Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2013

Η γνώση ως κοινό:Συνέπειες για την πολιτική καινοτομίας στο χώρο

#Π. Χ. Νατσαρίδου,Τμήμα Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#Γ. ΣταμπουλήςΤμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας 

Η ανάπτυξη της πληροφορικής και της κοινωνίας της γνώσης και της μάθησης έχει αναδείξει στο επίκεντρο της συζήτησης την πρόσβαση, την ιδιοκτησία και γενικότερα την διαχείριση- διακυβέρνηση της γνώσης. Μια από τις βασικές προβληματικές που αναπτύσσονται θέτει το θέμα της γνώσης ως κοινό (πόρο) (ελεύθερη πρόσβαση, κίνδυνος μη βιωσιμότητας του πόρου κλπ.) και το συνδέει με τη συζήτηση για τη «διαχείριση των κοινών» (προσδιορισμός ορίων και χρηστών, συλλογική δράση, έλεγχος συμμόρφωσης στους κανόνες κλπ.). Εντούτοις τα οντολογικά χαρακτηριστικά της γνώσης (άρρητη, δεν μεταφέρεται αλλά αποκτάται, μη-ανταλλάξιμη κλπ.) τη διακρίνουν από άλλους πόρους, όπως το περιβάλλον, οι φυσικοί πόροι κοκ. Εδώ εξετάζονται οι συνέπειες των οντολογικών χαρακτηριστικών της γνώσης για τη δυνατότητα προσέγγισης της με το πλαίσιο ανάλυσης της «διαχείρισης των κοινών». Στη συνέχεια αναλύονται οι συνέπειες της παραπάνω ανάλυσης στο χωρικό πεδίο, στην περίπτωση των συστάδων καινοτομίας.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Λίγα χρόνια πριν την βράβευση της Ostrom με το Nobel Οικονομικών, το ενδιαφέρον της στράφηκε στην εφαρμογή του πλαισίου ανάλυσης που ανάπτυξε στην περίπτωση της γνώσης (Hess και Ostrom 2007). Η γνώση είναι εκ φύσεως ένα ξεχωριστό αγαθό με οντολογικά χαρακτηριστικά που διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από τα υπόλοιπα. Εδώ εξετάζουμε εάν το πλαίσιο διαχείρισης των κοινών είναι χρήσιμο για την διακυβέρνηση της εξετάζοντας τα ιδιαίτερα οντολογικά χαρακτηριστικά της γνώσης. Τέλος, διερευνούμε την εφαρμογή του πλαισίου βιώσιμης διαχείρισης των κοινών στην περίπτωση των συστάδων καινοτομίας.

2. Η ΓΝΩΣΗ ΩΣ ΚΟΙΝΟΣ ΠΟΡΟΣ
Η συζήτηση για την διακυβέρνηση της γνώσης άνθισε μέσω της ανάπτυξης του διαδικτύου, που έκανε την πρόσβαση στις πληροφορίες ευκολότερη. Μέσα από αυτό, αυστηρά περιουσιακά δικαιώματα έκαναν την εμφάνισή τους περιορίζοντας την πρόσβαση στην γνώση αλλά εξασφαλίζοντας την επιβράβευση των δημιουργών για την δουλειά τους. Τα τελευταία χρόνια το θεωρητικό πλαίσιο των κοινών αξιοποιείται για να δώσει μια νέα προσέγγιση για την πολιτική για την γνώση. Οι Hess και Ostrom (2007, σελ. 7-8) μελετούν την γνώση σε αυτό το πλαίσιο επικεντρώνοντας την προσοχή τους στους ψηφιακούς κοινούς πόρους της γνώσης και θεωρώντας πως γνώση είναι «όλες οι κατανοητές ιδέες, πληροφορίες, και δεδομένα σε οποιαδήποτε μορφή με την οποία εκφράζονται ή αποκτούνται». Σύμφωνα με τους τελευταίους η γνώση προέρχεται από την πληροφορία και η πληροφορία από την γνώση. Όπως αναφέρεται από τον Foray (2002, σελ. 12) πληροφορία είναι «δομημένες και μορφοποιημένες ομάδες δεδομένων που παραμένουν παθητικές και αδρανείς έως ότου χρησιμοποιηθούν από αυτούς με την με την γνώση που χρειάζεται για να τις μεταφράσουν και να τις επεξεργαστούν». Άρα η φύση της πληροφορίας είναι άκρως διαφορετική από αυτήν της γνώσης, αφού μπορεί να μεταφερθεί και να γίνει κοινό χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Οι Hess και Ostrom ουσιαστικά αναφέρονται σε κοινά της πληροφορίας και όχι της γνώσης. Όμως τα οντολογικά χαρακτηριστικά της γνώσης την διακρίνουν από τους κλασικούς κοινούς πόρους όπως το περιβάλλον κτλ. 

Αυτά τα χαρακτηριστικά παρατίθενται συνοπτικά παρακάτω:
Η γνώση είναι ρητή όπως επίσης και άρρητη: «μπορεί να ξέρουμε περισσότερα από όσα μπορούμε να πούμε» (Polanyi 1995). Η άρρητη γνώση δεν είναι εύκολα μεταφέρσιμη και σύμφωνα με τους Nonaka και Takeuchi (1995, σελ. 8) προέρχεται από «τη δράση και την εμπειρία ενός ατόμου, όπως επίσης από τα ιδανικά, τις αξίες, ή τα συναισθήματα που αυτός ή αυτή περικλείει».
Η χρήση της γνώσης είναι μη ανταγωνιστική ή αλλιώς σύμφωνα με τους Keely και Quah (1998) «απεριόριστα επεκτάσιμη», αφού η χρησιμοποίηση της από ένα άτομο δεν την στερεί από τους υπόλοιπους. Για αυτό το λόγο κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την πρόσβαση σε αυτήν από την στιγμή που θα έρθει στο φώς της δημοσιότητας. Για παράδειγμα σύμφωνα με τον Romer (1990), μια πατέντα μπορεί να αποκλείσει από την χρήση μιας λύσης, αλλά δεν αφαιρεί το δικαίωμα των ατόμων να την μελετήσουν ώστε να οδηγηθούν στην δημιουργία νέας γνώσης.
Το γεγονός ότι η γνώση χρησιμοποιείται σαν βάση για την παραγωγή νέας γνώσης της δίνει ένα σωρευτικό χαρακτήρα. Όπως αναφέρεται από τον Foray (2004, σελ. 94) «ότι εξαπλώνεται και μπορεί να χρησιμοποιηθεί απεριόριστες φορές δεν είναι μόνο ένα καταναλωτικό αγαθό (ας πούμε, ένα μουσικό κομμάτι) αλλά ουσιαστικά μια διανοητική εισροή που πιθανώς αναπαράγει νέα προϊόντα που επίσης θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν απεριόριστες φορές».
Η γνώση είναι κολλώδης, τοπική, καταστασιακή. Ο βαθμός δυσκολίας απόκτησης γνώσης εξαρτάται από το κόστος «μεταφοράς», τις δυνατότητες του παραλήπτη, την απόφαση από μέρους του παρόχου για την τιμή και φυσικά την κολλητικότητα της ίδιας της πληροφορίας(von Hippel 1994, σελ. 3). Επενδύσεις σε απορροφητική ικανότητα και στην ανάπτυξη της σχετικής γνωστικής βάσης, είναι απαραίτητες για την ικανότητα ενός ατόμου ή οργανισμού να αναγνωρίσει νέες ευκαιρίες και να εκμεταλλευτεί την γνώση προς όφελος του.
Οι δημιουργοί γνώσης ή καινοτομίας έχουν την επιλογή να κρατήσουν τις δημιουργίες τους για τον εαυτό τους, ώστε να επωφεληθούν όσο περισσότερο μπορούν από αυτές (Zucker κ.α. 1994).
Η άρρητη, τοπική, σωρευτική και κολλώδης φύση της γνώσης θέτουν θεμελιώδεις περιορισμούς στην πρόσβαση στη γνώση. Αναδεικνύουν επίσης τη σημασία της εγγύτητας, γνωσιακής, αξιακής και πιθανά χωρικής. Συνεπώς δεν διαπιστώνεται ελευθερία πρόσβασης στη γνώση. Όπως είναι εμφανές η κλασική τραγωδία των κοινών δεν ισχύει για την γνώση, αφού η χρήση μιας μονάδας γνώσης δεν την στερεί από τους υπόλοιπους. Όπως αναφέρει και ο Foray (2004), «τα κοινά της γνώσης δεν είναι υποκείμενο της κλασσικής τραγωδίας των κοινών που περιγράφει την περίπτωση όπου εξαντλήσιμοι πόροι είναι το υποκείμενο καταστροφής από ανεξέλεγκτη πρόσβαση και εκμετάλλευση. Η γνώση μπορεί να χρησιμοποιηθεί από πολλούς ταυτόχρονα, χωρίς να μειώνεται η διαθεσιμότητα για οποιονδήποτε από τους χρήστες, και δεν θα εξαντληθεί μέσω εντατικής χρήσης».

Από την άλλη μεριά, το χαρακτηριστικό της σωρευτικότητας αναδεικνύει τη σημασία της πρόσβασης, πιο συγκεκριμένα τη σκοπιμότητα της διαχείρισης του δικαιώματος πρόσβασης. Η τραγωδία των κοινών έχει διαφορετική μορφή για τα κοινά της γνώσης και προκύπτει σε περίπτωση που τα άτομα δεν δημιουργούν νέα γνώση, αλλά καιροσκοπούν στις προσπάθειες των άλλων, ή λόγω έλλειψης κινήτρων παραγωγής νέας γνώσης εάν οι δημιουργοί δεν επιβραβεύονται για την δουλειά τους. Συνεπώς, η έλλειψη συμμετοχής-παραγωγής και όχι η αλόγιστη χρήση, είναι αυτή που οδηγεί στην τραγωδία της γνώσης (Hess και Ostrom, 2007). Παρακάτω θα διερευνήσουμε πιο συγκεκριμένα το ζήτημα στην περίπτωση των συστάδων καινοτομίας.

3. Η ΓΝΩΣΗ ΣΤΙΣ ΣΥΣΤΑΔΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ
Σύμφωνα με τον Porter (2000, σελ. 16) συστάδα καινοτομίας είναι «γεωγραφικά εγγύς ομάδα διασυνδεδεμένων επιχειρήσεων και συναφών οργανισμών σε συγκεκριμένο τομέα, που συνδέονται με κοινά σημεία ή συμπληρωματικότητα. Η γεωγραφική εμβέλεια των συσπειρώσεων κυμαίνεται από μια περιφέρεια, ένα κράτος, ή ακόμη και μια απλή πόλη που συνδέεται με κοντινές ή γειτονικές χώρες». Εδώ οι δρώντες ποικίλουν από τα μέλη της συστάδας και τους προμηθευτές, μέχρι κρατικούς ή μη κρατικούς θεσμούς όπως τα πανεπιστήμια. Επίσης επιχειρήσεις που δεν αποτελούν μέλη της συστάδας μπορούν να συμμετέχουν σε αυτήν μέσω μόνιμων επενδύσεων.
Οι επιχειρήσεις στις συστάδες καινοτομίας παράγουν νέα γνώση, όπως επίσης και χρησιμοποιούν την γνώση που κυκλοφορεί μέσα στην συστάδα μέσω των διαχύσεων γνώσης και της έρευνας που διεξάγεται από τα πανεπιστήμια. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις παράγουν και ανταλλάσουν γνώση μέσω της συνεργασίας μεταξύ τους. Τα πανεπιστήμια σε μια συστάδα καινοτομίας σύμφωνα με τους Chis κ.α. (2008), παράγουν νέα γνώση μέσω της έρευνας που διεξάγουν, παρέχουν εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό, παρέχουν την γνώση τους στις επιχειρήσεις και λειτουργούν ως διαχειριστές των προγραμμάτων καινοτομίας της περιοχής. Συνεργάζονται με επιχειρήσεις μέσα και έξω από την συστάδα, το κράτος και ερευνητικά ινστιτούτα προωθώντας την παραγωγή γνώσης.

Οι συστάδες καινοτομίας αποτελούν κοινά γνώσης; Και αν ναι είναι χρήσιμη η ανάλυσή τους ως τέτοιων; Σύμφωνα με τον Grant (1996) μέρος της γνώσης υπάρχει μέσα στους οργανισμούς (επιχειρήσεις, πανεπιστήμια κλπ), αφού η γνώση ενσωματώνεται στα άτομα καθώς την μοιράζονται και την απορροφούν. Η γνώση υπάρχει και στο εσωτερικό μιας συστάδας καινοτομίας, αφού οι επιχειρήσεις έχουν κοινές γνωστικές βάσεις (διότι δραστηριοποιούνται στην ίδια βιομηχανία) και επωφελούνται από τη μεταξύ τους διάχυση γνώσης. Η ανάλυση της παραγωγής γνώσης στο πλαίσιο μιας συστάδας καινοτομίας ως κοινό μας δίνει τη δυνατότητα να φωτίσουμε σημαντικές πλευρές της οικονομίας παραγωγής γνώσης στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Για να κατανοήσουμε τη γνώση ως κοινό πρέπει να επιστρέψουμε στην οντολογία της. Η γνώση καθεαυτή έχει νόημα όταν χρησιμοποιείται, π.χ. στην παραγωγή αξίας. Η χρήση της γνώσης είναι δυνατή σε συγκεκριμένες συνθήκες, όπου η γνώση ισχύει, υπάρχει η ικανότητα κατανόησής της και αξιοποίησής της. Στο πλαίσιο μιας συστάδας καινοτομίας η παραγωγή γνώσης συντελείται με σκοπό την επίλυση συγκεκριμένων προβλημάτων που αφορούν τους οργανισμούς που συμμετέχουν στη συστάδα. Για να επιτευχθεί επιτυχής παραγωγή γνώσης (δηλαδή αποτελεσματικής για τα προβλήματα-προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι οργανισμοί), θα πρέπει να έχουν αναπτύξει σε σημαντικό βαθμό κοινό εννοιολογικό (γνωσιακό και αξιακό) πλαίσιο. Κάθε οργανισμός συμβάλλει με τις ικανότητές του στη διαμόρφωση μιας κοινής δεξαμενής γνώσης στην οποία όλοι - οι συμμετέχοντες - έχουν πρόσβαση λόγω τις φυσικής και γνωστικής συμμετοχής τους στη συστάδα. Η δυνατότητα πρόσβασης καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από τον τοπικό-καταστασιακό χαρακτήρα της γνώσης σε συνδυασμό με το - όχι άσχετο - γεγονός ότι για να είναι χρήσιμη η γνώση σε κάποιον θα πρέπει να είναι σε θέση να την απορροφήσει, κάτι το οποίο συνεπάγεται -σημαντικό -κόστος για όσους δεν συμμετέχουν στην παραγωγή της.

4. Η ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝ ΣΤΙΣ ΣΥΣΤΑΔΕΣ ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑΣ
Μπορούμε να φανταστούμε δύο περιπτώσεις τραγωδίας των κοινών σε μια συστάδα καινοτομίας: σε συνθήκες τεχνολογικής συνέχειας και σε συνθήκες τεχνολογικής ασυνέχειας. Στην πρώτη περίπτωση, μέλη της συστάδας θα καιροσκοπούν απέχοντας από τη συμβολή στην τεχνολογική προσπάθεια, αλλά επωφελούμενα των αποτελεσμάτων της. Στη δεύτερη περίπτωση η τραγωδία των κοινών της γνώσης μπορεί να προκύψει λόγω του «τεχνολογικού εγκλωβισμού». Εάν οι δρώντες έχουν επενδύσει σε μια συγκεκριμένη τεχνολογία και έχουν αναπτύξει τις σχετικές συνήθειες, υπάρχει περίπτωση να είναι απρόθυμοι να ασχοληθούν με νέα γνώση, γιατί αυτό προϋποθέτει επιπλέον επενδύσεις σε απορροφητική ικανότητα και αλλαγές στις ρουτίνες τους. Οι δύο περιπτώσεις μοιάζουν πράγματι πολύ. Το βασικό στοιχείο είναι ότι η τραγωδία των κοινών δεν προκύπτει από την καιροσκοπική συμμετοχή στο κοινό, αλλά από την αποχή από αυτό. Μπορούμε να πούμε, σε αναλογία με τους κλασικούς πόρους, ότι συνιστά αποχή από το κόστος φύλαξης και συντήρησης του πόρου.

Μπορεί όμως η «προδοσία» των κοινών γνώσης να είναι αποτελεσματική; Σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως αυτό προϋποθέτει τη δυνατότητα αξιοποίησης της γνώσης, από την παραγωγή της οποίας ο δρών θα έχει απόσχει. Συνεπώς δεν θα έχει επαρκή εποπτεία του περιεχομένου της, δηλαδή των συνθηκών ισχύος και εφαρμογής της. Άρα, μόνο σε περιπτώσεις όπου οι απαιτήσεις σε απορροφητική ικανότητα είναι χαμηλές μπορεί η στρατηγική του λαθρεπιβάτη να είναι αποτελεσματική. Τέτοιες μπορεί να είναι περιπτώσεις όπου υπάρχει περιορισμένη εξέλιξη σε συνθήκες τεχνολογικής συνέχειας, αλλά και εκεί η στρατηγική αυτή δεν θα είναι αποτελεσματική μακροπρόθεσμα, ίσως ούτε και μεσοπρόθεσμα.

Εντούτοις, η παραπάνω ανάλυση δεν συνεπάγεται την ίδια ορθολογική σκέψη και ανάλυση εκ μέρους των δρώντων σε μια συστάδα καινοτομίας. Σε κάθε περίπτωση, το κρίσιμο στοιχείο είναι η αντίληψη των δρώντων για το διακύβευμα της συμπεριφοράς τους, η πρόσληψη της γνώσης και των χαρακτηριστικών της και όχι η «αντικειμενική πραγματικότητα». Η πρόκληση, σε ότι αφορά τη διακυβέρνηση των συστάδων, συνίσταται στην αποτροπή καιροσκοπικής συμπεριφοράς καθώς αυτή θα έχει κόστος για το σύνολο της συστάδας. Μέσω συνεχών επενδύσεων σε απορροφητική ικανότητα, ώστε να υπάρχει η δυνατότητα εμπέδωσης και δημιουργίας γνώσης, η τραγωδία των κοινών της γνώσης στις συστάδες καινοτομίας μπορεί να αποφευχθεί.

Το επόμενο ερώτημα αφορά στο αν το θεσμικό πλαίσιο που προτείνει η Ostrom (1990) επιτυχημένη αυτοδιαχείριση των κοινών μπορεί να βρει εφαρμογή στην περίπτωση των συστάδων καινοτομίας. 
Συνοπτικά μπορούμε να πούμε τα εξής:

1. Ενώ οι συστάδες δεν χαρακτηρίζονται από σαφώς καθορισμένα όρια και η συμμετοχή μεταβάλλεται, εντούτοις τα οντολογικά χαρακτηριστικά της γνώσης αποτρέπουν εκμετάλλευση της κοινής γνώσης. Η αποτελεσματική διατύπωση των όρων συμμετοχής θα συμβάλλει στη συνειδητοποίηση των συνεπειών της καιροσκοπικής συμπεριφοράς.

2. Η τοπικότητα αφορά όχι μόνο στον κοινωνικό χώρο στον οποίο εμπεδώνεται η συστάδα καινοτομίας, αλλά και στην παραγωγή και αξιοποίηση της γνώσης. H δημιουργία κανόνων χρήσης και συνεργασίας σε αντιστοιχία με τις κοινωνικές συνθήκες είναι ζωτική και απαραίτητη και για τα κοινά της γνώσης.

3. Οι ρυθμίσεις συλλογικού χαρακτήρα, πρέπει να αφορούν τόσο τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς που συμμετέχουν στις συστάδες καινοτομίας όσο και τα άτομα μέλη τους. Σε ότι αφορά τα μέλη των συστάδων η δυνατότητα συμμετοχής στην διαμόρφωση των κανόνων είναι θεμελιώδους σημασίας, καθώς η εναλλακτική της «από τα πάνω και εκ των προτέρων» ρύθμισης έχει ήδη αποδειχθεί άγονη και μη ελκυστική. Στο εσωτερικό των οργανισμών-μελών των συστάδων, οι κανόνες που αφορούν στα άτομα καθορίζουν το βαθμό στον οποίο συμμετέχουν στην παραγωγή γνώσης στο πλαίσιο της συστάδας ή απέχουν από αυτή. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο τρόπος αξιολόγησης των ερευνητών σε Πανεπιστήμια και Ερευνητικά κέντρα, που συχνά αποτρέπει από την εμπλοκή σε δραστηριότητες καινοτομικών συστάδων.

4. Επίβλεψη των συνθηκών και των δρώντων του κοινού πόρου είναι πολύ σημαντική για την ομαλή λειτουργία των κοινών της γνώσης, καθώς αν ο καιροσκοπισμός δεν γίνει έγκαιρα αντιληπτός και επιβληθούν οι κατάλληλες κυρώσεις, η παραγωγή γνώσης θα σταματήσει και θα επέλθει η τραγωδία των κοινών της γνώσης. Εδώ πρέπει να επισημανθεί η σημασία της συνειδητοποίησης των προϋποθέσεων και των συνεπειών αποχής από τη συλλογική προσπάθεια, όπως επισημάνθηκε πιο πάνω. Η επίβλεψη θα πρέπει να συνδυασθεί με την ενημέρωση και την ανάπτυξη νοοτροπίας.

5. Οι διαβαθμισμένες κυρώσεις είναι απαραίτητες για την συμμόρφωση στους κανόνες, δεν αφορούν τόσο σε τυπικές κυρώσεις, όσο στην αμοιβαιότητα της συμπεριφοράς, καθώς η «προδοσία» θα έχει ως συνέπεια την μείωση της εμπιστοσύνης. Οι συλλογικοί μηχανισμοί διαβούλευσης είναι απαραίτητοι για τη διαμόρφωση κοινά αποδεκτής και κατανοητής πολιτικής συμμόρφωσης με τους κανόνες της συστάδας, ώστε να είναι οι ποινές αποτελεσματικές, δηλαδή να ενισχύουν τη συμμόρφωση και να μην λειτουργούν διαλυτικά.

6. Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να διαμορφωθούν και τυπικοί, αλλά κυρίως άτυποι μηχανισμοί επίλυσης διαφωνιών, μέσω της πρόσβασης σε χαμηλού κόστους χώρους διευθέτησης διαμαχών.

7. Τα παραπάνω καθιστούν θεμελιώδη προϋπόθεση την ελάχιστη αναγνώριση του δικαιώματος των δρώντων να οργανώνουν, χωρίς αυτό να αμφισβητείται από το κράτος.

8. Τέλος, οι πρακτικές επιτυχημένων συστάδων καινοτομίας δείχνουν ότι όπου απαιτούνται μεγάλες επενδύσεις για κοινούς πόρους, ένθετες δομές-επιχειρήσεις συχνά αποτελούν αποτελεσματική λύση διαχείρισης της κοινής επένδυσης (π.χ. οργανισμοί τεχνολογικής υποστήριξης, πληροφόρησης, μάρκετινγκ κοκ)..

Συνεπώς οι αρχές σχεδιασμού της Ostrom (1990) συνιστούν μια αποτελεσματική κατεύθυνση θεσμικής πύκνωσης των συστάδων καινοτομίας. Όμως, παραμένει το ερώτημα ανι αυτή η πύκνωση θα μπορέσει να επιβιώσει για πολύ αν δεν συμβαδίσει με αντίστοιχες εξελίξεις στο περιβάλλον της συστάδας. Μπορούμε να έχουμε «θεσμικούς καθεδρικούς στην έρημο»;

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η προσέγγιση που υιοθετήθηκε εδώ δεν αφορά στο πλαίσιο των περιουσιακών δικαιωμάτων της γνώσης. Εστιάσαμε στη συλλογική παραγωγή γνώσης και τη διαχείριση του κοινού εντός του οποίου συντελείται. Η γνώση ως κοινός πόρος υφίσταται κάτω από τις προϋποθέσεις της χωρικής εγγύτητας και της συναφούς γνωστικής βάσης και απορροφητικής ικανότητας. Η τραγωδία των κοινών γνώσης έχει την μορφή της υπό-δημιουργίας/παραγωγής, σε αντίθεση με αυτήν των κλασσικών κοινών πόρων που αναφέρεται στην υπέρ-κατανάλωση. Τέλος, θεωρώντας τις συστάδες καινοτομίας ως κοινό γνώσης, διαπιστώσαμε ότι το πλαίσιο διαχείρισης που προτείνει η Ostrom μπορεί να αποτελέσει τη βάση για αποτελεσματική θεσμική πύκνωση, παρέχοντας εναύσματα για την άσκηση πιο υποψιασμένης πολιτικής για την καινοτομία, ιδιαίτερα στο χωρικό επίπεδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου