Σάββατο, 14 Σεπτεμβρίου 2013

Το στοίχημα της αναγέννησης των αστικών κέντρων

ΚαθημερινήThe Economist
31/8/2013

Η πιο φρέσκια επιχειρηματική δραστηριότητα στην πόλη του Ντιτρόιτ είναι η φωτογράφιση των υποδομών της, που καταστρέφονται. Η Motor City, κάποτε υπερήφανη έδρα των «τριών αδελφών», Chrysler, Ford και General Motors, αποτελεί ακραίο παράδειγμα της φθοράς που υφίστανται πολλές μεγαλουπόλεις στις μεσοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, καθώς και στις βορειοευρωπαϊκές χώρες. Η ακμή και η παρακμή τους και σε ορισμένες περιπτώσεις και η αναγέννησή τους μέσα από τις στάχτες φωτίζει τις δυνάμεις εκείνες, οι οποίες συσπειρώνουν τις πόλεις ή τις διαλύουν. Για ορισμένους οικονομολόγους δεν είναι προφανές πως θα έπρεπε καν να υφίστανται πόλεις.
Η συγκέντρωση εκατομμυρίων ανθρώπων εκεί μεταφράζεται σε υψηλές τιμής γης και ακριβά εργατικά χέρια. Υπάρχουν, φυσικά, και πλεονεκτήματα. Οταν το κόστος μεταφοράς προϊόντων αυξηθεί, μία εταιρεία μπορεί να αποφασίσει να διαθέσει περισσότερα χρήματα στη μεταφορά προϊόντων σε θυλάκους καταναλωτών από το να κάνει οικονομία, έχοντας αγοράσει φθηνή έγγεια ιδιοκτησία και απασχολώντας φθηνούς εργαζόμενους. Οι εξειδικευμένοι εργάτες συρρέουν σε τέτοιους θυλάκους, ώστε να γειτνιάζουν με εταιρείες οι οποίες ενδεχομένως τους προσλάβουν. Οι εν λόγω εργαζόμενοι συνιστούν δέλεαρ για τις αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις. Η μεγάλη δεξαμενή θέσεων εργασίας και εργαζομένων βελτιώνει το «πάντρεμα» μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων, ενισχύοντας παραγωγικότητα και αποδοχές.

Oταν οι νέες εταιρείες ή οι καινούργιοι εργαζόμενοι δημιουργούν περισσότερη αξία για τους λοιπούς κατοίκους παρά συντείνουν στο να αυξηθεί το κόστος της κυκλοφοριακής συμφόρησης, μια πόλη μπορεί να απολαμβάνει αυτό που οι οικονομολόγοι λένε «αυξανόμενες αποδόσεις όσο αυξάνει η κλίμακα»: ένα μητροπολιτικό κέντρο καθίσταται ολοένα πιο ελκυστικό και παραγωγικό όσο περισσότερο μεγαλώνει. Τις δεκαετίες από το 1880 έως το 1940 ο πληθυσμός του Ντιτρόιτ αυξήθηκε 1.300%. Η αύξηση του πληθυσμού, όπως έχει παρατηρηθεί, επιβραδύνεται όταν το κόστος της στέγασης και της κυκλοφοριακής συμφόρησης αρχίζει να ανέρχεται (παρά το ότι οι επενδύσεις στην κατοικία και στις υποδομές μπορούν δυνητικά να διατηρήσουν ζωντανές τις μηχανές της μητρόπολης). Ωστόσο, το πλήγμα γίνεται πολύ πιο καίριο, όταν το κόστος του επιχειρείν διογκώνεται και τότε μπορεί να καταστρέψει συνολικά μια πόλη.

Πολλές μεγαλουπόλεις πέρασαν από την παρακμή στην ακμή τις δεκαετίες 1950-1980, όπως η Νέα Υόρκη, η Βοστώνη και το Λονδίνο.


Σε τελευταία τους έρευνα οι πανεπιστημιακοί Τζιλ Ντιούραντον (Πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας) και Ντιέγο Πούγα (Κέντρο Νομισματικών και Χρηματοπιστωτικών Μελετών, Μαδρίτη) υποστηρίζουν πως μια δεξαμενή εξειδικευμένων εργαζομένων και μια διαφοροποιημένη οικονομία αποτελούν τους καλύτερους οιωνούς για μακροπρόθεσμη επιτυχία. Στη Νέα Υόρκη, για παράδειγμα, το μειούμενο μεταφορικό κόστος έδωσε τη δυνατότητα να δραστηριοποιηθούν στην κλωστοϋφαντουργία της ανταγωνιστές χαμηλού κόστους. Ως αντάλλαγμα, αυξήθηκαν οι αποδόσεις για τις βιομηχανίες παραγωγής γνώσης της πόλης, όπως είναι η μόδα, τα ΜΜΕ και οι χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Η τεχνολογία διευκολύνει την κίνηση κεφαλαίων σε όλον τον κόσμο, αλλά τόσο οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι όσο και οι εργαζόμενοι προτίμησαν να μην απομακρυνθούν από τον κόμβο της Ν. Υόρκης: θα ήταν πάντοτε ενημερωμένοι για τις τελευταίες εξελίξεις, θα βρίσκονταν κοντά στις επιχειρήσεις του τομέα υπηρεσιών και θα εντόπιζαν τις κατάλληλες δουλειές, που τους ταίριαζαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου