Τρίτη, 16 Φεβρουαρίου 2016

Αλληλεπιδράσεις οικιστικού δικτύου, οικονομικών δραστηριοτήτων και φυσικού τοπίου

Κατανοώντας τη χωρική αλλαγή στην Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας

#ΑΘΗΝΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΥΤμήμα Μηχανικών Χωροταξίας και Ανάπτυξης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
#ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΕΠΠΑΣΜηχ. Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης
#ΔΗΜΗΤΡΑ ΖΕΚΑΜηχ. Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης

Η ανάπτυξη του οικιστικού δικτύου ιστορικά επηρεάζεται από διάφορους παράγοντες, φυσικογεωγραφικούς και κοινωνικοοικονομικούς, ζήτημα που αποτελεί επίκεντρο πρωτίστως της ιστορικής γεωγραφίας. 
Από την άλλη μεριά, η θεωρία της χωρικής ανάπτυξης και η αστική γεωγραφία επικεντρώνονται στην αλληλεπίδραση αστικού/οικιστικού χώρου και κοινωνικοοικονομικών διεργασιών, ενσωματώνοντας το φυσικό χώρο ως υπόβαθρο χωρικής αναφοράς, δηλαδή ως σταθερή παράμετρο και όχι εν δυνάμει μεταβαλλόμενο στοιχείο και άρα εκ των πραγμάτων συνιστώσα της χωρικής ανάπτυξης. 
Στην Ελλάδα η διάχυση της αστικοποίησης και η αναζήτηση νέων τόπων πρώτης και δεύτερης κατοικίας, η κατασκευή ορισμένων μεγάλων οδικών αξόνων που ανέτρεψαν φυσικές και ιστορικές απομονώσεις μεγάλων περιοχών και η επέκταση δραστηριοτήτων όπως ο τουρισμός και η αναψυχή σε νέες περιοχές πέραν των παραδοσιακών, οδήγησαν σε κρίσιμες αλλαγές ή/και μεταλλάξεις του παραδοσιακού συστήματος οικισμών, καθώς παραλαμβάνουν νέες οικονομικές δραστηριότητες που συχνά σχετίζονται τόσο με τις παραπάνω ευρύτερες χωρικές διεργασίες όσο και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος φυσικού χώρου. Έτσι αυτός ο περιβάλλων φυσικός χώρος, το φυσικό τοπίο των οικισμών, γίνεται ένα δυναμικό μεταλλασσόμενο στοιχείο αλληλεπιδρώντας με το δομημένο χώρο και τις οικονομικές δραστηριότητες ενός τόπου και διαμορφώνοντας νέα συμπλέγματα σχέσεων.
Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας καταλαμβάνει τμήμα του βορειοελλαδικού χώρου στα σύνορα της Χώρας με τη FYROM και την Αλβανία και αποτελεί τη μόνη Περιφέρεια της Χώρας που δεν βρέχεται από θάλασσα. Πρόκειται για μια περιοχή κατ' εξοχήν ορεινή με δριμύ ηπειρωτικό κλίμα, η οποία κατατάσσεται πληθυσμιακά ως η τρίτη μικρότερη Περιφέρεια της Χώρας και η μικρότερη πληθυσμιακά της ηπειρωτικής Χώρας. 

Παρόλα αυτά, ιστορικά χαρακτηρίζεται από μεγάλη πυκνότητα οικιστικού δικτύου, το οποίο από πληθυσμιακή άποψη κατηγοριοποιείται σε ελάχιστα και μικρά αστικά και ημιαστικά κέντρα και σε πολυάριθμους οικισμούς με πληθυσμό κάτω από 2.000 κατοίκους. Με μελέτη περίπτωσης την Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας, η εργασία αποτελεί μια πιλοτική προσπάθεια εξέτασης της σύζευξης ανθρώπινων και φυσικών συστημ, με έμφαση στην αλληλεπίδραση ανάμεσα στο οικιστικό δίκτυο, τις οικονομικές δραστηριότητες και το φυσικό τοπίο, προκειμένου να κατανοηθούν οι χωρικές αλλαγές που παρατηρούνται. Βασικές παράμετροι που εξετάζονται διαδραστικά είναι η διάρθρωση και η πληθυσμιακή εξέλιξη των οικισμών, η χωρική οργάνωση των ζωνών οικονομικών δραστηριοτήτων και τα ειδικότερα εξωστρεφή ή ενδογενή χαρακτηριστικά τους, το ανάγλυφο του εδάφους, οι καλύψεις γης και η φυσική και πολιτιστική κληρονομιά. Η εργασία επισημαίνει ότι κρίσιμα στοιχεία της χωρικής αλλαγής της τελευταίας 20ετίας στις επιμέρους περιφέρειες της χώρας πρέπει να αναζητηθούν στην αλληλεπίδραση οικιστικού δικτύου, οικονομικών δραστηριοτήτων και φυσικού τοπίου.

1. Εισαγωγή: η σύζευξη ανθρώπινου και φυσικού συστήματος στη χωροταξία
H αλληλεπίδραση ανθρώπινων οικισμών και φυσικού χώρου προσέλκυσε το ενδιαφέρον της χωροταξίας τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως μέσα από τη μελέτη της βιώσιμης ανάπτυξης. Αυτή η προσέγγιση έδωσε προτεραιότητα στην περιβαλλοντική ατζέντα δίνοντας δηλαδή περισσότερο βάρος στο περιβαλλοντικό και οικολογικό σκέλος παρά στο κοινωνικοοικονομικό σκέλος της βιώσιμης ανάπτυξης. Η ιστορική γεωγραφία έχει μελετήσει σε βάθος την επίδραση των διαφόρων φυσικογεωγραφικών και κοινωνικοοικονομικών παραγόντων στην ανάπτυξη των οικισμών, αναδεικνύοντας έτσι τη διαμόρφωση των ιστορικών χαρακτηριστικών συγκεκριμένων τόπων, καθώς ιστορικά οι περισσότερες αλληλεπιδράσεις ανθρώπου-φύσης πραγματοποιήθηκαν σε τοπική κλίμακα (Liu et al., 2007a). H θεωρία της χωρικής ανάπτυξης και η αστική γεωγραφία, από την άλλη μεριά, επικεντρώνονται στην αλληλεπίδραση αστικού/οικιστικού χώρου και κοινωνικοοικονομικών διεργασιών είτε ορισμένες φορές αγνοώντας εν τέλει το φυσικό χώρο, είτε τις περισσότερες ενσωματώνοντάς τον ως υπόβαθρο χωρικής αναφοράς, δηλαδή ως σταθερή παράμετρο και όχι εν δυνάμει μεταβαλλόμενο στοιχείο και άρα εκ των πραγμάτων συνιστώσα της χωρικής ανάπτυξης (Goudie, 1986). Η σημασία των σχέσεων ανθρώπινων οικισμών και φυσικού χώρου έχει αναδειχθεί από ορισμένες μελέτες που επικεντρώνονται στο τοπίο, οι οποίες αναδεικνύουν τον περιβάλλοντα φυσικό χώρο και το φυσικό τοπίο των οικισμών ως ένα δυναμικό μεταλλασσόμενο στοιχείο που αλληλεπιδρά με το δομημένο χώρο και τις οικονομικές δραστηριότητες ενός τόπου και διαμορφώνει νέα συμπλέγματα σχέσεων (Antrop, 2004).

Την τελευταία δεκαετία και στο πλαίσιο της ευρύτερης αναζήτησης απαντήσεων για τα ζητήματα της τρωτότητας και ανθεκτικότητας των διαφόρων τόπων ή περιοχών, αρκετές μελέτες επιδιώκουν μια περισσότερο διεπιστημονική προσέγγιση, αλλά και μοντελοποίηση, αυτού που ονομάστηκε από τις μελέτες αυτές ως "συζευγμένα" (coupled) κοινωνικο-οικολογικά ή ανθρώπινα και φυσικά συστήματα (Binder et al., 2013· Liu at al., 2007a- Liu et al., 2007b), προσεγγίσεις με τις οποίες επιδιώκεται ρητά η θεώρηση της διάδρασης μεταξύ κοινωνικού και οικολογικού συστήματος (Binder, 2013). Οι Liu et al. (2007a) αναδεικνύουν το γεγονός ότι οι άνθρωποι συνεχώς αλληλεπιδρούν με τα φυσικά συστήματα, με αποτέλεσμα το σχηματισμό και την ανάπτυξη αυτών που ονομάζουν "συζευγμένα ανθρώπινα και φυσικά συστήματα" (CHANS: coupled human and natural systems), τα οποία χαρακτηρίζονται από την πολυπλοκότητα οργανωτικών, χωρικών και χρονικών συζεύξεων (couplings). Αυτές οι συζεύξεις/συνδέσεις έχουν εξελιχθεί -μέσα από άμεσες και έμμεσες αλληλεπιδράσεις- από τοπικές σε παγκόσμιες κλίμακες και από απλές σε πολύπλοκες δομές και διαδικασίες. Η κατανόηση των συζεύξεων και των χαρακτηριστικών που προκύπτουν από αυτές μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη αποτελεσματικότερων πολιτικών για την οικολογική και κοινωνικοοικονομική αειφορία.

Από τη μελέτη συγκεκριμένων περιοχών σε διάφορα μέρη του κόσμου οι Liu et al. (2007b) διαπίστωσαν ότι τα συζευγμένα συστήματα έχουν διαφορετικό βαθμό ανθεκτικότητας, δηλαδή ικανότητας να διατηρούν παρόμοιες δομές και λειτουργίες μετά από σημαντικές ανατροπές στη συνεχή ανάπτυξη. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι ότι τα CHANS παρουσιάζουν πολλές αναδυόμενες και μοναδικές ιδιότητες, ιδιότητες που δεν ανήκουν σε φυσικά ή ανθρωπογενή συστήματα χωριστά, αλλά προκύπτουν από τις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Οι συζεύξεις εντός και μεταξύ των CHANS λαμβάνουν χώρα σε πολλαπλές χωρικές κλίμακες, που κυμαίνονται από το τοπικό έως το παγκόσμιο επίπεδο, ενώ δεν παραμένουν ίδια μέσα στο χρόνο. Βέβαια, οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των ανθρώπινων και φυσικών συστημάτων σε περιφερειακή και παγκόσμια κλίμακα προσελκύουν όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον επειδή οι ανθρώπινες δραστηριότητες συνδέονται σε παγκόσμιο επίπεδο. Γενικά, η ανθρώπινη επιρροή είναι πλέον τόσο διάχυτη, που μεταβάλλει δραματικά τις εξελικτικές πορείες πολλών άλλων ειδών. Όπως αναφέρουν οι Liu et al. (2007a), ακόμη και οι περιοχές με ρητά ρυθμισμένο από ανθρώπινες επιδράσεις καθεστώς, για παράδειγμα οι προστατευόμενες περιοχές, είναι το αποτέλεσμα ανθρώπινων αποφάσεων και επηρεάζονται από τις συνολικές αποκρίσεις στις ανθρώπινες ενοχλήσεις, όπως η κλιματική αλλαγή.

Στην Ελλάδα, στο πεδίο της χωρικής ανάλυσης η μελέτη των οικισμών επικεντρώθηκε πρωτίστως στην κατανόηση των ιεραρχικών/δικτυακών σχέσεών τους για τον προσδιορισμό χωρικών ενοτήτων σχεδιασμού και προγραμματισμού, στην κατανόηση των χαρακτηριστικών συγκέντρωσης και αποσυγκέντρωσης του συστήματος αστικών οικισμών ή στην κατανόηση της συμβολής τους στα πρότυπα περιφερειακής ανάπτυξης της χώρας (Αγγελίδης, 2000· Λουκάκης και Θεοδωρά, 2005· Pavleas et al., 2005· Coccosis and Psycharis, 2008). Ο τρόπος με τον οποίο επηρεάζει η σύζευξη ανθρώπινου και φυσικού συστήματος ως ενιαίο πεδίο ανάλυσης τα χωρικά χαρακτηριστικά και τα διαχρονικά στοιχεία τρωτότητας ή ανθεκτικότητας μιας περιοχής παραμένει ένα ανοικτό ζήτημα έρευνας, αν και από την άποψη του σχεδιασμού η χωροταξία επιδιώκει από κάθε άποψη ακριβώς την εξισορρόπηση αποφάσεων που αφορούν ταυτόχρονα τον οικιστικό και τον φυσικό χώρο. Η ανάδειξη για παράδειγμα του φυσικού τοπίου ως βασικού στοιχείου στην ατζέντα του χωροταξικού σχεδιασμού, γεγονός που υιοθετήθηκε και στον ελληνικό σχεδιασμό την τελευταία δεκαετία (Παπαγιάννης και Σουριώτου, 2010) θέτει την αναγκαιότητα αυτής της ενιαίας προσέγγισης στην κατανόηση της λειτουργίας του ανθρώπινου και φυσικού συστήματος.

Την τελευταία 25ετία η διάχυση της αστικοποίησης σε μεγάλο μέρος του φυσικού χώρου της χώρας με την αναζήτηση νέων τόπων πρώτης και δεύτερης κατοικίας, η κατασκευή ορισμένων μεγάλων οδικών αξόνων που ανέτρεψαν φυσικές και ιστορικές απομονώσεις μεγάλων περιοχών και η επέκταση δραστηριοτήτων όπως ο τουρισμός και η αναψυχή σε νέες περιοχές πέραν των παραδοσιακών, οδήγησαν σε κρίσιμες αλλαγές ή/και μεταλλάξεις του παραδοσιακού συστήματος οικισμών και των σχέσεών τους με τον φυσικό χώρο, καθώς παραλαμβάνουν νέες οικονομικές δραστηριότητες που συχνά σχετίζονται ταυτόχρονα τόσο με τις παραπάνω ευρύτερες χωρικές διεργασίες όσο και με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φυσικού χώρου.

Με βάση πρωτογενή δεδομένα που συλλέχτηκαν από τους συγγραφείς του παρόντος άρθρου στα πλαίσια εκπόνησης της Μελέτης Αξιολόγησης, Αναθεώρησης και Εξειδίκευσης ΠΠΧΣΑΑ Δυτικής Μακεδονίας και της συνοδευτικής Μελέτης Τοπίου (ΥΠΕΚΑ, 2013α· ΥΠΕΚΑ, 2013β), η παρούσα εργασία αποτελεί μια πιλοτική προσπάθεια εξέτασης της αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο οικιστικό δίκτυο, τις ζώνες οικονομικών δραστηριοτήτων και στο φυσικό τοπίο στο χώρο της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, μέσα στην ευρύτερη προβληματική της σύζευξης ανθρώπινων και φυσικών συστημάτων. Βασικές παράμετροι που εξετάζονται διαδραστικά στην εργασία είναι η διάρθρωση και η πληθυσμιακή εξέλιξη των οικισμών, η χωρική οργάνωση των ζωνών οικονομικών δραστηριοτήτων και τα ειδικότερα εξωστρεφή ή ενδογενή χαρακτηριστικά τους, το ανάγλυφο του εδάφους, οι καλύψεις γης και η φυσική και πολιτιστική κληρονομιά.

2. Το γενικό προφίλ του ανθρώπινου και φυσικού συστήματος της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας

Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο της χώρας και αποτελεί τη μόνη Περιφέρεια της χώρας χωρίς διέξοδο προς τη θάλασσα. Παρά την περιφερειακή ως προς τον εθνικό χώρο θέση της, κατέχει κεντρική θέση στο χώρο των δυτικών Βαλκανίων και αποτελεί φυσική πύλη προς τις συνορεύουσες από τα βορειοδυτικά με την Ελλάδα χώρες (FYROM, Αλβανία). Πρόκειται για μία κατ' εξοχήν ορεινή περιοχή με το 83% του εδάφους της να καλύπτεται από ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις. Γεωμορφολογικά, προσδιορίζεται κυρίως από τους μεγάλους ορεινούς όγκους που τη διατρέχουν (Πίνδος, Βόρρας, Βέρμιο, Πιέρια, Καμβούνια, Χάσια) καθώς και από την ποικιλία υδάτινων πόρων. Ο μεγαλύτερος ποταμός της Ελλάδας, ο Αλιάκμονας, πηγάζει από την Περιφέρεια και διασχίζει την επικράτειά της διερχόμενος από τρεις Περιφερειακές Ενότητες, Καστοριάς, Κοζάνης και Γρεβενών, ενώ διαθέτει πλήθος φυσικών και τεχνητών λιμνών, με σημαντικότερες φυσικές λίμνες την Μεγάλη και Μικρή Πρέσπα, τη λίμνη Καστοριάς, τη Βεγορίτιδα, τη Χειμαδίτιδα, τη Ζάζαρη και τη λίμνη Πετρών και σημαντικότερες τεχνητές λίμνες τις λίμνες Πολυφύτου και Ιλαρίωνα.

Με μόνιμο πληθυσμό 283.689 κατοίκους (απογραφή έτους 2011) είναι μια εν γένει αραιοκατοικημένη περιοχή με μεικτή πυκνότητα της τάξης των 30 κάτ./km2, αρκετά χαμηλότερη από τη μέση μεικτή πυκνότητα της χώρας (81,75 κάτ./km2). Σε σύγκριση με τις υπόλοιπες Περιφέρειες, πληθυσμιακά κατατάσσεται ως η τρίτη μικρότερη της Χώρας (μετά τις Περιφέρειες Βορείου Αιγαίου και Ιονίων Νήσων) και, συνεπώς, η μικρότερη πληθυσμιακά Περιφέρεια της ηπειρωτικής χώρας. Τη δεκαετία 2001-2011, ο συνολικός πληθυσμός της, ο οποίος συγκεντρώνεται σε ποσοστό σχεδόν 50% στην Περιφερειακή Ενότητα (Π.Ε.) Κοζάνης, παρουσίασε αξιοσημείωτη μείωση, μεγαλύτερη μάλιστα από την αντίστοιχη μείωση του πληθυσμού της χώρας.

Η Περιφέρεια διακρίνεται για τον πλούτο των φυσικών της πόρων (ορυκτοί πόροι, υδατικό δυναμικό, δάση), οι οποίοι συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση ωφελειών εθνικής κλίμακας. Στο έδαφός της εντοπίζονται τα μεγαλύτερα λιγνιτικά αποθέματα της χώρας (η αξιοποίηση των οποίων συμβάλλει καθοριστικά στην εθνική παραγωγή ηλεκτρισμού), σημαντικά αποθέματα μεταλλευμάτων, βιομηχανικών ορυκτών και μαρμάρων, ενώ διάσπαρτα υπάρχουν και αρκετά λατομεία αδρανών. Επίσης, στην Περιφέρεια συγκεντρώνεται το 65% των επιφανειακών υδάτων της χώρας (η αξιοποίηση των οποίων συμβάλλει στον ενεργειακό εφοδιασμό της χώρας και στην υποστήριξη παραγωγικών και αστικών δραστηριοτήτων σε διαπεριφερειακό επίπεδο), ενώ τα δάση της, εκτός από σημαντικούς βιότοπους ειδών και παράγοντες προστασίας του ευρύτερου περιβάλλοντος, συνιστούν σημαντικό παραγωγικό κεφάλαιο.

Η μελέτη της περιφερειακής οικονομίας αναδεικνύει μια αντίφαση ανάμεσα σε ένα αυξανόμενο κατά κεφαλή ΑΕΠ και ένα διαχρονικά υψηλό ποσοστό ανεργίας. Μια κατεξοχήν βιομηχανική Περιφέρεια που όμως δεν κατορθώνει να μετατρέψει αυτή την ιδιαιτερότητά της σε πλεονέκτημα για την περιφερειακή αγορά εργασίας. Η Δυτική Μακεδονία εξειδικεύεται στους κλάδους της ενέργειας, της εξόρυξης και της γουνοποιίας, γεγονός που την καθιστά ως μία κατεξοχήν βιομηχανική περιφέρεια και μία από τις περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις πλέον εξειδικευμένες περιφερειακές οικονομίες. Ο κλάδος της ενέργειας σχετίζεται κυρίως με τη δραστηριότητα της ΔΕΗ και τη λειτουργία πέντε Ατμοηλεκτρικών Σταθμών (ΑΗΣ), καθιστώντας την Περιφέρεια ως το σημαντικότερο ηλεκτροπαραγωγικό κέντρο της Χώρας και μία κατά βάση εξαγωγική περιφερειακή οικονομία στενά συσχετισμένη με εθνικού επιπέδου αποφάσεις. Μάλιστα, παρόλο που το ποσοστό της παραγόμενης από λιγνίτη ενέργειας μειώνεται σταδιακά, στην Περιφέρεια εξακολουθεί να παράγεται το ήμισυ της ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Ο κλάδος της εξόρυξης ορυκτών πόρων αποτελεί οικονομικό κλάδο της Περιφέρειας με εθνική διάσταση, ενώ τα μεταλλεύματα και τα λοιπά βιομηχανικά ορυκτά που εξορύσσονται στο χώρο της συνιστούν πρώτες ύλες με σημαντική εμπορική δυναμική και εξαγωγικό προσανατολισμό. Σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό έχουν επίσης οι λατομικές δραστηριότητες, δημιουργώντας έτσι εισοδήματα στα τοπικά κοινωνικοοικονομικά συστήματα.

Τον εξαγωγικό χαρακτήρα της Περιφέρειας ενισχύει ο παραδοσιακός κλάδος της γουνοποιίας που διαμόρφωσε μια εξειδίκευση συγκεκριμένων περιοχών και ανθρώπινου δυναμικού σε αυτές. Πρόκειται για έναν κλάδο με απευθείας συνδέσεις και εξαρτήσεις από την παγκόσμια ζήτηση που άλλοτε ενισχύει την ανθεκτικότητα της Περιφέρειας σε σχέση με την εθνική οικονομία, και άλλοτε την τρωτότητά της λόγω των διακυμάνσεων στην παγκόσμια αγορά. Έτσι, στην πρόσφατη περίοδο της οικονομικής κρίσης αρχικά παρατηρούνταν μεγάλη ανάπτυξη της εκτροφής γουνοφόρων ζώων λόγω αύξησης των τιμών του δέρματος ενώ την τελευταία διετία παρατηρείται μεγάλη πτώση του κλάδου στις διεθνείς αγορές.

Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και μετά, η Περιφέρεια άρχισε να αναδεικνύεται ως ένας από τους σημαντικούς πόλους χειμερινού και εναλλακτικού τουρισμού, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας σε κάποιες ζώνες και συνεπώς, την επίτευξη μιας μικρής διαφοροποίησης της οικονομίας. Το ιδιαίτερα αξιόλογο φυσικό περιβάλλον και η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά σε συνδυασμό με τη δραστική βελτίωση της προσβασιμότητας με την ολοκλήρωση της Εγνατίας Οδού αποτέλεσαν τη βάση για σημαντικές δυνατότητες τουριστικής εκμετάλλευσης. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια καταγράφονται σημαντικές ενδείξεις ανάπτυξης συγκεκριμένων παραγωγικών κλάδων του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα.

Οι ζώνες φυσικών συστημάτων της Περιφέρειας διακρίνονται από συνέχεια, έχουν μεγάλη οικολογική και αισθητική αξία και διέπονται από ποικίλο καθεστώς προστασίας (οικοσυστήματα διεθνούς ενδιαφέροντος, οικοσυστήματα που εντάσσονται σε Ευρωπαϊκά δίκτυα προστασίας και ευρείες ζώνες οικοσυστημάτων που καθορίζονται θεσμικά ως Εθνικοί Δρυμοί και Εθνικά Πάρκα). Επίσης, καταγράφεται μεγάλος αριθμός αξιόλογων οικισμών (οι οποίοι είναι είτε μεμονωμένοι είτε απαντώνται σε συγκεντρώσεις μικρότερων οικισμών με κοινά πολιτισμικά χαρακτηριστικά), καθώς και αρχαιολογικών χώρων και μνημείων (η πλειονότητα των οποίων συγκεντρώνεται στις Π.Ε. Κοζάνης και Καστοριάς). Κυρίαρχη κάλυψη του εδάφους είναι η δασοκάλυψη, ενώ οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αντιπροσωπεύουν το ένα τρίτον της έκτασής της. Η χρήση της εξόρυξης ορυκτών πόρων και μεταλλευτικών δραστηριοτήτων καταγράφεται σε μεγάλες ζώνες, αλλά και σε κάποιες μικρότερες περιοχές.

3. Ανάλυση   διάδρασης   συστημάτων   οικισμών,   φυσικού   χώρου   και οικονομικών δραστηριοτήτων
Παρακάτω αναλύονται σε τρεις υποενότητες, η χωρική διάρθρωση του οικιστικού δικτύου και η πληθυσμιακή εξέλιξή του, η συσχέτιση του οικιστικού δικτύου με βασικά στοιχεία του φυσικού χώρου και η συσχέτιση των οικισμών με τις διαμορφούμενες μέσα στο χρόνο ζώνες οικονομικών δραστηριοτήτων.

3.1. Διάρθρωση του οικιστικού δικτύου και εξέλιξη πληθυσμού
Με βάση την απογραφή πληθυσμού 2011, το οικιστικό δίκτυο της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας συγκροτείται από 557 οικισμούς, με μέσο μέγεθος περίπου 509 κατοίκους ανά οικισμό. Στον Πίνακα 1 και στο Σχέδιο 1 παρουσιάζονται οι οικισμοί κατά τάξη μεγέθους πληθυσμού.


Παρατηρείται ότι, εκτός από 21 ακατοίκητους οικισμούς, η συντριπτική πλειονότητα των υπολοίπων οικισμών (519 οικισμοί) έχει πληθυσμό κάτω από 2.000 άτομα και συγκεντρώνει το 43,82% του πληθυσμού της Περιφέρειας. Στην ενδιάμεση κατηγορία των 2.001-5.000 κατοίκων ανήκουν μόνο 10 οικισμοί με μέσο μέγεθος πληθυσμού όχι περισσότερο από 3.000 άτομα. Μόνον δύο οικισμοί έχουν πληθυσμό 5.001-10.000 κατοίκους και συγκεκριμένα η Σιάτιστα στην Π.Ε. Κοζάνης και το Άργος Ορεστικό στην Π.Ε. Καστοριάς. Τα αστικά κέντρα άνω των 10.000 κατοίκων είναι συνολικά 5, χαρακτηρίζονται από μικρή πληθυσμιακή βάση και συγκεντρώνουν το 41,38% του συνολικού πληθυσμού της Περιφέρειας. Πρόκειται για τις έδρες των 4 Περιφερειακών Ενοτήτων (Κοζάνη, Καστοριά, Γρεβενά και Φλώρινα) και την Πτολεμαΐδα στην Π.Ε. Κοζάνης. Επομένως, η Περιφέρεια χαρακτηρίζεται από μεγάλη πυκνότητα οικιστικού δικτύου, το οποίο από πληθυσμιακή άποψη κατηγοριοποιείται σε ελάχιστα και μικρά αστικά και ημιαστικά κέντρα και σε πολυάριθμους οικισμούς με πληθυσμό κάτω από 2.000 κατοίκους.

Στα Σχέδια 2 και 3 φαίνεται η μεταβολή του πληθυσμού τις δεκαετίες 1991-01 και 2001-11. Τη δεκαετία 1991-2001 τα αστικά κέντρα της Περιφέρειας (κατηγορίες 10.001-20.000 κάτ. και άνω των 20.000 κατ.) παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση με εξαίρεση την Καστοριά (κατηγορία 10.001-20.000 κάτ.), στην οποία σημειώθηκε πληθυσμιακή μείωση. Όσον αφορά τους δύο οικισμούς της κατηγορίας 5.001-10.000 κάτ., και οι δύο στη ζώνη της γούνας μαζί με την Καστοριά, μόνον το Άργος Ορεστικό παρουσίασε αύξηση του πληθυσμού ενώ αντιθέτως η Σιάτιστα παρουσίασε μείωση. Στην πλειονότητα των οικισμών της κατηγορίας 2.001-5.000 κάτ. σημειώθηκε πληθυσμιακή αύξηση, ενώ στους οικισμούς που ανήκουν στις υπόλοιπες μικρότερες κατηγορίες (κάτω των 2.000 κατ.) σημειώθηκε, ως επί το πλείστον, μείωση. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι στην πλειονότητα των μικρών ορεινών οικισμών του Δήμου Γρεβενών πραγματοποιήθηκε αύξηση του πληθυσμού, όπως και στην πλειονότητα των οικισμών της περιοχής Πρεσπών, δηλαδή στις ζώνες που εμφάνιζαν μια σχετική δυναμική στον τομέα του τουρισμού. Αντιθέτως, στους οικισμούς του Βοίου και του Ασκίου παρατηρήθηκε πληθυσμιακή μείωση γεγονός που ενίσχυσε την ιστορική τους συρρίκνωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο Δήμο Κοζάνης οι οικισμοί που παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση συγκεντρώνονται κυρίως γύρω από την πόλη της Κοζάνης. Κάτι ανάλογο παρατηρείται και στο Δήμο Φλώρινας, αν και σε μικρότερο βαθμό, με τους πληθυσμιακά αυξανόμενους οικισμούς να βρίσκονται σε κοντινή απόσταση από την πόλη της Φλώρινας.

Μια γενικότερη αίσθηση που προκύπτει είναι ότι οικισμοί οι οποίοι είχαν τις μεγαλύτερες απώλειες σε πληθυσμό τις προηγούμενες δεκαετίες και είναι κυρίως οι πιο απομακρυσμένοι οικισμοί και ως επί το πλείστον ορεινοί, τη δεκαετία 1991-2001 αυξάνουν τον πληθυσμό τους. Τα αίτια αυτής της πληθυσμιακής αύξησης θα πρέπει να αναζητηθούν, πρώτον, στην αλλαγή των παραγωγικών δραστηριοτήτων της περιοχής, κυρίως στην ανάπτυξη της περιφερειακής τουριστικής οικονομία όπως αναλύεται παρακάτω (η οποία ακολουθήθηκε και από την βελτίωση της πρόσβασης στους οικισμούς), και δεύτερον στην κλιματική αλλαγή, με τη μείωση των χιονοπτώσεων και τη μικρή αύξηση της θερμοκρασίας στους ορεινούς οικισμούς, καθιστώντας ευκολότερη τη διαβίωση σε αυτούς ιδιαίτερα τους χειμερινούς μήνες. 
Επίσης, την περίοδο αυτή οι πόλεις, εκτός από την αύξηση των κεντρικών πυρήνων τους, αρχίζουν να προσελκύουν πληθυσμό στους περιμετρικούς οικισμούς τους.

Περνώντας στη δεκαετία 2001 -2011, όλα τα αστικά κέντρα της Περιφέρειας (κατηγορίες 10.001-20.000 κάτ. και άνω των 20.000 κατ.) παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση. Όσον αφορά τους δύο οικισμούς της κατηγορίας 5.001-10.000 κάτ., παρουσίασαν και οι δύο μείωση, ενώ τέσσερις στους δέκα οικισμούς της κατηγορίας 2.001-5.000 κατ. σημείωσαν πληθυσμιακή αύξηση. Στους οικισμούς που ανήκουν στις υπόλοιπες μικρότερες κατηγορίες (κάτω των 2.000 κατοίκων) παρατηρήθηκε, ως επί το πλείστον, όπως και την προηγούμενη δεκαετία, πληθυσμιακή μείωση. Εξαίρεση συνεχίζουν να αποτελούν ορισμένοι ορεινοί οικισμοί του Δήμου Γρεβενών, στους οποίους σημειώθηκε αύξηση του πληθυσμού. Πληθυσμιακή αύξηση παρουσίασαν επίσης και ορισμένοι μικροί οικισμοί του Δήμου Ορεστίδος. Επισημαίνεται ότι στους Δήμους Κοζάνης και Καστοριάς, όσοι οικισμοί παρουσίασαν πληθυσμιακή αύξηση συγκεντρώνονται κυρίως γύρω από τις πόλεις της Κοζάνης και της Καστοριάς.

Η γενικότερη αίσθηση που προκύπτει από την εξέλιξη του πληθυσμού τη δεκαετία 2001 -11 είναι ανάλογη με την προηγούμενη δεκαετία, αλλά με μικρότερη δυναμική, καθώς επηρεάζεται από τις γενικότερες τάσεις μείωσης του πληθυσμού. Δηλαδή, κάποιοι ορεινοί και απομακρυσμένοι οικισμοί καθώς και οι πόλεις και οι περιμετρικοί τους οικισμοί εξακολουθούν να αυξάνουν τον πληθυσμό τους και παρά τις τάσεις μείωσης του πληθυσμού και στην Περιφέρεια σε ποσοστό μεγαλύτερο της χώρας.

3.2. Συσχέτιση οικιστικού δικτύου και φυσικού χώρου
Η μελέτη της συσχέτισης οικιστικού δικτύου και φυσικού χώρου στηρίζεται στην Τελική Έκθεση του Προγράμματος European Landscape Character Areas (Wascher, 2005), η οποία επεξεργάζεται μια μεθοδολογία για την τυπολόγηση χαρακτηριστικών του τοπίου.

Η Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας είναι μια κατεξοχήν ορεινή περιοχή. Η πεδινή ζώνη καταλαμβάνει περίπου το 17% της συνολικής έκτασης, το ημιορεινό τμήμα είναι περίπου το 31% και το ορεινό τμήμα το 52%. Η πλέον ορεινή Περιφερειακή Ενότητα είναι αυτή των Γρεβενών με το πεδινό της τμήμα να καταλαμβάνει μόλις το 7% της συνολικής έκτασης. Στον αντίποδα, οι Περιφερειακές Ενότητες Φλώρινας και Κοζάνης είναι οι πλέον πεδινές με ποσοστά 26% και 23% αντίστοιχα. Σε σχέση με τις υψομετρικές ζώνες, το 2,92% της έκτασης βρίσκεται σε υψόμετρο κάτω από 400 μ., το 44,73% της έκτασης βρίσκεται μεταξύ 400 και 800 μ. ενώ το υπόλοιπο 52,35% της έκτασης βρίσκεται σε υψόμετρο πάνω από 800 μ. Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας που βρίσκεται κάτω από την ισοϋψή των 200 μ.

Σε όλη σχεδόν την έκταση της Περιφέρειας παρατηρείται αξιοσημείωτη πυκνότητα οικισμών. Χρησιμοποιώντας ένα buffer zone ακτίνας 3 km από κάθε οικισμό προκύπτει ότι το οικιστικό δίκτυο της Περιφέρειας είναι πολύ πυκνό και καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της, με πάρα πολύ μεγάλες αλληλεπικαλύψεις αυτών ζωνών οικισμών, όπως παρουσιάζεται στο Σχέδιο 4 που καταγράφει τη συσχέτιση οικισμών με το ανάγλυφο του εδάφους (υψομετρικές ζώνες) και με την κάλυψη του εδάφους (βάσει του Corine Land Cover).

Συγκρίνοντας την κατανομή των οικισμών σε σχέση με το υψόμετρο, το οικιστικό δίκτυο της Περιφέρειας καλύπτει με σημαντική πυκνότητα όλες τις ορεινές (800-1.500 μ.), τις ημιορεινές (400-800 μ.) και τις πεδινές περιοχές (100-400 μ.). Οι μόνες περιοχές που δεν καλύπτονται από οικιστικό δίκτυο είναι οι μικρές ζώνες των πολύ ορεινών περιοχών, υψομέτρου άνω των 1.500 μ. Όπως φαίνεται και στο Σχέδιο 4, ορεινές ζώνες 800-1.500 μ. που δεν καλύπτονται από οικιστικό δίκτυο είναι μια ζώνη στο Άσκιο-Βούρινο, μια ζώνη στο Γράμμο-Σμόλικα και οι δυτικές παρυφές του Βόρα. Οι ορεινοί οικισμοί της ζώνης 800-1.500 μ. που φαίνεται να είναι σε σχετικά μεγάλη απόσταση από τα πυκνά συμπλέγματα οικισμών είναι οι οικισμοί Γράμμος, Πεντάλοφος, Επταχώρι, Σαμαρίνα και Βίγλα. Επισημαίνεται ότι ο Γράμμος είναι σήμερα ακατοίκητος ενώ η Βίγλα δεν συνιστά οικισμό, αλλά θέση χιονοδρομικού κέντρου.

Βάσει των υψομετρικών ζωνών καταγράφονται επίσης 20 οικισμοί στη ζώνη 0-400 μ., η οποία είναι στην πραγματικότητα ζώνη 200-400 μ.. Όλοι αυτοί οι οικισμοί βρίσκονται γύρω από την Λίμνη Πολυφύτου και αποτελούν μόνο το 3,59% του συνόλου των οικισμών της Περιφέρειας. Στην υψομετρική ζώνη των 400-800 μ. βρίσκεται η πλειονότητα των οικισμών και συγκεκριμένα 346 οικισμοί, ποσοστό 62,12% των οικισμών της Περιφέρειας. Στη ζώνη των 800 και άνω μέτρων βρίσκονται 191 οικισμοί, που αποτελούν περισσότερο από το 1/3 των οικισμών της Περιφέρειας (34,29%), δηλαδή ένας πολύ σημαντικός αριθμός οικισμών που αποδεικνύει την ιστορική εξάρτηση των οικισμών με τις παραγωγικές δραστηριότητες της ορεινής ζώνης της περιοχής.

Όσον αφορά τη σχέση οικισμών και κάλυψης του εδάφους, το οικιστικό δίκτυο της Περιφέρειας αναπτύσσεται τόσο σε δασικές όσο και σε γεωργικές εκτάσεις. Όπως προκύπτει από το Σχέδιο 4, οι περιοχές της Περιφέρειας που δεν καλύπτονται από οικιστικό δίκτυο είναι ορισμένες ζώνες δασικών εκτάσεων στον άξονα Γράμμος-Σμόλικα-Β. Πίνδος, χέρσες εκτάσεις ή με αραιή βλάστηση στο όρος Άσκιο, καθώς και εκτάσεις γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας στην περιοχή μεταξύ Κοζάνης και Πτολεμαΐδας.

Σε όλη την Περιφέρεια καταγράφηκαν 40 αξιόλογοι οικισμοί (συμπεριλαμβανομένων και των χαρακτηρισμένων ως παραδοσιακών). Σε σχέση με το υψόμετρο, αυτοί οι οικισμοί είναι στην πλειονότητα τους ορεινοί, καθώς βρίσκονται σε περιοχές με υψόμετρο 800-1.500 μ., ενώ επτά οικισμοί είναι ημιορεινοί, καθώς βρίσκονται σε περιοχές με υψόμετρο 400-800 μέτρων. Όπως φαίνεται στο Σχέδιο 5, οι συγκεντρώσεις των αξιόλογων και παραδοσιακών οικισμών παρατηρούνται κυρίως στις ορεινές περιοχές και σε μικρότερο βαθμό στις πεδινές περιοχές.

Τέλος, σε σχέση με την κάλυψη του εδάφους η πλειονότητα των αξιόλογων και παραδοσιακών οικισμών της Περιφέρειας (23), βρίσκεται σε δασώδεις περιοχές, οι 12 σε αγροτικές και οι 5 σε παραλίμνιες περιοχές (Σχέδιο 5). Οι συγκεντρώσεις των αξιόλογων και παραδοσιακών οικισμών τις ορεινές καθώς και σε δασώσεις περιοχές σχετίζεται πρωτίστως με την ιστορία γεωγραφία της περιοχής και τη συνεπαγόμενη σύζευξη ορεινού και οικιστικού χώρου στην επικράτεια της Δυτικής Μακεδονίας.

3.3. Συσχέτιση οικισμών και ζωνών οικονομικών δραστηριοτήτων
Οι οικονομικές δραστηριότητες αναπτύχθηκαν μέσα στην εξέλιξη του χρόνου σε επιμέρους δυναμικές ζώνες οικονομικών δραστηριοτήτων που ναι μεν αλληλεπικαλύπτονται σε διάφορες περιοχές, γίνονται ωστόσο εύκολα ευδιάκριτες σε μεγάλο μέρος τους (Σχέδιο 6).

Στον πρωτογενή τομέα, οι ζώνες αυτές προσδιορίστηκαν κυρίως βάσει των παραγόμενων προϊόντων και δεν συνιστούν αυτόνομες αγροτικές ενότητες, αλλά εντοπίζονται σε διάφορα σημεία του γεωγραφικού χώρου της Περιφέρειας, ενώ όπως αναφέρθηκε μεταξύ τους μπορεί να αλληλεπικαλύπτονται. Όσον αφορά τους γεωργικούς κλάδους, αναπτύσσονται στις χαμηλότερες υψομετρικά και με ηπιότερες κλίσεις περιοχές, με εξαίρεση την περιοχή των Πρεσπών, όπου στο τμήμα με τις ηπιότερες κλίσεις αναπτύσσεται η καλλιέργεια των φασολιών. Οι κτηνοτροφικές ζώνες αναπτύσσονται κυρίως σε υψηλότερες υψομετρικές ζώνες εκτός από την εκτροφή γουνοφόρων ζώων που αναπτύσσεται στον άξονα της Σιάτιστας-Καστοριάς. Οι δυναμικές ζώνες του δευτερογενούς τομέα σχετίζονται με τους κλάδους της ενέργειας, της εξόρυξης και της γουνοποιίας. Οι ζώνες ανάπτυξης της εξόρυξης, όσον αφορά τον λιγνίτη αναπτύσσονται στην λεκάνη Πτολεμαΐδας-Φλώρινας και σε μερικές ακόμα διάσπαρτες περιοχές κυρίως στις Π.Ε. Κοζάνης και Φλώρινας. Όσον αφορά τη λοιπή εξόρυξη μεταλλευμάτων και βιομηχανικών ορυκτών και τη λατομική δραστηριότητα, οι ζώνες ανάπτυξης βρίσκονται διάσπαρτες στο σύνολο της Περιφέρειας. Ο κλάδος της ενέργειας, ο οποίος σχετίζεται με τον κλάδο της εξόρυξης λιγνίτη, αναπτύσσεται παράλληλα με αυτόν και πιο συγκεκριμένα στον άξονα Κοζάνη-Πτολεμαΐδα-Αμύνταιο-Μελίτη, στον οποίο λειτουργούν οι μεγάλες θερμοηλεκτρικές μονάδες παραγωγής ενέργειας. Ο κλάδος της γουνοποιίας, επίσης αναπτύσσεται σε συσχέτιση με τον κλάδο εκτροφής γουνοφόρων ζώων στον άξονα Σιάτιστα-Καστοριά. Οι περισσότερο δυναμικές ζώνες της Περιφέρειας στον τριτογενή τομέα σχετίζονται με τον τουρισμό και αποτελούν ζώνες ήπιου και εναλλακτικού τουρισμού με περιθώρια περαιτέρω ανάπτυξής του. Οι ζώνες ανάπτυξης που σχετίζονται με τους λοιπούς κλάδους, όπως εμπόριο και κοινωνικές υποδομές, αναπτύσσονται ως επί το πλείστον στις πόλεις της Περιφέρειας και κυρίως στην πόλη της Κοζάνης. Η ανάπτυξη αυτών των κλάδων είναι ουσιαστικά σημειακή και επομένως δεν έχει την ίδια βαρύτητα στην συσχέτιση των επιδράσεων με τους λοιπούς παράγοντες παρά μόνο με τη δυναμική των οικισμών.

Μια συγκέντρωση οικονομικών δραστηριοτήτων του πρωτογενούς και του δευτερογενούς τομέα παρατηρείται στον ανατολικό άξονα της Περιφέρειας, άξονας Κοζάνη-Πτολεμαΐδα-Αμύνταιο-Φλώρινα. Στον άξονα αυτό παρατηρείται μεγάλη σε αριθμό συγκέντρωση οικισμών αλλά και μεγάλη πληθυσμιακά συγκέντρωση, αφού βρίσκονται εκεί οι τρεις πληθυσμιακά μεγαλύτεροι οικισμοί της Περιφέρειας. Γενικότερα, οι δυναμικές ζώνες των οικονομικών δραστηριοτήτων αναπτύσσονται σε περιοχές με συγκέντρωση οικισμών ακόμα και αν αυτοί δεν παρουσιάζουν πληθυσμιακή δυναμική. Οι λιγότερο δυναμικές ζώνες σχετίζονται με την κτηνοτροφία και εντοπίζονται στις περιοχές της Δεσκάτης και του Λιβαδερού, περιοχές μακριά από σημαντικούς οδικούς άξονες και με έντονη εξάρτηση από την Περιφέρεια Θεσσαλίας.

Τη δεκαετία 1991 -2001, στην οποία η πληθυσμιακή μεταβολή της Περιφέρειας και όλων των Περιφερειακών Ενοτήτων ήταν θετική, παρατηρείται αύξηση του πληθυσμού των οικισμών που εντάσσονται στις δυναμικές ζώνες τουρισμού ακόμα και αν πρόκειται για πολύ μικρούς οικισμούς, όπως η περιοχή των Πρεσπών και η περιοχή των ορεινών Γρεβενών-Βορείου Πίνδου. Αντίθετα, παρατηρείται μείωση του πληθυσμού στις περιοχές που αναπτύσσονται αποκλειστικά ως κτηνοτροφικές ζώνες. Στις ζώνες ανάπτυξης του δευτερογενούς τομέα και στις ζώνες της αγροτικής ανάπτυξης δεν παρατηρείται μια γενική τάση, καθώς αλλού καταγράφονται θετικές μεταβολές και αλλού αρνητικές. Οι θετικές μεταβολές εντοπίζονται, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, στους οικισμούς περιμετρικά των πόλεων.

Τη δεκαετία 2001 -2011 στην οποία η πληθυσμιακή μεταβολή της Περιφέρειας και όλων των Περιφερειακών ενοτήτων είναι αρνητική, παρατηρείται μείωση του πληθυσμού στο σύνολο των ζωνών των οικονομικών δραστηριοτήτων. Η μόνη περιοχή (η οποία εντάσσεται σε δύο ζώνες, τουρισμού και κτηνοτροφίας) που φαίνεται ότι αντιστάθηκε στη μείωση του πληθυσμού είναι η περιοχή των ορεινών Γρεβενών-Βόρειας Πίνδου. Πρόκειται για την περιοχή στην οποία η αύξηση της επισκεψιμότητας του φυσικού της χώρου και η ανάπτυξη της τουριστικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τη δραστική βελτίωση της προσπελασιμότητας της περιφέρειας από μεγαλύτερα κέντρα (Θεσσαλονίκη, Ιωάννινα)και εν γένει από τη λοιπή χώρα, συνιστά μια από τις σημαντικότερες χωρικές αλλαγές της περιόδου 1991 -2011.

4. Συμπεράσματα
Η μελέτη της αλληλεπίδρασης οικιστικού δικτύου, οικονομικών δραστηριοτήτων και φυσικού χώρου/τοπίου στην οποία επικεντρώθηκε η παρούσα εργασία μπορεί να συμβάλλει στην κατανόηση της χωρικής αλλαγής και των ειδικών χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων που αυτή λαμβάνει σε επιμέρους τόπους. Οι αλληλεπιδράσεις και ανατροφοδοτήσεις μεταξύ ανθρώπινων και φυσικών συστημάτων είναι ιδιαίτερα πολύπλοκες, ενώ σήμερα η σύζευξή τους διέρχεται πρωτοφανείς και γρήγορες αλλαγές και βιώνει ακόμη στενότερους δεσμούς σε πολλαπλές κλίμακες (Liu at al., 2007α).

Στην περιοχή της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας εντοπίστηκαν αλλαγές τα τελευταία 20¬25 χρόνια που διαφοροποιούν το κοινό πρότυπο χωρικών τάσεων ως προς τη θέση, το μέγεθος, την ταξινόμηση, το βαθμό αστικότητας, τη φυσική ή λειτουργική απομόνωση, την προσβασιμότητα κλπ. των οικισμών φέρνοντας στο προσκήνιο ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις σε σχέση με το φυσικό χώρο και τη δυναμικότητα που αυτός διαμορφώνει σε συνάρτηση με την ανθρώπινη επέμβαση (κατοίκηση-πληθυσμιακή εξέλιξη και οικονομικές δραστηριότητες). Έτσι, για παράδειγμα, μπορεί σε ένα τμήμα της Περιφέρειας (ζώνη εξόρυξης) η ανάπτυξη του δευτερογενούς τομέα να έχει συμβάλλει στη διαμόρφωση ενός άξονα συγκέντρωσης πληθυσμού και δυναμικότερης πληθυσμιακής εξέλιξης, όμως καταγράφονται και θετικές εξελίξεις σε μικρές ζώνες που - αν και απαρτίζουν τον παραδοσιακά περισσότερο απομονωμένο και ορεινό χώρο -προσέλκυσαν επισκέπτες και τουριστική δραστηριότητα βοηθούμενες επιπλέον από τη βελτίωση της προσβασιμότητας και άλλους παράγοντες οι οποίοι επέτρεψαν και τη μόνιμη κατοίκηση σε περιοχές όπου αυτή είχε μειωθεί δραστικά στο παρελθόν. Αντιθέτως, παρόμοιες αλλαγές δεν παρατηρούνται ούτε στο δεύτερο άξονα του δευτερογενούς τομέα (άξονας γουνοποιίας) ούτε σε άλλες ζώνες με σημαντική τουριστική και αγροτική δραστηριότητα (Πρέσπες), τάσεις που υποδεικνύουν ότι αυτές οι εξελίξεις είναι περισσότερο πολύπλοκες και διαφοροποιημένες.
Βέβαια, όπως συζητά η σχετική βιβλιογραφία που εξετάστηκε στην εισαγωγή, η μελέτη της σύζευξης ανθρώπινων και φυσικών συστημάτων πρέπει να διερευνήσει σε βάθος και κυρίως συγκριτικά τις οργανωτικές, χωρικές και χρονικές διαστάσεις αυτής της σύζευξης μέσα από τις οποίες μπορούν να κατανοηθούν κρίσιμα ζητήματα, όπως η τρωτότητα και η ανθεκτικότητα των επιμέρους τόπων, και φυσικά να διαμορφωθούν στρατηγικές χωρικής ανάπτυξης με περισσότερο ολοκληρωμένες και περιεκτικές ατζέντες και λιγότερο μονοδιάστατες αποκρίσεις, προκειμένου να διαμορφωθούν βιώσιμα και παραγωγικά συγχρόνως χωρικά συστήματα.

Βιβλιογραφία 
Ελληνόγλωσση

  • Αγγελίδης, Μ. (2000), Χωροταξικός Σχεδιασμός και Βιώσιμη Ανάπτυξη. Αθήνα: Συμμετρία
  • Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) (ανάδοχοι: Γιαννακού, A. και Μουτσιάκης,E.) (2013α), Μελέτη Αξιολόγησης, Αναθεώρησης & Εξειδίκευσης ΠΠΧΣΑΑ Δυτικής Μακεδονίας 
  • Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής (ΥΠΕΚΑ) (ανάδοχοι: Γιαννακού, Α. και Μουτσιάκης,Ε.) (2013β), Μελέτη Αξιολόγησης, Αναθεώρησης & Εξειδίκευσης ΠΠΧΣΑΑ Δυτικής Μακεδονίας-Μελέτη Τοπίου
  • Παπαγιάννης, Θ., Σορώτου, Α. (επιμ.) (2010). Σε Αναζήτηση του Ελληνικού Τοπίου. Αθήνα: Μεσογειακό Ινστιτούτο για τη Φύση και τον Άνθρωπο (Med-INA) 
  • Περιφέρεια Δυτικής Μακεδονίας (2008), Δυτική Μακεδονία: Ιστορία και Πολιτισμός. Αθήνα Τσότσος, Γ. (2012), Ιστορική Γεωγραφία της Δυτικής Μακεδονίας: Το Οικιστικό Δίκτυο 14ος-17ος αιώνας,Πειραιάς: Αντ. Σταμούλης
Ξενόγλωσση
  • Antrop Μ. (2004), Landscape change and the urbanization process in Europe, Landscape and Urban Planning, 67: 9-26.
  • Binder, C. R., Hinkel, J., Bots, P.W.G., Pahl-Wostl, C. (2013), 'Comparison of frameworks for analyzing social-ecological systems', Ecology and Society 18(4): 26. http://dx.doi.org/10.5751/ES-05551-180426
  • Coccosis, H. and Psycharis, Y. (2008), Regional Analysis and Policy: The Greek Experience. Heidelberg: Physica-Verlag
  • Goudie, A.S. (1986), 'The integration of human and physical geography', Transactions of the Institute of British Geographers, 11 (4), 454-458
  • Liu, J.G., Dietz, T., Carpenter, S. et al. (2007α), 'Coupled human and natural systems', Ambio, 38 (8), 639¬649
  • Liu, J.G, Dietz, T., Carpenter, S.R., et al. (2007β), 'Complexity of coupled human and natural systems', Science 317, 1513-1516
  • Pavleas, S., Petrakos, G., Anagnostou, A. (2005), 'The Greek Urban System: Concentration or Deconcentration, and estimation of metropolitan concentration' , in Eckardt, F. and Hassenpflug, D. (eds), The City and the Region. Frankfurt: Peter Lang, 117-142
  • Wascher, D.M. (ed.) (2005), European Landscape Character Areas: Typologies, Cartography and Indicators for the Assessment of Sustainable Landscapes, Final Project Report. EU Accompanying Measure Project, European Landscape Character Assessment Initiative (ELCAI), 5th Framework Programme on Energy, Environment and Sustainable Development

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου