Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Επιπτώσεις του περιβαλλοντικού σχεδιασμού στην ποιότητα της ατμόσφαιρας αστικών περιοχών: Η περίπτωση του Βόλου



#Σ. Πολύζος, #Γ. Πρώιας, #Α. Κούγκολος 
Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#Α.Γ. Παλιάτσος
Γενικό Τμήμα Μαθηματικών, ΤΕΙ Πειραιά, Αιγάλεω

Αντικειμενικός σκοπός της εργασίας αυτής είναι η ανάλυση των κυριότερων περιβαλλοντικών προβλήματων στις σύγχρονες ελληνικές πόλεις τα οποία σχετίζονται κυρίως με την αέρια ρύπανση. Επίσης περιγράφονται οι παράγοντες που επηρεάζουν ή διαμορφώνουν την ποιότητα της ατμόσφαιρας κάθε αστικής περιοχής και οι επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία και το περιβάλλον. 
Τα παραπάνω αποτυπώνονται σε μια ελληνική πόλη μεσαίου πληθυσμιακού μεγέθους, το Βόλο, που χαρακτηρίζεται από ποικίλα περιβαλλοντικά προβλήματα. Τέλος, αξιολογούνται τα αποτελέσματα και διατυπώνονται τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αναλύσεις που έχουν προηγηθεί.


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η κατάσταση σήμερα του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα του αστικού παρουσιάζει επιβάρυνση. Οι αστικές περιοχές χαρακτηρίζονται από τη συνεχή αύξηση του πληθυσμού τους και την εντατική οικιστική ανάπτυξη, που συνοδεύεται από ριζικές αλλαγές στην κάλυψη του εδάφους και τις εκπομπές αποβλήτων και ενέργειας (Κοκκώσης 1999). Οι αστικές περιοχές με τον τρόπο οργάνωσης, δόμησης και λειτουργίας τους, την επιλογή και χρήση των δομικών υλικών τους και τη συγκέντρωση μεγάλου ποσοστού της χρήσης των πόρων, έχουν αρνητική επίδραση στο ατμοσφαιρικό περιβάλλον, τόσο σε τοπική κλίμακα όπου επικεντρώνεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα, όσο και σε παγκόσμια (Αραβαντινός 1997). Το μεγαλύτερο ποσοστό κάλυψης της ενέργειας που απαιτείται σ' αυτές τις περιοχές εξασφαλίζεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της από την καύση ορυκτών καυσίμων. Η σοβαρότητα της κατάστασης, η ανησυχητική επιδείνωσή της και η συνεχής υποβάθμιση της ποιότητας του «κατοικείν», απαιτούν μια νέα προσέγγιση του περιβάλλοντος, την επανεξέταση θέσεων και πρακτικών για μια πιο συνολική αντιμετώπιση του ζητήματος και την ανάληψη δράσης για την αύξηση του βαθμού αειφορίας των αστικών περιοχών (Ανδρεαδάκη-Χρονάκη 2006).

Ένας διαφορετικός τρόπος χρήσης πολεοδομικών και δομικών στοιχείων και ένας επανασχεδιασμός του χώρου μέσα από την επανεξέταση της σχέσης του ανθρώπου, του σώματος και των αισθήσεών του, με το περιβάλλον θα το καθιστούσε πιο βιώσιμο και θα συνέβαλε στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής στην πόλη που τόσο έχει υποβαθμιστεί. Η πόλη είναι ένα σύνολο από συστήματα και στοιχεία που αλληλεπιδρούν και σχετίζονται μεταξύ τους (Smaniotto Costa et al. 2008). Τα συστήματα και τα στοιχεία αυτά δέχονται κάποιες εισροές τις οποίες ενσωματώνουν, επεξεργάζονται, χρησιμοποιούν και παράγουν κάποιες εκροές. Οι εισροές αυτές μπορεί να είναι άνθρωποι, αγαθά, ενέργεια και οι εκροές μπορεί να είναι απόβλητα, άνθρωποι, θερμότητα (ή αλλιώς υλικά και ενέργεια, δηλαδή μετά από επεξεργασία μετατρέπονται σε εισροές και πάλι).

2. ΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ ΑΕΡΙΑ ΡΥΠΑΝΣΗ
Εξετάζοντας τα στοιχεία και τα συστήματα σε μια πόλη μπορούμε να διακρίνουμε: κτίρια, χώρους, μεταφορικά δίκτυα και δίκτυα υποδομής. Μπορούμε επίσης να διακρίνουμε το σύστημα της οικονομίας, το σύνολο και το σύστημα της κοινωνίας και του πολιτισμού. Τα μεταφορικά και τα δίκτυα υποδομής (ύδρευση, αποχέτευση, τηλεπικοινωνιακά, ηλεκτροτροφοδοτικά δίκτυα) τροφοδοτούν τους χώρους και τα κτήρια, όπως και το αντίστροφο. Μέσα στην πόλη συνυπάρχουν και δρουν η κοινωνία των ανθρώπων και η βιοποικιλότητα οι οποίες επίσης αλληλεπιδρούν με τα κτήρια, τους χώρους και τα δίκτυα υποδομής και μπορεί να λειτουργούν σύμφωνα με ένα βρόχο θετικής ή αρνητικής ανάδρασης (Φύτου 2005).

Η ποιότητα της ατμόσφαιρας στις αστικές περιοχές αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα θέματα που σχετίζονται με την ατμοσφαιρική ρύπανση, δεδομένου ότι στις περιοχές αυτές υπάρχει αφενός συγκέντρωση μεγάλου αριθμού πηγών ρύπανσης και αφετέρου συγκέντρωση πληθυσμού. Το ενδιαφέρον που εκδηλώνεται για τον υπολογισμό των επιπέδων της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις αστικές περιοχές της Ελλάδας παραμένει αμείωτο, καθώς νέοι ρύποι εμφανίζονται ενώ συγχρόνως αναδεικνύονται οι επιπτώσεις τους στην ανθρώπινη υγεία. Τα προβλήματα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στις αστικές περιοχές στην Ελλάδα συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με τον τρόπο που αυτές οι περιοχές διαμορφώθηκαν μέσω της άναρχης και ευκαιριακής εισροής πληθυσμού, σε συνδυασμό με την οικονομική μεγέθυνση. Για διαφόρους λόγους, η έλλειψη προγραμματισμού οδήγησε στη διόγκωση των πόλεων κατά τρόπο αυθαίρετο, τόσο από πολεοδομική όσο και από λειτουργική άποψη, με κορυφαίο παράδειγμα την Αθήνα. Αποτέλεσμα του γεγονότος αυτού ήταν η μεγένθυνση και η όξυνση των περιβαλλοντικών προβλημάτων περισσότερο απ' όσο θα ήταν σε μια προγραμματισμένη ή τουλάχιστον ελεγχόμενη περίπτωση αστικοποίησης (Σκουλούδης και Κοτζιάς 2005). Στην επιδείνωση του προβλήματος συνέβαλε το γεγονός ότι η οικονομική η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, έχει οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση της κατανάλωσης ενέργειας. Οι συνεχώς αυξανόμενες καταναλωτικές ανάγκες έχουν ως αποτέλεσμα την αύξηση των εγκατεστημένων μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που αξιοποιούν κυρίως ορυκτά καύσιμα με συμβατικές μεθόδους. Η εντατικοποίηση της χρήσης καυσίμων όπως το πετρέλαιο και ο άνθρακας οδήγησαν σε ιδιαίτερα μεγάλη περιβαλλοντική επιβάρυνση, καθώς ο τομέας της ηλεκτροπαραγωγής θεωρείται από τους πιο επιβαρυντικούς για το περιβάλλον. Ιδιαίτερα σημαντική σε σχέση με την ατμοσφαιρική ρύπανση στις αστικές περιοχές της χώρας μας είναι η συμβολή του τομέα των μεταφορών και των εξελίξεων που τον διέπουν (Θεοχάρη 2θ05).

Σύμφωνα με την European Environment Agency (EEA 2005), ένα υγιές περιβάλλον είναι ουσιαστικό στο να βελτιώσει την ανάπτυξη και να διατηρήσει την ανθρώπινη υγεία και ευζωία. Η συσχέτιση μεταξύ περιβαλλοντικής ρύπανσης και αρνητικών επιπτώσεων στην υγεία, τόσο άμεσων όσο και μακροχρόνιων, είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη, παρά το γεγονός ότι δεν είναι πλήρως κατανοητοί οι μηχανισμοί επίδρασης (ΕΚΠΑΑ 2009).

Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, όπως οι μετεωρολογικές συνθήκες, ο ιστός των πόλεων, αλλά και η συνέργεια μεταξύ των ρυπογόνων χημικών ουσιών που επηρεάζουν τα επίπεδα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης (Nastos et al. 2006, 2008, Larissi et al. 2010). Είναι ήδη γνωστό από την εποχή του Ιπποκράτη (450 π.Χ.) ότι κλιματολογικοί παράγοντες όπως η θερμοκρασία και η σχετική υγρασία επηρεάζουν την ανθρώπινη υγεία. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από επιδημιολογικά στοιχεία. Χαρακτηριστικά αναφέρονται οι καύσωνες του 1976, 1995 και του 1998 στην πόλη του Λονδίνου όπου συνδέθηκαν με 15% αύξηση της ολικής θνησιμότητας κατά τη διάρκεια των ημερών της αυξημένης θερμοκρασίας (Seaton et al. 1995, Hajat et al. 2002), ο καύσωνας του Ιουλίου του 1987 στην Αθήνα που συσχετίστηκε με 2000 επιπλέον θανάτους, δηλαδή με 97% αύξηση της ημερήσιας θνησιμότητας (Katsouyanni et al. 1993, Panagiotakos et al. 2004). Από σχετικές μελέτες έχει διαπιστωθεί ότι η εμφάνιση κυμάτων καύσωνα αυξάνει σε συχνότητα και ένταση, αποτελούν δε αιτία θανάτων σε πολλές χώρες. Ειδικότερα, στην Ελλάδα δύο κύματα καύσωνα συνέβησαν το καλοκαίρι του 2007 με συνέπεια την πρόκληση αυξημένου αριθμού κρουσμάτων νοσηρότητας σε ευαίσθητες ομάδες του πληθυσμού (Theoharatos et al. 2010). Τέλος, από μελέτη που έγινε σε 44 πόλεις των Η.Π.Α. έδειξε ότι η αυξημένη θνησιμότητα συνδέεται με την υψηλή μεταβλητότητα των ημερήσιων θερμοκρασιών του καλοκαιριού (McMichael and Beaglehole 2000).

Ο αέρας που αναπνέουμε περιέχει διάφορα επίπεδα ρύπων που κυρίως προέρχονται από την καύση ορυκτών καυσίμων, όπως στα αυτοκίνητα, στη βιομηχανία και στην παραγωγή ενέργειας. Οι πιθανές επιπτώσεις της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στη δημόσια υγεία μπορούν να εκφραστούν με διάφορους δείκτες όπως η μείωση του προσδόκιμου ζωής, ο αριθμός των πρόωρων θανάτων και ο αριθμός των εισαγωγών στα νοσοκομεία. Πολλές επιδημιολογικές μελέτες που έγιναν ως τώρα έχουν δείξει όχι μόνο μια συσχέτιση μεταξύ της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και εξάρσεων χρόνιων πνευμονικών νόσων αλλά και αύξηση των θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένα και άτομα με υποκείμενες καρδιοπνευμονικές παθήσεις (Glantz 1993, Seaton et al. 1995). Κατά τη δεκαετία του '90 στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, έγινε προσπάθεια αποτίμησης της επίπτωσης της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην καρδιοαγγειακή θνησιμότητα, από την πολυκεντρική μελέτη APHEA ΙΙ (Air Pollution on Health: European Approach). Από την Ελλάδα μελετήθηκαν ημερήσια στοιχεία ρύπων, θερμοκρασίας και υγρασίας, από την περιοχή της Αθήνας και για τα έτη 1990-1997, δείχνοντας να υπάρχει μια θετική σχέση μεταξύ της ατμοσφαιρικής ρύπανσης και της ολικής αλλά και της καρδιοαγγειακής θνησιμότητας (Katsouyanni et al. 1997). Από τους Paliatsos et al. (2006) έγινε προσπάθεια προσδιορισμού των επιπτώσεων του υποβιβασμού της ποιότητας του ατμοσφαιρικού περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας στον αριθμό των παιδιών, ηλικίας μέχρι και 14 ετών, που εισάγονταν για νοσηλεία με κρίσεις παιδικού άσθματος, κατά τη διάρκεια της περιόδου 1984-2000. Από τη μελέτη διαπιστώθηκε ότι οι ατμοσφαιρικοί ρύποι όπως ο καπνός, το διοξείδιο του θείου και το μονοξείδιο του άνθρακα κυρίως ευθύνονταν για τον αριθμό των εισαγόμενων παιδιών με συμπτώματα παιδικού άσθματος.

Στοιχεία των επιδημιολογικών μελετών συγκλίνουν στην ύπαρξη θετικής σχέσης μεταξύ συγκέντρωσης αιωρούμενων σωματιδίων και αναπνευστικών συμπτωμάτων ( EPA 2008). Επιπλέον, η έκθεση ανθρώπων σε συγκέντρωση αιωρούμενων σωματιδίων που προέρχονται από εξατμίσεις πετρελαιοκίνητων οχημάτων, οδηγεί σε πνευμoνικές φλεγμονές, οξειδωτικές αντιδράσεις και αλλεργική ευαισθητοποίηση (EPA 2008). Βάσει των προηγούμενων στοιχείων και επιδημιολογικών μελετών, προκύπτει πως οι επιπτώσεις στο καρδιαγγειακό σύστημα λόγω βραχυχρόνιας έκθεσης σε αυξημένες συγκεντρώσεις αιωρούμενων σωματιδίων συνδέονται κυρίως με καρδιακή ανεπάρκεια και ισχαιμία του μυοκαρδίου. Η μελέτη των Larrieu et al. (2007) που διεξήχθη σε 8 γαλλικές πόλεις κατά την περίοδο 1998-2003, είχε αντικειμενικό σκοπό την εκτίμηση της συσχέτισης μεταξύ των συγκεντρώσεων των ΡΜ10, αλλά και του διοξειδίου του αζώτου και του επιφανειακού όζοντος, με τις εισαγωγές πληθυσμού σε νοσοκομεία των υπό μελέτη πόλεων από καρδιαγγειακά νοσήματα. Επειδή τα αιωρούμενα σωματίδια με διάμετρο μικρότερη των 10 μιτι (PM10) που προέρχονται από ανθρωπογενείς δραστηριότητες και φυσικές πηγές μπορούν να να προκαλέσουν δυσμενείς επιπτώσεις σε ευπαθή άτομα, όπως τα ασθματικά παιδιά, οι Nastos et al. (2010) μελέτησαν τις πιθανές επιδράσεις των υπαίθριων συγκεντρώσεων των ΡΜ10 στις εισαγωγές στα νοσοκομεία λόγω των παιδιατρικών παροξύνσεων άσθματος στην Αθήνα, κατά την διάρκεια της περιόδου 2001-2004. Επίσης, αντίστοιχη μελέτη πραγματοποιήθηκε για τον προσδιορισμό της σχέσης μεταξύ ατμοσφαιρικής ρύπανσης και επισκέψεων στο νοσοκομείο της πόλης του Βόλου εξαιτίας αναπνευστικών και καρδιαγγειακών παθήσεων, στη διάρκεια της περιόδου 2001 -2007 (Kalantzi et al. 2011). Τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν μια σημαντική σχέση μεταξύ της επιβάρυνσης της νοσηρότητας από αναπνευστικές και καρδιαγγειακές παθήσεις και των επιπέδων συγκέντρωσης των ατμοσφαιρικών ρύπων. Τέλος, οι Samoli et al. (2011) διερεύνησαν τις βραχυπρόθεσμες επιπτώσεις των αιωρούμενων σωματιδίων με αεροδυναμική διάμετρο μικρότερη των 10μς/τ3 (ΡΜ10), του διοξειδίου του θείου (SO2), του διοξειδίου του αζώτου (NO2) και του επιφανειακού όζοντος (Ο3) για τις παιδιατρικές εισαγωγές έκτακτης ανάγκης άσθματος στην Αθήνα, κατά την περίοδο από το 2001-2004. Διερευνήθηκαν οι επιδράσεις της εποχής, του φύλου, της ηλικίας και η παρουσία της σκόνης της ερήμου που μεταφέρεται κυρίως από την περιοχή της Σαχάρας. Τα ευρήματα αυτής της μελέτης μας επιβεβαιώνουν την ευθύνη των ΡΜ10 σε περιστατικά εισαγωγής στα νοσοκομεία λόγω έκτακτων περιστατικών εμφάνισης παιδικού άσθματος, τα οποία εμφανίζουν έξαρση κατά τη διάρκεια ημερών με επεισόδια μεταφοράς σκόνης από την περιοχή της Σαχάρας.

Τα αιωρούμενα σωματίδια έπειτα από την απομάκρυνσή τους από την ατμόσφαιρα μπορούν μέσω ξηρής εναπόθεσης να επικαθίσουν στα επιφανειακά μέρη των φυτών προκαλώντας φυσικές ή χημικές επιπτώσεις ή συνδυασμό και των δύο. Το φαινόμενο αυτό συναντάται κυρίως γύρω από ρυπασμένες περιοχές (Grantz et. al. 2003). Η όξινη βροχή αποτελείται κυρίως από θειικά και νιτρικά οξέα τα οποία μπορούν να οδηγήσουν σε οξίνιση του εδάφους προκαλώντας μια σειρά οικολογικών αλλαγών (Glavas and Moschonas 2002, Κούγκολος 2007). Οι επιπτώσεις των αιωρούμενων σωματιδίων στα υλικά συνδέονται τόσο με τη φυσική βλάβη, όσο και με την αισθητική αλλοίωση στην οποία υπόκεινται τα υλικά. Σύμφωνα με μελέτες, τα αιωρούμενα σωματίδια προκαλούν διάβρωση στα μέταλλα, βλάβες στην πολιτιστική κληρονομιά και διάφορες οπτικές επιδράσεις όπως αποχρωματισμός υλικών (EPA 2008).

3. Η ΡΥΠΑΝΣΗ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ
Η αυξημένη εκβιομηχάνιση και η ταυτόχρονη ανάπτυξη των μητροπολιτικών περιοχών είναι στενά συνδεδεμένες με τα περιβαλλοντικά προβλήματα (Botkin and Keller 1995). Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έχει καταστεί σαφές ότι η ατμοσφαιρική ρύπανση επηρεάζει την υγεία των ανθρώπων και των ζώων, προκαλεί ζημιές στη βλάστηση, υποβαθμίζει την ποιότητα του εδάφους και των υλικών και γενικά δεν επηρεάζει μόνο τις μεγάλες μητροπολιτικές περιοχές, αλλά και τις μεσαίου μεγέθους αστικές περιοχές. Πολλοί ερευνητές έχουν μελετήσει τα προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης που αντιμετωπίζουν πολλές από τις μεσαίου μεγέθους αστικές περιοχές που είναι πυκνοκατοικημένες και υπάρχουν μονάδες βαριάς βιομηχανίας (Ziomas et al. 1989, Papamanolis 2001, Triantafyllou et al. 2001, Karandinos-Riga and Saitanis 2005, Papanastasiou and Melas 2009, Papaioannou et al. 2010).

Η πόλη του Βόλου βρίσκεται στη Θεσσαλία και εκτείνεται κατά μήκος του βόρειου τμήματος του όρμου του Παγασητικού Κόλπου, στην ανατολική ακτή της Κεντρικής Ελλάδας. Η περίπτωση του Βόλου είναι ένα ενδιαφέρον παράδειγμα μεσαίου μεγέθους πόλης με περιβαλλοντική υποβάθμιση δεδομένου ότι τα τελευταία χρόνια οι μεταβολές του πληθυσμού και η αυξημένη εκβιομηχάνιση έχουν οδηγήσει σε υποβάθμιση της ποιότητας του αέρα στην περιοχή. Ο Βόλος είναι μια μεσαίου μεγέθους πόλη και έχει πληθυσμό περίπου 120000 κατοίκους (απογραφή 2001). Αυτή η πόλη χαρακτηρίζεται από εμπορική και τουριστική δραστηριότητα μιας και αποτελεί το λιμάνι της Θεσσαλίας. Στην περιοχή της υπάρχει μεγάλος αριθμός βιοτεχνικών-βιομηχανικών και εμπορικών μονάδων καθώς και δραστηριότητες που σχετίζονται με τριτογενή τομέα των υπηρεσιών.

Η πόλη του Βόλου βρίσκεται σε μια περιοχή με σύνθετη τοπογραφία. Σε απόσταση περίπου 3 km, βορειοανατολικά της πόλης, βρίσκονται οι πρόποδες του Πηλίου (1550 m υψόμετρο) που εκτείνεται κατά μήκος της χερσονήσου της Μαγνησίας στην ανατολική ακτή. Στα βορειοδυτικά είναι περιτριγυρισμένη από λόφους των οποίων το ύψος φτάνει περίπου το 500 m. Το κλίμα του Βόλου είναι μεσογειακού τύπου με υγρούς και ήπιους χειμώνες και ζεστά, ξηρά καλοκαίρια. Γνωρίζουμε ότι το μεσογειακό κλίμα χαρακτηρίζεται από έλλειψη βροχοπτώσεων κατά τη θερμή περίοδο του έτους ενώ οι περισσότερες βροχές εμφανίζονται τον Οκτώβριο και κατά τους χειμερινούς μήνες. Η ημερήσια διάρκεια της ηλιοφάνειας εμφανίζει ελάχιστο τον Ιανουάριο και μέγιστο τον Ιούλιο. Έτσι, η έντονη ηλιοφάνεια και η υψηλή θερμοκρασία, αποτελούν ιδανικές συνθήκες για την παραγωγή φωτοχημικών ρύπων. Επίσης, η παρουσία ορεινών όγκων, σε συνδυασμό με την γειτνίαση της θάλασσας, οδηγούν σε ανάπτυξη τοπικών παλινδρομικών συστημάτων κυκλοφορίας του αέρα, περίπτωση που απαντάται στα περισσότερα μεγάλα αστικά κέντρα, δυσχεραίνει σημαντικά την δυνατότητα καθαρισμού της ατμόσφαιρας, με τους μηχανισμούς διάχυσης και μεταφοράς. Σημαντικότατο ρόλο στην διαμόρφωση των επιπέδων ρύπανσης διαδραματίζει επίσης η ένταση του πνέοντος ανέμου και η εμφάνιση θερμοκρασιακών αναστροφών. Αναλυτικότερη περιγραφή των κλιματολογικών παραμέτρων της περιοχής υπάρχουν σε σχετικές εργασίες (μεταξύ άλλων Papamanolis 2001, Papanastasiou and Melas 2009, Proias et al. 2009a, Papaioannou et al. 2010).
Το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην περιοχή μελέτης σχετίζεται με την τοπογραφία της περιοχής και τον πολεοδομικό σχεδιασμό της πόλης του Βόλου, καθώς και με τις πηγές ρύπανσης. Οι πηγές διακρίνονται σε σταθερές (λειτουργία βιομηχανικών μονάδων και συστημάτων θέρμανσης) και κινητές πηγές (κυκλοφορία και λειτουργία λιμανιού). Στην ευρύτερη περιοχή του Βόλου υπάρχουν δύο βιομηχανικές περιοχές. Η μία βρίσκεται στα δυτικά της πόλης και η άλλη σε απόσταση λίγων χιλιομέτρων στα βορειοδυτικά της πόλης. Το πρόβλημα της ατμοσφαιρικής ρύπανσης στην πόλη του Βόλου έχει μελετηθεί από αρκετούς ερευνητές (Papamanolis 2001, Karandinos-Riga and Saitanis 2005, Papanastasiou and Melas 2009, Proias et al. 2009a, Papaioannou et al. 2010, Proias et al. 2012). Προκειμένου να αναδειχθούν κάποιες χαρακτηριστικές πτυχές του προβλήματος της ρύπανσης της ατμόσφαιρας στην πόλη του Βόλου παρουσιάζονται κάποια στοιχεία από μελέτες που έχουν πραγματοποιηθεί και τα αποτελέσματά τους έχουν ήδη παρουσιαστεί. Πιο συγκεκριμένα, στο Σχήμα 1 παρουσιάζεται η μέση ενδοετήσια μεταβολή των συγκεντρώσεων PM10 στην περιοχή του Βόλου από το 2001 ως το 2007 που παρουσιάσθηκε στην εργασία των Proias et al. (2009b).



Σχήμα 1. Μέση ενδοετήσια μεταβολή των συγκεντρώσεων PM10 στην περιοχή του Βόλου από 2001 ως 2007.

Οι Proias et al. (2011) ανέλυσαν τις μέσες ημερήσιες συγκεντρώσεις των PM10, στην πόλη του Βόλου και διαπίστωσαν ότι παρατηρούνται υπερβάσεις της ημερήσιας οριακής τιμής των 50 μς/τι3 (EU 1999). Στο Σχήμα 2 απεικονίζεται η διαχρονική εξέλιξη του ετήσιου αριθμού των ημερών με υπέρβαση της ημερήσιας οριακής τιμής.
Στα πλαίσια διερεύνησης των επιπτώσεων της μεταφοράς σκόνης από τη Σαχάρα στην εργασία των Proias et al. (2009a) αναλύθηκαν περιπτώσεις επεισοδίων μεταφοράς σκόνης από τη Σαχάρα στη διάρκεια της περιόδου 2005-2007. Στη διάρκεια της 3-ετούς αυτής περιόδου καταγράφηκαν οκτώ επεισόδια. Από την ανάλυση διαπιστώθηκε ότι κατά τη διάρκεια των ημερών με επεισόδια μεταφοράς σκόνης από την περιοχή της Σαχάρας, η μέση ημερήσια συγκέντρωση των PM10 στο σταθμό του Βόλου αυξήθηκε κατά 240%, περίπου, σε σχέση με τη μέγιστη ημερήσια οριακή τιμή συγκέντρωσης (50 μg/m3) που καθορίζεται από την αντίστοιχη Κοινοτική Οδηγία (EU 1999).



Σχήμα 2. Διαχρονική εξέλιξη του αριθμού των ημερών με υπέρβαση της ημερήσιας οριακής τιμής των 50 Kg/m3, κατά την περίοδο 2001-2010. Η οριζόντια γραμμή αντιστοιχεί στο ετήσιο μέγιστο επιτρεπτό αριθμό υπερβάσεων (EU 1999).

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η τοπική γεωμορφολογία και μετεωρολογία ευνοούν ιδιαίτερα τη συσσώρευση των ρύπων και τη δημιουργία επεισοδίων ρύπανσης, με μεγάλη συχνότητα εμφάνισης. Οι συγκεντρώσεις αιωρουμένων σωματιδίων PM10 είναι σε υψηλά επίπεδα και πάνω από τα νομοθετημένα όρια ποιότητας της ατμόσφαιρας. Η παρουσία τους συνδέεται με τις αστικές και βιομηχανικές δραστηριότητες της περιοχής αλλά ενδεχομένως και με διάχυτη περιφερειακή ρύπανση (είτε φυσικής, είτε ανθρωπογενούς προέλευσης). Για την ακριβή εκτίμηση της επίδρασης των διαφόρων πηγών στις συγκεντρώσεις PM10, θα πρέπει να γίνει χημικός προσδιορισμός της σύστασης των σωματιδίων.
Επίσης, κατά τη διάρκεια των ημερών με επεισόδια μεταφοράς σκόνης από την περιοχή της Σαχάρας, η μέση ημερήσια συγκέντρωση των PM10 στο συγκεκριμένο σταθμό αυξάνεται κατά 240%, περίπου, σε σχέση με τη μέγιστη ημερήσια οριακή τιμή συγκέντρωσης (50 μς/ηι3), που καθορίζεται από την αντίστοιχη Κοινοτική Οδηγία.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου