Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2013

Λος Αντζελες, πόλη δαιμόνων και αγγέλων

Βιβλία και ταινίες με θέμα την πιο μυθολογημένη πόλη του σινεμά

Του Ηλία Μαγκλινη, Καθημερινή 3 Φεβρουαρίου 2013

«Σπάνια μιλώ για το L.A. επιγραμματικά. Δεν το βλέπω σαν ένα παράξενο μέρος, ως κέντρο πολυπολιτισμικό ή ως τόπο αλλόκοτης σεξουαλικότητας. Ποτέ μου δεν το μελέτησα με την επίσημη έννοια της λέξης. Υπάρχουν μεγάλες περιοχές του L.A. που ούτε καν ξέρω πού πέφτουν. [...] Δεν ξέρω το L.A. σε μια στέρεα ιστορική βάση. Το έχω όμως αφομοιώσει με ένα βαθύτερο τρόπο. Εχω ζήσει εδώ τόσο πολύ καιρό που όταν χρειάστηκε να επιστρατεύσω τη μνήμη ακόμα και για το απώτερο παρελθόν, ήταν εύκολο». Ο Τζέιμς Ελροϊ μιλά για τη σχέση του με το Λος Αντζελες (L.A.), αυτή την «πόλη των αγγέλων» (και των δαιμόνων) στο ιστορικό περιοδικό The Paris Review (τχ. 190, φθινόπωρο 2009), την πόλη όπου δολοφονήθηκε η μητέρα του και όπου έζησε ο ίδιος ως ναρκομανής και ως άστεγος, προτού γίνει διάσημος με τα αστυνομικά του μυθιστορήματα. Στην πρόσφατη ταινία «Διώκτες του εγκλήματος», ξαναβρίσκουμε το L.A. του Ελροϊ, όπως και του Τσάντλερ.
Στους «Διώκτες του εγκλήματος» παρακολουθούμε μια ομάδα αδιάφθορων, σκληροτράχηλων αστυνομικών σε μυστική αποστολή να καταστρέψουν τον αρχιγκάνγκστερ Μίκι Κοέν. Ο Μίκι Κοέν (τον υποδύεται ο Σον Πεν) ήταν όντως πρόσωπο υπαρκτό, ενώ την ίδια στιγμή φιγουράρει και σε άλλα βιβλία ή ταινίες με θέμα το νουάρ Λος Αντζελες των ’40s και ’50s και ιδίως τον κόσμο του περίφημου LAPD, της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Λος Αντζελες.
Ο Ελροϊ έχει βέβαια τη «μερίδα του λέοντος»: σε τρία από τα μυθιστορήματα της τετραλογίας του «Το Κουαρτέτο του L.A.» («Το μεγάλο πουθενά», «Λευκή Τζαζ» και «Λος Αντζελες Εμπιστευτικό», το οποίο επίσης μεταφέρθηκε στο σινεμά το 1997), ενώ και στην ταινία «Μπάγκσι» (1991) ο Χάρβεϊ Καϊτέλ προτάθηκε για Οσκαρ δεύτερου ρόλου υποδυόμενος τον Μίκι Κοέν. Βεβαίως, πολύ πριν από το σκληρό νεο-νουάρ του Ελροϊ, το L.A. ήταν κάτι παραπάνω από ένα σκηνικό στα κλασικά σήμερα μυθιστορήματα του μετρ Ρέιμοντ Τσάντλερ (1888-1959) και μάλιστα σε τρία από τα κορυφαία του: «Ο μεγάλος ύπνος» (1839), «Αντίο, γλυκιά μου» (1940) και «Ο μεγάλος αποχαιρετισμός» (1953), με πρωταγωνιστή τον ντετέκτιβ Φίλιπ Μάρλοου, τον οποίο έχει βέβαια υποδυθεί στις ανάλογες κινηματογραφικές μεταφορές ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρντ. Το L.A. φιγουράρει σε ένα άλλο, σκληρό νουάρ της εποχής, το περίφημο «Kiss Me Deadly» (1955), του Μίκι Σπιλέιν, το οποίο κατέστησε όμως διάσημο ως σεναριογράφος της ομώνυμης ταινίας ο ελληνοαρμενικής καταγωγής συγγραφέας Α. Ι. «Μπαζ» Μπεζερίδης (1908-2007).
Τ
ο Λος Αντζελες είναι ταυτισμένο με την αστυνομική λογοτεχνία, το κλασικό νουάρ και το νεο-νουάρ. Ο Ειρηνικός ωκεανός, τα φώτα του Χόλιγουντ με τις ανυπόμονες νεαρές στάρλετ και τους κακομαθημένους φτασμένους σταρ, τους έκφυλους παραγωγούς και τα πανίσχυρα κινηματογραφικά στούντιο, οι διεφθαρμένοι και αδιάφθοροι αστυνομικοί, οι ισπανόφωνοι και τα γκέτο των Αφροαμερικανών, οι λεωφόροι με τους φοίνικες, τα «κοντομίνιουμ» σπίτια που θυμίζουν εξελιγμένα μοτέλ, η κουλ τζαζ της Δυτικής Ακτής, η κυριαρχία του αυτοκινήτου (κανένας δεν περπατάει στο Λος Αντζελες, ειδικά σήμερα...), το αστραφτερό αλουμίνιο και τα φώτα νέον, η Σάντα Μόνικα το δειλινό, η ατμόσφαιρα του Ψυχρού Πολέμου με τις «μαύρες λίστες» του Μακάρθι, ο ίδιος ο λόφος του Χόλιγουντ με την πασίγνωστη επιγραφή, η «Μέκκα» της πορνοβιομηχανίας πίσω ακριβώς από τον λόφο με την επιγραφή, το Σαν Φερνάντο Βάλεϊ, μια αίγλη, μια χλιδή και την ίδια στιγμή μια παρακμή και μια ζωή στα άκρα, είναι πολλά από τα στοιχεία που μετατρέπουν το Λος Αντζελες σε μια ακόμα αμερικανική πόλη μυθολογίας.

Σύμφωνα με την Κλερ Λαμπ του Book Reporter.com, το L.A. ήταν πάντοτε μια πόλη με νέες αφίξεις, «στην οποία οι άνθρωποι ισχυρίζονται ότι είναι αυτό που είναι μέχρι αποδείξεως του εναντίου. Κόσμος πάει κι έρχεται, καθιστώντας τις εξαφανίσεις εύκολη υπόθεση, και κυρίως, απαρατήρητες. Και, βέβαια, οι άνθρωποι έρχονται στο Λος Αντζελες για φήμη και χρήματα – έτοιμοι να πληρώσουν οποιοδήποτε τίμημα γι’ αυτό».

Ο Τζέιμς Ελροϊ
Εκτός από φημισμένους κακοποιούς, όπως τον Μίκι Κοέν (τον μοναδικό Εβραίο γκάνγκστερ μέσα σε έναν υπόκοσμο όπου φυσικά κυριαρχεί η ιταλική μαφία), το L.A. είναι συνδεδεμένο και με μερικά γνωστά, και άλυτα έως σήμερα, εγκλήματα. Το πιο γνωστό από αυτά είναι βέβαια η άγρια δολοφονία της Ελίζαμπεθ Σορτ, το πτώμα της οποίας βρέθηκε γωνία 38ης Οδού και Σάουθ Νόρτον Αβενιου, το 1947. Η υπόθεση έχει εμπνεύσει πλειάδα συγγραφέων αλλά, για μια ακόμη φορά, ο πιο γνωστός είναι ο Τζέιμς Ελροϊ, με τη «Μαύρη Ντάλια» (1987), την οποία μετέφερε στον κινηματογράφο ο Μπράιαν ντε Πάλμα το 2006.
Ειδικά ο Ελροϊ όμως είχε άκρως προσωπικούς λόγους για να τον συναρπάσει το συγκεκριμένο έγκλημα: ήταν έντεκα χρόνων όταν το 1958 η μητέρα του βρέθηκε επίσης δολοφονημένη και ο φόνος της δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά στα βιβλία του Ελροϊ η βία κατά των γυναικών παίζει τον δικό της ρόλο – όπως και στους πρόσφατους «Διώκτες του εγκλήματος»: στην αρχή της ταινίας, ο αρχιφύλακας Τζον Ο’ Μάρα (τον υποδύεται ο Τζος Μπρολίν) σώζει την τελευταία στιγμή μια αθώα κοπέλα που μόλις έχει φτάσει στην πόλη για να κάνει καριέρα στο σινεμά, από τα χέρια των ανθρώπων του Μίκι Κοέν, εμπόρου λευκής σαρκός, μεταξύ άλλων.

Συμμορίες και αδιάφθοροι
Οι «Διώκτες του εγκλήματος» θυμίζουν μιαν άλλη ταινία που διαδραματίζεται στο Λος Αντζελες των αρχών της δεκαετίας του ’50, το «Mulholland Falls», ταινία του 1996, με ήρωες μια ομάδα αδιάφθορων αστυνομικών οι οποίοι όμως δεν έχουν κανένα ηθικό φραγμό όταν πρόκειται για την πάταξη του εγκλήματος. Ο ίδιος ο τίτλος παραπέμπει σε έναν από τους πολλούς γκρεμούς του L. A., από τον οποίο άνθρωποι, θύματα των γκάνγκστερ, ρίχνονται στο κενό. Τον αρχηγό της ομάδας υποδύεται ο Νικ Νόλτε, ο οποίος, στους «Διώκτες του εγκλήματος», υποδύεται τον αστυνομικό διευθυντή που αναθέτει στην ειδική ομάδα να καταστρέψει υπογείως τον Μίκι Κοέν.
Σ
ε πιο πρόσφατους καιρούς, οι άγριοι πόλεμοι μεταξύ συμμοριών Αφροαμερικανών και Λατίνων αποτυπώθηκε με ρεαλισμό στην ταινία «Χρώματα» (Colors, 1988), του Ντένις Χόπερ, με τους Σον Πεν και Ρόμπερτ Ντιβάλ, οι οποίοι υποδύονται έναν νέο και έναν βετεράνο αστυνομικό. Ενα σουρεαλιστικά βίαιο L.A. θα βρει κανείς στον Κουέντιν Ταραντίνο («Reservoir Dogs» 1992, «Pulp Fiction», 1996), ενώ τις πιο ονειρικές του πτυχές αδράχνει ο εκκεντρικός Ντέιβιντ Λιντς («Mulholland Drive», 2001, «Lost Highway», 1997).
Θα έλεγε κανείς ότι, συνολικά, αλλά κυρίως ως προς το σινεμά, το L.A. αποτυπώνεται με τους όρους που η ίδια η πόλη γνωρίζει πολύ καλά: ποπ κουλτούρας, που συχνά αγγίζει το pulp. Οι «Διώκτες του εγκλήματος» είναι μια τέτοια περίπτωση ταινίας, όπου ο ωμός ρεαλισμός ερωτοτροπεί διαρκώς με την υπερβολή της χονδροειδούς καρικατούρας. Βρισκόμαστε πολύ μακριά από την αύρα του κλασικού που είχε η μαεστρία ενός Χάουαρντ Χοκς («Ο μεγάλος ύπνος», 1946, με τους Χ. Μπόγκαρντ και Λορίν Μπακόλ), ενός Εντουαρντ Ντμίτρικ («Murder, My Sweet, 1944) ή ενός Μπίλι Γουάιλντερ («Double Indemnity», 1944), αν και μία από τις καλύτερες ταινίες με «έδρα» το Λος Αντζελες του οργανωμένου εγκλήματος, είναι αναμφισβήτητα το νεο-νουάρ «Τσάιναταουν» (1974) του Ρομάν Πολάνσκι, με τους Τζακ Νίκολσον, Φέι Ντάναγουεϊ και Τζον Χιούστον.

Ο Τζέιμς Ελροϊ πάντως λατρεύει το L.A. και το νουάρ μέσα σε αυτό. Σε εκείνη τη συνέντευξη στο The Paris Review, έλεγε πόσο «γουστάρει» το νουάρ, μνημονεύοντας έναν άλλο μεγάλο μετρ του είδους, τον Τζέιμς Κέιν (του οποίου ο εκπληκτικός «Ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δυο φορές» διαδραματίζεται στην Καλιφόρνια). «Το μεγάλο θέμα του φιλμ νουάρ είναι ότι “την πάτησες”. [...] Αυτή η άγρια αίσθηση ότι η καταδίκη είναι κάτι κουλ. Μόλις γνώρισες μια γυναίκα, μόλις δώσατε το πρώτο σας φιλί, βρίσκεσαι έξι εβδομάδες μακριά από τον θάλαμο αερίων, την έχεις πατήσει, και είσαι ευτυχισμένος γι’ αυτό».

Η εικόνα της μυθολογίας

ΔΕΙΤΕ
«Διώκτες του εγκλήματος» (2012)
«Λος Αντζελες Εμπιστευτικό» (1997)
«Η Μαύρη Ντάλια» (2006)
«Kiss Me Deadly» (1955)
«The Big Sleep» (1946)
«Murder, My Sweet» (1944)
«Double Indemnity» (1944)
«Mulholland Falls» (1996)
«Chinatown» (1974)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ
Τζέιμς Ελροϊ, «Η τετραλογία του Λος Αντζελες», εκδ. Αγρα.
Ρέιμοντ Τσάντλερ, «Αντίο, γλυκιά μου», εκδ. Αγρα.
Ρέιμοντ Τσάντλερ, «Η μπλε Ντάλια», εκδ. Επίκεντρο.
Ρέιμοντ Τσάντλερ, «Νουάρ ιστορίες», εκδ. Κέδρος.
Ρέιμοντ Τσάντλερ, «Ο μεγάλος αποχαιρετισμός», εκδ. Κέδρος.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου