Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Η αστική διάχυση στα Μεσόγεια Αττικής

#Δ. Διμέλλη
Εκλ. Εττίκουρη Καθηγήτρια Σχολής Αρχιτεκτόνων Πολυτεχνείου Κρήτης

Στην Ελληνική Πολεοδομική πραγματικότητα, οι συνεχείς επεκτάσεις των υφιστάμενων αστικών κέντρων για την κάλυψη των αυξημένων οικιστικών αναγκών που έχουν προκύψει από την αστυφιλία, αποτελούν ένα σύνηθες φαινόμενο. Διαχρονικά, στα όρια των υφισταμένων πόλεων αναπτύσσονται νέες περιοχές, συνήθως αυθαίρετες στην αρχή, που στη συνέχεια εντάσσονται στο σχέδιο πόλης και αποτελούν τις νέες αστικές περιοχές. 
Αυτό το φαινόμενο της αστικής διάχυσης που είναι σύνηθες όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε παγκόσμιο επίπεδο με διαφορική ένταση, έχει οδηγήσει στην κατασπατάληση του χώρου, στην αλλοίωση του φυσικού τοπίου και στη δημιουργία περιοχών που στερούνται των βασικότερων υποδομών. Ταυτόχρονα επιβαρύνει τον υφιστάμενο αστικό χώρο καθώς έχει οδηγήσει στην εξάντληση της φέρουσας χωρητικότητας του χωρίς την ταυτόχρονη μέριμνα για το σχεδιασμό των επιπλέον απαιτούμενων υποδομών.
Απάντηση στο φαινόμενο της αστικής διάχυσης επιχειρήθηκε να δοθεί μέσω της αστικής ανάσχεσης, η οποία αναφέρεται στις πολιτικές που αποσκοπούν στον περιορισμό της πολεοδομικής εξάπλωσης και των επιπτώσεων της, περιορίζοντας την ανάπτυξη σε περιοχές εντός αστικών ορίων. 
Στην Ελλάδα το θέμα της αστικής συγκράτησης είναι σχετικά πρόσφατο, καθώς ο περιαστικός χώρος αντιμετωπίζεται συστηματικά στον πολεοδομικό σχεδιασμό μετά τον Ν.2508/1997. Η αυθαίρετη και η εκτός σχεδίου δόμηση όμως, σε συνδυασμό με την έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών και οι συνεχείς επεκτάσεις των σχεδίων πόλεως που νομιμοποιούν και ενθαρρύνουν τη συνέχιση αυτού του φαινομένου καθιστούν τον περιαστικό χώρο εν δυνάμει αστικό χωρίς κανένα περιορισμό.
Η παρούσα εργασία ασχολείται στις πολιτικές που έχουν εφαρμοσθεί για την αντιμετώπιση της αστικής διάχυσης στην Ελλάδα και διερευνά τους λόγους για τους οποίους δεν έχει κατορθώσει να επιφέρει τα επιθυμητά αποτελέσματα. Ως μελέτη περίπτωσης εξετάζονται οι οικισμοί που βρίσκονται στην πεδιάδα των Μεσογείων Αττικής, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια έχουν μεταβληθεί από περιοχές παραθεριστικής κατοικίας σε περιοχές κύριας κατοικίας συνεχώς εξαπλωνόμενοι εκτός των ορίων τους. Το φαινόμενο αυτό μετά και τη δημιουργία μεγάλων έργων υποδομής έχει ενταθεί με αποτέλεσμα να διαπιστώνεται η τάση δημιουργίας ενός χωρικού συνεχούς που σταδιακά θα ενοποιηθεί με το υφιστάμενο συνεχές του Πολεοδομικού Συγκροτήματος Αθηνών. Μέσω της έρευνας εξετάζονται οι μεταβολές που έχουν πραγματοποιηθεί διαχρονικά, οι παράγοντες που συνετέλεσαν σε αυτές και τέλος προτείνονται τρόποι προκειμένου να ανασχεθεί το ολοένα αυξανόμενο φαινόμενο της αστικής διάχυσης στην ευρύτερη περιοχή του μεγαλύτερου αστικού κέντρου της χώρας.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η εξάπλωση του αστικού χώρου δεν αποτελεί ένα πρόσφατο φαινόμενο. Αιώνες τώρα, οι αυξανόμενοι πληθυσμοί και οι νέες δημιουργούμενες απαιτήσεις για κατοικία και υποδομές οδήγησαν στην εξάπλωση των πόλεων, που ποικίλε ανάλογα με τις εκάστοτε κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες (Bruegmann, 2005).  Οι συνεχείς μεγεθύνσεις των πόλεων, άλλοτε βάσει σχεδίου και άλλοτε βάσει αυθαιρεσιών, οδήγησαν στην αστική διάχυση.

Η έννοια της αστικής διάχυσης, η οποία στη διεθνή βιβλιογραφία συναντάται με τον όρο "urban sprawl", αποτελεί ένα φαινόμενο που συναντάται παγκόσμια σε αστικούς χώρους με αυξανόμενες οικιστικές απαιτήσεις και χαρακτηρίζεται από μίξη χρήσεων χαμηλής πυκνότητας στην αστική περίμετρο. Στις Ηνωμένες πολιτείες η αστική εξάπλωση περιγράφεται και με τον όρο exurbia (Nelson & Dawkins, 2009), ο οποίος αναφέρεται στην αστική εξάπλωση σε περιοχές που δεν είναι αστικές και δεν είναι προορισμένες για δόμηση. Ως απάντηση στην αστική διάχυση, επιχειρείται η αστική ανάσχεση (urban containment) η οποία αναφέρεται στην προσπάθεια συγκράτησης του δομημένου χώρου εντός των υφιστάμενων ορίων του.

Στην Ελλάδα, ο εκ των υστέρων σχεδιασμός, που συνήθως πραγματοποιείται προκειμένου να αναστρέψει αποσπασματικά μια ήδη διαμορφωμένη κατάσταση, τα κενά της Νομοθεσίας αλλά και η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών έχουν οδηγήσει στη συνεχόμενη μεγέθυνση της αστικής διάχυσης. Το μικρότερο κόστος κατασκευής σε περιοχές μη αστικές αλλά κοντά σε αστικά κέντρα, σε συνδυασμό με την εκτός σχεδίου αλλά και με την αυθαίρετη δόμηση, έχουν οδηγήσει σε Ελληνικές πόλεις που επεκτείνονται διαρκώς, κατασπαταλώντας το χώρο και αλλοιώνοντας το τοπίο.

Η παρούσα εισήγηση επιχειρεί να διερευνήσει το φαινόμενο της αστικής διάχυσης στην Ελλάδα, να εξετάσει τους παράγοντες που την έχουν διαχρονικά ευνοήσει και τέλος να εστιάσει στην περιοχή της πεδιάδας των Μεσογείων, η οποία τα τελευταία χρόνια και μετά την κατασκευή έργων υποδομής, αποτελεί τον εν δυνάμει αστικό χώρο του λεκανοπεδίου της Αθήνας.

1. Η ΑΣΤΙΚΗ ΕΞΑΠΛΩΣΗ
Το φαινόμενο της αστικής εξάπλωσης δεν είναι πρόσφατο και δεν απασχολεί μόνο τη χώρα μας. Οι περισσότερες αμερικανικές πόλεις χαρακτηρίζονται από χαμηλές πυκνότητες με τα προάστια τους να αποτελούν τόπους κύριας κατοικίας της πλειονότητας του πληθυσμού τους (Duany, 2000) (Σχήμα 1).


Σχήμα 1. Σχεδιασμένη αστική εξάπλωση Αμερικανικών πόλεων.

Όσον αφορά τον Ευρωπαϊκό χώρο, στη Σουηδία από το 1930 έχουν τεθεί περιορισμοί προκειμένου να ανασχεθεί η αστική διάχυση που είχε αρχίσει να αναπτύσσεται, με την οριοθέτηση ζωνών απαγόρευσης δόμησης, περιμετρικά του αστικού χώρου. Στη Μεγάλη Βρετανία, η περιαστική δόμηση ελέγχεται αυστηρά με ζώνες ελέγχου δόμησης ενώ ταυτόχρονα επιχειρείται η ανάπτυξη του δομημένου χώρου προκειμένου να προτιμάται για δόμηση σε σχέση με τον περιαστικό. Στην Πορτογαλία, η αστική ανάσχεση επιτυγχάνεται με την οριοθέτηση του χώρου σε ζώνες με αυστηρούς περιορισμούς αλλά και συχνές κατεδαφίσεις κτισμάτων στις περιπτώσεις αυθαιρεσιών. Στη Γαλλία, η χωροταξική πολιτική που ασκείται, έχει οδηγήσει σε διασφάλιση του περιαστικού χώρου ο οποίος ελέγχεται με τη χρήση περιβαλλοντικών δεικτών. Τέλος, στην Ιταλία και την Ισπανία, οι αλλεπάλληλες νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων σε συνδυασμό με την τουριστική ανάπτυξη των παράκτιων πόλεων και την αδυναμία ελέγχου, έχουν οδηγήσει σε αλλοίωση του φυσικού και του πολιτιστικού τοπίου. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η πόλη της Βαρκελώνης η οποία τα τελευταία χρόνια επεκτείνεται στον περιαστικό της χώρο έντονα, όπου υπάρχει διαθέσιμος χώρος για δόμηση (Σχήμα 2).



2. ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΥΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Η ελληνική πολιτική για την αστικό χώρο καθορίστηκε σε μεγάλο βαθμό από το ιδιοκτησιακό καθεστώς αλλά και από το επενδεδυμένο οικιστικό κεφάλαιο. Από τη δεκαετία το '20 οι οικιστικές πιέσεις που ασκήθηκαν με την έλευση των Μικρασιατών προσφύγων επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστούν με το Νομοθετικό Διάταγμα του 1923 «περί σχεδίων πόλεων, κωμών, και συνοικισμών» το οποίο έθεσε τις αρχές του πολεοδομικού σχεδιασμού των Ελληνικών πόλεων. Στο άρθρο 9 του διατάγματος αυτού, αναφέρεται ότι επιτρέπεται η ανέγερση οικοδομών εντός αλλά και εκτός πόλεων. Δυο χρόνια αργότερα το ν.δ. του 1925 αναφέρει ότι οι περιοχές γύρω από τους οικισμούς μπορούν να είναι οικοδομήσιμες, ενώ το π.δ. του 1928 αναφέρει ότι υπάρχει η δυνατότητα δόμησης σε περιοχές «εντός και εκτός της ζώνης των πόλεων, κωμοπόλεων και συνοικισμών του Κράτους...» με την προϋπόθεση ότι γίνεται για συγκεκριμένες χρήσεις εκτός της κατοικίας. 

Διαχρονικά, οι τροποποιήσεις που γίνονταν, έδιναν προτεραιότητα στην κάλυψη των στεγαστικών αναγκών, με επιστέγασμα τα π.δ. του 1978 και του 1985, τα οποία καθιέρωσαν όλες τις χρήσεις ως επιτρεπόμενες σε εκτός σχεδίου περιοχές. Εκτός όμως από τις δυνατότητες που παρείχε η νομοθεσία και άλλες συνθήκες που επικράτησαν επέτειναν την περιαστική διάχυση σε μεγάλο βαθμό. Η έλλειψη Χωροταξικών, Πολεοδομικών σχεδίων και Σχεδίων Χωρικής Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτών Πόλεων (τα τελευταία θεσμοθετήθηκαν το 1997), η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών, η γιγάντωση της αυθαίρετης δόμησης σε συνδυασμό με τις πολιτικές ανάπτυξης των αστικών κέντρων, οδήγησαν στην άναρχη εξάπλωση των περισσότερων Ελληνικών πόλεων, με ταυτόχρονη ερημοποίηση της υπαίθρου (Παυλέας κ.α., 2009• Γερολύμπου και Παπαμίχος, 2004). Οι όποιες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες, συνάντησαν πολλές δυσκολίες κατά την εφαρμογή τους εξαιτίας των αντιδράσεων των συμφερόντων της ιδιοκτησίας γης, και της πολυδιάσπασης των μέτρων και των αρμόδιων φορέων εφαρμογής, παρά τις απόπειρες συντονισμού που υπήρξαν (Γετίμης, 1989).

Η πολιτική σχεδιασμού και δόμησης της υπαίθρου μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τους ασθενέστερους κρίκους των χωρικών πολιτικών στην Ελλάδα, (Βασενχόβεν, 1995) που οδήγησε σε αλόγιστη κατασπατάληση του περιαστικού χώρου, στην ανεξέλεγκτη επέκταση των μεγάλων αστικών κέντρων, σε συγκρούσεις μεταξύ χρήσεων γης και δικτύων υποδομών, στην αλλοίωση και καταστροφή τοπίων και οικοτόπων, αλλά και ρύπανση του περιβάλλοντος.

Η συνηθέστερη εξάπλωση των αστικών κέντρων γινόταν ως εξής: οι περιοχές στις οποίες τα γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά επέτρεπαν τη δόμηση, σταδιακά εξελίσσονταν σε νέα προάστια και στη συνέχεια γίνονταν τμήματα του επεκτεινόμενου δομημένου συνεχούς των πόλεων (Οικονόμου και Πετράκος, 2004). Το γεγονός ότι οι περιοχές αυτές στη συνέχεια εντάσσονταν στα σχέδια πόλεως, ενθάρρυνε τη συνέχιση του φαινόμενου Οι συνεχείς εντάξεις νέων περιοχών στα σχέδια πόλεως, οι επεκτάσεις των σχεδίων και η νομιμοποίηση με αυτόν τον τρόπο των αυθαιρέτων κτισμάτων, ενθάρρυναν αυτή την ανάπτυξη η οποία μέχρι σήμερα αποτελεί το βασικό τρόπο κάλυψης των νέων αναγκών των Ελληνικών αστικών κέντρων. Η εξέταση των περισσοτέρων αστικών κέντρων της Ελλάδας (Σχήμα 3). δείχνει ότι η συνεχής πληθυσμιακή τους αύξηση έχει οδηγήσει στην αύξηση του μεγέθους τους, μέσω των συνέχων επεκτάσεων τους (Ε.Κ.Κ.Ε., 2010)



3. Η ΑΣΤΙΚΗ ΔΙΑΧΥΣΗ ΣΤΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟ ΣΥΓΚΡΟΤΗΜΑ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΗΣ
Από την ανακήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους, η πληθυσμιακή εξέλιξη του λεκανοπεδίου ήταν έντονη. Οι περιοχές που συνιστούσαν τα κέντρα (Αθήνα, Πειραιάς κ.λπ.) μεγεθύνονταν γεμίζοντας τα ενδιάμεσα κενά του χώρου. Η επέκταση αυτή συνεχίστηκε με έντονο ρυθμό, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί ένα πολεοδομικό συνεχές, το οποίο περιορίστηκε μόνο από τους ορεινούς όγκους του λεκανοπεδίου. Σήμερα, το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας παρουσιάζεται σταθερό ως μέγεθος, ενώ τάσεις εξάπλωσης παρουσιάζουν οι περιοχές, που βρίσκονται στην πεδιάδα των Μεσογείων, οι οποίες από περιοχές Β κατοικίας σταδιακά μετατρέπονται σε περιοχές Α κατοικίας, που σταδιακά τείνουν να ενοποιηθούν μεταξύ τους. Σε αυτό το φαινόμενο σημαντικό ρόλο έχουν τα έργα υποδομής που έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία χρόνια (νέο αεροδρόμιο, Αττική οδός, προαστιακός σιδηρόδρομος) τα οποία καθιστούν το χώρο αυτό ελκυστικότερο, σε σχέση με το κορεσμένο και υποβαθμισμένο κέντρο του Πολεοδομικού Συγκροτήματος (Βάϊου, Μαντουβάλου, 2004). Στην παρούσα εισήγηση εξετάζονται τα πληθυσμιακά και παραγωγικά δεδομένα αλλά και ο τρόπος αστικής διάχυσης, που έχουν καταγραφεί στους οικισμούς της πεδιάδας των Μεσογείων, οι οποίοι ομαδοποιούνται σε δυο κατηγορίες: τους πεδινούς (Σπάτα, Παιανία, Κορωπί, Μαρκόπουλο, Καλύβια, Κερατέα) και τους παράκτιους (Αρτέμιδα, Νέα Μάκρη, Ραφήνα, Πόρτο Ράφτη) (Σχήμα 4). Από τα στοιχεία πληθυσμού και απασχόλησης των δυο τελευταίων απογραφών (1991, 2001) προκύπτει ότι σε όλους τους οικισμούς έχει καταγραφεί πληθυσμιακή αύξηση αλλά και αύξηση της απασχόλησης με διαφορετική ένταση (Πίνακας 5).

Οι πεδινοί οικισμοί των Μεσογείων, αποτελούσαν αιώνες τώρα μικρούς οικιστικούς πυρήνες με οικονομία βασιζόμενη στην παραγωγή προϊόντων που προορίζονταν για το μεγάλο αστικό κέντρο. Σήμερα, η απασχόληση που έχει καταγραφεί, δείχνει μεγάλη αύξηση του τριτογενούς τομέα, η οποία οφείλεται στην ανάπτυξη μικρών επιχειρήσεων στις περιοχές αυτές. Οι βασικότερες νέες υποδομές που έχουν καταγραφεί είναι εκπαιδευτικές και διοικητικές μονάδες, κυρίως τοπικής εμβέλειας. 
Η χωρική ανάπτυξη δεν είναι εκτεταμένη καθώς δεν έχει καταγραφεί έντονη αστική διάχυση, αλλά οι περιοχές αυτές αναπτύσσονται κυρίως εντός των ορίων τους (Σχήμα 6).



Οι παράκτιοι οικισμοί των Μεσογείων έχουν διαχρονικά διαμορφώσει ένα χωρικό συνεχές, γεγονός ποπ οφείλεται στην έντονη πληθυσμιακή ΤΟΠΟ αύξηση η οποία είναι εντονότερη σε σχέση με τους αντίστοιχους πεδινούς. Από την εφαρμογή της Ανάλυσης Κυρίων Συνιστωσών (Dixon J. Massey F.,1983) στην απασχόληση της Αρτέμιδος, του οικισμού με το μεγαλύτερο πληθυσμό προκύπτει ότι υπάρχει τάση διαμόρφωσης θυλάκων λειτουργιών, γεγονός που αποδεικνύει τη σταδιακή μετατροπή του χώρου από περιοχή παραθεριστικής κατοικίας σε περιοχή Α' κατοικίας. Όσον αφορά τη χωρική εξάπλωση, διαπιστώνεται ότι οι παράκτιοι οικισμοί έχουν «απλωθεί» περισσότερο σε σχέση με τους πεδινούς, καταλαμβάνοντας όλο το παράκτιο μέτωπο και δημιουργώντας ένα συνεχές, όπου πλέον είναι δυσδιάκριτη η διαφοροποίηση των ορίων τους. Διαπιστώνεται λοιπόν μια έντονη διαφοροποίηση στο ρυθμό και τη μορφή ανάπτυξης των πεδινών με τους παράκτιους οικισμούς, με τους τελευταίους να εμφανίζουν εντονότερη διάχυση αλλά και πληθυσμιακή αύξηση.

Σχήμα 6. Αστική διάχυση στο Κορωπί (αριστερά) και στην Αρτέμιδα (δεξιά).



4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Οι μέχρι σήμερα ακολουθούμενες πολιτικές για τη διαχείριση του περιαστικού ελλαδικού χώρου δεν έχουν κατορθώσει να ανασχέσουν την άναρχη αστική διάχυση του χαρακτηρίζει τα αστικά κέντρα. Η έλλειψη ελεγκτικών μηχανισμών, η απουσία σχεδιασμού αλλά και οι ευνοϊκές από τη Νομοθεσία ρυθμίσεις που υφίστανται, έχουν διαχρονικά οδηγήσει σε πόλεις που εξαπλώνονται χωρίς σχέδιο με όλα τα αποτελέσματα που αυτό συνεπάγεται. 
Ειδικότερα στο Πολεοδομικό Συγκρότημα της πρωτεύουσας η αστική διάχυση καταγράφεται έντονη στην πεδιάδα των Μεσογείων, χωρίς να έχουν ληφθεί μέτρα για την ανάσχεση της, με αποτέλεσμα να προκύπτον χώροι χωρίς υποδομές και ταυτόχρονα να κατασπαταλάται γη και να αλλοιώνεται το φυσικό τοπίο της περιοχής. Από τη διερεύνηση των χωρικών και πληθυσμιακών δεδομένων για την περιοχή προέκυψε ότι η χωρική διάχυση των οικισμών των Μεσογείων πραγματοποιείται με δυο ταχύτητες. Οι πεδινοί οικισμοί επεκτείνονται και μεταβάλλουν την παραγωγική τους βάση με μεγαλύτερη αδράνεια, σε σχέση με τους παράκτιους οικισμούς στους οποίους οι μεταβολές πραγματοποιούνται με ταχύτερους ρυθμούς. 
Καθώς η οικιστική έξαρση στο χώρο αυτό προβλέπεται εντονότερη τα επόμενα χρόνια, καθίσταται αναγκαία η λήψη μέτρων για την ανάσχεση ενός φαινομένου που θα οδηγήσει σε ένα νέο αστικό χώρο με πολλές παθογένειες.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου