλαμάτα, καθώς και οι βασικοί άξονες που οριοθετούν σε συλλογικό επίπεδο την ποιότητα ζωής στις ελληνικές πόλεις. Το ερευνητικό τμήμα της εργασίας αποτελείται από δυο στάδια, τους δείκτες που αποτυπώνουν την υφιστάμενη κατάσταση της ποιότητας ζωής στη πόλη και τα ερωτηματολόγια που αντικατοπτρίζουν την αντίληψη των κατοίκων για την πόλη τους. 
Στόχος είναι να διερευνηθεί ο βαθμός σύγκλισης μεταξύ της αντίληψης που έχουν οι κάτοικοι για την πόλη τους και της 'πραγματικής' κατάστασης - όπως αυτή καταγράφεται από τις σχετικές μετρήσεις των δεικτών. 
Επιπροσθέτως εξετάζεται η φύση των προβλημάτων που συγκέντρωσαν το ενδιαφέρον, ενώ αναζητούνται και οι βασικές παραμέτρους που προσδιορίζουν την ποιότητα ζωής στην πόλη με βάση πάντα τις αντιλήψεις των κατοίκων.


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΘΕΩΡΗΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η ποιότητα ζωής είναι ένα ευρύ, και πολυδιάστατο θέμα που χρησιμοποιείται ποικιλοτρόπως στη βιβλιογραφία, και συνήθως αναφέρεται είτε στο περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν οι άνθρωποι και τους παράγοντες που το επηρεάζουν (ρύπανση, υποδομές κ.α.), είτε σε συγκεκριμένες καταστάσεις που καθορίζουν την ζωή των ανθρώπων (υγεία, εργασία κ.α.) (Pacione, 2003). Είναι δυνατόν να εξεταστεί από διάφορες οπτικές γωνίες (π.χ. ψυχολογία, υγεία, οικονομία κ.α.) διαφοροποιώντας έτσι την έννοια του όρου, ενώ διαμορφώνεται τόσο από αντικειμενικά γεγονότα όσο και από την υποκειμενική αντίληψη που έχει το άτομο για τους τομείς της ζωής του. Η ποιότητα ζωής στην πόλη αποτελεί μια από τις διαστάσεις του θέματος, η οποία και συγκεντρώνει μεγάλο βιβλιογραφικό ενδιαφέρον καθώς σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Ένωση το 2005 το 78% των Ευρωπαίων συγκεντρωνόταν στον αστικό χώρο, ενώ αναμένεται στις επόμενες δεκαετίες ο αστικός πληθυσμός να αντιπροσωπεύει το 50% του συνολικού πληθυσμού παγκοσμίως, επομένως οι πόλεις αποτελούν τον 'σφυγμό' της κοινωνίας και είναι ο χώρος όπου δημιουργούνται τόσο τα προβλήματα όσο και οι προκλήσεις για το μέλλον.
Η εξέταση του θέματος θα γίνει από την σκοπιά του πολεοδομικού σχεδιασμού, βασικού παράγοντα προσδιορισμού της ποιότητας ζωής στην πόλη και ο οποίος ταυτοχρόνως σαν δημόσια παρέμβαση παρακινείται και προσδιορίζεται από την συμβολή που έχει τελικά στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων. Το ζήτημα αυτό δεν αποτελούσε πάντα τον πυρήνα του πολεοδομικού σχεδιασμού, ωστόσο η εξέλιξη και η διαφοροποίηση των αναγκών των κατοίκων αλλά και των ίδιων των πόλεων επέδρασε στη διαμόρφωση των στόχων και του αντικειμένου του σχεδιασμού.

2. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ
Βασικό ερώτημα της εργασίας αποτελεί η αναζήτηση των κύριων παραμέτρων που προσδιορίζουν σε συλλογικό επίπεδο την ποιότητα ζωής στις ελληνικές πόλεις, ενώ σε δεύτερο επίπεδο επιχειρείται να διερευνηθεί και ο βαθμός σύγκλισης μεταξύ της αντίληψης των κατοίκων της πόλης και της 'πραγματικής' κατάστασης - όπως αυτή καταγράφεται από τις σχετικές μετρήσεις των δεικτών. Παράλληλα εξετάζεται και ο ρόλος που είναι τελικά δυνατόν να διαδραματίσει ο σχεδιασμός στην διαμόρφωση της ποιότητας ζωής. Η έρευνα βασίζεται στην εκπόνηση τριών μελετών περίπτωσης, η επιλογή των οποίων θα βασιστεί σε κριτήρια πληθυσμιακά, οικονομικά, αναπτυξιακά και χωρικά, υιοθετεί κυρίως ποσοτικές μεθόδους ανάλυσης και περιλαμβάνει δυο στάδια: την μέτρηση δεικτών ποιότητας ζωής στις επιλεγμένες πόλεις με τη βοήθεια στοιχείων από πηγές όπως ΕΛ.ΣΤΑΤ κ.α. και την συμπλήρωση ερωτηματολογίου από τους κατοίκους. Και τα δυο στάδια θα επικεντρωθούν σε πέντε άξονες: την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, το περιβάλλον, τον αστικό χώρο, τις υποδομές και την κοινωνία της πληροφορίας. Τέλος η έρευνα πραγματοποιήθηκε στην Καλαμάτα, στα Ιωάννινα και στη Θεσσαλονίκη με την μέθοδο της διανομής ανώνυμων ερωτηματολογίων μεταξύ 30/08/2011 και 27/11/2011 και σε αυτήν έλαβαν μέρος 370 άτομα κατανεμημένοι αναλογικά με βάση των πληθυσμό κάθε πόλης, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται ποσοστό λάθους μικρότερο ή ίσο με 5%.

3. ΔΕΙΚΤΕΣ ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ ΖΩΗΣ
Στον πίνακα συγκεντρώθηκαν οι 26 δείκτες που διαμορφώνουν την συνολική εικόνα της υφιστάμενης κατάστασης σε κάθε πόλη. Με την αξιολόγηση κάθε δείκτη (βλ. υπόμνημα πίνακα) προκύπτει ένα αποτέλεσμα που κατατάσσει τις τρεις πόλεις βάση των επιδόσεων τους. Η συνολική αξιολόγηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι την καλύτερη ποιότητα ζωής έχει η Καλαμάτα (36) και ακολουθούν κατά σειρά τα Ιωάννινα (37) και η Θεσσαλονίκη (47). Ειδικότερα στην Καλαμάτα, παρατηρείται μια ισορροπία των αξόνων, ενώ θετικά στην βελτίωση της ποιότητας ζωής της πόλης συνέβαλαν οι δείκτες του αστικού χώρου που δείχνουν όχι μόνο καλύτερη ποιότητα ζωής αλλά και αυξημένο βιοτικό επίπεδο. Αντίθετα τομείς στους οποίους φάνηκε να υστερεί είναι η οικονομία, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία οι κάτοικοι δηλώνουν το μικρότερο μέσο εισόδημα μεταξύ των τριών περιπτώσεων.

Στην συνέχεια τα Ιωάννινα κατείχαν τις περισσότερες δεύτερες θέσεις γεγονός που πιστοποιεί μια ουδέτερη κατάσταση χωρίς σημαντικά προβλήματα, αλλά και χωρίς σημαντικές ευκαιρίες για την πόλη. Η αρνητική βαθμολογία της πόλης προήλθε από την οικονομία, τις κλιματολογικές συνθήκες που ερμηνεύονται από την γεωγραφική θέση της πόλης, τις υποδομές και ιδιαίτερα σε ότι αφορά τον πολιτισμό, γεγονός που επισημάνθηκε και στα ερωτηματολόγια. Αντίθετα θετικά στην βελτίωση της ποιότητας ζωής υπολογίστηκαν τα χαμηλά κρούσματα εγκληματικότητας, το μεγαλύτερο μέσο εισόδημα, τα υψηλά επίπεδα ανακύκλωσης και το πράσινο.

Τέλος στη Θεσσαλονίκη αρνητικά συνέβαλαν αξιολόγηση δείκτες που αφορούν την κοινωνία, το περιβάλλον και τον αστικό χώρο. Στον τομέα του περιβάλλοντος, αγκάθια ήταν τα σημαντικά προβλήματα ρύπανσης του αέρα και μόλυνσης του Θερμαϊκού κόλπου, καθώς και τα ποσοστά ανακύκλωσης. Επίσης το θέμα της επάρκειας αναλογικά με τον πληθυσμό, τόσο για τους χώρους πράσινου όσο και για τους δημόσιους χώρους συνέβαλε εξίσου αρνητικά. Αντίθετα στα βασικά πλεονεκτήματα της πόλης συγκαταλέγεται ο άξονας των υποδομών.


Πηγή: Γκανάτσας Π. et al (2002), ΕΛ.ΣΤΑΤ. (2001), ΚΕ.Π.Υ.Ο. (2003), Ρυθμιστικό Σχέδιο Ιωαννίνων (2008), PLAS ΕΠΕ et al (2011), Urban Audit (2001), http://gis.thessaloniki.gr, http://www.ekp.gr, ιδία επεξεργασία

4. ΑΝΑΛΥΣΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΩΝ
Η δομή του ερωτηματολογίου αποτελείται από 32 ερωτήσεις συνολικά οι οποίες κατανέμονται σε 6 μεγάλες κατηγορίες: γενικά στοιχεία, περιβάλλον - υποδομές, αστικός χώρος, μεταφορές, βασικά προβλήματα, ποιότητα ζωής. Για την ανάλυση ερωτήσεων που αφορούσαν στον βαθμό ικανοποίησης κατασκευάστηκε ένας Σύνθετος Δείκτης Ικανοποίησης (1) (Σ.Δ.Ι.).


Η συγκριτική ανάλυση των αποτελεσμάτων για τα κοινωνικά θέματα έδειξε ότι η αξία που δίδεται στο θέμα της μετανάστευσης από τους κατοίκους, δεν σχετίζεται μόνο με τον πληθυσμό των αλλοδαπών που συγκεντρώνεται στην πόλη όπως ανάλογο ήταν και το συμπέρασμα μεταξύ πραγματικής εγκληματικότητας και αίσθηση ασφάλειας. Σε θέματα οικονομίας το μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας παρατηρήθηκε στα Ιωάννινα, όμως η ανεργία αποτέλεσε κύριο θέμα αναφοράς στο σύνολο των 370 ερωτηματολογίων. Στη συνέχεια στην σύγκριση του μέσου εισοδήματος με το κόστος ζωής στην πόλη, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η αντίληψη για το κόστος ζωής είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της πόλης και παρόλο που στην Καλαμάτα καταγράφηκε το χαμηλότερο μέσο εισόδημα, η άποψη των κατοίκων για το ήταν καλύτερη από τις άλλες δυο περιπτώσεις. Ταύτιση απόψεων και μετρήσεων παρατηρήθηκε στα θέματα της ρύπανσης, με τα προβλήματα που καταγράφηκαν να γίνονται αισθητά από τους κατοίκους.

Τα αποτελέσματα των δεικτών για την διαμόρφωση της συνολικής εικόνας του δομημένου περιβάλλοντος έδειξαν ότι ο άξονας αυτός συνέβαλε θετικότερα στην διαμόρφωση της ποιότητας ζωής για την Καλαμάτα και αρνητικότερα για την Θεσσαλονίκη. Σε αντιπαράθεση αυτών υπολογίστηκε ο Σύνθετος Δείκτης Ικανοποίησης για το δομημένο περιβάλλον. Σύμφωνα με αυτόν οι ικανοποιημένοι πολίτες στην Καλαμάτα ήταν 6 φορές περισσότεροι από τη Θεσσαλονίκη και 3 φορές περισσότεροι από τα Ιωάννινα, επιβεβαιώνοντας έτσι τις μετρήσεις των δεικτών. Ο ίδιος δείκτης υπολογίστηκε για το πράσινο και τους δημόσιους χώρους και τα αποτελέσματα του ταυτίστηκαν πλήρως με τις μετρήσεις των δεικτών. Για το σύνολο του αστικού χώρου, περισσότερο δυσαρεστημένοι δήλωσαν οι Θεσσαλονικείς με την αναλογία δυσαρεστημένων /ικανοποιημένων κατοίκων να αντιστοιχεί σε 2/1. Οι υποδομές έδειξαν ότι η 'πραγματική' κατάσταση δεν γίνεται αντιληπτή πλήρως από τους κατοίκους με αποτέλεσμα στη Θεσσαλονίκη που συγκεντρώνει όλες τις βασικές υποδομές οι κάτοικοι να δηλώνουν μέτρια ικανοποιημένοι, ενώ περισσότερο δυσαρεστημένοι ήταν στα Ιωάννινα όπου οι ελλείψεις σε υποδομές αθλητισμού και πολιτισμού συνέβαλαν αρνητικά στη διαμόρφωση της ποιότητας ζωής.

Τέλος τέθηκαν 13 προβλήματα προς ιεράρχηση: ανεργία, κυκλοφοριακό, κόστος ζωής, καθαριότητα, ασφάλεια, ατμοσφαιρική ρύπανση, έλλειψη πράσινου, δημόσιων χώρων, κοινωνικών υποδομών, αθλητισμού, δραστηριοτήτων πολιτισμού, μετανάστευση και ηχορύπανση με σκοπό οι ερωτηθέντες να αξιολογήσουν τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η πόλη τους. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι αντιλήψεις των κατοίκων δεν διαφοροποιούνται αισθητά μεταξύ των τριών πόλεων, με την ανεργία, το κυκλοφοριακό την καθαριότητα, την ασφάλεια και το κόστος ζωής να μονοπωλούν το ενδιαφέρον και σε όλες τις περιπτώσεις.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, σε πρώτη φάση οι κάτοικοι δεν φάνηκε να επηρεάζονται από τα οικονομικά, αναπτυξιακά και χωρικά χαρακτηριστικά της πόλης, καθώς δεν παρατηρήθηκαν διαφοροποιήσεις στην επιλογή των πέντε σημαντικότερων προβλημάτων για κάθε μελέτη περίπτωσης. Αντίθετα όμως τα χαρακτηριστικά αυτά επηρέασαν την ιεράρχησή τω επιλεγμένων προβλημάτων, π.χ. η αύξηση του μέγεθος της πόλης αύξησε την βαρύτητα που αποδόθηκε στο κυκλοφοριακό πρόβλημα, στο κόστος ζωής και στην ασφάλεια. Η πλειοψηφία όσων έλαβαν μέρος επισήμανε ως κύριο πρόβλημα την ανεργία, όμως αυτό αποδίδεται στην παρούσα κρίση, δεδομένου ότι οι άνθρωποι αρχίζουν να αισθάνονται πραγματικά τον αντίκτυπο της. Ένα άλλο σημείο που έδειξε ενδιαφέρον ήταν η φύση των προβλημάτων που επιλέχθηκαν, καθώς μεγαλύτερη βαρύτητα αποδόθηκε σε ζητήματα που σχετίζονται με την καθημερινότητα (κυκλοφοριακό, κόστος ζωής, ανεργία) των κατοίκων και λιγότερο με την δομή και τη λειτουργία της πόλης (υποδομές, αστικός χώρος).
Όσο αφορά το κύριο ερώτημα της εργασίας διαπιστώθηκε ότι η αντίληψη για την ποιότητα ζωής διαμορφώνεται περισσότερο από τα κοινωνικό-οικονομικά ζητήματα (ανεργία, ασφάλεια, κόστος ζωής) και λιγότερο από θέματα που αφορούν το περιβάλλον ή τον αστικό χώρο, ενώ εξετάζοντας συνδυαστικά τους δείκτες και τα ερωτηματολόγια παρατηρήθηκε σύγκλιση μεταξύ της αντίληψης για την ποιότητα ζωής και της 'πραγματικής' κατάστασης. Ειδικότερα όσον αφορά τις συνολικές επιδόσεις κάθε πόλης στις μετρήσεις των δεικτών και την γενική άποψη των κατοίκων για το θέμα, το γενικό συμπέρασμα ήταν ότι, η ποιότητα ζωής είναι αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της πόλης. Και παρόλο που οι δείκτες δεν έδειχναν μεγάλη διαφοροποίηση, τα αποτελέσματα του Σύνθετου Δείκτη Ικανοποίησης για την συνολική αντίληψη της ποιότητας ζωής έδειξαν ότι η μέτρηση για την Καλαμάτα είναι 1,5 φορά μεγαλύτερη από τα Ιωάννινα που βρέθηκαν στη δεύτερη θέση και 15 φορές μεγαλύτερη από την τρίτη σε κατάταξη Θεσσαλονίκη.

Η ποιότητα ζωής, όπως αναφέρθηκε και στην θεωρία διερευνήθηκε υπό το πρίσμα του πολεοδομικού σχεδιασμού και οι βασικές παράμετροι (άξονες) που προσδιορίστηκαν είχαν άμεση συσχέτιση με αυτόν, ενώ αναφέρονται σε παραμέτρους που εξετάζονται στην ανάλυση που προηγείται πριν την διαμόρφωση των πολεοδομικών σχεδίων. Ο ρόλος του χωρικού σχεδιασμού είναι πολύ σημαντικός και στην διαμόρφωση της ποιότητας ζωής καθώς ακόμη και αν δεν μπορεί να παρέμβει άμεσα στα θέματα που συγκέντρωσαν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον (ανεργία, κόστος ζωής, ασφάλεια), μπορεί να δημιουργήσει ένα υψηλής ποιότητας αστικό περιβάλλον ικανό να προσελκύσει επενδύσεις και δραστηριότητες στην πόλη που κατά συνέπεια θα συμβάλλουν στην κοινωνικό-οικονομική ανάπτυξή της, διαδραματίζοντας παράλληλα έναν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ποιότητας ζωής. Εν κατακλείδι ο Massam (2002) επισημαίνει ότι παρότι μεμονωμένα και σε ατομικό επίπεδο η ποιότητα ζωής αποτελεί θέμα προσωπικής άποψης και προσδιορίζεται για τον καθένα διαφορετικά, αντανακλώντας τις επιλογές και τις ευκαιρίες του καθενός για την ζωή του, σε συλλογικό και σε χωρικό επίπεδο επηρεάζεται σημαντικά από τις ρυθμίσεις του πολεοδομικού σχεδιασμού.

(1)Ο Σ.Δ.Ι. ισούται με %ικανοποιημένων προς %δυσαρεστημένων και χρησιμοποιήθηκε σε αντίστοιχες έρευνες που έγιναν για λογαριασμό της Καθημερινής (Public Issue, 2008).

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου