Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

"What's park" ή η πολιτική οικολογία των χώρων πρασίνου στη Θεσσαλονίκη

Eικόνα 1 είσοδος στο  ‘What’s up park’
#Ε. Αθανασίου
Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών,   Πολυτεχνική Σχολή, ΑΠΘ

Η σύγχρονη προσέγγιση της αστικής πολιτικής οικολογίας [Heynen, Kaika και Swyngedouw (2006)], αμφισβητεί τον παραδοσιακό διαχωρισμό της πόλης από την φύση, αναγνωρίζει την πολυεπίπεδη - φυσική, κοινωνική, πολιτική - σύσταση της πόλης καθώς και την μεταβολική - και όχι στατική - φύση της. Με αφετηρία μία τέτοια θεώρηση της πόλης, η εισήγηση διερευνά τους τρόπους με τους οποίους ενσωματώνεται το αστικό πράσινο στη σύγχρονη επίσημη ρητορική και την πρακτική διαχείρισης του Δήμου Θεσσαλονίκης. 
Υποστηρίζεται ότι, παρά την επίσημη μετατόπιση προς μία, ενημερωμένη από τη σύγχρονη διεθνή συζήτηση, περιβαλλοντική προσέγγιση σε ζητήματα αστικής μορφής και μεταβολισμού, το αστικό πράσινο, αντιμετωπίζεται ως στατικό, αμιγώς φυσικό στοιχείο, αποκομμένο από τις κοινωνικές και πολιτικές του διαστάσεις. Ως τέτοιο, ενσωματώνεται στην συνολική στρατηγική για τη διεθνοποίηση της εικόνας της πόλης και την ανταγωνιστικότητα και όχι ως προνομιακό πεδίο ανάδυσης του φυσικού στοιχείου και έκφρασης της δημόσιας σφαίρας. Μέσα από τις νέες πρακτικές διαχείρισης του αστικού πρασίνου που εμπλέκουν αφ' ενός ιδιωτικές επιχειρήσεις αφ' ετέρου τους πολίτες ως εθελοντές, επαναπροσδιορίζεται η ίδια η συγκρότηση της έννοιας του δημόσιου χώρου, ενώ η ελκυστικότητα και η ασφάλεια αναδεικνύονται ως κυρίαρχα ζητούμενα.


1.      ΧΩΡΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ
Ο τρόπος που γίνεται αντιληπτός ο ρόλος του πρασίνου μέσα στην πόλη δεν είναι σταθερός στην ιστορία της σύγχρονης πολεοδομίας. Στη συνθήκη της πόλης της βιομηχανικής επανάστασης, οι πρώτοι δημόσιοι χώροι πρασίνου αποτελούσαν προσπάθειες επανίδρυσης μίας σχέσης ανάμεσα στους κατοίκους της μολυσμένης πόλης και στην 'φύση' που βρίσκονταν έξω από αυτήν με την φαντασιακή εικόνα του άθικτου φυσικού τοπίου και της εξιδανικευμένης αγροτικής ζωής. Η σχεδιασμένη εισαγωγή τμήματος αυτής της φύσης στην πόλη είχε επίσης το νόημα του εξωραϊσμού της πόλης και, όπως υποστηρίζει ο Gandy (2006) έκρυβε την πραγματική μετατροπή της φύσης μέσω της 'ορμής της καπιταλιστικής αστικοποίησης'.

Ο εκσυγχρονισμός της πόλης με άξονες την υγιεινή και την λειτουργικότητα, σε αντιπαράθεση με την συνωστισμένη βιομηχανική πόλη αποτέλεσε κεντρικό άξονα του πολεοδομικού σχεδιασμού τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και συνοψίστηκε εύγλωττα στη Χάρτα των Αθηνών. Το αστικό πράσινο ποσοτικοποιήθηκε και έγινε μέρος των μετρήσιμων αναγκών της κατοικίας, που η λειτουργική πόλη έπρεπε να καλύψει. Ο υπαίθριος χώρος θεωρήθηκε 'ωφέλιμη προέκταση της κατοικίας', που συμβάλλει στην καλύτερη υγεία των κατοίκων της πόλης και εξυπηρετεί τις ανάγκες αναψυχής στον ελεύθερο χρόνο. Η εξημερωμένη και εκσυγχρονισμένη εικόνα της φύσης, όπως συνοψίζεται στον όρο 'ελεύθερες επιφάνειες', αποτελεί 'αναγκαιότητα' και ζήτημα 'κοινής σωτηρίας' (Le Corbusier, 1987). Ταυτόχρονα, μεγάλα τεχνικά έργα εξαφάνισαν ή διευθέτησαν στοιχεία της φύσης μέσα στη πόλη για την προώθηση του ορθολογικού σχεδιασμού.

Με την ανάδυση της κρίσης της αποβιομηχάνισης στις πόλεις της Δύσης και τις παρεμβάσεις για την 'αστική αναγέννηση' που την ακολούθησαν, το ενδιαφέρον για τον δημόσιο χώρο αναζωογονείται, ενώ ταυτόχρονα η έννοια της φύσης μέσα στην πόλη αναθεωρείται. Ο δημόσιος χώρος και η ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος αναγνωρίζονται πλέον ως στοιχεία της ελκυστικότητας της πόλης και βελτίωσης της εικόνας στην παγκόσμια αγορά. Στο πλαίσιο παρεμβάσεων για την αναδόμηση της αστικής εικόνας και της αστικής οικονομίας, ο δημόσιος χώρος, και ο χώροι πρασίνου, συμβάλουν στην συγκρότηση της επιζητούμενης έντονης τοπικής ταυτότητας ενώ κεντρικοί δημόσιοι χώροι γίνονται προνομιακοί υποδοχείς της νέας διεθνοποιημένης αστικής εμπειρίας της κατανάλωσης, της αναψυχής και του ελεύθερου χρόνου.

Ο περιορισμός της λειτουργίας του δημόσιου χώρου στην εξυπηρέτηση ιδιωτικών δραστηριοτήτων σε συνδυασμό με την ανάδυση του ψηφιακού χώρου, που αμφισβητεί την αναγκαιότητα του φυσικού, θέτουν υπό συζήτηση τον σύγχρονο χαρακτήρα του δημόσιου χώρου γενικά, και την εύθραυστη σχέση του με την δημόσια σφαίρα. Σ' αυτό το πλαίσιο, ο ιδιωτικός τομέας εισάγεται, ως αποδοτικός και ευέλικτος εγγυητής της ελκυστικότητας της ζωτικότητας και της ασφαλούς λειτουργίας των χώρων πρασίνου, συχνά με πρωτοβουλία των επιχειρήσεων και σε συμφωνία με τις τοπικές αρχές. Με την δικαιολογία της απουσίας οικονομικών πόρων, στο πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, ένα μέρος της ευθύνης του κράτους και της τοπικής αυτοδιοίκησης για την δημιουργία, ανάπλαση, συντήρηση, και διαχείριση δημόσιων χώρων πρασίνου παραχωρείται στους ιδιώτες μέσα από ένα φάσμα εργαλείων που ποικίλουν από την υιοθεσία παγκακίων και παιδικών χαρών μέχρι χορηγίες δημόσιων χώρων, ιδιωτικούς δημόσιους χώρους (Privately Owned Public Spaces -POPS), ενοικιάσεις πάρκων και πλατειών, και Business Improvement Districts (BIDs). Οι πρακτικές αυτές δημιουργούν ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας των χώρων πρασίνου και συνθέτουν τον σύγχρονο υβριδικό χαρακτήρα του δημόσιου χώρου.

Η ανάγκη επαναπροσδιορισμού της λειτουργίας του δημόσιου χώρου νομιμοποιείται και από το ζητούμενο της ασφάλειας, που συγκροτείται, αφ' ενός στο επίπεδο της εθνικής ασφάλειας από τον κίνδυνο της τρομοκρατίας, αφ' ετέρου στο επίπεδο της ασφάλειας των 'πολιτών' από τη βία των 'άλλων' (Mitchell, 2003)1. Το ζητούμενο της ασφάλειας, το σύγχρονο δόγμα του αστικού σχεδιασμού, το ίδιο που ωθεί τη μεσαία τάξη στις ιδιωτικές ουτοπίες των περιφραγμένων κοινοτήτων, δεν αιτιολογείται πάντοτε στη βάση μίας πραγματικής στατιστικής ανόδου των κρουσμάτων βίας. Υπάρχει όμως ως κυρίαρχη ρητορική, που ενισχύεται από το τύπο και την τηλεόραση και δημιουργεί γόνιμο έδαφος για πολιτικές στη κατεύθυνση της περίφραξης, της περιφρούρησης, συχνά της καταστολής και τελικά της ιδιωτικοποίησης (Katz, 2006).

Η ασφάλεια και η νέα ζωτικότητα του δημόσιου χώρου - που υπονομεύονται από την εγκατάλειψη, την ιδιωτικοποίηση, την μετατόπιση στον ψηφιακό χώρο - συχνά αναζητούνται σε νέες κατευθύνσεις σχεδιασμού, νέα νομοθετικά πλαίσια και κανονισμούς που αποθαρρύνουν ή/και απαγορεύουν τους 'ανεπιθύμητους' χρήστες, όπως είναι οι άστεγοι, οι χρήστες ναρκωτικών ουσιών και κάθε είδους διαμαρτυρόμενοι και διαδηλωτές που υπονομεύουν με την φυσική τους παρουσία την ασφάλεια και την ελκυστικότητα του χώρου. Για λόγους ασφάλειας, συνεχώς στενότερο φάσμα συμπεριφορών γίνονται ανεκτές ως κανονικές (Low και Smith, 2006). Η ελευθερία στη πρόσβαση, η συνύπαρξη και η ανοχή στη φυσική παρουσία των 'άλλων', προϋποθέσεις για την αυθεντική επανεφεύρεση της έννοιας της κοινότητας στην πόλη των δικτύων και της πολυπολιτισμικότητας, αναιρούνται. Το 'δικαίωμα στην πόλη' περιορίζεται σε αυτούς που δεν είναι 'ανεπιθύμητοι' και αναγνωρίζεται, κατά κύριο λόγο, στο δικαίωμα στην αναψυχή και την κατανάλωση.

2.      ΧΩΡΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΣΤΗ ΒΙΩΣΙΜΗ ΠΟΛΗ
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η συζήτηση για την αστική βιωσιμότητα αναθεωρεί τον ρόλο του υπαίθριου δημόσιου χώρου στην πόλης, αναγνωρίζει την περιβαλλοντική του συνεισφορά και στοιχειοθετεί τις περιβαλλοντικές διαστάσεις του σχεδιασμού και της διαχείρισής του. Επιπλέον, αναδεικνύει τη νέα αναγκαιότητα της αποκατάστασης της λειτουργίας των φυσικών διαδικασιών στο αστικό περιβάλλον.

Η παρουσία της φύσης στο δημόσιο χώρο της βιώσιμης πόλης διεκδικείται με τρόπο δυναμικό και όχι μόνο μέσα από την παρουσία της βλάστησης και την εξωραϊσμένη και στατική εικόνα της φύσης. Εντοπίζεται, κατ' αρχήν, η ανεπάρκεια των ποσοτικών δεικτών για την εξασφάλιση της περιβαλλοντικής λειτουργίας του δημόσιου χώρου και αναδεικνύονται ζητήματα ποιοτικά. Επιδιώκεται η συμβολή στην αποκατάσταση φυσικών διαδικασιών όπως ο κύκλος του νερού, το αστικό κλίμα, τα ενδιαιτήματα της αστικής άγριας ζωής, καθώς και η βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων μέσα από σχεδιαστικές επιλογές και αρχές διαχείρισης. Τα χαρακτηριστικά του τοπικού κλίματος αναδεικνύονται ως αφετηρίες σχεδιασμού με στόχο την επίτευξη της άνεσης στο δημόσιο χώρο. Η επαφή με την φύση στις τροποποιημένες συνθήκες της πόλης, ζητούμενο από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, επανέρχεται με νέους όρους.

Η συζήτηση της αστικής βιωσιμότητας, πιστή στον πραγματισμό της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης από την οποία προέκυψε, ενσωματώνει την ρητορική της ανταγωνιστικής πόλης. Η ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος και η περιβαλλοντική βιωσιμότητα ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα και δεν αντιβαίνουν σε αυτήν.

Ενώ, ο περιβαλλοντικός σχεδιασμός των χώρων πρασίνου εισάγει την ροϊκότητα των φυσικών διαδικασιών και της βιώσιμης διαχείρισης, στη θέση της στατικής αναπαραγωγής της εικόνας της φύσης, εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται το αστικό πράσινο ως μία καθαρά φυσική οντότητα αποκομμένη από τα κοινωνικά, πολιτικά και θεσμικά του συστατικά. Αναπαράγει έτσι τον παραδοσιακό διαχωρισμό της κοινωνίας από τη φύση (βλ. Katz, 1991, Harvey,1996, Smith, 2006, κ.α.) και παραπέμπει σε μία 'πραγμοποιημένη' αντίληψη του αστικού πρασίνου που εμφανίζεται κατά το δυνατόν φυσικό ως λειτουργία, ελκυστικό ως εικόνα και ανεξάρτητο από τα πλαίσια και τις πρακτικές που τροποποιούν την κοινωνική του λειτουργία, τον χαρακτήρα του, και τη σχέση του με τους πολίτες και τη δημόσια σφαίρα, όπως η ιδιωτικοποίηση, ο αποκλεισμός, η παρακολούθηση. Έτσι η συζήτηση της αστικής βιωσιμότητας παραμένει αποκομμένη από την θεωρητική συζήτηση σχετικά με την ανάγκη επανεφεύρεσης του κοινωνικού χαρακτήρα του δημόσιου χώρου και δεν προτείνει εναλλακτική.

Σχολιάζοντας την σύγχρονη αυτή προσέγγιση της φύσης στην πόλη, ο Gandy (2006), γράφει ότι η ανάπτυξη 'πιο ροϊκών και αμοιβαία συγκροτούμενων αντιλήψεων της αστικής φύσης' δεν έχουν επηρεάσει αρκετά την προσέγγιση της 'οικολογικής πολεοδομίας' που μοιάζει μέσα από την ρητορική της ελκυστικότητας να αναπαράγει το εννοιολογικό λεξικό του 19ου αιώνα'. Ο δημόσιος χώρος αποτελεί προνομιακό πεδίο διεκδίκησης του φυσικού στοιχείου στην πόλη ενώ ταυτόχρονα η διεκδίκηση του φυσικού στοιχείου στη πόλη δημιουργεί την προοπτική μίας καινούριας σχέσης με τον δημόσιο χώρο. Ο Gandy διακρίνει την δυνατότητα ανάδυσης ενός νέου λόγου για το περιβάλλον 'μέσα από μία οικολογικά εμπλουτισμένη δημόσια σφαίρα'. Αντιστρέφοντας αυτή τη σκέψη, μία νέα σχέση της δημόσιας σφαίρας με το δημόσιο χώρο και η ανάδυση σχέσεων αλληλεγγύης, συμμετοχής και συλλογικότητας μπορεί να διερευνηθεί και μέσα από διαδικασίες που επεξεργάζονται νέες λειτουργικές σχέσεις ανάμεσα στην πόλη και τη φύση.

3.      ΝΕΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΩΡΟΥΣ ΠΡΑΣΙΝΟΥ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Η Θεσσαλονίκη, και η ελληνική πόλη γενικότερα, αποτελεί ιδιαίτερη περίπτωση αστικοποίησης και υλοποιεί τις δικές της εκδοχές των μετασχηματισμών της έννοιας του αστικού πρασίνου που αποτυπώθηκαν σχηματικά στη προηγούμενη ενότητα. Από τους μνημειακούς άξονες του εξωραϊσμού και της επιλεκτικής ιστορικότητας του σχεδίου E. Hebrard, στις 'ελεύθερες επιφάνειες' της Νέας Παραλίας και την εξαφάνιση του φυσικού στοιχείου, στην εποχή του εκμοντερνισμού, μέχρι τη σύγχρονη συνθήκη της παγκοσμιοποίησης και της κρίσης, το αστικό πράσινο, αντανακλά, ενσωματώνει και προωθεί μεταλλασσόμενες ρητορικές, στρατηγικές και ιδεολογίες.

Στη σύγχρονη συνθήκη, στο επίπεδο του σχεδιασμού και της διαχείρισης των χώρων πρασίνου, ο Δήμος Θεσσαλονίκης επιδιώκει την αύξηση, τη συντήρηση και τον εξωραϊσμό των χώρων πρασίνου, με έμφαση σε αυτούς του κέντρου, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα αποκατάστασης φυσικών διαδικασιών, δημιουργίας ενδιαιτημάτων ή διαχείρισης φυσικών πόρων. Νέα πλαίσια διαχείρισης του αστικού πρασίνου και του δημόσιου χώρου από τον Δήμο αντανακλούν τις διεθνείς τάσεις, όπως σκιαγραφήθηκαν παραπάνω, υιοθετώντας ως κυρίαρχα ζητούμενα την ελκυστικότητα και τη ασφάλεια.

3.1 WHAT'S UP PARK ΚΑΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ ΠΡΑΣΙΝΟΥ
Δύο πρόσφατες, φαινομενικά αντιφατικές, πρακτικές διαχείρισης του αστικού πρασίνου υιοθετούν το πράσινο ως στοιχείο της ελκυστικότητας του αστικού περιβάλλοντος και επιχειρούν την αναζωογόνησή και την ενίσχυση της χρήσης του μέσα από νέα πλαίσια: αφ' ενός με την δημιουργία εγκαταστάσεων δραστηριοτήτων για νέους από μεγάλη ιδιωτική εταιρεία κινητής τηλεφωνίας σε κεντρικό πάρκο της πόλης, αφ' ετέρου με την πρόσκληση για 'εθελοντές πρασίνου'.

Μέρος του πάρκου ΧΑΝΘ, που βρίσκεται σε κεντρικό σημείο της πόλης απέναντι από το νέο Δημαρχιακό μέγαρο της Θεσσαλονίκης, παραχωρήθηκε για 2 χρόνια σε εταιρεία κινητής τηλεφωνίας για την δημιουργία νεανικού πάρκου με πίστα skate, τραμπολίνο, εγκαταστάσεις για paint ball και άλλων δραστηριοτήτων. Το What's up park μεταφέρει την εικόνα και την οργάνωση ενός ιδιωτικού πάρκου περιπέτειας στο κέντρο της πόλης. Ο Δήμος ανέλαβε την 24ωρη φύλαξη του χώρου, ενώ εθελοντές συμβάλλουν στην καθαριότητά του. Η χρήση του πάρκου είναι δωρεάν με εξαίρεση τις εγκαταστάσεις του paint ball, οι οποίες χρεώνονται. Μεγάλες ταμπέλες με την νέα ονομασία του πάρκου και το επιχειρηματικό λογότυπο σηματοδοτούν τις εισόδους του (EiKOva 1), ενώ περιφράξεις οριοθετούν κάποιες από τις νέες δραστηριότητες του πάρκου. Το What's up Park εγκαινιάστηκε τον Οκτώβριο του 2011, και χρησιμοποιείται στην διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας στο διαδίκτυο.

Ο διατυπωμένος στόχος αυτής της παραχώρησης ήταν η αναζωογόνηση του αδρανούς πάρκου με την παρουσία νέων χρηστών. Είναι όμως προφανής και ο στόχος 'εξευγενισμού' του χώρου, εκκαθάρισής του από τους ανεπιθύμητους χρήστες ναρκωτικών ουσιών, που κατοικούσαν καθημερινά το πάρκο, και την μετατόπισή τους σε λιγότερο ορατές περιοχές της πόλης. Ταυτόχρονα, ο Δήμος Θεσσαλονίκης δήλωσε την επιθυμία του να προσελκύσει και άλλες τέτοιες χορηγίες από ιδιωτικές εταιρείες(2).



Την ίδια περίοδο, έγιναν έργα ανάπλασης - οικοδομικές εργασίες, φυτεύσεις, και αρδευτικό δίκτυο - και στην πλατεία Ναυαρίνου και τον πεζοδομημένο άξονα της Δ. Γούναρη, με την πρωτοβουλία και τη χορηγία μεγάλης γερμανικής αλυσίδας σουπερ μάρκετ.(3) Η πλατεία Ναυαρίνου, μία από τις πιο κεντρικές και ζωντανές πλατείες της πόλης, περιλαμβάνει έναν από τους ελάχιστους χώρους παιχνιδιού για μικρά παιδιά του κέντρου, ενώ είναι επίσης χώρος όπου συχνάζουν χρήστες ναρκωτικών ουσιών. Οι κάτοικοι και οι έμποροι της περιοχής διαμαρτύρονταν για την υποβάθμιση της πλατείας, ενώ δημοσιεύματα στο τοπικό τύπο την χαρακτήρισαν τα προηγούμενα χρόνια 'πιάτσα θανάτου' και πλατεία σε 'μαρασμό'. 

Ο προφανής, αλλά όχι επίσημα διατυπωμένος στόχος των έργων ανάπλασης ήταν η εκκαθάριση των χρηστών ναρκωτικών και η απόδοση της πλατείας στους 'πολίτες'. Η στροφή του Δήμου Θεσσαλονίκης προς τον ιδιωτικό τομέα καθορίζεται, όπως είπε ο Αντιδήμαρχος Πρασίνου στα εγκαίνια του αναπλασμένου χώρου τον Ιούνιο του 2011, από την έλλειψη πόρων στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης. Η εταιρεία ανέλαβε το κόστος της συντήρησης της πλατείας και του πεζόδρομου για τρία χρόνια και χρησιμοποιεί την χορηγία αυτή στην διαφημιστική της καμπάνια στο διαδίκτυο, όπου δημοσιεύει φωτογραφίες πριν και μετά την ανάπλαση.

Η πρόσκληση για 'εθελοντές πρασίνου', στέκεται στον αντίποδα των παραπάνω πρακτικών, ζητώντας 'συνειδητοποιημένους δημότες που ενδιαφέρονται για την ποιότητα ζωής της πόλης', να συμμετέχουν στην συντήρηση των χώρων πρασίνου. Πέρα από τις ήπιες εργασίες κηπουρικής, οι εθελοντές θα 'προστατεύουν τον εξοπλισμό των πάρκων από κάθε είδους καταστροφές, βανδαλισμούς, καταπατήσεις και αυθαιρεσίες'. Πέρα από την πρώτη ανάγνωση του εθελοντή, ως ενεργού πολίτη που συνδιαμορφώνει τον δημόσιο χώρο, ανιχνεύεται έτσι μία ακόμη διάσταση που παραπέμπει σε πρακτικές εποπτείας και οριοθέτησης γειτονιών, αύξησης της αίσθησης της ασφάλειας και εκκαθάρισης από ανεπιθύμητους χρήστες με στόχο μία καθαρή και ελκυστική 'εικόνα' του αστικού πρασίνου και την απόδοσή του σε όσους από τους πραγματικούς κατοίκους της πόλης ορίζονται ως 'πολίτες'.

Παρά τον διαφορετικό τους χαρακτήρα, και οι δύο πρακτικές διαχείρισης του Δήμου Θεσσαλονίκης στοχεύουν σε μία αποκομμένη και 'πραγμοποιημένη' εικόνα 'φύσης μέσα στην πόλη', και όχι σε μια ανοικτή διαδικασία επαναπροσδιορισμού των φυσικών και κοινωνικών διαδικασιών παραγωγής του αστικού χώρου και των μεταξύ τους σχέσεων. Η ενεργή εμπλοκή των πολιτών όπως και ο εμπλουτισμός των χώρων πρασίνου με νέες υπαίθριες χρήσεις δημιουργούν πράγματι συνθήκες αναζωογόνησης και εντονότερης χρήσης. Η εισαγωγή των ιδιωτικών επιχειρήσεων δημιουργεί ερωτηματικά σε σχέση με τα όρια τέτοιων πρακτικών, ενώ σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό των 'ανεπιθύμητων' που υπαγορεύει, αναιρεί καθοριστικά χαρακτηριστικά του δημόσιου χώρου.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, της ασφάλειας και, πιο πρόσφατα, της οικονομικής κρίσης, ο δημόσιος χώρος μετασχηματίζεται και αμφισβητείται με ποικίλους τρόπους. Ταυτόχρονα, η αστική φύση γίνεται αντιληπτή ως κοινωνικά και πολιτικά ουδέτερο στοιχείο εξωραϊσμού και περιβαλλοντικής ποιότητας. Η συζήτηση για την διεκδίκηση της φύσης στην πόλη, στο πλαίσιο της αστικής βιωσιμότητας, και ο λόγος για την επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χώρου στις συνθήκες της δικτυακής μετάπολης και της κρίσης παραμένουν δύο ξεχωριστά πεδία που σπανίως συναντώνται στη θεωρία. Παρουσιάζουν όμως ένα δυναμικό πεδίο αλληλοτομίας, στοιχεία του οποίου αναγνωρίζονται σε συλλογικές πρακτικές όπως οι αστικές καλλιέργειες(4) σε δημόσια γη από ad hoc συλλογικότητες και οι κινήσεις διεκδίκησης δημόσιων χώρων, ή σε παραδείγματα πραγματικής συμμετοχής πολιτών στην διεκδίκηση διαμόρφωση και διαχείριση δημόσιων χώρων πρασίνου. Στη αλληλοτομία των δύο λόγων ίσως θα πρέπει να αναζητηθεί η εναλλακτική της 'οικολογικά εμπλουτισμένης δημόσιας σφαίρας' (Gandy, 2006).

Υποσημειώσεις
(1) Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, άνοιξε μεγάλη συζήτηση στις ΗΠΑ σχετικά με το πώς ο δημόσιος χώρος θα πρέπει να επανασχεδιαστεί και να εξοπλιστεί ώστε να γίνει ασφαλής απέναντι στο ενδεχόμενο τρομοκρατικών επιθέσεων. Αυτή η συζήτηση, περί της ασφάλειας της χώρας, προστέθηκε στην ήδη υπάρχουσα, σχετικά με τη ασφάλεια των πολιτών από τους 'ανεπιθύμητους' (Mitchell, 2003).

(2) Οι χορηγίες δημόσιων χώρων και οι παραχωρήσεις της χρήσης τους σε ιδιωτικές εταιρείες θα πρέπει να εξεταστούν μαζί με άλλες πρόσφατες πρακτικές του Δήμου Θεσσαλονίκης σχετικά με τον δημόσιο χώρο, όπως η άρνηση παραχώρησης πλατειών του κέντρου για προεκλογικές ομιλίες και συγκεντρώσεις ομίλων με την αιτιολόγηση ότι δημιουργείται πρόβλημα στην κυκλοφορία αλλά και ότι διαμαρτύρεται ο Εμπορικός Σύλλογος και οι κάτοικοι.

(3) Το έργο εντάσσεται στο πρόγραμμα της εταιρείας «Υιοθετούμε πάρκα και δίνουμε το πράσινο πίσω στους πολίτες» στο πλαίσιο του οποίου έγιναν έργα ανάπλασης και στην πλατεία της Εθνικής Ενότητας, στα Πατήσια, στην Αθήνα.

(4) Βλ. παραδείγματος χάριν την πρωτοβουλία καλλιεργειών στο πρώην στρατόπεδο Καρατάσου
http://perka.oneirografos.net/


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου