Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Μελέτη εφαρμογής Σχεδίου Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων (Σ.Ο.Α.Π.) στο Κέντρο και στα Παλαιά Βόλου

#ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΚΑΨΑΛΗΣ  
Μηχανικός Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης,  Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας 
#ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ ΣΚΑΓΙΑΝΝΗΣ Καθηγητής Πολιτικής των Υποδομών, ΤΜΧΠΠΑ,  Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας 

H έννοια της αστικής αναγέννησης αποτελεί μια μετεξέλιξη των πολιτικών της αστικής ανάπλασης. Γενικότερα, πρόκειται για μια καινοτόμα προσέγγιση στα πλαίσια της ανασυγκρότησης των αστικών κέντρων ανά τον κόσμο, μια σειρά από μεθοδολογικά υποδείγματα επίκαιρων πρακτικών αστικού σχεδιασμού, ενώ παράλληλα αποτελεί μια νέα επιλογή πολιτικής αστικής ανάπτυξης που συμπεριλαμβάνει τον οικονομικό, κοινωνικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό, πέρα από τον φυσικό – πολεοδομικό. 
Ακολούθως, η ελληνική νομοθεσία εναρμονίζεται στις παραπάνω ευρωπαϊκές βιώσιμες κατευθύνσεις και επιταγές, μέσω της θέσπισης του εργαλείου των Σχεδίων Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων (Σ.Ο.Α.Π.), τα οποία εμφανίζονται ως επιχειρησιακά – στρατηγικά και ολοκληρωμένα σχέδια και διέπονται από το πνεύμα της αστικής αναγέννησης. 
Ο Βόλος είναι μια μεσαία πόλη που έχει υποστεί τις συνέπειες της διεθνούς και της πρόσφατης ελληνικής οικονομικής κρίσης, με αποτέλεσμα την επιδείνωση των αναπτυξιακών του δεικτών. Ιδιαίτερα ο κεντρικός πυρήνας του, αποτελεί παράδειγμα μιας περιοχής της πόλης που έχει ανάγκη από πολιτικές αστικής αναγέννησης, οι οποίες θα πρέπει να βασίζονται σε πολυδιάστατες παρεμβάσεις. 
Η παρούσα μελέτη πραγματεύεται την εφαρμογή ενός Σ.Ο.Α.Π., στο κεντρικό τμήμα της πόλης του Βόλου. Το Σχέδιο, που από τη θεσμική σύλληψή του δίνει τη δυνατότητα πολυδιάστατων παρεμβάσεων, έχει μεσοπρόθεσμη προοπτική, καθώς επιδιώκει την επίτευξη συνθηκών βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, μέσω του εκσυγχρονισμού του παραγωγικού ιστού και των υποδομών της περιοχής μελέτης, της διαφύλαξης και αειφορίας των φυσικών πόρων, της ενθάρρυνσης της ενδογενούς ανάπτυξης προς την κατεύθυνση της «έξυπνης» και «πράσινης» εξειδίκευσης, της ενδυνάμωσης της τοπικής επιχειρηματικότητας και των διαδικασιών αστικής διακυβέρνησης, της κοινωνικής συνοχής, μέριμνας και επιμόρφωσης, της αναβάθμισης της εικόνας της μέσω της συνετής διαχείρισης του τουριστικού και πολιτιστικού της αποθέματος και της ενίσχυσης της εξωστρέφειας της περιοχής μελέτης, στο πλαίσιο της σημερινής αστικής ανταγωνιστικότητας. 
Στη συγκεκριμένη μελέτη παρουσιάζεται η διαδικασία εκπόνησης του Σχεδίου και η λογική των βασικών του αξόνων. Ειδικότερα, αρχικά περιγράφεται το φαινόμενο της αστικής συρρίκνωσης, έπειτα επιτελείται η διαδικασία της εξαγωγής πορισμάτων για την περιοχή – συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που προήλθαν από την επεξεργασία δεδομένων πρωτογενούς έρευνας, η οποία διεξήχθη στα πλαίσια της παρούσας μελέτης – ενώ τέλος, αναπτύσσεται η φάση της πρότασης του Σ.Ο.Α.Π. μέσω γενικών πολιτικών αλλά και ειδικότερων κατευθύνσεων, που εστιάζουν στους πλέον αποστερημένους χωρικούς θύλακες που παρατηρούνται εντός της πόλης τους Βόλου.  

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ 
Το γνωστικό αντικείμενο αναφοράς της παρούσας μελέτης αποτελεί η αστική ανάπτυξη και πιο συγκεκριμένα, οι πολιτικές ολοκληρωμένων αστικών παρεμβάσεων, επισημαίνοντας ιδιαίτερα τις διαδικασίες αστικής αναγέννησης. Η περίπτωση μελέτης, περιλαμβάνει την εφαρμογή ενός Σχεδίου Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων, σε περιοχή που οριοθετείται εντός της πόλης του Βόλου. 
Ο συνδυασμός των δύο δομικών παραγόντων αστικού προβληματισμού, δηλαδή των συγκρούσεων των αστικών λειτουργιών και των συνεχών εναλλαγών της πόλης που μετασχημάτιζαν τη μορφή και τη δομή της, αποτελεί το κυριότερο αίτιο που οφείλουν να αντιμετωπίσουν οι σύγχρονες πολιτικές της αστικής ανάπτυξης. 
Σε πολλές περιπτώσεις, το ζητούμενο δεν επετεύχθη και, φυσιολογικά, παρατηρούνται φαινόμενα αστικής παρακμής, με εξέχον παράδειγμα την αστική συρρίκνωση (urban shrinkage) που γνωρίζουν ορισμένες, κυρίως πρώην βιομηχανικές, πόλεις  (Αραβαντινός, 2007). 
Αντίθετα, σε άλλες περιοχές οι τοπικά εμπλεκόμενοι φορείς ενεργοποιήθηκαν αμεσότερα και εφήρμοσαν στρατηγικά σχέδια δράσης, ανταποκρινόμενα στις τοπικές ανάγκες και συγχρονισμένα με τη σημερινή παραγωγική - οικονομική πραγματικότητα, επιτυγχάνοντας έτσι την αναζωογόνηση και τη βιωσιμότητα των πόλεών τους μέσω συγκεκριμένων εργαλείων της πολεοδομικής τους πολιτικής: του θεσμού των ολοκληρωμένων αστικών παρεμβάσεων. 

2. ΑΣΤΙΚΗ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗ & ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗΣ 
Κάθε πόλη αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να βρεθεί ενώπιον μιας δομικής αλλαγής, μικρής ή μεγάλης έκτασης, που θα οφείλεται σε οικονομικούς, κοινωνικούς, περιβαλλοντικούς ή καθαρά πολεοδομικούς λόγους. Αρκετές από αυτές θα καταφέρουν να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα με σχετική ταχύτητα, να επεκταθούν και να εδραιώσουν τη θέση τους, ιδιαίτερα στα πλαίσια της αστικής ανταγωνιστικότητας που παρατηρείται στις μέρες μας (Monclus, 2000). 
Αντίθετα, εκείνες που δεν καταφέρνουν να προσαρμοστούν εγκαίρως στις αλλαγές του μικρο- αλλά και μακρο- περιβάλλοντός τους, θα λειτουργήσουν ως προβληματικά κέντρα και σταδιακά θα παρακμάσουν. Για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις, η γενική παραδοχή συνιστά την πληθυσμιακή συρρίκνωση μια πόλης και την μείωση της απασχόλησης (των θέσεων εργασίας) των κατοίκων της ως πρωταίτιους παράγοντες της αστικής παρακμής (Healey, et al., 1995). 
Το φαινόμενο της αστικής συρρίκνωσης (“urban shrinkage”) έχει τις ρίζες του στα προαναφερθέντα αίτια της παρακμής, όπως ορίζει το Διεθνές Δίκτυο για τις Συρρικνούμενες Πόλεις. 
Ειδικότερα, η αστική συρρίκνωση επέρχεται σε πόλη με πληθυσμό τουλάχιστον 10.000 κατοίκων η οποία αντιμετωπίζει συνεχή δημογραφική μείωση για περίοδο τουλάχιστον δύο ετών ενώ συντελούνται οικονομικές αλλαγές και υπάρχουν συμπτώματα δομικής κρίσης (SCIRN, 2012). 

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το θεωρητικό υπόβαθρο που ανέπτυξαν κατά καιρούς διάφοροι ερευνητές σχετικά με ορισμένους λανθάνοντες, αλλά εξίσου σημαντικούς, παράγοντες συρρίκνωσης για τα αστικά κέντρα ιδίως σε περιπτώσεις όπου οι αστικοί μετασχηματισμοί συσχετίζονται με τα παραγωγικά και οικονομικά συστήματα που κυριαρχούν στις πόλεις, όπως: 

  • η προαστιοποίηση, η οποία προσελκύει κατοίκους και επιχειρήσεις στον περιαστικό χώρο οδηγώντας σε οικονομική και δημογραφική μείωση τα κέντρα των πόλεων [ (Pallagst, 2009), (Martelle, 2012)]· 
  • το ζήτημα της αποκοπής των πόλεων από τα παγκόσμια δίκτυα των μηχανισμών της ανάπτυξης, καθιστώντας τις λιγότερο ελκτικές ως τόπους επενδύσεων αφού έτσι χάνουν την ανταγωνιστικότητά τους [ (Friedrichs, 1993), (Martinez - Fernandez, et al., 2012)]· 
  • η οικονομική αναδιάρθρωση και οι διεθνείς συγκυρίες του οικονομικού κύκλου (οικονομικές κρίσεις) (Bontje, 2005)· 
  • η νέα διεθνής διαίρεση εργασίας, η απορρύθμιση των αγορών και ο μετασχηματισμός του κυρίαρχου παραγωγικού μοντέλου των πόλεων, ως φαινόμενα που συνετέλεσαν στην εντεινόμενη ερήμωση των βιομηχανικών περιοχών των πόλεων ή ακόμα και ολόκληρων περιφερειών (Σκάγιαννης, 2003). 

Με άλλα λόγια, η διαφοροποίηση στην παραγωγή και στην οικονομία, διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στην αναπτυξιακή πορεία των πόλεων, σε τέτοιο σημείο ώστε εκείνες που προσαρμόστηκαν γρήγορα στις αλλαγές να γνωρίσουν ακμή και επέκταση, ενώ άλλες που δεν το κατάφεραν, εισήλθαν (ή εισέρχονται) μια φάση συρρίκνωσης και παρακμής, υπό το πρίσμα και της αστικής ανταγωνιστικότητας που επιτάσσει το παγκοσμιοποιημένο γίγνεσθαι. Η ειδοποιός διαφορά των δύο περιπτώσεων, έγκειται στην στρατηγική αστικής ανάπτυξης που ακολούθησαν, και πιο συγκεκριμένα στα εργαλεία αυτής, δηλαδή τις πολιτικές ολοκληρωμένων αστικών παρεμβάσεων.  

Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση της αστικής αναδιάρθρωσης χαρακτηρίζεται ως Αστική Αναγέννηση, και διαφέρει από τις λοιπές μορφές αστικών παρεμβάσεων, σχετικά με την ολότητά της, το περιεχόμενό της και της διαδικασίες εφαρμογής της. Στο σύνολο των περιπτώσεων όπου εφαρμόζονται οι πολιτικές αστικής αναγέννησης, οι επιδιώξεις τους έχουν ως γνώμονα την αστική και κοινωνική ανάπτυξη, την αναζωογόνηση των αγορών της πόλης, την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της, την περιβαλλοντική αναβάθμιση και τη βελτίωση του υπάρχοντος πολεοδομικού συνόλου (Οικονόμου, 2004). 
Κυρίως όμως, η εφαρμογή των πολιτικών της αστικής αναγέννησης, αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της πολεοδομικής κρίσης που παρατηρείται σε διάφορα αστικά κέντρα και στην αναστροφή της αρνητικής κατάστασης, που έχει διαμορφωθεί έπειτα από την παρουσία του φαινομένου της αστικής συρρίκνωσης. 
Τα βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα των δυναμικών και στρατηγικών αυτών παρεμβάσεων κυριαρχούν στη σχετική βιβλιογραφία και περιλαμβάνουν: 

  • την προώθηση των αρχών της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης και της «Συμπαγούς Πόλης»1 (Οικονόμου, 2004)· 
  • τα έργα - ναυαρχίδες2 (flagship projects) (Μιχαηλίδης, 2012)· 
  • τη στροφή προς την ταυτόχρονη εμπέδωση του πολεοδομικού γίγνεσθαι, της περιβαλλοντικής κατάστασης, των κοινωνικών δομών και της οικονομικής βάσης της πόλης (Roberts & Sykes, 2000)· 
  • τη μετεξέλιξη και μεταχείριση της πόλης ως μηχανισμού υπερτοπικής/διεθνούς ανταγωνιστικότητας, καθώς και 
  • την ενίσχυση και διαφοροποίηση του παραγωγικού συστήματος, της απασχόλησης, της ταυτότητας και προβολής της πόλης (Οικονόμου, 2004) και τέλος 
  • την ενδυνάμωση της αστικής διακυβέρνησης και της εταιρικής σχέσης με τον ιδιωτικό τομέα, μέσα από συνεργασίες μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με στόχο την επιχορήγηση των δράσεων που αφορά είτε στην άμεση οικονομική ενίσχυση είτε στη μείωση των τοπικών φορολογικών συντελεστών (Pieterse, 2000).  

3. Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΒΟΛΟΥ: ΜΙΑ ΕΚΦΑΝΣΗ ΤΟΥ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟΥ ΤΗΣ  ΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗΣ ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΑΣΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ 
Ο Βόλος, όπως και οι περισσότερες ελληνικές πόλεις σήμερα, βιώνει τις επιπτώσεις της δημοσιονομικής κρίσης της Ελλάδας, οι οποίες εκδηλώνονται στο αστικό του περιβάλλον, στην παραγωγική του βάση, στον κοινωνικό ιστό και στο φυσικό του περιβάλλον: στους πολίτες του. 
Ειδικότερα, το αναπτυξιακό πρόγραμμα που προτείνεται για την πόλη του Βόλου, εστιάζει σε δύο περιοχές συνολικής έκτασης 1330 στρεμμάτων, που φέρεται να έχουν δεχθεί, περισσότερο από τις υπόλοιπες, τις συνέπειες της κρίσης: η περιοχή του Κέντρου του Βόλου και η περιοχή των Παλαιών, η οποία περιλαμβάνει και ένα μικρό τμήμα της συνοικίας της Νεάπολης. 
Προχωρώντας ένα βήμα πιο πέρα και αιτιολογώντας την επιλογή του συγκεκριμένου τμήματος της πόλης του Βόλου ως περιοχή μελέτης για την εφαρμογή ΣΟΑΠ, μπορούν να εντοπισθούν αρκετές ενδείξεις αστικής συρρίκνωσης εντός των ορίων της. Έτσι, για την αναστροφή αυτής της κατάστασης και την επαναφορά του εν λόγω αστικού τμήματος σε αναπτυξιακή τροχιά, θα ήταν χρήσιμη η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου σχεδίου, με γνώμονα την αειφορία της περιοχής. 
Εντός των ορίων της παραπάνω περιοχής, παρουσιάζονται ορισμένα κρίσιμα και σύνθετα προβλήματα αναπτυξιακής υστέρησης, κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, περιβαλλοντικής υποβάθμισης και ποιότητας ζωής. 

Τα συγκεκριμένα στοιχεία δρουν ως παράγοντες υποβάθμισης της επιλεχθείσας περιοχής, «πυροδοτώντας» το φαινόμενο της αστικής συρρίκνωσης για αυτή. Με βάση την παραπάνω πρόταση, ορισμένα κρίσιμα -  σύνθετα προβλήματα που εντοπίζονται στην επιλεχθείσα περιοχή είναι τα εξής (Καψάλης, 2015):  
• Οικονομικά Χαρακτηριστικά: συγκέντρωση ανέργων μακράς διάρκειας – εξαιρετικά υψηλός δείκτης ανεργίας, υψηλό ποσοστό εγκατάλειψης επαγγελματικής στέγης – κενά καταστήματα, πτώση εισοδηματικού επιπέδου και ποιότητας ζωής κατά την τελευταία πενταετία 
• Κοινωνικά Χαρακτηριστικά: «γηρασμένο» / «ώριμο» δημογραφικό προφίλ, συγκέντρωση αστέγων στην περιοχή, Πάρκο Ρήγα Φεραίου – πηγή αστικού φόβου, κοινωνική – διοικητική – πολιτική – σχεδιαστική αδιαφορία για την κινητικότητα των ΑμΕΑ 
• Περιβαλλοντικά - Πολεοδομικά Χαρακτηριστικά: υποβαθμισμένη ποιότητα της ατμόσφαιρας, διάρρηξη της συνέχειας του αστικού ιστού εξαιτίας των εγκαταστάσεων του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κακή κατάσταση των ελεύθερων / κοινόχρηστων χώρων, ύπαρξη πλήθους εγκαταλελειμμένων / κακής κτηριακής ποιότητας χώρων 

Η κρισιμότητα της περιοχής μελέτης είναι δεδομένη: εκεί εντοπίζεται η συντριπτική πλειοψηφία των εμπορικών καταστημάτων της πόλης του Βόλου, περιλαμβάνει τους σημαντικότερους μεταφορικούς σταθμούς (Αστικών & Υπεραστικών Λεωφορείων, Σιδηροδρομικός Σταθμός, Λιμάνι) οπότε σηματοδοτεί την εικόνα ολόκληρης της πόλης για τους επισκέπτες της, εντός των ορίων της περιέχονται σημαντικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, κοινωνικές και πολιτιστικές υποδομές και κοινόχρηστοι χώροι. 

Επιπλέον, η κεντρικότητα της περιοχής την καθιστά ως την πλέον πολυσύχναστη για την πόλη του Βόλου. Ακόμη, εντός της επιλεχθείσας περιοχής παρατηρούνται ορισμένοι θύλακες αποστέρησης, δηλαδή συγκεκριμένες χωρικές ενότητες που αντιμετωπίζουν σύνθετα προβλήματα και υποβαθμίζονται διαρκώς. 

Η Εικόνα 1 που ακολουθεί, περιλαμβάνει τη συνθετική πληροφορία, σχετικά με τους αποστερημένους χωρικούς θύλακες, οι οποίοι συναντώνται εντός των ορίων της περιοχής μελέτης. Επεξηγηματικά, η παρακάτω εικόνα οπτικοποιεί την υφιστάμενη κατάσταση αναφορικά με τα συγκεκριμένα χωρικά, περιβαλλοντικά, οικονομικά-παραγωγικά και κοινωνικά ζητήματα που εντοπίζονται σε ορισμένους θύλακες εντός της περιοχής μελέτης και χρίζουν αντιμετώπισης. Βέβαια, ορισμένες τοπικές αδυναμίες εμφανίζονται στο σύνολο της έκτασης της πόλης του Βόλου  (π.χ. η υψηλή ανεργία, η ατμοσφαιρική υποβάθμιση, η έλλειψη επαφής με την τεχνολογία) επηρεάζοντας τη πλειοψηφία των κατοίκων-χρηστών που δραστηριοποιείται εκεί.   


Παρόλα αυτά, η Εικόνα 1, παρέχει πληροφορίες σχετικά με γενικότερες ανάγκες παρέμβασης για τους περισσότερο υποβαθμισμένους χωρικούς θύλακες που εντοπίζονται στην περιοχή μελέτης (πχ οικονομικές, οικονομικές & περιβαλλοντικές, χωρικές, χωρικές & κοινωνικές ανάγκες). 

Για την ανάδειξη και τον ακριβή καθορισμό των παραγόντων υποβάθμισης των επιμέρους αποστερημένων θυλάκων, δημιουργείται ο Πίνακας 1, οποίος αντλεί τα δεδομένα του από τη φάση της ανάλυσης της περιοχής μελέτης και συγκεκριμένα, από έρευνες πεδίου (αποτελέσματα καταγραφής, διαδικασίες χωρικής ανάλυσης και τηλεπισκόπισης, και χρήση ερωτηματολόγιων σχετικά με τον προσδιορισμό της ποιότητας αστικής ζωής) που πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας μελέτης.  

4. ΣΧΕΔΙΟ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ: ΤΟ ΒΑΣΙΚΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΑΝΑΣΤΡΟΦΗΣ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΣΥΡΡΙΚΝΩΣΗΣ 
Εύκολα γίνεται αντιληπτό, πως για την αναστροφή αυτού του αρνητικού κλίματος, που επικρατεί τα τελευταία χρόνια στον κεντρικό πυρήνα της πόλης του Βόλου, απαιτούνται ριζικές δράσεις ενεργοποίησης της βιώσιμης αστικής ανάπτυξης, μέσω της μορφής επιχειρησιακών – στρατηγικών και ολοκληρωμένων σχεδίων, τα οποία να διέπονται από το πνεύμα της Αστικής Αναγέννησης και όχι της ανάπλασης – με την ουδέτερη έως αρνητική χροιά που της έχει προσδοθεί τελευταία. Στην ελληνική νομοθεσία, το μοναδικό εργαλείο ικανό να ανταποκριθεί στις παραπάνω επιταγές της εποχής είναι τα Σχέδια Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων (ΣΟΑΠ). 

Τα ΣΟΑΠ αποτελούν μια καινοτομία του Ν.2742/99 – αν και εφαρμόστηκαν για πρώτη φορά μετά τη θεσμοθέτηση των προδιαγραφών τους, δηλαδή μετά το 2012 (ΦΕΚ 1341/Β’/24-42012) – και μέσω της εκπόνησής τους επιδιώκεται ειδικότερα η βελτίωση των υποδομών και των βασικών κοινωνικών εξυπηρετήσεων· η αντιμετώπιση της ανεργίας και η δημιουργία επαρκών ευκαιριών απασχόλησης· η ενσωμάτωση των λειτουργιών και των κοινωνικών ομάδων στον αστικό ιστό και η καταπολέμηση του κοινωνικού διαχωρισμού· η αρμονική διάρθρωση των χρήσεων γης· η συνετή διαχείριση του αστικού οικοσυστήματος· η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών· η ανάπτυξη οικολογικών μέσων πρόσβασης και διακίνησης· η διατήρηση και ανάδειξη της αστικής πολιτιστικής κληρονομιάς και η οικονομική και παραγωγική αναζωογόνηση των πόλεων (Χριστοφιλόπουλος, 2002). 

Παράλληλα, τα ΣΟΑΠ είναι τα μόνα σχέδια τα οποία, σε επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού εκφράζουν τη νέα αντίληψη του σχεδιασμού αυτού, όχι ως φυσικού (physical), όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα πολεοδομικά σχέδια, αλλά ως ολοκληρωμένου – στρατηγικού σχεδιασμού με περιεχόμενο φυσικό, οικονομικό και κοινωνικό. Παρά το γεγονός ότι τα ΣΟΑΠ μπορεί να αφορούν σε πόλεις και σε τμήματά τους, δηλαδή σε μέρος του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης, ο ολοκληρωμένος – στρατηγικός χαρακτήρας των ΣΟΑΠ, τους προσδίδει περιεχόμενο με τις κατευθύνσεις του οποίου πρέπει να εναρμονίζονται όλα τα πολεοδομικά σχέδια. Από την άλλη, τα ΣΟΑΠ πρέπει να εναρμονίζεται με τις κατευθύνσεις των υπερκείμενων χωροταξικών και ρυθμιστικών σχεδίων (Χριστοφιλόπουλος, 2002). 

Μέχρι πρόσφατα, ο θεσμός των ΣΟΑΠ παρέμενε ανενεργός. Παρόλα αυτά, περί το 2014, συντάχθηκε το πρώτο ΣΟΑΠ στην εγχώρια, πολεοδομική ιστορία από το Δήμο Αθηναίων, σε συνδυασμό με το τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, και αφορούσε την ολοκληρωμένη αναβάθμιση του Κέντρου της πόλης των Αθηνών. Το Σχέδιο θεσμοθετήθηκε στις αρχές του 2015, δείγμα της απόλυτης αναγκαιότητας του Σχεδίου, για την περιοχή εφαρμογής του. 

Παρομοίως, στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, επιχειρείται η εφαρμογή ενός ανάλογου σχεδίου, για μια διαφορετική περίπτωση: τις περιοχές του Κέντρου, των Παλαιών και της Νεάπολης του Βόλου, οι οποίες έχουν εισέλθει από καιρό σε φάση συρρίκνωσης, βιώνοντας και τις συνέπειες της πρόσφατης δημοσιονομικής κρίσης χρέους. 
Παραδειγματικά, η υψηλότατη ανεργία στην περιοχή, η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η παραγωγική εσωστρέφεια, οι μηδαμινές επαγγελματικές προοπτικές και η ύπαρξη πολλών κενών ή εγκαταλελειμμένων χώρων δομημένου περιβάλλοντος, αποτελούν μερικές από τις βασικές αιτίες αστικής υποβάθμισης που μαστίζει την περιοχή μελέτης. 
Εξαιτίας της ύπαρξης των παραπάνω παραγόντων, εκπονείται για την περιοχή το Σχέδιο Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων, με σκοπό την ανάσχεση της προβληματικής κατάστασης που επικρατεί εκεί. 

5. Σ.Ο.Α.Π. ΚΕΝΤΡΙΚΟΥ ΠΥΡΗΝΑ ΒΟΛΟΥ: ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ, ΑΞΟΝΕΣ & ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ 
Προφανώς, η εφαρμογή των δράσεων του υπό μελέτη Σχεδίου Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων, έχει ως βασικό άξονά της ορισμένες οριζόντιες πολιτικές, οι οποίες πρόκειται να διατρέξουν όλο το φάσμα των δράσεων, των κατευθύνσεων και των δραστηριοτήτων που θα αναπτυχθούν στην περιοχή μελέτης. Αρχικά, στην περιοχή θα διακρίνονται τα δομικά στοιχεία της «Συμπαγούς Πόλης». Εξάλλου, ο Newman (2005) διατυπώνει ότι η συμπαγής πόλη προκύπτει ως η πιο οικονομική αστική δομή για την ενεργειακή κατανάλωση, τη ζήτηση για μετακίνηση, τις μικτές και λειτουργικότερες χρήσεις γης, τη παροχή βιώσιμων μεταφορών και γενικά την αποδοτικότητα των πόρων. 

Έπειτα, προκύπτει η αναγκαιότητα για την περιοχή, να επενδύσει τόσο σε νέες μορφές επιχειρήσεων, όσο και στην ίδια της την εικόνα. Προφανώς, ο προσανατολισμός τέτοιου είδους δραστηριοτήτων βασίζεται στη δημιουργικότητα και την καινοτομία, οπότε γίνεται λόγος για οικονομίες εντάσεως γνώσης ή αλλιώς τη «δημιουργική βιομηχανία» (Creative Industry) η οποία, κατά τον Florida (2005), δίνει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε μία πόλη – σχετικά με την εγκατάσταση νέων επιχειρήσεων – μέσω της παραγωγής καινοτόμων προϊόντων, στρατηγικών, ιδεών, θεωριών, με βασικά χαρακτηριστικά την ευελιξία και την ευρεία χρήση. 

Οπότε, το όλο ζήτημα έγκειται στην προσφορά των κατάλληλων κινήτρων προς τους επίδοξους επενδυτές. Κάτι τέτοιο θα επιτευχθεί μέσω διαδικασιών place-marketing που θα αναπτυχθούν στην περιοχή μελέτης, ώστε – σύμφωνα με τον Kotler (1993) – να δημιουργηθούν θετικές συνθήκες υποδοχής και υπηρεσίες, ώστε να αποτελέσουν τον χώρο εγκατάστασης νέων οικονομικών δραστηριοτήτων, να προσελκύσουν συντελεστές παραγωγής, μεγάλα γεγονότα, τουρίστες και να ενισχύσουν την ταυτότητά τους, ικανοποιώντας έτσι και τον τοπικό πληθυσμό. 
Ένα ακόμη αναπτυξιακό μέλημα για την περιοχή μελέτης, είναι η υποστήριξη ενεργειών αστικής διακυβέρνησης και η συμμετοχικότητα στο σχεδιασμό. Όπως αναφέρει ο Thornley (1991), οι πολιτικές αστικής διακυβέρνησης δημιουργούν «παρακαμπτήριους» μηχανισμούς που διευκολύνουν την τοπική ανάπτυξη, μέσω της δημιουργία ευέλικτων πλαισίων και αποφυγής της γραφειοκρατίας, ευνοώντας την επιχειρηματική δραστηριότητα.  

Παρόλα αυτά, τα παραπάνω δεν θα ωφελήσουν την τοπική κοινότητα, εάν δεν ελέγχονται και δεν συντονίζονται από τους ίδιους τους χρήστες της περιοχής, εξάλλου αυτό είναι και το ζήτημα για τον Harvey (1992): η επίτευξη της κοινωνικής δικαιοσύνης στο νέο πλαίσιο αστικού σχεδιασμού, ή ορθότερα, ο ίδιος ο δίκαιος σχεδιασμός μέσα σε μια πόλη, μακριά από την εκμετάλλευση ή τον πατερναλισμό των χρηστών/πολιτών και την κοινωνική περιθωριοποίηση. 

Τελικά, έπειτα από την ανάλυση των γενικών πολιτικών των προτεινόμενων παρεμβάσεων για την περιοχή μελέτης, ακολουθεί η διαμόρφωση των θεματικών αξόνων και κατευθύνσεων του αναπτυξιακού σχεδίου δράσης, που προσαρμόζονται στις ιδιαιτερότητες της περιοχής, τις κρίσιμες ανάγκες των χωρικών θυλάκων αποστέρησης και επιδιώκοντας την επίτευξη του στόχου της ενδογενούς ανάπτυξης.   
  


6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ 
Στην παρούσα μελέτη, επιχειρήθηκε η εφαρμογή ενός Σχεδίου Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων στον κεντρικό πυρήνα της πόλης του Βόλου, μιας περιοχής η οποία παρουσιάζει τάσεις αστικής συρρίκνωσης. Αναμφίβολα, σημαντική είναι η «διείσδυση» των πολιτικών της αστικής αναγέννησης στις οριζόντιες πολιτικές και στους θεματικούς άξονες του ΣΟΑΠ, καθώς συνιστούν το κύριο μέσο ολοκλήρωσής του, εμποδίζοντας τον εκφυλισμό του σε ένα μεμονωμένο εγχείρημα φυσικού σχεδιασμού, χωρίς στρατηγική ταυτότητα και μεσομακροπρόθεσμη προοπτική.  
Πιο συγκεκριμένα, η ταύτιση των χαρακτηριστικών του ΣΟΑΠ με τις πολιτικές αστικής αναγέννησης, παρατηρείται μέσω: της εφαρμογής του σχεδίου σε μια ενιαία, υποβαθμισμένη περιοχή, μεριμνώντας ιδίως για συγκεκριμένους χωρικούς θύλακες αποστέρησης· της πρόκρισης των αρχών της «Συμπαγούς Πόλης» μέσω ειδικών παρεμβάσεων βελτίωσης του αστικού περιβάλλοντος και βιώσιμης κινητικότητας· της δημιουργίας «έργων – ναυαρχίδων»· της προώθησης της εικόνας της πόλης, ως μηχανισμού υπερτοπικής ανταγωνιστικότητας· της διαφοροποίησης του αστικού παραγωγικού συστήματος, στοχεύοντας στην ανάπτυξη της οικονομίας εντάσεως γνώσης· της παροχής κινήτρων για σύσταση συμμετοχικών σχημάτων και της προσαρμογής της πρότασης στα τοπικά χαρακτηριστικά και στη δεδομένη κάθοδο του οικονομικού κύκλου. 


ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Συμπαγής Πόλη (Compact City): η Burton (2000), την ορίζει ως μια πόλη σχετικά υψηλής πυκνότητας, με μεικτές χρήσεις γης, που στηρίζεται σε ένα αποδοτικό και ευρύ σύστημα δημόσιων συγκοινωνιών, με ικανούς και ποιοτικούς ανοικτούς χώρους, με συνεχή αστική δομή και συγκεντρωμένη αστική ανάπτυξη που οροθετείται από σαφή όρια.   
2 Έργα – ναυαρχίδες: αποτελούν στοιχεία της αστικής αναγέννησης που διαθέτουν δομημένη επιφάνεια και στρατηγικό χαρακτήρα για την πόλη, υψηλό προϋπολογισμό, μεγάλη κλίμακα/επιφάνεια και αποτελούν σύνθετες κατασκευές (πχ ουρανοξύστες). Επιχειρείται να λειτουργήσουν ως τουριστικοί πόλοι, ενώ σε αυτά παρατηρείται μίξη χρήσεων γης, οικολογική δόμηση και καινοτόμα αρχιτεκτονική (Porter & Shaw, 2009). 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ  
  • Bontje, M. (2005). Facing the challenge of shrinking cities in East Germany: The case of Leipzig. GeoJournal(61), σσ. 13-21. 
  • Burton, E. (2000). The Compact City : Just or Just Compact? A Preliminary Analysis. Urban Studies(37). 
  • Friedrichs, J. (1993). A Theory of Urban Decline: Economy, Demography and Political Elites. Urban Studies(30). 
  • Harvey, D. (1992). Social Justice, Postmodernism and the City. International Journal of Urban and Regional Research(16), σσ. 588-601. 
  • Healey, P., Cameron, S., Davoudi, S., Graham, S., & Madani-Pour, A. (1995). Managing Cities: The New Urban Context. Chchester: Wiley. 
  • Kotler, P. (1993). Marketing Places : Attracting Investment, Industry and Tourism to Cities, States and Nations. New York: Free Press. 
  • Martelle, S. (2012). Detroit: A Biography. Chicago: Chicago Review Press . 
  • Martinez - Fernandez, C., Audirac, Y., Fol, S., & Cunningham - Sabot, E. (2012). Shrinking Cities: Urban Challenges of Globalization. International Journal of Urban and Regional Research(36) 
  • Monclus, F. (2000). Barcelona's planning strategies: from 'Paris of the South' to the 'Capital of West Mediterranean'. GeoJournal(51), σσ. 57-63. 
  • Newman, M. (2005). The Compact City Fallacy. Journal of Planning Education and Research(25) 
  • Pallagst, K. (2009). Shrinking cities in the United States of America: Three cases, three planning stories. The Future of Shrinking Cities(1), σσ. 81-88. 
  • Pieterse, E. (2000). Participatory Urban Governance. Practical Approaches, Regional Trends and UMP Experiences. Urban Management Programme Formal Series(27), σσ. 10-25. 
  • Porter, L., & Shaw, K. (2009). Whose Urban Renaissance? An International Comparison of Urban Regeneration Strategies. London and New York: Routledge Studies in Human Geography. 
  • Roberts, P., & Sykes, H. (2000). Urban Regeneration, a Handbook. London: Sage. SCIRN. (2012). Shrinking Cities International Network. Ανάκτηση 06/06/2015, από http://shrinkingcities.eu 
  • Thornley, A. (1991). Urban Planning Under Thatcherism. London: Routledge. 
  • Αραβαντινός, Α. (2007). Πολεοδομικός Σχεδιασμός: για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου (2η Έκδοση εκδ.). Αθήνα: Συμμετρία. 
  • Καψάλης, Ε. (2015). Πολιτικές Αστικών Παρεμβάσεων: η μελέτη εφαρμογής ενός Σχεδίου Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων για το κέντρο του Βόλου. Βόλος: Διπλωματική Εργασία, ΤΜΧΠΠΑ, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας. 
  • Μιχαηλίδης, Τ. (2012). Έργα - ναυαρχίδες και Marketing πόλεων : Η διεθνής εμπειρία από τις ευρωπαϊκές μητροπόλεις και η ελληνική προοπτική. Στο Α. Δέφνερ, & Ν. Καραχάλης (Επιμ.), Marketing και Branding Τόπου, Η Διεθνής Εμπειρία και η Ελληνική Πραγματικότητα (σσ. 83-102). Βόλος: Εκδόσεις Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. 
  • Οικονόμου, Δ. (2004). Αστική Αναγέννηση και Πολεοδομικές Αναπλάσεις. Τεχνικά Χρονικά, σσ. 1-10. Σκάγιαννης, Π. (2003). Τεχνολογία, Καινοτομία και Αναδιάρθρωση του Χώρου. Πρακτικά 16ου Συνεδρίου Ελληνικής Εταιρείας Επιχειρησιακών Ερευνών. ΤΕΙ Λάρισας. 
  • Χριστοφιλόπουλος, Δ. (2002). Πολιτιστικό Περιβάλλον - Χωρικός Σχεδιασμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη. Αθήνα: Εκδόσεις Σακκούλας.

2 σχόλια :

  1. Εξαιρετικό άρθρο, συγχαρητήρια για το blog σας, είναι μια σοβαρή προσπάθεια για το branding των πόλεων το οποίο είναι θεμέλιο για τον Ελληνικό τουρισμό.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μακάρι να το λάβουμε όλοι σαν υπόδειγμα

    ΑπάντησηΔιαγραφή