Δευτέρα, 20 Μαΐου 2013

Η κλιματική αλλαγή στο χωρικό σχεδιασμό :Μαθήματα από την σύγκριση του Αγγλικού και του Ελληνικού συστήματος σχεδιασμού

#Α. Γιαννακού και #Κ.Δ. Σαλάτα
Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης Α.Π.Θεσσαλίας

To φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής είναι στενά συσχετισμένο με την αστική ανάπτυξη και τις αστικές περιοχές, οι οποίες συνιστούν τόσο άμεση αιτία της κλιματικής αλλαγής όσο και μοντέλο περιβαλλοντικής απόδοσης. Μέσα σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, ο χωρικός σχεδιασμός αποτελεί και λειτουργεί ως το καλύτερο μέσο για την προσαρμογή στην και το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής στις αστικές περιοχές. Η βιβλιογραφία σχετικά με το ρόλο του χωρικού σχεδιασμού στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής ή/και την προσαρμογή σε αυτήν άρχισε πολύ πρόσφατα να αναπτύσσεται συστηματικά. 
Η παρούσα εισήγηση εξετάζει αρχικά την έννοια της κλιματικής αλλαγής και τη συσχέτισή της με τις αστικές περιοχές. Στη συνέχεια αναλύεται η αλληλεπίδραση που διέπει τη σχέση του φαινομένου με το χωρικό σχεδιασμό, με στόχο την κατανόηση του τρόπου ενσωμάτωσής του στις πολιτικές που καλύπτει και στα εργαλεία που εγγενώς περιλαμβάνει ο χωρικός σχεδιασμός. Για το λόγο αυτό αναλύονται διεξοδικότερα το αγγλικό και το ελληνικό σύστημα σχεδιασμού προκειμένου να γίνει αντιληπτό πώς τα δύο αυτά συστήματα χειρίζονται την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και να αναδειχτούν οι κρίσιμες διαφορές και οι ενδεχόμενες ομοιότητές τους. 
Στο πλαίσιο αυτό, αναδεικνύονται παράλληλα κρίσιμα ζητήματα που πρέπει να διερευνηθούν για τη βελτίωση του ελληνικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού με σκοπό τη διαχείριση της αστικής ανάπτυξης με τρόπους που λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.


1. H ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΣΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΟΧΕΣ
To φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής που αποτυπώνεται στην αύξηση του ρυθμού εμφάνισης ακραίων καιρικών φαινομένων, όπως έντονες βροχοπτώσεις, καύσωνες, ξηρασίες κ.ά., καταγράφεται ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα σε παγκόσμιο επίπεδο. H Συνθήκη-Πλαίσιο για την Αλλαγή του Κλίματος (United Nations Framework Convention on Climate Change, UNFCCC) του 1992 (UN, 1992), όρισε την κλιματική αλλαγή ως την αλλαγή στο κλίμα που αποδίδεται άμεσα ή έμμεσα στην ανθρώπινη δραστηριότητα, η οποία αλλοιώνει τη σύνθεση της ατμόσφαιρας του πλανήτη και πραγματοποιείται συμπληρωματικά με τη φυσική κλιματική διακύμανση που παρατηρείται σε συγκρίσιμα τακτά χρονικά διαστήματα (άρθρο 1, παρ. 2, UNFCCC). Κύρια αιτία εμφάνισης του φαινόμενου αποτελούν οι ανθρώπινες δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα στα ευρύτερα όρια των αστικών περιοχών, όπως η κατοίκηση, η εργασία, η πρόσβαση σε αγαθά και υπηρεσίες και η μετακίνηση προς αυτά, τα οποία συντελούν στην αυξάνουσα συγκέντρωση αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα, την κύρια αιτία εμφάνισης της κλιματικής αλλαγής. Οι αστικές περιοχές εκτιμάται ότι είναι υπεύθυνες για το 80% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου (UN, 2007).

Τα κυριότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ή θα αντιμετωπίσουν οι αστικές περιοχές είναι η αστική θερμική νησίδα, το συνεχές φως, η αύξηση της στάθμης της θάλασσας, καθώς και οι σοβαρές ξηρασίες και πλημμύρες και άλλα ακραία καιρικά φαινόμενα (World Bank, 2010). Τα αποτελέσματά τους επηρεάζουν ολόκληρο το αστικό σύστημα, καθώς πολλοί άνθρωποι δεν θα έχουν πρόσβαση σε πόσιμο νερό, ενώ άλλοι θα αναγκαστούν να εγκαταλείψουν τις κατοικίες τους και να μετεγκατασταθούν, γεγονός που με τη σειρά του θα δημιουργήσει μεγάλη απώλεια της αξίας γης και των υποδομών, τη μεγαλύτερη μεταφορά οικονομικού πλούτου στην ανθρώπινη ιστορία, κατάληψη νέου εδάφους σε κάποια άλλη περιοχή κλπ. (World Bank, 2010). Ολόκληρες πόλεις βιώνουν ή θα βιώσουν ενεργειακές ελλείψεις, λόγω της υπέρμετρης αστικοποίησης και του γεγονότος ότι ένα μεγάλο μέρος του αποθέματος κατοικιών δεν είναι κατάλληλα κατασκευασμένο. Ακόμη, η κλιματική αλλαγή απειλεί τις αστικές υποδομές όπως γέφυρες, κτίρια, δρόμους και συστήματα μετρό, από τη στιγμή που η υπερβολική θερμότητα, οι συνεχείς μακροπρόθεσμες βροχές και το κρύο μπορούν να επηρεάσουν τα υλικά οδοποιίας και να υπονομεύσουν τη σταθερότητα των δρόμων, αλλά και να οδηγήσουν σε ξήρανση και σκάσιμο των οικοδομικών υλικών (Blakely, 2007:13), ενώ αναμένεται ότι θα επηρεαστεί και η ίδια η ιστορική αξία των πόλεων (World Bank, 2010).

Η μελέτη της κλιματικής αλλαγής στα όρια των αστικών περιοχών δεν επιβάλλεται μόνον επειδή αυτές συμβάλλουν στην υποβάθμιση του περιβάλλοντος, αλλά και επειδή μπορούν να αποτελέσουν τους κύριους τόπους μετριασμού της κλιματικής αλλαγής ή/και προσαρμογής σε αυτήν. Αυτό μπορεί να επιτευχτεί μέσω των τοπικών αρχών, καθώς θεωρείται ότι μπορούν πολύ πιο εύκολα από τις εθνικές κυβερνήσεις να συμβάλλουν, μέσω διαφόρων δράσεων και πολιτικών, στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής (Bulkeley & Betsill, 2003). Ακόμη, οι πόλεις είναι τα μέρη όπου οι κοινωνικές και οι τεχνολογικές καινοτομίες που δημιουργούνται, βοηθούν στη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και στην προσαρμογή στις νέες προκλήσεις (Kern, 2010). Συνεπώς, μπορούν να αποτελέσουν μοντέλα περιβαλλοντικής απόδοσης και, μέσα από σωστές στρατηγικές και πολιτικές βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, να προωθήσουν την καινοτομία και την ευημερία σε οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο (World Bank, 2010). Ο χωρικός σχεδιασμός, κύριος στόχος του οποίου αναδεικνύεται (από τη δεκαετία του 1990) η επίτευξη της βιώσιμης ανάπτυξης, αποτελεί το πεδίο-πλαίσιο αυτών των πολιτικών.

2. ΧΩΡΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ
Οι αστικές δραστηριότητες, πολλές από τις οποίες συμβάλλουν στην κλιματική αλλαγή, οργανώνονται στο χώρο εκτός των άλλων και μέσω του χωρικού σχεδιασμού. Οι συνέπειες του σχεδιασμού αντικατοπτρίζονται στα κτίρια, τους δρόμους, τους ελεύθερους χώρους, τους χώρους πρασίνου, στον τρόπο δηλαδή που έχει δομηθεί μια περιοχή, αλλά και στην καθημερινότητα των κατοίκων. Η δημιουργία μιας βιώσιμης αστικής περιοχής, με στόχο την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, προϋποθέτει αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο τα κέντρα των πόλεων και τα προάστιά τους έχουν πολεοδομηθεί και τελικά δομηθεί (Blakely, 2007). Βέβαια, όπως επισημαίνει η Davoudi (2009: 8), "η έκταση κατά την οποία ο χωρικός σχεδιασμός μπορεί να παίξει ένα ρόλο στη διαχείριση της κλιματικής αλλαγής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πόσο ευρέως ορίζεται και τι επίπεδα και τύπους παρεμβάσεων, εργαλείων και πόρων προσφέρονται για να επιδιωχθούν τα εγχειρήματα που αναμένονται από αυτόν".

Πολιτικές όπως η αύξηση της αστικής πυκνότητας, ο έλεγχος της αστικής εξάπλωσης, η αύξηση της παραγωγικότητας της γεωργίας γύρω από μια αστική περιοχή (World Bank, 2010), η αλλαγή των πηγών ενέργειας, η αποφυγή ανάπτυξης σε επικίνδυνες ή ευαίσθητες περιοχές και η προστασία ευαίσθητων τοπικών οικοσυστημάτων (Davoudi, 2009) μπορούν να προωθηθούν με κλασικά αλλά και νεώτερα εργαλεία του χωρικού σχεδιασμού. Πρακτικές όπως είναι η βελτίωση της ποιότητας των κτιρίων, η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων και των μεταφορών, η βελτίωση των αστικών μέσων μαζικής μεταφοράς, η προώθηση των εναλλακτικών μέσων μεταφοράς, η επαναχρησιμοποίηση γαιών και κενών ιδιοκτησιών, η προστασία και η αύξηση των ανοικτών χώρων και χώρων πρασίνου, η προστασία της ταυτότητας της πόλης και της πολιτιστικής της κληρονομιάς, δηλαδή όλες οι πρακτικές βιώσιμου χωρικού σχεδιασμού, συμβάλλουν στην προστασία του περιβάλλοντος και άμεσα ή έμμεσα στο μετριασμό της κλιματικής αλλαγής. Ο ολοκληρωμένος και ορθολογικός σχεδιασμός χρήσεων γης αναδεικνύεται ως ένα πολύ ισχυρό εργαλείο για την επαναξιολόγηση και τη βελτίωση του τρόπου που οι πόλεις έχουν σχεδιαστεί, αλλά και για την αποφυγή των κινδύνων που ενέχει η κλιματική αλλαγή
(Blakely, 2007).

Η Davoudi (2009) συνοψίζοντας το ρόλο του χωρικού σχεδιασμού στη διαμόρφωση των τόπων επισημαίνει ότι ασκείται με τρεις αλληλοσυσχετισμένους τρόπους: τις προληπτικές/ενεργητικές παρεμβάσεις που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται οι τόποι, τις ρυθμιστικές παρεμβάσεις που αφορούν το πως οι άλλοι ασκούν τις δραστηριότητές τους, και το στρατηγικό συντονισμό που καθιστά δυνατή τη συμμετοχή και την ολοκλήρωση των πολιτικών. Παράλληλα, ταξινομεί τις πολιτικές για το κλίμα σε τρεις περιοχές-κλειδιά, την προσφορά ενέργειας, τη ζήτηση ενέργειας (και οι δύο αφορούν το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής) και την προσαρμογή, για κάθε μια από τις οποίες προσδιορίζει πολιτικές που σχετίζονται περισσότερο με το χωρικό σχεδιασμό. Έτσι για παράδειγμα, στη ζήτηση ενέργειας, που σχετίζεται με την πολιτική της μείωσης των μετακινήσεων, οι προληπτικές/ενεργητικές παρεμβάσεις αφορούν το μέγεθος του οικισμού, την πυκνότητα, τις μικτές χρήσεις κλπ., ενώ στην προσαρμογή και ειδικότερα στο θερμικό κύμα οι μεν ενεργητικές παρεμβάσεις αφορούν την προστασία και αναβάθμιση της πράσινης υποδομής και οι δε ρυθμιστικές τις συνθήκες και τα σταθερότυπα σχεδιασμού.

Το πρώτο βήμα για την αξιοποίηση του χωρικού σχεδιασμού στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι η μελέτη και αναγνώριση της μελετώμενης περιοχής, η οποία πρέπει να επικεντρωθεί στα κοινωνικο-οικονομικά χαρακτηριστικά, στη μεταξύ τους αλληλεπίδραση, στην αλληλεπίδρασή τους με το περιβάλλον και τη συνάφειά τους με την κλιματική αλλαγή. Υπό το πρίσμα της περιβαλλοντικής υποβάθμισης είναι αναγκαία και η αξιολόγηση των υποδομών και των προσφερόμενων υπηρεσιών, ώστε να προωθηθεί η μακροπρόθεσμη προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και παράλληλα να αντιμετωπιστούν και άλλα προβλήματα όπως η φτώχεια και η κοινωνική ανισότητα (World Bank, 2010).

3.  Η  ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ  ΤΗΣ  ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ 
3.1. Το αγγλικό σύστημα
Στο αγγλικό σύστημα η κυβέρνηση ορίζει τις πολιτικές στο εθνικό επίπεδο σχετικά με διάφορες πτυχές του σχεδιασμού και των κανόνων που τον διέπουν μέσα από τις Δηλώσεις Πολιτικής Σχεδιασμού (Planning Policy Statements-PPS). Το 2007 δημοσιεύτηκε η PPS: Σχεδιασμός και Κλιματική Αλλαγή (Planning and Climate Change), η οποία αποτελεί συμπλήρωμα της PPS1: Επίτευξη Βιώσιμης Ανάπτυξης (Delivering Sustainable Development) (Department for Communities and Local Government, 2007). Στην PPS: Σχεδιασμός και Κλιματική Αλλαγή παρατίθενται οι πολιτικές και τα μέτρα, τα οποία εξειδικεύονται στο περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και για την εφαρμογή τους είναι υπεύθυνες οι αρχές σχεδιασμού του κάθε επιπέδου. Επιπλέον, και οι αιτούντες για πολεοδομική αδειοδότηση οφείλουν να εξετάζουν κατά πόσο οι προτάσεις τους για ανάπτυξη, συνάδουν με τη συγκεκριμένη Δήλωση Πολιτικής. Ουσιαστικά, η PPS για την κλιματική αλλαγή καθορίζει με ποιόν τρόπο ο περιφερειακός και ο τοπικός σχεδιασμός μπορεί να υποστηρίξει καλύτερα την επίτευξη των στόχων για μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα παράλληλα με την ικανοποίηση των αναγκών των κοινοτήτων για οικονομική ανάπτυξη και στέγαση.

Σε τοπικό επίπεδο, η PPS για την κλιματική αλλαγή δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην προώθηση και στην ενθάρρυνση των ανανεώσιμων και των χαμηλής παραγωγής άνθρακα πηγών ενέργειας. Ακόμη ιδιαίτερη μέριμνα δίνεται στις περιοχές που είναι κατάλληλες για ανάπτυξη και δόμηση και για ποιο τύπο και ένταση ανάπτυξης/δόμησης. Για την επιλογή των περιοχών αυτών οι αρμόδιες αρχές σχεδιασμού θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη θέματα που αφορούν τον ενεργειακό εφοδιασμό τους, την πρόσβαση σε αυτές, την προσαρμογή των διαφόρων υποδομών στην αλλαγή του κλίματος, την κοινωνική συνοχή, την επίδραση στη βιοποικιλότητα. Ιδιαίτερη σημασία θα πρέπει να δίνουν στους υφιστάμενους και δυνητικούς ανοιχτούς χώρους και στις πράσινες υποδομές (με στόχο την αστική ψύξη) και στους φυσικούς και περιβαλλοντικούς περιορισμούς στην ανάπτυξη της γης (όπως η αύξηση του ύψος της θάλασσας, ο κίνδυνος πλημμύρας κ.ά.).
Τέλος, στη Δήλωση Πολιτικής επισημαίνεται ότι οι αρμόδιες αρχές σχεδιασμού, οι πολεοδόμοι και οι άλλοι εταίροι ενδείκνυται να ενθαρρύνουν την επίτευξη δημιουργίας βιώσιμων κτιρίων, οι δε πολιτικές σχεδιασμού θα πρέπει να στηρίζουν την καινοτομία και τις επενδύσεις σε βιώσιμα κτίρια. Παράλληλα, οι αρμόδιες αρχές σχεδιασμού οφείλουν να συμβάλουν στην επίτευξη εθνικών χρονοδιαγραμμάτων για τη μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα από οικιακά και μη οικιακά κτίρια, χωρίς όμως να αναφέρονται συγκεκριμένα πρότυπα και μέτρα. Σημαντικό στοιχείο της PPS είναι ότι λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα και προωθεί τη διαβούλευση.
Όλες αυτές οι παραπάνω οδηγίες αποσκοπούν στην επίτευξη του βασικού στόχου της PPS, δηλαδή στη δημιουργία βιώσιμων περιοχών με χαμηλές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και ανθεκτικές στην αλλαγή του κλίματος. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι πολλές ακόμα Δηλώσεις Πολιτικής Σχεδιασμού περιλαμβάνουν μέτρα για την κλιματική αλλαγή, άλλες με άμεση σχέση με τη ρύθμιση της αστικής ανάπτυξης (στέγαση, βιομηχανική, εμπορική ανάπτυξη και μικρές επιχειρήσεις, προγραμματισμός για τα κέντρα πόλης) και άλλες στην περιοχή του φυσικού περιβάλλοντος (παράκτιος σχεδιασμός, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, ανάπτυξη και κίνδυνος πλημμυρών κλπ.).

3.2. Το ελληνικό σύστημα
Το ελληνικό σύστημα σχεδιασμού δεν διαθέτει μέχρι σήμερα ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο για την προσαρμογή στην και το μετριασμό της κλιματικής αλλαγής μέσω του χωρικού σχεδιασμού. Παρόλο αυτά οι ελληνικοί νόμοι περιλαμβάνουν κατευθύνσεις και μέτρα τα οποία, αν και δεν συνιστούν άμεση συσχέτιση του χωρικού σχεδιασμού με την κλιματική αλλαγή, συμβάλλουν σε αυτήν, καθώς αποσκοπούν στην προστασία του περιβάλλοντος συμπεριλαμβάνοντας σε κάποιες περιπτώσεις ευθείες αναφορές στην κλιματική αλλαγή (Σχήμα 1).

Το βασικό πλαίσιο χωρικού σχεδιασμού στο εθνικό επίπεδο είναι, βεβαίως, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης (ΦΕΚ 128 Α/03.07.2008), το οποίο φαίνεται να δίνει βαρύτητα στο φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής. Mία από τις κατευθύνσεις του προτεινόμενου από το Γενικό Πλαίσιο προτύπου βιώσιμης χωρικής ανάπτυξης είναι η αντιμετώπιση των κλιματικών αλλαγών και των επιπτώσεων των φυσικών καταστροφών. Για την επίτευξη της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, θέτει στόχους που αφορούν διάφορους τομείς, όπως η ενέργεια (εξοικονόμηση ενέργειας, προώθηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας, έλεγχος της περιβαλλοντικής επίδοσης του ενεργειακού τομέα, ενεργειακή απόδοση των κτιρίων), οι μεταφορές, η βιοποικιλότητα, η προστασία των νερών, του εδάφους και της ατμόσφαιρας κ.ά. Άλλοι στόχοι αφορούν τον περιορισμό της υπέρμετρης αστικής εξάπλωσης και της διάσπαρτης δόμησης, εφαρμογές βιοκλιματικής αρχιτεκτονικής, ενίσχυση των ζωνών πρασίνου και διαχείριση των ελεύθερων και κοινόχρηστων χώρων. Παρόλα αυτά, δεν δίνει ξεκάθαρες κατευθύνσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και ουσιαστικά δεν επιτυγχάνεται η άμεση συσχέτισή τους.

Το Ειδικό Πλαίσιο για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, αν και συνυφασμένο με την προσφορά ενέργειας, επικεντρώνεται πρωτίστως στη διαμόρφωση πολιτικών χωροθέτησης ΑΠΕ και δεν αναφέρεται, άμεσα τουλάχιστον, στη σχέση του χωρικού σχεδιασμού με την κλιματική αλλαγή. Βέβαια, υπάρχει έμμεση συσχέτιση καθώς προωθεί την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων μέσω της κατεύθυνσης για εγκατάσταση σταθερών φωτοβολταϊκών συστημάτων στις στέγες όλων των κτιρίων και στους ακάλυπτους χώρους των οικοπέδων (κατεύθυνση που αφορά ειδικότερα τον κτιριολογικό κανονισμό). Αντίστοιχα και τα άλλα δύο Ειδικά Πλαίσια, για τον Τουρισμό και τη Βιομηχανία, σχετίζονται μόνον έμμεσα με τη σχέση κλιματικής αλλαγής και χωρικού σχεδιασμού, καθώς επιδιώκουν στη θεωρία τουλάχιστον περισσότερο αειφόρους τρόπους χωροθέτησης των δραστηριοτήτων που διαχειρίζονται. Το υπό έγκριση Ειδικό Πλαίσιο για τον Παράκτιο Χώρο και τα Νησιά, φαίνεται να περιλαμβάνει πιο συγκεκριμένες αναφορές στην κλιματική αλλαγή και δίνει ορισμένες κατευθύνσεις για τον σχεδιασμό της οικιστικής ανάπτυξης και των χρήσεων γης στην παράκτια ζώνη και συνιστά την κατάρτιση βασικών προτύπων πολεοδόμησης και δόμησης για τις παράκτιες περιοχές, που θα εξασφαλίζουν ιδίως μειωμένη κατανάλωση ενέργειας και νερού, χρήση φιλικών προς το περιβάλλον υλικών και προστασία των οικοσυστημάτων από κάθε μορφής ρύπανση.

Όσον αφορά τη βασική πολεοδομική νομοθεσία, ο Ν. 2508/1997 «Βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη των πόλεων και οικισμών της χώρας» (ΦΕΚ 124 Α/13.06.1997), στη βασική του στόχευση δίνει βαρύτητα στον τρίτο πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης, δηλαδή στο περιβάλλον, μέσα από κατευθύνσεις όπως η ανακοπή της άναρχης δόμησης με τον καθορισμό κριτηρίων ανάπτυξης που συντείνουν στη μεγαλύτερη δυνατή οικονομία των οικιστικών επεκτάσεων, η προτροπή να λαμβάνονται υπόψη οι αναμενόμενες επιπτώσεις στο περιβάλλον στην εκτίμηση των αναγκών σε χώρο για τις δραστηριότητες των τομέων παραγωγής στον αστικό και περιαστικό χώρο και η πρόβλεψη διατάξεων την ανάπλαση των κέντρων πόλεων. Στο συγκεκριμένο νομοθέτημα, το πρώτο που υιοθετεί από τον ίδιο του τον τίτλο τη βιώσιμη ανάπτυξη, δεν υπάρχει κάποια αναφορά στην κλιματική αλλαγή. Στην Υπουργική Απόφαση 10788/5-3-04/ΦΕΚ 285 Δ/05.03.2004 με την οποία ορίζονται τα πολεοδομικά σταθερότυπα (standards) και τα ανώτατα όρια πυκνοτήτων, η οποία εκδόθηκε το 2004 σε εφαρμογή του Ν. 2508/97, δίνονται επίσης κατευθύνσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό για τη βιώσιμη οικιστική ανάπτυξη (μικρότερη δυνατή επέκταση σε κρίσιμες ζώνες, επαναχρησιμοποίηση, συμπαγή επέκταση με παράλληλα εξασφάλιση ικανοποιητικών πυκνοτήτων εντός των εγκεκριμένων πολεοδομικών σχεδίων, συνδυασμός χρήσεων γης) που σχετίζονται με πολιτικές μετριασμού της κλιματικής αλλαγής, χωρίς ωστόσο να γίνεται καμία ευθεία αναφορά στο φαινόμενο αυτό.

4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Οι προσδοκίες από το χωρικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση του φαινομένου της κλιματικής αλλαγής όχι μόνον έχουν αυξηθεί, αλλά και ο ρόλος του σχεδιασμού έχει αναβαθμιστεί από το να είναι διαμεσολαβητής και υποστηρικτής της προστασίας του κλίματος στο να εξασφαλίζει την υλοποίηση τέτοιων πολιτικών (Davoudi, 2010). Συνεπώς, η αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αποτελεί βασική προτεραιότητα ενός συστήματος σχεδιασμού. Από τη μελέτη των δύο συστημάτων σχεδιασμού, του αγγλικού και του ελληνικού, προκύπτει ότι και τα δύο δίνουν ιδιαίτερα βαρύτητα και προωθούν τη βιώσιμη ανάπτυξη. Στο αγγλικό σύστημα έχει διαμορφωθεί ένα αναλυτικό πλαίσιο που καταγράφει με σαφήνεια τις επιδιωκόμενες πολιτικές χωρικού σχεδιασμού για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, πλαίσιο που συνδέεται άμεσα με τον ευρύτερο στόχο της βιώσιμης ανάπτυξης. Στο ελληνικό σύστημα, παρόλο που στο ισχύον θεσμικό πλαίσιο δεν υπάρχει άμεση συσχέτιση του χωρικού σχεδιασμού με την κλιματική αλλαγή, περιλαμβάνονται κατευθύνσεις και μέτρα τα οποία μπορούν να συμβάλλουν στην αντιμετώπισή της στο πλαίσιο της επιδίωξης της βιώσιμης ανάπτυξης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι στόχοι του Γενικού Πλαισίου και του κειμένου για τα πολεοδομικά σταθερότυπα, που διαθέτουν ομοιότητες με κατευθύνσεις και οδηγίες που αναφέρει η Δήλωση Πολιτικής Σχεδιασμού για την Κλιματική Αλλαγή του αγγλικού συστήματος. Κοινά σημεία μπορεί να πει κανείς ότι αποτελούν οι κατευθύνσεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, την ενεργειακή απόδοση των κτιρίων, την ανάπτυξη σε κρίσιμες ζώνες, τους ανοιχτούς χώρους και τις πράσινες υποδομές, τις βιώσιμες μεταφορές, τη διατήρηση και βελτίωση της βιοποικιλότητας, και την κοινωνική συνοχή των κοινοτήτων με τις κατάλληλες κοινωνικές υποδομές.

Ωστόσο, ειδικότερα για το ελληνικό σύστημα θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν η ενσωμάτωση της βιώσιμης ανάπτυξης είναι μια συνειδητή και στοχευμένη επιλογή ή αν απλώς αποτελεί μια ρητορική και επαναλαμβανόμενη έννοια χωρίς αυτή να ακολουθείται από ανάλογες πολιτικές και πρακτικές. Ως επακόλουθο τίθεται υπό ερώτηση αν επιδιώκεται πραγματικά η έννοια αυτή στο τοπικό επίπεδο. Παράλληλα, λόγω του αυξανόμενου κινδύνου και ανησυχίας για την κλιματική αλλαγή, αναδύεται το ερώτημα αν και με ποιον τρόπο πρέπει να αναθεωρηθούν ή να τροποποιηθούν οι νόμοι μας και τα πλαίσια σχεδιασμού προκειμένου να συμπεριλάβουν το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής και να προτείνουν συγκεκριμένες κατευθύνσεις και μέτρα χωρικού σχεδιασμού για το μετριασμό της ή/και την προσαρμογή σε αυτήν. 

Συνεπώς, στη μελέτη του ελληνικού συστήματος σχεδιασμού αναδεικνύει ένα καίριο, πολυδιατυπωμένο αλλά ουσιαστικά αναπάντητο ερώτημα, αν το πρόβλημα στην Ελλάδα σχετίζεται με το θεσμικό της έλλειμμα να διαχειριστεί και να υλοποιήσει τέτοια ζητήματα από το νομοθετικό πλαίσιο μέχρι την πρακτική του σχεδιασμού.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

  • Blakely E. J., 2007. Urban Planning for Climate Change. Working Paper [online], Lincoln Institute of Land Policy. Available from: <http://masgc.org/climate/cop/Documents/UP.pdf > [accessed 9 April 2011].
  • Bulkeley H. and Betsill M., 2003. Cities and Climate Change: Urban Sustainability and Global Environmental Governance. London, Routledge.
  • Davoudi S., 2009. Framing the Role of Spatial Planning in Climate Change. Working paper [online]. Available from: <www.ncl.ac.uk/guru/publications/working/documents/EWP43.pdf> [accessed 9 August 2011].
  • Davoudi S., 2010. The national country reports: United Kingdom, [online]. Available from: <www.bbsr.bund.de/nn 497690/BBSR/DE/.../LaenderstudieUK.pdf> [accessed 14 January 2012].
  • Department for Communities and Local Government. 2007. Planning Policy Statement:Planning and Climate Change-Supplement to Planning Policy Statement 1. London,TSO. Available from:<http://www.communities.gov.uk/documents/planningandbuilding/pdf/ppsclimatechange.pdf> [accessed 4 January 2012]. 
  • Kern, K. 2010. Climate Governance in the EU Multi-level System: The Role of Cities,Electronic    paper,    [online].    Available    from:    <    http://www.jhubc.it/ecpr-porto/virtualpaperroom/147.pdf> [accessed 15 January 2012]. United Nations (UN), 1992. 
  • United Nations Framework Convention on Climate Change.Available from: http://unfccc.int/key documents/the convention/items/2853.php [accessed 4 January 2012] 
  • United Nations (UN), 2007. City planning will determine pace of global warming. Available from:  < http://www.un.org/News/Press/docs/2007/gaef3190.doc.htm> [accessed 4 January 2012].
  • World Bank, 2010. Cities and Climate Change: An Urgent Agenda, vol. 10. The World Bank Washington DC. Available from:<http://siteresources.worldbank.org/INTUWM/Resources/340232-1205330656272/CitiesandClimateChange.pdf> [accessed 10 August 2011].

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου