Πέμπτη, 21 Ιανουαρίου 2016

Πολεοδομικός σχεδιασμός στην Ελλάδα σε αλλαγή πλεύσης. Προς μια πολύπλευρη bottom up πορεία;

#ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΕΡΡΑΟΣ, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο*

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός αποτελεί ένα κομβικής σημασίας εργαλείο στα χέρια των εθνικών και τοπικών κοινωνικών, στην Ελλάδα και διεθνώς, για τη διαχείριση, αφενός μεν συγκρούσεων μεταξύ συμφερόντων και ενδιαφερόντων στη χρήση του χώρου και αφετέρου δε αξιοποίησης και επωφελούς για το κοινωνικό σύνολο ανάπτυξης της ενδογενούς δυναμικής του.
Στην Ελλάδα, από τη δεκαετία του 1980 και μετά έγινε μια συστηματική προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό του συστήματος πολεοδομικού σχεδιασμού, αλλά και γενικότερα για την οικοδόμηση ενός πυραμιδοειδούς δομής μηχανισμού χωρικού σχεδιασμού, ξεκινώντας από τον εθνικό χωροταξικό σχεδιασμό και καταλήγοντας με σταδιακά βήματα δεσμευτικών σχέσεων στον κατώτερου επιπέδου πολεοδομικό σχεδιασμό. Οργανώθηκε έτσι και εφαρμόστηκε για περισσότερο από τέσσερις 10-ετίες ένας «εκ των άνω» (top down) χωρικός σχεδιασμός, ο οποίος αν και προφανώς έπαιξε τον ρόλο του στη διαχείριση του χώρου, παρουσίασε όμως κατά κοινή ομολογία και πολλές ανεπάρκειες, με έμφαση κυρίως στην αδυναμία έγκαιρης ολοκλήρωσης των σχεδίων.
Εύκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι το υφιστάμενο μοντέλο χωρικού σχεδιασμού στην Ελλάδα θα είχε ανάγκη παρέμβασης, με σκοπό την καλύτερη αποτελεσματικότητά του, αλλά και τη βελτίωση της δυνατότητάς του να αφουγκράζεται τις κάθε φορά υφιστάμενες ανάγκες και να ανταποκρίνεται εύστοχα προς αυτές. Σε συνέχεια αυτής της θέσης, ο χωρικός σχεδιασμός στην Ελλάδα επηρεάστηκε τα τελευταία χρόνια από δύο κυρίως κατευθύνσεις, που και οι δύο εμπεριέχουν, διαφορετικής μεν υφής αλλά ουσιώδη στοιχεία ενός «εκ των κάτω» (bottom up) σχεδιασμού.
Η πρώτη κατεύθυνση αφορά τη μεταρρύθμιση του συστήματος χωρικού σχεδιασμού με βάση τον πρόσφατο νόμο 4269/2014, ο οποίος δίνοντας μια ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της ρύθμισης της ανάπτυξης των δραστηριοτήτων στο χώρο, επιχειρεί ουσιαστικά να εξασφαλίσει τη δυνατότητα μιας κατά το δυνατόν «ευέλικτης», πλην όμως αποσπασματικής χωροθέτησης οικονομικών, παραγωγικών και εν γένει επενδυτικών δραστηριοτήτων. Θεσπίζει επομένως κατά κάποιον τρόπο διαδικασίες εκ των κάτω ανάπτυξης του χώρου, με βάση την κάθε φορά και σε κάθε χώρο διαμορφούμενη δυναμική.

Η δεύτερη κατεύθυνση αφορά τις εκτός τυπικού αστικού σχεδιασμού πολιτικές στο πλαίσιο πρωτοβουλιών και διαμαρτυριών της κοινωνίας των πολιτών, που συγκροτούν δράσεις μιας ολοένα και ουσιαστικότερης εκ των κάτω προσέγγισης. Η συγκρότηση σύγχρονων μορφών «διακυβέρνησης» αναφέρεται στην εμφάνιση σύνθετων σχέσεων στη χάραξη και υλοποίηση πολιτικής, όπου εμπλέκονται «νέοι δρώντες» εκτός επίσημων φορέων, αλληλεπιδρούν και συνεργάζονται. Η τάση αυτή είναι ολοφάνερη μέσα από πολλές ευρωπαϊκές περιπτώσεις (π.χ. Στουτγάρδη 21, Αμβούργο Gangeviertel, επανάχρηση παλιού αεροδρομίου Tempelhof / Βερολίνο, διαμαρτυρίες για νέους αυτοκινητοδρόμους / Δανία, λειτουργία αεροδρομίου Zaventem / Βέλγιο, πρωτοβουλίες «δικαίωμα στην πόλη», τοπικά κινήματα καταλήψεων, κλπ), που προσφάτως βρίσκουν το αντίστοιχο τους και στην Ελλάδα / Αθήνα (π.χ. μητροπολιτικό πάρκο Ελληνικού, πεζοδρόμηση Πανεπιστημίου, πάρκο Ναυαρίνου, κλπ).

Η παρούσα εργασία διερευνά αυτές τις αντιθετικές πορείες του σχεδιασμού στην Ελλάδα και επιχειρεί να τις τυπολογήσει, κατανοήσει και αξιολογήσει. Παράλληλα, μέσα από τη στοχευμένη μελέτη της διεθνούς εμπειρίας, η εργασία επιχειρεί να αφουγκραστεί τις τάσεις και δυναμικές που διαμορφώνονται στη διεθνή σκηνή γύρω από το ζήτημα της διαχείρισης του χώρου και να εξετάσει νέα σχήματα διακυβέρνησης προς εξυπηρέτηση των νέων αντιλήψεων.

1. Ο επίσημος «εκ των άνω» σχεδιασμός. Ιστορικό και προβλήματα
Η περίοδος μετά τη μεταπολίτευση συνδέθηκε, μεταξύ άλλων και με μια συστηματική και διαρκή προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου για το σχεδιασμό και τη διαχείριση του χώρου, σε χωροταξική και σε πολεοδομική κλίμακα. Χωρίς να θέλουμε να υποτιμήσουμε σημαντικές προσπάθειες για το σχεδιασμό του χώρου που είχαν γίνει κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για πρώτη φορά οι ν. 947/1979 και 1337/1983 επιχειρούν την εισαγωγή ενός συνολικού συστήματος χωρικού σχεδιασμού, σύμφωνα και με την μέχρι εκείνη τη στιγμή διεθνή εμπειρία. Τη δεκαετία του 1990 δύο καινούργιοι νόμοι, ο 2508/1997 και ο 2742/1999, έρχονται να καλύψουν, με ένα ευρύ πλέον φάσμα εργαλείων, όλα τα επίπεδα σχεδιασμού, ξεκινώντας από την εθνική χωροταξία και καταλήγοντας στην εφαρμογή των πολεοδομικών σχεδίων. Παράλληλα, και με αφετηρία την εμπειρία της προηγούμενης δεκαετίας γίνονται και οι αναγκαίες προσαρμογές (Σερράος 1998, Αγγελίδης 2000).

Η χώρα διαθέτει επομένως, στις αρχές του 21ου αιώνα, ένα πλήρες, από πλευράς εργαλείων και μεταξύ τους συνδέσεων, σύστημα «εκ των άνω» (top down) χωρικού σχεδιασμού, που θα ανέμενε κανείς πως θα μπορούσε να επιτελεί αποτελεσματικά το ρόλο του κατά τη διαδικασία ρύθμισης του χώρου. Αυτό όμως τελικά μόνο εν μέρει κατέστη εφικτό, μιας και στην πράξη παρουσιάστηκαν αρκετές και ουσιαστικές αδυναμίες, με έμφαση, μεταξύ άλλων, στους πολύ μεγά¬λους χρόνους ολοκλήρωσης των σχεδίων και επομένως και στην αδυναμία ολοκλήρωσης του σχεδιασμού μέσα στον προβλεπόμενο χρονικό ορίζοντα. Σημαντικές παραμέτρους αυτού του φαινομένου, αποτέλεσαν, οι πολύπλοκες και χρονοβόρες διαδικασίες, οι παράπλευρες καθυστερήσεις σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου (αλλά και των δασικών χαρτών, του αρχαιολογικού κτηματολογίου, της αγροτικής γης, κλπ), η μη εξασφαλισμένη ροή χρηματοδότησης του σχεδιασμού  και εν τέλει, η αδυναμία συμβιβασμού των αντιτιθέμενων συμφερόντων / ενδιαφερόντων στη χρήση και διαχείριση του χώρου. Ενδεικτικό αποτέλεσμα αυτών των προβλημάτων αποτελεί το γεγονός ότι μετά από 30 και πλέον χρόνια, ο σαφής και δεσμευτικός καθορισμός χρήσεων γης (εντός και εντός οικισμών) δεν έχει ολοκληρωθεί, ενώ παράλληλα και ο έλεγχος της δόμησης παρουσιάζει σημαντικές ανεπάρκειες (Κουδούνη 2014).

Εύκολα μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι το υφιστάμενο στην Ελλάδα σύστημα χωρικού σχεδιασμού θα είχε ανάγκη παρέμβασης, με κατεύθυνση τον «εξορθολογισμό» του, και με τελικό σκοπό, τη μείωση του χρόνου εκπόνησης και του κόστους των μελετών, την καλύτερη αποτελεσματικότητά του κατά τη διαδικασία ρύθμισης του χώρου, όπως επίσης, και τη σαφέστερη δεσμευτικότητά του έναντι των πολιτών, των κατώτερων επιπέδων σχεδιασμού, όπως επίσης και των επιμέρους δράσεων που σχετίζονται με τη διαχείριση (προστασία / εκμετάλλευση) της γης, ώστε σε εύλογο χρονικό διάστημα να είναι δυνατόν να συγκροτηθεί ένα σαφές πλαίσιο, με διττό στόχο, τη βιώσιμη οικιστική και παραγωγική ανάπτυξη και την προστασία του αξιόλογου φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος.

2. Η πρόσφατη εισαγωγή στοιχείων «εκ των κάτω» ανάπτυξης του χώρου
Ο πρόσφατος νόμος 4269/2014 «Χωροταξική και Πολεοδομική μεταρρύθμιση - Βιώσιμη ανάπτυξη», με κύριο σκοπό τη «διάρθρωση ενός νέου πλαισίου Χωροταξικού και Πολεοδομικού Σχεδιασμού ...», που προφανώς οφείλει να αντιμετωπίζει τις μέχρι τώρα δυσλειτουργίες, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στην εξασφάλιση δυνατοτήτων μιας κατά το δυνατόν «ευέλικτης», πλην όμως αποσπασματικής, κατά την εκτίμησή μας, χωροθέτησης οικονομικών, παραγωγικών και εν γένει επενδυτικών δραστηριοτήτων (Σερράος 2014). Για το σκοπό αυτό, τίθενται μεν καταρχήν γενικοί κανόνες για τη διαδικασία του σχεδιασμού, οι οποίοι όμως σε επόμενα εδάφια αποσυντίθενται, μέσα από σειρά εξαιρέσεων, προς όφελος μιας κακώς εννοούμενης ανεκτικότητας / προσαρμοστικότητας του σχεδιασμού απέναντι σε αιτήματα που δύνανται να διατυπώνονται από τους χρήστες / ιδιοκτήτες / ενδιαφερόμενους για το χώρο. Σε αυτό το πνεύμα ο νόμος εισαγάγει κατά κάποιον τρόπο διαδικασίες «εκ των κάτω» (bottom up) ανάπτυξης του χώρου, με βάση την κάθε φορά και σε κάθε χώρο διαμορφούμενη δυναμική. Ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα είναι τα εξής:

Το άρθρο 7 του νόμου αναφέρεται στα «Τοπικά Χωρικά Σχέδια» (ΤΧΣ), που έρχονται να αντικαταστήσουν τα μέχρι πρότινος γνωστά μας Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (ΓΠΣ) και Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (ΣΧΟΟΑΠ) (πρβλ. Μέλισσας 2010). Ειδική έμφαση δίνει το ΤΧΣ στο σχεδιασμό της διαχείρισης των πολεοδομικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων, «.από τις οποίες εξαρτάται κατά μεγάλο ποσοστό η πολεοδομική οργάνωση και εξέλιξη της περιοχής». Η θέση αυτή είναι αναμφισβήτητα ορθή (για θέματα χρήσεων γης πρβλ. Αραβαντινός 1998), όμως, ο ρόλος του ΤΧΣ στην διαδικασία μιας συνολικής και συντονισμένης (εκ των άνω) ρύθμισης του χώρου αποδυναμώνεται σημαντικά σε συνδυασμό και με άλλες διατάξεις του ίδιου νόμου, όπως:
> Δυνατότητα, εντοπισμένων τροποποιήσεων σε εγκεκριμένα ΤΧΣ (§ 11) με συνοπτικές διαδικασίες (απλή ΥΑ), ουσιαστικά χωρίς ΣΜΠΕ και χωρίς να προσδιορίζεται η διαδικασία με την οποία θα αξιολογείται η σκοπιμότητα και η συμβατότητα με τον ευρύτερο σχεδιασμό, αυτών των τροποποιήσεων, όπως επίσης και η ύπαρξη ή μη περιβαλλοντικών επιπτώσεων.
> Θέσπιση «Ειδικών Χωρικών Σχεδίων» (ΕΧΣ) (άρθρο 8), που δρουν παράλληλα και ανταγωνιστικά προς τα ΤΧΣ, μιας και μπορούν να τα τροποποιούν όσον αφορά τις γενικές και ειδικές πολεοδομικές ρυθμίσεις ιδιαιτέρως δε τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης και τους όρους και περιορισμούς δόμησης. Τα ΕΧΣ αφορούν περιοχές ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων και στοχεύουν στην εξασφάλιση της καταλληλότητας του χώρου «. είτε για τη δημιουργία ορ-γανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων, είτε για την πραγματοποίηση προγραμμάτων και παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας ή στρατηγικής σημασίας» (ΠΟΤΑ, ΠΟΑΠΔ Επιχειρηματικά Πάρκα, Εμπορευματικά Κέντρα, ΕΣΧΑΔΑ, ΕΣΧΑΣΕ και Τοπικά Ρυμοτομικά Σχέδια) (§ 11 ).

Σχετικά με το ζήτημα των χρήσεων γης ο νόμος 4269/2014 αφιερώνει ένα ειδικό κεφάλαιο όπου εκτίθενται και αναλύονται οι γενικές κατηγορίες / ζώνες χρήσεων γης και για τις οποίες σε σχέση με το διερευνούμενο θέμα θα είχαμε τις εξής παρατηρήσεις:
> Οι κατηγορίες χρήσεων που καταγράφονται αφορούν αποκλειστικά και μόνο αστικές χρήσεις γης. Αντίθετα δεν υπάρχει κάποια πρόβλεψη για κατηγορίες / ζώνες χρήσεων γης που θα είχαν προορισμό τον εξω -αστικό /-οικιστικό χώρο. Το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη κρισιμότητα, διότι σε αυτόν τον (εκτός σχεδίου) χώρο ασκούνται κατά κανόνα και οι μεγαλύτερες πιέσεις για οικιστική ανάπτυξη ή/και εγκατάσταση διαφόρων ειδών λειτουργιών. Ο νόμος προφανώς κρατάει μια απόσταση από την επιδίωξη οργανωμένης ρύθμισης του εκτός σχεδίου χώρου, και παράλληλα αφήνει σημαντικά περιθώρια για την ανάπτυξη των όποιων «εκ των κάτω» δυναμικών.
> Εισάγεται η αναδιάρθρωση των θεματικών κατηγοριών χρήσεων γης με θέσπιση αρκετών νέων κατηγοριών και με έμφαση στον εμπλουτισμό όλων των μικτών ζωνών κατοικίας (τέως Γενική Κατοικία και νυν Κατοικία Κ2 και ΚΜ) σε κεντρικές και επαγγελματικές δραστηριότητες αυξημένης δυναμικότητας και μεγαλύτερης έντασης, κάτι που προφανώς θα πρέπει να προβληματίσει για τις συνέπειες στο χώρο, κυρίως όσον αφορά, την αύξηση της κυκλοφοριακής επιβάρυνσης, αλλά και εν γένει των οχλήσεων και συγκρούσεων που προ¬καλούνται λόγω διαφορετικών συνθηκών λειτουργίας των διαφόρων δραστηριοτήτων.
> Θεσπίζεται μια νέας κατηγορία χρήσεων, οριζόντιου χωρικού προσδιορισμού (σε αντίθεση με τις έως τώρα γνωστές μας θεματικές κατηγορίες) με το χαρακτηρισμό «Κύριο Οδικό Δίκτυο Πόλεων (ΚΟΔ)», η οποία παρέχει τη δυνατότητα χωροθέτησης, σύμφωνα με τις εκάστοτε τάσεις, κατά μήκος όλων ανεξαιρέτως των κύριων δρόμων της χώρας, μιας πλειάδας κεντρικών και επιβαρυντικών δραστηριοτήτων. Με αυτόν τον τρόπο διευκολύνεται η «εκ των κάτω» χωροθέτηση εντατικών δραστηριοτήτων κατά μήκος του ΚΟΔ, με οριζόντιες εκτός «κεντρικού» πολεοδομικού σχεδιασμού διαδικασίες, θίγοντας παράλληλα τα υφιστάμενα κέντρα των πόλεων και προκαλώντας σημαντικές κυκλοφοριακές δυσλειτουργίες στους κύριους δρόμους των πόλεων (πρβλ. ΕΜΠ, ΣΠΕ 1997, 2000α, 2000β, 2001).

3. Άμεσες δράσεις «εκ των κάτω» προσεγγίσεων στη διαχείριση του χώρου
Τα τελευταία χρόνια λόγω των διαρκώς αυξανόμενων προβλημάτων των πυκνοδομημένων πόλεων, αλλά και της αδυναμίας επίλυσής τους από τις επίσημες αρχές της κεντρικής και τοπικής αυτοδιοίκησης, αυξάνει ο βαθμός ευαισθητοποίησης των πολιτών, οι οποίοι αναζητούν και επιτυγχάνουν διάφορους τρόπους οργάνωσής τους, ώστε να μπορέσουν να παρέμβουν ενεργά σε μια πλειάδα θεμάτων διαχείρισης του χώρου, με έμφαση στις κεντρικές περιοχές. Αντικείμενο ιδιαίτερης προτεραιότητας αποτελεί προφανώς η εξασφάλιση υπαίθριων δημόσιων χώρων πρασίνου και αναψυχής, ζήτημα το οποίο έχει προωθηθεί στην Αθήνα με πολλές και διαφορετικές στρατηγικές και έχει σε πολλές περιπτώσεις καταλήξει σε επιτυχή αποτελέσματα.

Γνωστή είναι η περίπτωση του «Πάρκου Ναυαρίνου» (ή Πάρκινγκ-Πάρκου), στην Αθήνα, ενός μεγάλου αδόμητου πλέον χώρου έκτασης 1.500 τμ. μεταξύ των οδών Χαριλάου Τρικούπη, Ναυαρίνου και Ζωοδόχου Πηγής. Αρχικά, στο οικόπεδο ανεγέρθηκε το 1907, από την «Ανώνυμο Οικοδομική Εταιρεία 'Ο Τεκτων'», η Κλινική Μαρίνου Γερουλάνου (από το 1942 και μετά γνωστή ως «Κλινική Σμπαρούνη»), η οποία στις αρχές της δεκαετίας του 1970 παύει να λειτο¬υργεί, ενώ το ακίνητο αγοράζεται από το Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδας. Μέσα στην επόμενη δεκαετία το ΤΕΕ κατεδαφίζει το τετραώροφο παλιό κτίριο με σκοπό να ανεγείρει νέο κτίριο γραφείων για τη στέγαση των υπηρεσιών του. Το σχέδιο αυτό τελικά δεν προχώρησε, ενώ μια δεκαετία αργότερα το ΤΕΕ ζητά να προσφέρει το οικόπεδο αυτό στο Δήμο Αθηναίων και σε αντάλλαγμα να μεταφέρει το Συντελεστή Δόμησης σε άλλη ιδιοκτησία του στο Μαρούσι, πρόγραμμα που επίσης για λόγους πολεοδομικούς και θεσμικούς δεν υλοποιείται. Έτσι το οικόπεδο διατηρεί τη χρήση του ως υπαίθριου χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων. Στο τέλος της δεκαετίας του 2000 το ΤΕΕ επανενεργοποιεί την ιδέα της ανέγερσης εκεί των γραφείων του, οπότε, προ του κινδύνου να απολεσθεί αυτός ο χώρος ως αδόμητος, η «Επιτροπή Πρωτοβουλίας Κατοίκων Εξαρχείων» κινητοποιεί τους κατοίκους της περιοχής με σκοπό την απόδοση του οικοπέδου σε κοινή χρήση ως ελεύθερου χώρου. Παράλληλα ενεργοποιούνται και άλλες ομάδες ενδιαφερομένων, οι οποίες προχωρούν σε κατάληψη του χώρου, με αίτημα «το πάρκινγκ να γίνει πάρκο» ενώ το 2009 προχωρούν στην αφαίρεση της ασφάλτου, στην προμήθεια χώματος και στη φύτευση δέντρων και φυτών.

Η κατάληψη συνεχίζεται και η διαχείριση του χώρου προχωράει μέσα από πρακτικές «αυτοοργάνωσης». Ιδέες και προτάσεις συζητούνται, ενώ επιμέρους ομάδες εργασίας ασχολούνται με το σχεδιασμό, τη φύτευση, την οργάνωση μιας παιδικής χαράς, όπως επίσης και άλλων σχετικών υποδομών. Σύμφωνα με την «ανοιχτή κατάληψη» που το διαχειρίζεται, το πάρκο «φιλοδοξεί να είναι, ένας κήπος της γειτονιάς που φιλοξενώντας μέρος της κοινωνικής ζωής των κατοίκων της πέρα από λογικές κέρδους και ιδιοκτησίας, λειτουργεί σαν τόπος παιχνιδιού και περιπάτου, συνεύρεσης και επικοινωνίας, άθλησης, δημιουργίας και προβληματισμού, καταργώντας τα στεγανά της διαφορετικής ηλικίας, καταγωγής, μορφωτικού επιπέδου, κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης». Σήμερα πλέον, αν και έχει αποσπάσει, τόσο θετικά σχόλια, όσο και επικρίσεις, και έχει διεγείρει τον πολιτικό κόσμο, αλλά και τους πολίτες, λόγω του σαφώς αντιε-ξουσιαστικού πολιτικού στίγματος που εκπέμπει, το «πάρκο» έχει εγκαθιδρυθεί, μάλλον οριστι-κά, στη συνείδηση των κατοίκων και διερχομένων, ως ένας ελεύθερος χώρος πρασίνου και αναψυχής μέσα στον πυκνοδομημένο ιστό της πόλης (Εικόνα 1) (πρβλ. μεταξύ άλλων: Ισμαηλίδου, 2011, http://parkingparko.espivblogs.net, http://www.attiko-prasino.gr).

Ενδιαφέρουσα είναι και η περίπτωση και μιας άλλης έκτασης στους Άνω Αμπελόκηπους που αξιοποιήθηκε ως ελεύθερος χώρος πρασίνου, γνωστής με την ονομασία «Πάρκο ΚΑΠΑΨ». Ο ευρύτερος χώρος στον οποίον εντάσσεται η παραπάνω έκταση, απαλλοτριώθηκε αρχικά το 1937 από το Υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας (ΦΕΚ 154 Β71937) με σκοπό την ανέγερση ενός σύγχρονου νοσοκομείου, κάτι που λόγω των πολιτικών εξελίξεων που ακολούθησαν, δεν υλοποιήθηκε. Η ονομασία με την οποία είναι σήμερα γνωστός αυτός ο χώρος ανατρέχει στη δράση του Εθνικού Ιδρύματος Αποκατάστασης Αναπήρων (ΕΙΑΑ), που μετά από την απελευθέρωση της χώρας από τους Γερμανούς ιδρύθηκε από το Αμερικάνικο Ίδρυμα Εγγύς Ανατολής και που από το 1945 και μετά προσέφερε τις υπηρεσίες του, τόσο σε στρατιωτικούς, αναπήρους πολέμου, όσο και σε απλούς πολίτες με κινητική αναπηρία. Μετά από σχετική επιχορήγηση από το Υπουργείο Υγείας και Προνοίας το 1949 και παραχώρηση της εν λόγω έκτασης, λειτούργησε, στα μέσα της δεκαετίας του 1950 (αρχικά ως ΝΠΙΔ και μετά ως ΝΠΔΔ), στο χώρο που περιβάλλεται από τις οδούς Τριφυλίας και Ευσταθίου Λάμψα, το «Κέντρο Αποκατάστασης Πολιτών Αναπήρων Ψυχικού» (ΚΑΠΑΨ) (ΕΙΝΑΠ, 2005). Το κέντρο ενισχύεται παράλληλα και από μια σειρά ευρωπαϊκών κυβερνήσεων (Νορβηγική, Ελβετική, Σουηδική) με σκοπό την ολοκλήρωση των απαραίτητων οικοδομικών εργασιών αναδιαρρύθμισης και συμπλήρωσης των υφιστάμενων κτιρίων και τη δημιουργία εργαστηρίων εκπαίδευσης αναπήρων και με αποτέλεσμα την άμεση έναρξη λειτουργίας του το 1957. Αργότερα. ανάμεσα στα εργαστήρια εντάχθηκε και η κατασκευή εξαρτημάτων της ΔΕΗ η οποία ήταν εγκατεστημένη σε κτίριο μιας γειτονικής έκτασης.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το Υπουργείο Υγείας μεταβιβάζει το παραπάνω ακίνητο στο Ελληνικό Δημόσιο, μια δεκαετία αργότερα, το Εθνικό (πλέον) Ίδρυμα Αποκατάστασης Αναπήρων μεταφέρεται σε νέες εγκαταστάσεις του στο Ίλιον, ενώ στα μέσα της δεκαετίας του 1980, το ακίνητο παραχωρείται από την Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου (ΚΕΔ) στον Οργανισμό Σχολικών Κτιρίων (ΟΣΚ) για την ανέγερση σχολείου για ανάπηρα παιδιά, κάτι που όμως σύντομα αίρεται. Το 2001 η ΚΕΔ παραχωρεί τη χρήση ενός γηπέδου έξι περίπου στρεμμάτων στο Δήμο Αθηναίων προκειμένου να διαμορφωθεί πλατεία, παιδική χαρά με πάρκο κυκλοφοριακής αγωγής και υπόγειος σταθμός αυτοκινήτων, ενώ το 2003 η έκταση αυτή χαρακτηρίζεται χώρος κοινόχρηστου πρασίνου (ΦΕΚ 46Δ/ 30.01.2003). Ένα χρόνο αργότερα, ο ΟΣΚ φέρεται να προχωρεί σε απαλλοτρίωση τεσσάρων επιπλέον στρεμμάτων, με σκοπό τη δημιουργία σχολείου. Παρόλα αυτά οι διαδικασίες για την υλοποίηση αυτών των σχεδίων καθυστερούν, ενώ αγκάθι αποτελεί πιθανότατα και ο προβλεπόμενος υπόγειος σταθμός αυτοκινήτων.

Τοπικοί φορείς και κάτοικοι κινητοποιήθηκαν με τυπικές διαδικασίες (ανοικτές επιστολές, έγγραφα και παραστάσεις στους αρμοδίους φορείς) (πρβλ. http://www.anoampelokipi.gr/parko-kapaps) και εν τέλει πέτυχαν τη σύμφωνη γνώμη του Δημάρχου Αθηναίων και την ομόφωνη θετική τοποθέτηση του Δημοτικού Συμβουλίου, έτσι ώστε να ολοκληρωθούν οι απαραίτητες διαδικασίες για την δημιουργία και ολοκλήρωση στην παραπάνω έκταση, ενός εκτεταμένου ελεύθερου και δημόσιου χώρου πρασίνου (Εικόνα 2) (Αγγελή 2014).

Όμως πέρα από στοχευμένες, χωρικά εξειδικευμένες και κατ' ανάγκην ως ένα βαθμό και αποσπασματικές «εκ των κάτω» δράσεις πολιτών ή διαφόρων ειδών ομάδων πολιτών (από επίσημους συλλόγους, έως άτυπες συσπειρώσεις / συλλογικότητες), που δρουν, αν και με επιτυχή πολλές φορές αποτελέσματα, όμως μεταξύ τους ασυντόνιστα, και επίσης χωρίς κοινή στρατηγική ως προς τους τρόπους λειτουργίας και δράσης τους (που ξεκινούν από απλές «κόσμιες» κι-νήσεις αποστολής εγγράφων προς αρμοδίους και φτάνουν ως μόνιμες καταλήψεις χώρων και δράσεις αυτενέργειας σε αυτούς), φαίνεται ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες ωριμάζουν πλέον οι συνθήκες για την οργάνωση φορέων της «κοινωνίας των πολιτών» στη βάση λειτουργίας και με δομές αντίστοιχών τους από τις λοιπές ευρωπαϊκές χώρες και με βαρύτητα πολλαπλάσια των απλών και μεμονωμένων συλλόγων και συλλογικοτήτων και κατ' επέκταση και με αυξημένες πιθανότητες επιρροής σε πολιτικές αποφάσεις σε διάφορους τομείς ενδιαφέροντός τους. 

Μπορεί κανείς να σκεφτεί τουλάχιστον τρεις λόγους που κάτι τέτοιο γίνεται πλέον εφικτό στη χώρα μας:
> Τα προβλήματα στον αστικό χώρο έχουν πλέον οξυνθεί, λόγω, μεταξύ άλλων, εσφαλμένων ή τουλάχιστον ανεπαρκών και ανεπιτυχών πολιτικών, ή ακόμα σε πολλές περιπτώσεις και λόγων αδυναμίας / απροθυμίας / αναποφασιστικότητας άσκησης μιας σταθερής στο χρόνο και συνεπούς ως προς το περιεχόμενο ευρύτερα αποδεκτής πολιτικής. Η δυσαρέσκεια των πολιτών έχει επομένως αυξηθεί κατακόρυφα, ενώ παράλληλα η υπομονή τους έχει εξαντληθεί, έτσι ώστε να αποφασίζουν πλέον, μέσα από κατάλληλα οργανωτικά σχήματα, να αναλάβουν άμεσα μέρος της ευθύνης για την πρωτοβουλία των κινήσεων.
> Η καλύτερη συγκέντρωση, οργάνωση και διάχυση της πληροφορίας και γνώσης που αφορά ζητήματα του αστικού περιβάλλοντος, αλλά και θέματα που συνδέονται και με τον περιαστικό και εξωαστικό χώρο, κυρίως όσον αφορά τις επιπτώσεις συγκεκριμένων εξελίξεων στην ποιότητα ζωής και στην υγεία των ανθρώπων, έχουν οδηγήσει σε αυξημένη ευαισθητοποίηση του απλού πολίτη για θέματα που αφορούν το περιβάλλον του χώρου που ζει και παράλληλα έχουν συμβάλει στη σημαντική μείωση της αδιαφορίας του, για ότι εμπίπτει στη σφαίρα των αρμοδιοτήτων της ευρύτερης δημόσιας διοίκησης και επομένως φαινομενικά δεν τον αφορά.
> Προς την κατεύθυνση της αυξημένης και σταδιακά αποτελεσματικότερης κινητοποίησης των πολιτών για θέματα που αφορούν τις πόλεις στις οποίες ζουν, έχει προφανώς συμβάλει αποφασιστικά και ο εντονότερος συγχρωτισμός και η ανταλλαγή εμπειρίας και γνώσης κατά τις τελευταίες δεκαετίες και με άλλες κοινωνίες του ευρωπαϊκού χώρου, που αν και βγαλμένες μέσα από διαφορετικά ενδεχομένως κοινωνικο-πολιτικο-οικονομικά πλαίσια, όμως εν τέλει στην κλίμακα της καθημερινότητας του πολίτη αντιμετωπίζουν πολύ ομοειδή προβλήματα. Η επαφή με την εμπειρία του «εξωτερικού» μοιάζει επομένως κατά την εκτίμησή μας να παίζει σε αυτή τη συγκυρία έναν καταλυτικό ρόλο και να κινητοποιεί / ενθαρρύνει πολλών ειδών «εκ των κάτω» στρατηγικές για τον αστικό χώρο.

Σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του πρόσφατου «Δικτύου Οργανώσεων και Πολιτών για το Ιστορικό Κέντρο» της Αθήνας. Πρόκειται για τη συσπείρωση δέκα διαφορετικών Συλλόγων / Κινήσεων Πολιτών με χωρική κυρίως εξειδίκευση σε συγκεκριμένες γειτονιές της κεντρικής / ιστορικής Αθήνας, που δημιουργήθηκε το 2014 και λειτουργεί υπό τον συντονισμό της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού, με σκοπό την ενδυνάμωση πολιτών και οργανώσεων στη διεκδίκηση ενός βιώσιμου Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας (πρβλ. http://istorikokentro.gr και http://www.ellet.gr/node/662). Το όραμα του όλου εγχειρήματος συγκροτείται από αξίες που αφορούν μεταξύ άλλων, το σεβασμό στην ιστορική μνήμη και στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της περιοχής, το σεβασμό σε πολίτες, κοινόχρηστο χώρο, δημόσια και ιδιωτική περιουσία, την ανεμπόδιστη πρόσβαση στο κέντρο, την υγιή κατοίκηση και επιχειρηματικότητα, την εξασφάλιση σύγχρονων υποδομών, την υψηλή λειτουργικότητα και αισθητική του κοινόχρηστου χώρου, καθώς και την αντιμετώπιση της παρανομίας και παραβατικότητας.

Οι ειδικότεροι στόχοι του «Δικτύου» καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων και εντοπίζουν το ενδιαφέρον τους σε ζητήματα βασικών και αναγνωρισμένων κατευθύνσεων πολιτικής για τον αστικό χώρο. Μεταξύ αυτών με άμεσες πολεοδομικές επιπτώσεις, αξίζει να αναφερθούν: «1. Διαχείριση - προστασία του δημόσιου χώρου: ηχορύπανση, αυθαίρετες καταλήψεις κλπ, 2. Χρήσεις γης: ρύθμιση και έλεγχος στην εφαρμογή, 3. Βιώσιμη κινητικότητα: έλεγχος στάθμευσης, δημόσια συγκοινωνία, 4. Αισθητική αναβάθμιση: επιγραφές, διαφημίσεις, όψεις κτιρίων -εκδηλώσεις, 5. Διατηρητέα κτίρια: κίνητρα προς τους ιδιοκτήτες και παρέμβαση Δήμου». Επιπλέον σημαντικά ζητήματα ενδιαφέροντος αποτελούν, η βιώσιμη διαχείριση των απορριμμάτων, η δημοτική αστυνόμευση για τον έλεγχο κυκλοφορίας, απορριμμάτων, ηχορρύπανσης, κλπ., η προστασία από την εγκληματικότητα, όπως επίσης εν γένει και ο σεβασμός της νομιμότητας.

Για την επίτευξη των ειδικότερων στόχων του και την υλοποίηση του μακροπρόθεσμού οράματός του, το «Δίκτυο» λειτουργεί ως «δεξαμενή γνώσεων σχετικά με τα πραγματικά προβλήματα, το νομικό καθεστώς, τις αρμόδιες υπηρεσίες, τις δομές και διαδικασίες», παρέχει κατά το δυνατόν «έγκυρη πληροφόρηση» προς τους πολίτες για θέματα ενδιαφέροντός τους, εργάζεται για την επεξεργασία τεκμηριωμένων προτάσεων, και εν τέλει συνεργάζεται με το Δήμο Αθηναίων τις κρατικές υπηρεσίες και τους λοιπούς φορείς, για την προώθηση των θέσεων και προτάσεών του προς αυτούς, αλλά και για τον κατά περίπτωση «έλεγχο» της δράσης τους. Παράλληλα το «Δίκτυο» προωθεί δραστηριότητες ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης πολιτών σχετικά με το Ιστορικό Κέντρο της Αθήνας και διοργανώνει πολιτιστικές εκδηλώσεις σε διάφορες γειτονίες του ιστορικού κέντρου (Κωνσταντάτου, 2015). Στα μέχρι τώρα αποτελέσματα από τη δράση του «Δικτύου» συγκαταλέγεται πλήθος πολιτιστικών / περιβαλλοντικών εκδηλώσεων / επισκέψεων και ομιλιών στο ιστορικό κέντρο της Αθήνας, όπως και η συμβολή του με διατύπωση θέσεων και σχετική τεκμηρίωση, στη μη μεταβολή των Χρήσεων Γης στην περιοχή της Πλάκας.

4. Η ευρωπαϊκή εμπειρία από τη δράση της κοινωνίας των πολιτών για τον αστικό χώρο. Η περίπτωση της Γερμανίας
Η ευαισθητοποίηση των πολιτών για τον αστικό χώρο, με αφετηρία ίσως περισσότερο τα θέματα του περιβάλλοντος και της σύνδεσής τους με την ποιότητα της καθημερινής ζωής στην κλίμακα της γειτονιάς, αποτελεί στην κεντρική Ευρώπη μια, εδώ και δεκαετίες, σημαντική παράμετρο που επηρεάζει ουσιαστικά τις κάθε φορά ασκούμενες πολιτικές. Η Γερμανία αποτελεί μια περίπτωση που λόγω των ιδιαίτερων κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων που έχουν διαμορφωθεί τις τουλάχιστον πέντε τελευταίες δεκαετίες, αλλά και με δεδομένες τις ποικίλες δυνατότητες συμμετοχής πολιτών και πολιτικά δεσμευτικής καταγραφής της κοινής γνώμης που παρέχει το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο, έχει διαμορφώσει, παράλληλα με ένα αυστηρά ιεραρχημένο και δεσμευτικό σύστημα «εκ των άνω» σχεδιασμού του χώρου, και δομές / τρόπους δράσης ουσιαστικών «εκ των κάτω» παρεμβάσεων σε αυτό το πλέγμα του επίσημου χωρικού σχεδιασμού. Το Βερολίνο λόγω των κοινωνικο-πολιτικών ιδιαιτεροτήτων του έχει αναπτύξει ενδιαφέρουσες παρεμβάσεις σαφούς χωρικής στόχευσης, ενώ άλλες πόλεις, όπως το Αννόβερο, έχουν να επιδείξουν, περισσότερο, παράλληλα με τα επίσημα συστήματα συμμετοχής, και μακροχρόνιες δομές πολιτών με στόχο την πρωτογενή καταγραφή σκέψεων, προβλημάτων ιδεών και εν τέλει τη διατύπωση προτάσεων προς τη δημοτική διοίκηση, όχι μόνο για θέματα σημειακού ενδιαφέροντος, αλλά κυρίως για ζητήματα στρατηγικής και προτεραιοτήτων για τη διαχείριση του χώρου.

Μια ενδιαφέρουσα περίπτωση παρέμβασης φορέων πολιτών που οδήγησε τελικά στον πλήρη επαναπροσδιορισμό μιας σχεδιαζόμενης από τη δημοτική διοίκηση πολιτικής, αφορά το ζήτημα της επανάχρησης του παλιού αεροδρομίου του Βερολίνου Tempelhof (πρβλ. μεταξύ άλλων: 
https://de.wikipedia.org/wiki/Tempelhofer_Feld). 
Στις αρχές του 18ου αιώνα, στην έως τότε αποκλειστικά γεωργική περιοχή, δημιουργείται ένα πεδίο στρατιωτικών ασκήσεων και παρελάσεων. Στο 2ο μισό του 19ου αιώνα παράλληλα με τη χάραξη μιας πολιτικής και μιας στρατιωτικής σιδηροδρομικής γραμμής, εγκαθίστανται και νέα στρατόπεδα, όπως επίσης και μια νεοϊδρυθείσα μονάδα αερόπλοιων. Επίσης, στις αρχές του 20ου αιώνα, η περιοχή χρησιμοποιείται για αναψυχή και αθλητισμό, ενώ μετά το 1924 φτιάχνεται ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο 40.000 θεατων, και ένα μεγάλο αθλητικό πάρκο. Παράλληλα η περιοχή του Tempelhof εξελίσσεται και σε ένα σημαντικό πεδίο δοκιμαστικών και επιδεικτικών πτήσεων ανεμοπλάνων, αεροπλοίων και αεροπλάνων. Το 1910 ένα σημαντικό μέρος στα δυτικά της όλης έκτασης αγοράζεται από την Κοινότητα Tempelhof και αναπτύσσεται οικιστικά με βάση σχετικούς σχεδιασμούς που περιλαμβάνουν και την κηπούπολη Neu-Tempelhof, όπως επίσης και σχετικές κοινωνικές υποδομές.

Η ιστορία του αεροδρομίου Tempelhof ξεκινά το 1922 με την κατάλληλη διαμόρφωση με έξοδα δύο ιδιωτικών εταιρειών, ενός τμήματος στα βόρεια της περιοχής. Ένα χρόνο αργότερα ιδρύεται η εταιρεία Berliner Flughafen GmbH, η οποία και αναλαμβάνει την περαιτέρω ανάπτυξη των υποδομών του αεροδρομίου που ολοκληρώνονται μέχρι το 1941. Ήδη από το 1940 το κτίριο του αεροδρομίου χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την εξοπλιστική βιομηχανία, μεταξύ άλλων και για τη συναρμολόγηση και συντήρηση βομβαρδιστικών καθέτου εφορμήσεως. Χιλιάδες άνθρωποι έρχονται εδώ για αναγκαστική εργασία από ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά τον πόλεμο, το αεροδρόμιο παίζει ένα ιδιαίτερο ρόλο την περίοδο 1948-49 στη λειτουργία της αερογέφυρας ανεφοδιασμού του αμερικάνικου τομέα. Μετά το 1970 με την κατασκευή του αεροδρομίου Tegel το Tempelhof κλείνει για τις πολιτικές πτήσεις για να ξαναλειτουργήσει όμως το 1985 μέχρι το 2008, οπότε και δρομολογείται η κατασκευή του νέου μεγάλου αεροδρομίου Berlin-Brandenburg International.

Ενάντια στα σχέδια του Δήμου για την αξιοποίηση του χώρου του αεροδρομίου (που περιλαμβάνει, οικιστική χρήση, πάρκο καινοτομίας, βιβλιοθήκη, παραγωγικές δραστηριότητες, κηποτεχνική έκθεση, νέο σταθμό προαστιακού σιδηροδρόμου, υποδομές για πεζούς, κλπ), για τα οποία ήδη μέχρι τον Αύγουστο του 2014 είχαν συνολικά δαπανηθεί, 9,8 εκ €, αρκετές χιλιάδες ακτιβιστών οργανώνονται στο δίκτυο «Squat Tempelhof» και επιχειρούν το 2009 να καταλάβουν το χώρο, κάτι που εμποδίζεται τελικά από την αστυνομία. Οι διαδηλωτές διαμαρτύρονται, ότι ο χώρος δεν δίνεται σε ελεύθερη δημόσια χρήση και εκφράζουν το φόβο ότι παράλληλα με την ιδιωτικοποίηση και εμπορευματοποίησή του θα προωθηθεί και μια ευρύτερη διαδικασία εξευγενισμού. Οι σχεδιασμοί «παγώνουν» προσωρινά και το Tempelhof, μετά από λίγες μόνο παρεμβάσεις, ανοίγει το 2010 τις πύλες του στο κοινό, ως το μεγαλύτερο αστικό πάρκο της πόλης, έκτασης 355 ha, Δέχεται δε μέσα στο πρώτο Σαββατοκύριακο περίπου 235.000 επισκέπτες (Εικόνες 3,4).

Το 2011 δημιουργείται μια πρωτοβουλία πολιτών με ονομασία «100 % Tempelhofer Feld» με στόχο, μέσω ενός δημοψηφίσματος, την οριστική ανατροπή των σχεδίων της πόλης για αξιοποίηση της έκτασης και τελικό σκοπό την πλήρη διατήρηση του χώρου ως ελεύθερου δημόσιος και τη μη υλοποίηση καμία από τις προγραμματιζόμενες κατασκευές. Το δημοψήφισμα διενεργείται το 2014 και με σαφή πλειοψηφία οδηγεί στην αναστολή των σχεδίων του Δήμου και εν συνεχεία στην ψήφιση ενός ειδικού νόμου (Tempelhofer Feld Gesetz) ο οποίος προβλέπει ότι για τη μελλοντική χρήση και ανάπτυξη του χώρου θα πρέπει να συνταχθεί, με τη συμμετοχή των πολιτών, ένα σχέδιο ανάπτυξης και προστασίας (Entwicklungs- und Pflegeplan) που θα αποτελέσει τη βάση για την υλοποίηση περιβαλλοντικών, αθλητικών, επιδεικτικών και καινοτόμων δραστηριοτήτων ελευθέρου χρόνου και παράλληλα θα ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του πληθυσμού και των διαφόρων ενδιαφερομένων φορέων. Ήδη ολοκληρώθηκε η διαμόρφωση της διαδικασίας και του συμμετοχικού μοντέλου και προωθούνται πλέον τα επόμενα βήματα του σχεδιασμού με εμπλοκή όλων των ενδιαφερομένων δρώντων, βάσει συγκριμένου χρονοδιαγράμματος (πρβλ. http://www.stadtentwicklung.berlin.de/umwelt/stadtgruen/tempelhofer_feld/index.shtml, https://tempelhofer-feld.berlin.de).


Όμως, πέρα από δράσεις που έχουν σκοπό την «πυροσβεστική» «εκ των κάτω» παρέμβαση ομάδων πολιτών για συγκεκριμένους σχεδιασμούς των επίσημων διοικήσεων των πόλεων, ενδιαφέρον έχει να εξεταστούν και επίσημες συμμετοχικές δομές, όπως επίσης και «εκ των κάτω» παρεμβάσεις φορέων ή/και πολιτών στη διαδικασία διαμόρφωσης ευρύτερων οραμάτων / σχεδιασμών για την ανάπτυξη των πόλεων, με αφετηρία τόσο τους επίσημους κανόνες συμμετοχής των πολιτών, όσο και τη δράση αναγνωρισμένων ως συνομιλητών φορέων πολιτών.

Το Αννόβερο, στο πλαίσιο της διατύπωσης του «Αναπτυξιακού Σχεδίου 2030» (Stadtent-wicklungskonzept 2030) έχει δομήσει ένα σύστημα «Διαλόγου» μεταξύ πολιτών, πολιτικών και διοίκησης, με στόχο τη διατύπωση στόχων και στρατηγικών για τη μελλοντική εξέλιξη της πόλης. Ο διάλογος αυτός βασίζεται σε ένα πλαίσιο κανόνων που έχει διατυπώσει η διοίκηση (LHH 2014b) και περιλαμβάνει ποικίλες δράσεις ενημέρωσης και κυρίως άμεσης και αντιπροσωπευτικής συμμετοχής πολιτών, με βάση συγκεκριμένο οργανόγραμμα και χρονοδιάγραμμα που καλύπτει όλη την τριετή διάρκεια αυτού του στρατηγικού σχεδιασμού (Εικόνα 5), δίνοντας έμφαση σε πέντε θεματικά πεδία συζήτησης: 
α) οικονομία, εργασία, επιστήμη και περιβάλλον, 
β) κατοικία, υποδομές και κινητικότητα 
γ) παιδεία και πολιτισμός, 
δ) κοινωνική ενσωμάτωση και συμμετοχή και 
ε) οικονομικά της πόλης. 

Η διαδικασία λαμβάνει υπόψη της τα υφιστάμενα χωρο-κοινωνικά δεδομένα (LHH 2014a), τις θεσμικές δεσμεύσεις, τους ευρύτερους ή/και τομεακούς δεσμευτικούς σχεδιασμούς, όπως επίσης και τους παρακάτω οριζόντιους θεματικούς άξονες: δημογραφική εξέλιξη, θέματα φύλου και διαφορετικότητας, κοινωνικές εξελίξεις, καινοτομία, βιωσιμότητα και νέες μορφές συνεργασίας. Το όλο εγχείρημα οργανώνεται γύρω από τέσσερις διαδικασίες: ενημέρωση από τη διοίκηση, ειδικές συγκεντρώσεις, συζητήσεις ειδικών, δημόσιες συγκεντρώσεις. Παράλληλα παρέχεται και η δυνατότητα online συμμετοχής. Σε όλα τα στάδια του «Διαλόγου», για τα οποία δημοσιεύεται μέσω διαδικτύου αναλυτική γραπτή τεκμηρίωση, προβλέπεται μια διαρκής αλληλοτροφοδότηση με δράσεις και ενέργειες της διοίκησης.

Σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία παίζουν όμως, πέρα από τις παραπάνω δράσεις του Δήμου και οργανώσεις από πλευράς των πολιτών, που δρουν μεν αυτοτελώς και μη δεσμευτικά, όμως σε κάποιες περιπτώσεις με ουσιαστική πολιτική επιρροή. Μια τέτοια οργάνωση πολιτών στο Αννόβερο είναι το Burgerburo Stadtentwicklung Hannover e.V. (BBS), το οποίο ιδρύθηκε ως ανεξάρτητος κοινωφελής σύλλογος πολιτών το 1995 προς την κατεύθυνση προώθησης ενός μοντέλου συνηγορικού σχεδιασμού. Το BBS επιχειρεί, κατά τη συζήτηση περί πολεοδομικής ανάπτυξης στο Αννόβερο, να συμβάλει μέσω της συνέργειας όλων των σημαντικών δρώντων (πολιτών, οργανώσεων κοινωνίας των πολιτών, πολιτικής, διοίκησης και οικονομίας) όπως και μέσω της ευρείας ενημέρωσης και συμμετοχής των πολιτών. Παράλληλα στοχεύει στην ανάπτυξη καινοτόμων μεθόδων συμμετοχικού σχεδιασμού.

Στη διαδικασία συζήτησης του «Αναπτυξιακού Σχεδίου 2030» (Εικόνα 6), το BBS παρέχει ενημέρωση σε θέματα αστικής ανάπτυξης και συμμετοχής, μέσω εκδηλώσεων / συζητήσεων, ποδηλατικών αστικών περιπάτων και εκδρομών, δημοσιεύσεων και διαδικτύου. Παράλληλα πα¬ρέχει εκπαίδευση πολιτών / δρώντων σε θέματα συμμετοχικών διαδικασιών, προωθεί το διάλογο με τη διοίκηση και την πολιτική και την «κουλτούρα» της συμμετοχής, υποστηρίζει επιστημονικά και τεχνικά πολίτες, πρωτοβουλίες και συλλόγους σε θέματα διατύπωσης προτάσεων αστικής ανάπτυξης και τέλος παρέχει δικτυώσεις και διεγείρει συνέργειες (www.bbs-hannover.de).
Εικόνα 6: 2η συνάντηση ανταλλαγής ιδεών (brainstorming) του BBS με θέμα «Το Αννόβερό μου 2030 στο μικροσκόπιο» 22.4.2015.



5. Ορισμένες συμπερασματικές επισημάνσεις
Η κεντρική Ευρώπη έχοντας δομήσει κατά τα μεταπολεμικά χρόνια με αποτελεσματικό τρόπο ένα ολοκληρωμένο, ως προς τις κλίμακες χώρου και ως προς τα διάφορα τομεακά πεδία, σύστημα «εκ των άνω» χωρικού σχεδιασμού στρέφει το ενδιαφέρον της κατά τις τελευταίες δεκαετίες στην ενσωμάτωση σε αυτό το σύστημα σχεδιασμού «εκ των κάτω» δομών αυξημένης συμμετοχής πολιτών και φορέων πολιτών. Αυτό δεν αποτελεί μόνο μια εξέλιξη που ξεκινά κατ' απαίτηση των πολιτών, που σε πολλές περιπτώσεις σχεδιασμών και παρεμβάσεων της διοίκησης των πόλεων εκφράζουν την αντίθεσή τους, διαμαρτύρονται ή/και συχνά αντιδρούν βίαια, ώστε να ακουστεί η άποψή τους και να ασκηθεί η επιρροή τους, αλλά εν τέλει, εκτιμούμε, ότι αποτελεί και ένα εργαλείο στα χέρια των πολιτικών, ώστε οι προωθούμενες κάθε φορά παρεμβάσεις να είναι αποδεκτές και άρα και εφικτές, αλλά εν τέλει και οι ίδιοι οι πολιτικοί να χαίρουν της αποδοχής των πολιτών. Η εμπειρία των Γερμανικών πόλεων (Βερολίνο, Αμβούργο, Αννόβερο, κ.α) δείχνει ότι έχουν πλέον διαμορφωθεί ουσιαστικές και πολυεπίπεδες δομές συμμετοχής πολιτών ως αναπόσπαστα τμήματα της διαδικασίας του σχεδιασμού του χώρου και με σκοπό, πέρα από τα παραπάνω, και την αποφυγή ενδεχόμενων αντιδράσεων από πλευράς πολιτών, κάτι που εκ των πραγμάτων έχει πολλαπλό κόστος για την πολιτική και για τη διοίκηση.

Η Ελλάδα συγκρότησε από τη δεκαετία του 1980 και μετά ένα πλήρες από πλευράς επιπέδων και μεταξύ τους συσχετίσεων, σύστημα χωρικού σχεδιασμού με προσπάθεια και παροχής δυνατοτήτων συμμετοχής πολιτών, κάτι που όμως στο κατώτερο συμβουλευτικό επίπεδο (π.χ. επιτροπές γειτονιάς) εν τέλει δε λειτούργησε και επομένως εκφυλίστηκε σε μια τυπική διαδικασία υποβολής μη δεσμευτικών για τη διοίκηση ενστάσεων στα τελικό στάδια του σχεδιασμού. Παράλληλα οι όποιες αντιθέσεις παρέμειναν αποσπασματικές και αφορούσαν κυρίως μεμονωμένες περιπτώσεις ιδιοκτησιών, μιας και αφενός μεν εξέλιπαν σημαντικές παρεμβάσεις στο χώρο που θα μπορούσαν να εγείρουν ευρύτερες αντιδράσεις, αλλά παράλληλα, και η ευαισθητοποίηση των πολιτών σε θέματα αστικού περιβάλλοντος εκτιμάται ότι ήταν περιορισμένη.

Κατά την πρόσφατη περίοδο, και ειδικότερα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα φαίνεται να ακολουθεί, μάλλον μια πολύπλευρή και πιθανότατα και αντιθετική «bottom up» πορεία στη διαδικασία του χωρικού σχεδιασμού. Γιατί από τη μια πλευρά αυξάνουν οι διαμαρτυρίες και διεκδικήσεις των πολιτών (π.χ. περιπτώσεις ελεύθερων χώρων πρασίνου, Ελληνικό, κλπ) αλλά και οι στοχευμένες δράσεις εθελοντισμού (π.χ. δενδροφυτεύσεις, πυρκαγιές, κλπ), όμως από την άλλη πλευρά, οι αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο πού είτε αφορούν άμεσα στο σύστημα σχεδιασμού (ν 4269/2014) είτε έχουν σημαντικές επιπτώσεις σε αυτό, τείνουν προς τη χαλάρωση των κανόνων και προς την εισαγωγή της έννοιας της «ευελιξίας», κάτι, που χωρίς να εμπίπτει στον προβληματισμό περί συμμετοχικού σχεδιασμού, ανοίγει όμως σημαντικές δυνατότητες για ουσιαστικές και ασυντόνιστες παρεμβάσεις στο χώρο, από πλευράς ιδιωτών.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]Είναι χαρακτηριστικό, ότι το 2013, στο πλαίσιο σχετικού Χρηματοδοτικού Προγράμματος του Πράσινου Ταμεί­ου, με τίτλο «Ολοκλήρωση Πολεοδομικού Σχεδιασμού» και κύριο στόχο τη χρηματοδότηση της ολοκλήρωσης εκ­κρεμών μελετών πολεοδομικού σχεδιασμού πρώτου και δεύτερου επιπέδου, υποβλήθηκαν 232 αιτήματα συνολικού προϋπολογισμού 38,3 εκ. €.

Βιβλιογραφία / πηγές
Ελληνόγλωσση
  • Αγγελίδης Μ. (2000) 'Χωροταξικός σχεδιασμός και βιώσιμη ανάπτυξη', Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα. Αραβαντινός Α. (1998) 'Πολεοδομικός Σχεδιασμός. Για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου', Εκ¬δόσεις Συμμετρία, Αθήνα.
  • ΕΜΠ, ΣΠΕ (1997), Πολεοδομική οργάνωση παρόδιων χρήσεων και σύνδεση με κυκλοφοριακές ρυθμίσε¬ις στο Κύριο Οδικό Δίκτυο, Αθήνα.
  • ΕΜΠ, ΣΠΕ (2000α), Χρήσεις γης στο Κύριο Οδικό Δίκτυο. Επιπτώσεις στον αστικό ιστό, Σεμινάρια Κέντρου Συνεχιζόμενης Εκπαίδευσης ΕΜΠ 1998 - 1999, κείμενα εισηγήσεων, Αθήνα.
  • ΕΜΠ, ΣΠΕ (2000β), Παρόδια πολεοδομική ανάπτυξη κατά μήκος αρτηριών σε εκτός σχεδίου περιοχές της ευρύτερης Αθήνας, Αθήνα.
  • ΕΜΠ, ΣΠΕ (2001), Χρήσεις γης στο κύριο οδικό δίκτυο. Δράσεις για την αντιμετώπιση της γραμμικής παρόδιας δόμησης, ΤΕΕ, Αθήνα.
  • Ένωση Ιατρών Νοσοκομείων Αθήνας - Πειραιά (ΕΙΝΑΠ) (2005) 'Σα δημόσια νοσοκομεία στην Αθήνα και στον Πειραιά. Πορεία στο χρόνο': Αθήνα.
  • Κουδούνη A. (2014), Διοίκηση και αρμοδιότητες χωρικού σχεδιασμού. Θεσμικά ζητήματα σχεδιασμού -Παραδείγματα, Αθήνα (διαθέσιμο στο: http://www.arch.ntua.gr/course_instance/1180).
  • Μέλισσας Δ. (2010) Οι χρήσεις γης, το γενικό πολεοδομικό σχέδιο & η ζώνη οικιστικού ελέγχου, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα.
  • Σερράος Κ. (1998), Οι πολεοδομικές μελέτες σύμφωνα με τις πρόσφατες ρυθμίσεις στην Ελλάδα, στο: Αραβαντινός Α, Πολεοδομικός Σχεδιασμός για μια βιώσιμη ανάπτυξη του αστικού χώρου, Εκδόσεις Συμμετρία, Αθήνα.
  • Σερράος Κ. (2013) 'Ο κυκλοφοριακός εφησυχασμός ως εργαλείο αστικής ανάπλασης'. Στο: Σ. Τσέτσης (επιμέλεια), Πολιτικές βιώσιμης κινητικότητας στα αστικά κέντρα: Παπασωτηρίου / Πράσινο Ταμείο.
  • Σερράος Κ. (2014) 'Οι πρόσφατες ρυθμίσεις για τη μεταρρύθμιση του συστήματος χωρικού σχεδιασμού και το σχεδιασμό των χρήσεων γης'. Στο: Δ. Μέλισσας (επιμέλεια), «Χρήσεις γης» Ρύθμιση του χώρου για την ανάπτυξη: Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών ΕΜΠ, Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας.
  • Σερράος Κ. και Ασπρογέρακας Ε. (2011) 'Οργανωμένες πολεοδομικές αναπτύξεις. Η εμπειρία του Αμ¬βούργου: από τη δεκαετία του 1950 στο πέρασμα στον 21ο αιώνα'. Στο: Αειχώρος, Κείμενα πολεοδο¬μίας, χωροταξίας και ανάπτυξης, πανεπιστημιακές εκδόσεις Θεσσαλίας, 11/2011.


Ξενόγλωσση

  • Allmendinger P., Haughton G., Knieling J., Othengrafen. F. (eds.) (2014) Soft spaces in Europe. Re¬negotiating governance, boundaries and borders: London, Routledge.
  • Chani A. και Serraos K. (2013) 'Approaching Wi-Fi as a new parameter for the planning of public space'. Στο: International Conference on "Changing Cities": Spatial, morphological, formal & socio¬economic dimensions: Skiathos Island 18 - 21.6.2013.
  • Kratzig S., Othengrafen F., Sondermann M. (2014) 'Konflikte, Proteste und die Kultur der Planung'. Στο: Leibniz Universitat Hannover (eds.) Unimagazin.
  • Landeshauptstadt Hannover (LHH), Geschaftsbereich des Oberburgermeisters (2014b). Mein Hannover 2030, Stadtentwicklungskonzept 2013, Spielregeln fur die Beteiligung, Zeitrahmen 2014 bis 2016.
  • Landeshauptstadt Hannover (LHH) 2014, Geschaftsbereich des Oberburgermeisters (2014a). Mein Hanno¬ver 2030, Stadtentwicklungskonzept 2013, Ausgangslage, Handlungsfelder, Dialog. Status quo-Bericht.
  • Othengrafen F. και Sondermann M. (2014) 'Konflikte, Proteste und die Kultur der Planung / Stadtent-wicklung unter veranderten Vorzeichen'. Στο: Othengrafen F., Sondermann M. (eds.) Stadtische Pla-nungskulturen im Spiegel von Konflikten, Protesten und Initiativen: Planungsrundschau 23.
  • Serraos K., Asprogerakas E., Ioannou B. (2009) 'Planning culture and the interference of major events. The recent experience of Athens'. Στο: Knieling J., Othengrafen F. (eds) Planning Cultures in Europe, Decoding Cultural Phenomena in Urban and Regional Planning: Ashgate, Urban and Regional Planning and Development Series.
  • Serraos Κ., Greve Τ., Asprogerakas Ε., Balampanidis D., Chani A. (2015) 'Athens, a capital in crisis. Tracing the spatial impacts'. Στο: Knieling J., Othengrafen F. (eds) Cities in Crisis, Socio-Spatial Impacts of the Economic Crisis in Southern European Cities: London, Routledge.

Διαδικτυακές πηγές

  • Αγγελή Δ. (2014) '«Τσιμέντο να γίνει» και το πάρκο ΚΑΠΑΨ;'. Στο: Εφημερίδα των Συντακτών, 26.10.2014. http://www.efsyn.gr/arthro/tsimento-na-ginei-kai-parko-kapaps. 
  • Αττικό Πράσινο: http://www.attiko-prasino.gr/Default.aspx?tabid=1296&language=el-GR. 
  • Burgerburo Stadtentwicklung Hannover e.V. (BBS): www.bbs-hannover.de 
  • Δίκτυο Οργανώσεων και Πολιτών για το Ιστορικό Κέντρο: http://istorikokentro.gr. 
  • Δίκτυο Πολιτών & Οργανώσεων για ένα βιώσιμο Ιστορικό Κέντρο: Ανοιχτή Συζήτηση:http://www.ellet.gr/node/662 
  • ΕΡΤ Open (Πάρκο ΚΑΠΑΨ: Διακήρυξη του Πολιτιστικού Συλλόγου Άνω Αμπελοκήπων: http://www.ertopen.com/news/ellada/koinwnia/item/30811-parko-kapaps-diakhryxh-toy-politistikoy-syllogoy-anw-ampelokhpwn. 
  • Ισμαηλίδου Ε. (2011) Ναυαρίνου: 'Το πάρκο - πάρκινγκ έκλεισε δύο χρόνια ζωής'. Στο: Το Βήμα, 05.04.2011. http://www.tovima.gr/society/article/?aid=393785. 
  • Κωνσταντάτου Ε. (2015) 'Δίκτυο οργανώσεων ενώνει δυνάμεις για το ιστορικό κέντρο της Αθήνας'.Στο: Το Βήμα, 19.05.2015. http://www.tovima.gr/society/article/?aid=705618 
  • Landeshauptstadt Hannover (LHH): www.meinhannover2030.de
  • Πολιτιστικός Σύλλογος Άνω Αμπελοκήπων: http://www.anoampelokipi.gr/parko-kapaps. 
  • Tempelhofer Feld, Offentlichkeitsbeteiligung, Erstellung eines Entwicklungs- und Pflegeplans (EPP):http://www.stadtentwicklung.berlin.de/umwelt/stadtgruen/tempelhofer_feld/index.shtml 
  • Tempelhofer Feld: https://de.wikipedia.org/wiki/Tempelhofer_Feld 
  • Tempelhofer-Feld: https://tempelhofer-feld.berlin.de/ 
  • Το παρκινγκ τους, πάρκο μας: http://parkingparko.espivblogs.net.
*Η παρούσα εργασία συντάχθηκε στο πλαίσιο του κοινού ελληνο-γερμανικού ερευνητικού προγράμματος IKYDA 2015 «Νέες μορφές διακυβέρνησης και δημοκρατική νομιμοποίηση πολεοδομικών αποφάσεων. Πολιτικές Αστικού σχεδιασμού στο πλαίσιο πρωτοβουλιών και διαμαρτυριών της κοινωνίας των πολιτών», που χρηματοδοτείται από το ΙΚΥ και το DAAD. 

Ελληνική ομάδα ΕΜΠ: Κων. Σερράος (επιστ. υπεύθυνος), Δρ. Ε. Ασπρογέρακας, Π. Βουλέλης, Α. Χαζάπης, Μ. Βογιατζή. 
Γερμανική ομάδα LU Hannover: Frank Othengrafen (επιστ. υπεύθυνος), Dr. P. Steffenhagen, Dipl. G. M. Sondermann, Dipl.-Ing. M. Levin-Keitel και MA S. Kratzig.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου