Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Ο δημόσιος χώρος στους οικισμούς κατοικίας πληθυσμών Ρομά στη Μακεδονία


#Α.-Β. Σιδέρη
Αρχιτέκτων μηχανικός Ε.Μ.Π, MSc Ε.Μ.Π, Υποψήφιος διδάκτωρ Ε.Μ.Π 

Οι περιοχές κατοικίας Ρομά αποτελούν μια ιδιότυπη περίπτωση οικιστικών συνόλων και προσφέρονται ως αντικείμενο μελέτης για την εξαγωγή συμπερασμάτων που αφορούν την ανάπτυξη οικισμών σε συνθήκες ελλιπούς νομιμότητας, κοινωνικής περιθωριοποίησης και εθνογραφικών ιδιαιτεροτήτων.
Στα πλαίσια της μελέτης χαρτογράφησης των τόπων κατοικίας των παιδιών Ρομά  και των οικογενειών τους στην γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, πραγματοποιείται και αναλυτική διερεύνηση των συνθηκών διαβίωσής τους, με επίκεντρο τόσο τα θέματα κατοικίας όσο και της πολεοδομικής ανάπτυξης των συγκεκριμένων περιοχών.
Σε αυτή την παρουσίαση θα δοθεί ιδιαίτερη έμφαση σε ερωτήματα που αφορούν το δημόσιο χώρο οικισμών που κατοικούνται σχεδόν αποκλειστικά από Ρομά. Σαν πρώτη και κεντρική διαπίστωση, η αισθητή απουσία του δημόσιου χώρου εντός των συγκεκριμένων οικιστικών συνόλων, αποτελεί το γεννήτορα των βασικών ερωτημάτων αυτής της διερεύνησης.
Το πραγματολογικό υλικό που θα χρησιμοποιηθεί αντλείται κυρίως από τους οικισμούς της Αγίας Σοφίας του Δήμος Δέλτα, της Αλεξάνδρειας Ημαθείας και τον καταυλισμό της Περαίας του δήμου Θερμαϊκού, στην κεντρική Μακεδονία. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά παραδείγματα, αποτελούν συγχρόνως τρεις εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις που μπορούν να μας οδηγήσουν σε κάποια πρώτα συμπεράσματα. Μέσα από επιτόπια έρευνα, καταγράφονται κατά κύριο λόγο τα βασικά χωρικά χαρακτηριστικά των περιοχών μελέτης: τυπολογίες κατοικιών και κοινόχρηστων χώρων, πολεοδομικές διευθετήσεις, στοιχεία γεωμορφολογίας και χωροταξικής οργάνωσης. Τα δεδομένα που μας παρέχει το κάθε οικιστικό σύνολο μελετώνται συγκριτικά και αναλύονται από οικονομική, κοινωνική και ιστορική σκοπιά.
Οι παραπάνω διαπιστώσεις, έχουν ως στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων στο πλαίσιο της υπόθεση της απουσίας του δημόσιου χώρου, με σκοπό την περιγραφή της ιδιότυπης συνθήκης κατοίκησης των Ρομά.
Επιδιώκοντας λοιπών να καταγράψουμε τη γενεαλογία αυτής της ιδιότυπης συνθήκης κατοίκησης και οικειοποίησης του χώρου, συνυπολογίζουμε αναγκαία δύο βασικούς παράγοντες που σχετίζονται:
Α. με την ιδιαιτερότητα του πληθυσμού και την προγονική νομαδική τους συνθήκη κατοίκησης που μετατρέπεται σε μόνιμη.
Β. την προβληματική ανάπτυξη και χρήση του δημόσιου χώρου στην ελληνική πόλη.
Παράλληλα διερευνώνται όλες εκείνες οι επιμέρους συνθήκες που συνδιαμορφώνουν την ειδικού τύπου χωρική συγκρότηση των κοινοτήτων Ρομά. Θα μπορούσαμε λοιπόν να κλείσουμε την διερεύνηση με την παρακάτω διαπίστωση: η απουσία δημοσίου χώρου σε τέτοιες περιπτώσεις δεν σημαίνει και ότι δεν υπάρχουν άλλες εκφράσεις συλλογικής δράσης και διαβίωσής, που όμως δεν μπορούν εύκολα να κωδικοποιηθούν εντός των δυτικών αστικών πλαισίων περιγραφής της δημόσιας σφαίρας.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στα πλαίσια της μελέτης χαρτογράφησης των τόπων κατοικίας των παιδιών Ρομά και των οικογενειών τους στην γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και τις Θράκης, πραγματοποιείται και αναλυτική διερεύνηση των συνθηκών διαβίωσης τους, με επίκεντρο τόσο τα θέματα κατοικίας όσο και της πολεοδομικής ανάπτυξη των συγκεκριμένων περιοχών.

Σε αυτή την παρουσίαση το πραγματολογικό υλικό που θα χρησιμοποιηθεί αντλείται κυρίως από τους οικισμούς της Αγίας Σοφίας, της Αλεξάνδρειας Ημαθείας και τον καταυλισμό της Περαίας στην κεντρική Μακεδονία. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά παραδείγματα, αποτελούν συγχρόνως τρεις εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις που μπορούν να μας οδηγήσουν σε κάποια πρώτα συμπεράσματα. Μέσα από επιτόπια έρευνα, καταγράφονται κατά κύριο λόγο τα βασικά χωρικά χαρακτηριστικά των περιοχών μελέτης: τυπολογίες κατοικιών και κοινόχρηστων χώρων, πολεοδομικές διευθετήσεις, στοιχεία γεωμορφολογίας και χωροταξικής οργάνωσης. Τα δεδομένα που μας παρέχει το κάθε οικιστικό σύνολο μελετώνται συγκριτικά και αναλύονται από οικονομική, κοινωνική και ιστορική σκοπιά.

Θα επιχειρηθεί εδώ μια πρώτη προσπάθεια για την αναζήτηση των χώρων που λειτουργούν με δημόσια ή έστω κοινόχρηστη χρήση. Συγκρίνοντας με τα δεδομένα υποκείμενα μιας σύγχρονης ανεπτυγμένης κοινωνίας διαμορφωμένης σύμφωνα με τα πρότυπα του δυτικού πολιτισμού επιχειρείται η αναγωγή τους σε μια διαφορετικά δομημένη κοινότητα.

2. ΜΕΘΟΔΟΣ
Το πραγματολογικό υλικό που θα χρησιμοποιηθεί αντλείται κυρίως από τους οικισμούς της Αγίας Σοφίας, της Αλεξάνδρειας Ημαθείας και τον καταυλισμό της Περαίας στην κεντρική Μακεδονία. Τα τρία αυτά χαρακτηριστικά παραδείγματα, αποτελούν συγχρόνως τρεις εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις. Η μέθοδος που θα ακολουθηθεί είναι επιτόπια έρευνα, καταγράφονται κατά κύριο λόγο τα βασικά χωρικά χαρακτηριστικά των περιοχών μελέτης: τυπολογίες κατοικιών και κοινόχρηστων χώρων, πολεοδομικές διευθετήσεις, στοιχεία γεωμορφολογίας και χωροταξικής οργάνωσης.

Το βασικό ερώτημα της έρευνας είναι οι λόγοι απουσίας του δημόσιου χώρου στους παραπάνω οικισμούς. Η έρευνα έχει ως στόχο την εξαγωγή συμπερασμάτων της ιδιότυπης συνθήκης κατοίκησης των Ρομά.

3. ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ

3.1 Περαία
Ο καταυλισμός της Περαίας (δήμος Θερμαϊκού) βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του Θερμαϊκού κόλπου και σε σχετικά μικρή απόσταση από το αεροδρόμιο. Αν και βρίσκεται κοντά στα όρια της πόλης είναι αποκομμένος από τον αστικό ιστό της. Τα οικόπεδα στα οποία είναι τοποθετημένες οι καλύβες/παράγκες ανήκουν ιδιοκτησιακά στο πανεπιστήμιο Μακεδονία. Οι Ρομά είναι εγκατεστημένοι στη συγκεκριμένη περιοχή για περίπου 25-30 χρόνια. Παρά το γεγονός της μακροχρόνιας εγκατάστασης τους και τις όποιες προσπάθειες γίνονται για μια ποιο μόνιμη λύση, στη διαμάχη, το οικιστικό ζήτημα δεν φαίνεται να επιλύεται σύντομα. Απόρροια αυτής της μη μόνιμης συνθήκης διαμονής είναι οι συνεχείς μεταβολές του πληθυσμού και ο εφήμερος χαρακτήρας της κατασκευής των καταλυμάτων.

Η γειτνίαση του καταυλισμού με μια βαλτώδη έκταση δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο τις δεδομένες κακές συνθήκες διαβίωσης θέτοντας επιπλέον δυσκολίες.

Οι παράγκες είναι κατασκευασμένες από ευτελή μεταχειρισμένα υλικά, όπως κομμάτια ξύλου και τυχαία κουφώματα. Η κατασκευή επικαλύπτεται από μουσαμάδες για στεγανοποίηση. Μερικές από της παράγκες εδράζονται σε τσιμεντένιες βάσεις και ορισμένες άλλες στηρίζονται πάνω σε πόρτες και άλλα κουφώματα δημιουργώντας έτσι μια αίσθηση πασσαλόπηκτου καταλύματος. Τα καταλύματα που βρίσκονται κοντά στο βάλτο έχουν να αντιμετωπίσουν επιπλέον και τα τις υπερχειλίσεις χρησιμοποιώντας διάφορες αυτοσχέδιες μεθόδους που πολλές φορές δημιουργούν επιπλέον προβλήματα. (π.χ. σπασμένα πλακάκια για στεγανοποίηση).

Η διάταξη των καταλυμάτων είναι τυχαία, η χωροθέτηση τους εξαρτάται περισσότερο από την σχέση των ατόμων παρά από μια συνθήκη για βέλτιστη αξιοποίηση του χώρου και καλύτερες συνθήκες υγιεινής. Αν παρατηρήσει κανείς τη χωροθέτηση των καταλυμάτων μέσα στον οικισμό θα διαπιστώσει ότι οι καλύβες είναι διατεταγμένες σε ημικυκλικά σχήματα αφήνοντας στο κέντρο κάποιου είδους πλάτωμα. Το παράδοξο σε αυτή την περίπτωση είναι ότι αυτό το "βολικό" κενό δεν δείχνει να έχει κάποια χρήση, δεν λειτουργεί ως υποδοχέας κοινωνικών δραστηριοτήτων.

Οι περισσότερες παράγκες δείχνουν να έχουν οριοθετημένο υπαίθριο χώρο παρά το γεγονός ότι οι κάτοικοι υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχουν όρια μεταξύ τω ιδιοκτησιών. Παρόλαυτά οι διάφορες κοινωνικές/ομαδικές εκδηλώσεις γίνονται - όπως συμβαίνει στους περισσότερους οικισμούς- σε παράγκες και αυλές.
Οι μοναδικοί "δημόσιοι"(κοινόχρηστοι) χώροι του καταυλισμού είναι μια παράγκα με χρήση εκκλησίας (κατασκευασμένη από ευαγγελιστές) και μια παράγκα- σχολείο (χτισμένο επίσης από ευαγγελιστές) το οποίο χρησιμοποιείται κατά συνθήκη και από τους εκπαιδευτικούς του προγράμματος.
Ορισμένοι από τους κατοίκους του καταυλισμού φαίνεται να έχουν και άλλη κατοικία (μάλλον με αρκετά καλύτερες συνθήκες διαβίωσης) η οποία όμως δεν είναι σε μέρος που να βοηθά στις οικονομικές τους δραστηριότητες και για το λόγο αυτό επιλέγουν να κατοικούν κάτω από τόσο άσχημες συνθήκες ώστε να βρίσκονται στα όρια της μητροπολιτικής περιοχής της Θεσσαλονίκης όπου μπορούν να εξασκήσουν τις δραστηριότητες τους.



3.2 Αγία Σοφία
Ο Συνοικισμός "Αγια Σοφία" (Ονομάστηκε έτσι από τους κατοίκους της) βρίσκεται στη Δυτική Θεσσαλονίκη και ανήκει διοικητικά στον Δήμος Δέλτα (δημοτική ενότητα πρώην δήμου Εχεδώρου). Στην πραγματικότητα βρίσκεται στο χώρο των εγκαταστάσεων του πρώην στρατοπέδου Γκόνου, σε μια περιοχή που δεν συνορεύει μόνο με βιομηχανικά (ενώ στις εγκαταστάσεις του πρώην στρατοπέδου προβλέπεται να δημιουργηθεί και το εμπορευματικό κέντρο Θεσσαλονίκης του Ο. Σ. Ε.) κτήρια μακριά από τον αστικό ιστό και από κάθε άλλη κατοικημένη περιοχή του δήμου.

Το έτος 2000, οι οικογένειες Ρομά (περίπου 3500 άτομα) που είχαν εκδιωχθεί το 1997 από την περιοχή του Εύοσμου  όπου και διέμεναν για 30 χρόνια, μεταφέρθηκαν σε μια διαμορφωμένη έκταση 1640 m  στον χώρο του πρώην στρατοπέδου Γκόνου. Τα χρόνια που μεσολάβησαν (1997-2000) μέχρι την μεταφορά τους οι Ρομά είχαν εγκατασταθεί προσωρινά στις όχθες του Γαλλικού ποταμού όπου οι συνθήκες διαβίωσης ήταν πάρα πολύ άσχημες.

Η θέση όπου βρίσκεται σήμερα ο οικισμός είναι η πλέον ακατάλληλη για να χρησιμοποιηθεί ως περιοχή κατοικίας. Η υπερυψωμένη θέση του, η γειτνίαση του με βιομηχανικά κτήρια και μεγάλη απόσταση του από περιοχές κατοικίας με υπηρεσίες και υποδομές (Ο οικισμός απέχει κατ' ελάχιστο 2,5 χιλιόμετρα από τις κοντινότερες περιοχές κατοικίας) είναι μερικοί μόνο από τους λόγους που καθιστούν την συγκεκριμένη τοποθεσία ως ακατάλληλη για αυτή τη χρίση.

Ο οικισμός έχει διαμορφωθεί αρχικά με βάση μελετημένο σχέδιο. Ο χώρος του πρώην στρατοπέδου διαιρέθηκε σε οικόπεδα μέσα στα οποία τοποθετήθηκαν λυόμενες κατοικίες πάνω σε τσιμεντένιες βάσεις (που είχαν χρησιμοποιηθεί από τους σεισμόπληκτους στην Αθήνα) και οι δρόμοι του οικισμού ασφαλτοστρώθηκαν. Δημιουργήθηκαν δεκαέξι οικοδομικά τετράγωνα από τα οποία τα τέσσερα κεντρικά προοριζόταν για τις κοινόχρηστες χρήσεις, ενώ τα υπόλοιπα για κατοικίες.

Με το πέρασμα των χρόνων και λόγω της αλλαγής των αναγκών, της αύξησης του πληθυσμού και τις προσωπικές διαμάχες, ο χώρος αλλάζει. Οι βασικές χαράξεις των δρόμων και των οικοδομικών τετραγώνων παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες. Αντίθετα, τα όρια των οικοπέδων, η πυκνότητα των καταλυμάτων και η μορφή τους μεταβάλλονται διαρκώς. Πολλά από τα λυόμενα αντικαταστάθηκαν από μόνιμα κτίσματα από μπετόν ενώ στην πλειοψηφία των κατοικιών έχουν γίνει διαφόρων ειδών προσθήκες.

Στους κεντρικούς δημόσιους χώρους είχε προβλεφθεί ένα κοινωνικό ιατρείο το οποίο σήμερα είναι εγκαταλελειμμένο και κατεστραμμένο. Το κτήριο αυτό αποτελούσε την μοναδική μόνιμη κατασκευή στον οικισμό. Τα τέσσερα οικοδομικά τετράγωνα στα οποία δεν υπάρχουν κατοικίες είναι στο μεγαλύτερο μέρος τους ανεκμετάλλευτα. Σήμερα εκεί φιλοξενούνται το νηπιαγωγείο το ποίο στεγάζεται σε ένα λυόμενο κτήριο μέσα σε έναν περιφραγμένο χώρο, καθώς και το "κοινοτικό" γραφείο, το κτήριο μη κυβερνητικών οργανώσεων και ένα μικρό σούπερ μάρκετ.

Ως εμπορικά καταστήματα χρησιμοποιούνται και ορισμένα σπίτια χωρίς όμως να αλλάζουν ουσιαστικά χρήση. Σε κάποια γωνία της κατοικίας τοποθετούνται τα προς πώληση προϊόντα, ενώ η μορφή και λειτουργία της υπόλοιπης κατοικίας και της οικογένειας δεν επηρεάζονται καθόλου.

Τα κοινόχρηστα οικόπεδα λειτουργούν περισσότερο ως διαχωριστική επιφάνεια ανάμεσα στις δύο γειτονιές του οικισμού και δεν συμμετέχουν με κανέναν τρόπο στην ζωή των κατοίκων. Δρουν περισσότερο διασπαστικά και σε καμία περίπτωση δεν βοηθούν στην τόνωση της κοινωνικής ζωής.



3.3 Αλεξάνδρεια
Η κοινότητα των Ρομά στην πόλη της Αλεξάνδρειας Ημαθίας εντοπίζονται στα ανατολικά όρια της πόλης και σε συνέχεια με τον πολεοδομικό ιστό της. Η συγκεκριμένη συνοικία καταλαμβάνει ένα μεγάλο μέρος του οικισμού και αναπόσπαστο κομμάτι του. Στην πλειοψηφία τους οι κατοικίες είναι φτιαγμένες με τέτοιο τρόπο που φανερώνουν μονιμότητα και διαθέτουν τουλάχιστον τις βασικές υποδομές υγιεινής. Συναντά κανείς ποικιλία μορφών και ποιοτήτων στα κτίσματα ανάλογη με την οικονομική διαστρωμάτωση των κατοίκων τους. Οι ιδιοκτησίες είναι χωρισμένες και τα κτίσματα δεν έχουν σημαντικές διαφορές από αυτά της υπόλοιπης πόλης.

Η υποβάθμιση της συνοικίας φανερώνεται μόνο αν παρατηρήσει κανείς την κατάσταση των δημόσιων υποδομών (π.χ. Οδικό δίκτυο, πλατείες κ.α.) σε σύγκριση με αυτές σε άλλα σημεία της πόλης. Το δημοτικό σχολείο στο οποίο φοιτούν τα παιδιά που κατοικούν στην συγκεκριμένη συνοικία βρίσκεται στα όρια της "Ρομά" γειτονιάς προς την πόλη. Σε κοντινή απόσταση και στον ίδια περίπου κατεύθυνση προς την πόλη βρίσκεται και μια εντελώς εγκαταλελειμμένη πλατεία, ένα ακόμα δείγμα της υποβάθμισης της περιοχής.

Ο αστικός ιστός της γειτονιάς είναι αρκετά πυκνός, χωρίς την παρεμβολή κοινόχρηστων/δημόσιων χώρων, με σχεδόν αποκλειστική χρήση κατοικίας και μόνο ελάχιστα κτήρια έχουν μικτή ή αποκλειστική χρήση εμπορίου, δυσανάλογα μικρή αναλογικά με το μέγεθος του οικισμού.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Παραπάνω αναλύθηκαν τρεις διαφορετικές περιπτώσεις οικισμών που κατοικούνται από Ρομά. Οι διαφορές τους είναι ευδιάκριτες τόσο σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των κατοίκων τους, που επηρεάζει κατά συνέπεια τη μορφή και την ποιότητα των κατοικιών, όσο και στη σχέση των οικισμών με τις γειτονικές πόλεις.

Συναντούμε όμως και πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Οι υποδομές των οικισμών και στις τρεις περιπτώσεις δεν επαρκούν για να λειτουργήσουν αυτόνομα, έτσι είναι αναγκαία η εξάρτηση τους από τις γειτονικές περιοχές κατοικίας. Οι οικισμοί αποτελούνται αποκλειστικά από περιοχές κατοικίας, οι όποιες εμπορικές χρήσεις εξαντλούνται στις απολύτως απαραίτητες, ενώ κάθε άλλη χρήση είναι περιθωριοποιημένη σε σχέση με την κοινότητα. Ο δημόσιος χώρος στην ουσία ακόμα και όταν υπάρχει είναι εντελώς παραγκωνισμένος. Το πρόσφατο νομαδικό παρελθόν των κοινοτήτων Ρομά έχει ως συνέπεια μια διαφορετική σχέση με την οικειοποίηση του χώρου η οποία εντείνεται από την έντονη περιθωριοποίηση του πληθυσμού. "Αντίθετα με ότι ισχύει στο δυτικό καπιταλιστικό σύστημα η αυστηρή διάκριση και οριοθέτηση του ιδιωτικού από το δημόσιοχώρο...με άλλα λόγια η "διαμερισματοποίηση" της ζωής είναι κατι ξένο προς τα πιστεύω των Τσιγγάνων"  γεγονός που εκφράζεται πρώτα από όλα τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον κοινόχρηστο χώρο και που στις περισσότερες περιπτώσεις ταυτίζονται.

Η μελέτη της κατοικίας ως μονάδα, στην περίπτωση των κοινοτήτων Ρομά φαίνεται να είναι αλληλένδετη με την μελέτη των δημόσιων/κοινοχρήστων χώρων. Οι δράσεις της κοινότητας δεν δείχνουν να εντοπιζονται σε συγκεκριμένους κοινόχρηστους χώρους και εισρέουν εντός των ορίων της "ιδιωτικής" κατοικίας. Οι έννοιες του ιδιωτικού και του δημόσιου είναι συγκεχυμένες και αλληλοκαλύπτονται. Όπως επισημαίνει άλλωστε και η Εφη Καραθανάση δεν είναι τυχαίο που οι Ρομά "δεν έχουν στη γλώσσα τους μια λέξη για να προσδιορίσουν το χώρο... κάτι αντίστοιχο της κατοικίας, του "καταυλισμού" της γειτονιάς" , γι' αυτούς ο χώρος και ο τόπος είναι έννοιες ρευστές που διαχέονται παντού και που είναι ανεξάρτητες και αποκομμένες από το κοινωνικό τους γίγνεσθαί.

5. ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Κάνοντας λοιπόν μια γρήγορη αναφορά σε τρεις εντελώς διαφορετικές περιπτώσεις οικισμών Ρομά παρατηρούμε ότι ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση των κατοίκων τους και τον βαθμό ένταξης τους στις τοπικές κοινωνίες ο τρόπος οικειοποίησης και χρήσης του δημόσιου χώρου έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά.
Θα μπορούσαμε λοιπόν να κλείσουμε την διερεύνηση με την παρακάτω διαπίστωση: η απουσία δημοσίου χώρου σε τέτοιες περιπτώσεις δεν σημαίνει και ότι δεν υπάρχουν άλλες εκφράσεις συλλογικής δράσης και διαβίωσής, που όμως δεν μπορούν εύκολα να κωδικοποιηθούν εντός των δυτικών αστικών πλαισίων περιγραφής της δημόσιας σφαίρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου