Λάρισα: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing και Branding του Τόπου

Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Όψεις οικειοποίησης των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου στο λεκανοπέδιο

#Δ. ΛΙΑΜΕΤΗ, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ
#E. ΝΤΑΦΑ, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ
#E. ΣΠΑΝΟΓΙΑΝΝΗ, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ
#Γ. ΧΑΛΑΡΗΣ, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ
#Σ. ΧΑΛΔΕΖΟΥ, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΕΜΠ

Η συγκεκριμένη έρευνα έχει ως αντικείμενο τους ελεύθερους χώρους του λεκανοπεδίου Αθηνών και τις διαφορετικές όψεις οικειοποίησης τους. Έχοντας παρατηρήσει τον κατακερματισμό, τη συρρίκνωση και την απαξίωση των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου του λεκανοπεδίου, σε συνδυασμό με την έλλειψη οικειοποίησης τους από τους κατοίκους, μελετούμε διαφορετικές όψεις ελεύθερων χώρων, με σκοπό να εντοπιστούν οι ομοιότητες αλλά και οι διαφοροποιήσεις, να αναδειχθεί η ανάγκη προστασίας και διατήρησης τους, καθώς και να διαρθρωθούν συνολικές αναπτυξιακές πολιτικές για τη διαμόρφωση και την οικειοποίηση τους, με κυρίαρχο στόχο την αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και κατ' επέκταση της ποιότητας ζωής των κατοίκων.
Οι περιοχές μελέτης καλύπτουν όλη την έκταση του λεκανοπεδίου και επιλέγονται με τρόπο τέτοιο που κάθε χώρος να εκφράζει μια διαφορετική όψη της προβληματικής. Στις ερευνητικές διαπιστώσεις αποδεικνύεται η αδυναμία της πολιτείας να γίνει εκφραστής ενός οράματος για το χώρο καθώς αδυνατεί να εφαρμόσει έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό για τους πράσινους χώρους και κυρίως απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την εκπροσώπηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Οι κάτοικοι ωστόσο φαίνεται ότι σε πολλές περιοχές δραστηριοποιούνται ενεργά διεκδικώντας έμπρακτα τους ελεύθερους πράσινους χώρους. Η δυναμική αυτή της κοινωνίας είναι ιδιαίτερα εμφανής σε περιοχές με υποβαθμισμένο αστικό περιβάλλον όπου τα πάρκα αποτελούν τη βασική διέξοδο για την αναψυχή της τοπικής κοινωνίας.

Η προσπάθεια μιας εξ αρχής επιβολής σχεδιαστικών ρυθμίσεων για τους ελεύθερους και πράσινους χώρους σε υπερτοπικό επίπεδο πολύ δύσκολα θα αντιμετωπίσει επαρκώς τα επιμέρους χωρικά ζητήματα. Η επιτυχία ενός συνολικού σχεδιασμού ενδέχεται να προκύψει αν πρώτα υλοποιηθεί σε κάθε πάρκο ξεχωριστά ένας σχεδιασμός με κοινά βήματα και στη συνέχεια η επαναξιολόγηση προσδιορίσει τη δυνατότητα μετάβασης σε μεγαλύτερη κλίμακα. Επίσης, οι ελεύθεροι χώροι είναι ένα σύνθετο πεδίο πυκνότατων κοινωνικών φορτίσεων και μετασχηματισμών για τους οποίους πρέπει να αναπτυχθούν σχεδιαστικές λύσεις οι οποίες να ενσωματώνουν την έννοια της ευελιξίας, δηλαδή να ανταποκρίνονται και να προσαρμόζονται στις μεταβολές. Για το λόγο αυτό, αντί του σχεδιασμού παγιωμένων και σταθερών πρακτικών, προτείνεται η εφαρμογή μηχανισμών που θα λειτουργούν αρχικά ως παρατηρητήριο της κατάστασης και στη συνέχεια θα επεξεργάζονται λύσεις.
Αναμφισβήτητα ο ρόλος του πολίτη ενισχυόμενος τόσο μέσα από συμμετοχικές πρακτικές αλλά κυρίως μέσα από την εκπαίδευση μπορεί να γίνει ο καταλύτης των μελλοντικών εξελίξεων που με τις διεκδικήσεις και τα αιτήματά του θα αναβαθμίσει το ρόλο της πολιτείας και θα διασφαλίσει την ισότιμη ανάπτυξη των ελεύθερων και πράσινων χώρων στο λεκανοπέδιο της Αττικής.

1. Εισαγωγή
Τα περισσότερα σύγχρονα αστικά κέντρα στην Ελλάδα χαρακτηρίζονται από την άναρχη και αυθαίρετη δόμηση με ταυτόχρονη συρρίκνωση των ελεύθερων και πράσινων χώρων. Σε αρκετές μάλιστα περιπτώσεις, οι περιορισμένοι ελεύθεροι χώροι, παραμένουν αναξιοποίητοι, ασύνδετοι μέσα στον αστικό ιστό αλλά και με τον περιαστικό χώρο, ενώ η προσβασιμότητα σε αυτούς είναι δύσκολη. Η εγκατάλειψη, η απαξίωση, η αδυναμία διαχείρισης τους είναι κάποια από τα προβλήματα που δείχνουν ότι οι χώροι αυτοί έχουν χάσει τη θέση τους μέσα στην πόλη.

Η σημασία των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου στην πόλη είναι εξαιρετικά μεγάλη, καθώς προκύπτουν σημαντικά περιβαλλοντικά, οικολογικά, αισθητικά και κοινωνικά οφέλη και συμβάλλουν έτσι στην αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και εν συνεχεία στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής των κατοίκων. Για την καλύτερη αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους είναι σημαντικό να βρίσκονται ομοιόμορφα κατανεμημένοι στον αστικό ιστό, να ενοποιούνται ή να συνδέονται μεταξύ τους σε ενιαία δίκτυα.

Στο λεκανοπέδιο Αθηνών, οι ελεύθεροι χώροι είναι περιορισμένοι ενώ η αναλογία των χώρων πρασίνου ανά κάτοικο βρίσκεται σε ιδιαίτερα χαμηλά ποσοστά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές πόλεις. Παρατηρούμε τον κατακερματισμό, τη συρρίκνωση και την απαξίωση τους ενώ φαίνεται πως η σχέση οικειοποίησης των κατοίκων με τους χώρους αυτούς έχει διαταραχθεί. Η ύπαρξη τέτοιων χώρων είναι όμως σημαντική καθώς θα αποτελέσουν το μέσο για κοινωνική και περιβαλλοντική δικτύωση που θα βελτιώσει τις συνθήκες του μικροκλίματος, ενώ θα συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

2. Μεθοδολογία
Στη συγκεκριμένη έρευνα θέτοντας ως βασικούς άξονες την κοινωνία, την πολιτεία και το περιβάλλον, μελετούμε διαφορετικές όψεις οικειοποίησης ελεύθερων χώρων του λεκανοπεδίου. Οι περιοχές μελέτης, μεταξύ των οποίων υπάρχουν αρκετές διαφοροποιήσεις ως προς τη φυσιογνωμία και τα χαρακτηριστικά, καλύπτουν όλη την έκταση του λεκανοπεδίου και επιλέγονται με τρόπο ώστε κάθε χώρος να εκφράζει μια διαφορετική προβληματική.
Εντοπίζουμε παθογένειες και τις ερευνούμε βάσει των αξόνων που θέσαμε εξαρχής, όπως η εγκατάλειψη και απαξίωση λόγω έλλειψης πολιτικής μέριμνας και νομοθετικού πλαισίου, η ελλιπής διαχείριση των χώρων, η αποσπασματική οικειοποίηση από τους κατοίκους, η ιδιωτικοποίηση χώρων πρασίνου εις βάρος των δημοσίων αναγκών, και των επιθυμιών των κατοίκων.

Σκοπός είναι να εντοπιστούν οι ιδιαιτερότητες στην φυσιογνωμία των πάρκων, να αναδειχθεί η ανάγκη προστασίας και διατήρησης τους, καθώς και να διαρθρωθούν συνολικές αναπτυξιακές πολιτικές για τη διαμόρφωση, την αξιοποίηση, την οικειοποίηση τους, με κυρίαρχο στόχο την αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και της συνολικής ποιότητας ζωής των κατοίκων.
Στο πρώτο βήμα της εξατομικευμένης παρατήρησης κάθε χώρος αποκτά μια ταυτότητα, η οποία συνδέεται με την κυρίαρχη τοπική συνθήκη (εγκατάλειψη, συρρίκνωση κτλ). 
Στο δεύτερο βήμα της επεξεργασίας δημιουργείται ένα διάγραμμα πάνω στο οποίο τοποθετούνται οι επιμέρους όψεις της οικειοποίησης. 
Οι βασικοί άξονες του διαγράμματος: κοινωνία, πολιτεία και περιβάλλον συνδέονται δημιουργώντας το βασικό τρίγωνο, το οποίο αποτελεί και τη βασική δομή πάνω στην οποία δημιουργείται το δίκτυο, το οποίο εκφράζεται μέσω ενός κύκλου, πάνω στον οποίο εντοπίζονται οι αντιπαραθέσεις και οι πιέσεις. Επομένως προτείνεται μια μεθοδολογική προσέγγιση η οποία μπορεί να εφαρμοστεί προσθέτοντας περισσότερους ελεύθερους χώρους. Το κυκλικό διάγραμμα δεν είναι ένα κλειστό σύστημα αλλά περισσότερο έχει το χαρακτήρα του ανοιχτού συστήματος, όπου κάθε ελεύθερος χώρος μπορεί να αποκτήσει τις δικές του μοναδικές συντεταγμένες αλλά και να συσχετιστεί και με το σύνολο.



3. Το πάρκο ως εργαλείο περιβαλλοντικής και κοινωνικής πολιτικής
Οι σύγχρονες πόλεις χαρακτηρίζονται από έντονες μεταλλαγές του αστικού περιβάλλοντος τους στο πέρασμα των χρόνων εξαιτίας της ανεξέλεγκτης και άναρχης αστικοποίησης που χαρακτηρίζει τις περισσότερες. Η έλλειψη άσκησης περιβαλλοντικής πολιτικής και ολοκληρωμένων παρεμβάσεων περιβαλλοντικού σχεδιασμού, όσον αφορά την προστασία και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος έχει ως επίπτωση την απαξίωση των ελεύθερων και πράσινων χώρων.
Ειδικότερα στην πόλη της Αθήνας σήμερα, οι περισσότεροι ελεύθεροι χώροι χαρακτηρίζονται από τη συρρίκνωση, την εγκατάλειψη, την απαξίωση και την έλλειψη διαμόρφωσης τους. Βασική αιτία είναι η αδυναμία προστασίας και αξιοποίησης τους από την πολιτεία και το νομικό καθεστώς που τους θεσπίζει. Ως συνέπεια, οδηγούμαστε στην έλλειψη οικοποίησης των ελεύθερων χώρων και εν συνεχεία στην υποβάθμιση της ζωής των κατοίκων.
Ο ελεύθερος χώρος της οροσειράς των Τουρκοβουνίων βρίσκεται στα κεντρικά του λεκανοπεδίου και αποτελούσε από τις αρχές του 20ου αιώνα μια μεγάλη περιοχή δασικής έκτασης. Η περιοχή περιλαμβάνει πλέον δυο ξεχωριστά τμήματα, (ο λόφος του Αττικού Άλσους αποτελεί μορφολογικά τη φυσική συνέχεια προς τα νότια της οροσειράς) και αποτελεί έναν από τους λιγοστούς εναπομείναντες ελεύθερους χώρους τέτοιας έκτασης που παραμένει ακόμα αδόμητος στον πυκνό αστικό ιστό της Αθήνας, γι αυτό και η ανάγκη προστασίας της είναι μεγάλη. 

Οι έντονες μεταλλαγές που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή τον τελευταίο αιώνα, οδήγησαν στην έντονη συρρίκνωση της αρχικής έκτασης και στον κατακερματισμό της, σε παράνομες καταπατήσεις και διεκδικήσεις και στην αποσπασματική αξιοποίηση του χώρου. Σήμερα η περιοχή χαρακτηρίζεται από την απαξίωση και την έλλειψη ολοκληρωμένου σχεδιασμού, αποτέλεσμα της ύπαρξης αντιφατικού νομοθετικού καθεστώτος και της έλλειψης πολιτικής βούλησης. Η στάση της πολιτείας χαρακτηρίζεται από αδιαφορία, έλλειψη θέσπισης σαφής νομοθεσίας προστασίας του δημόσιου χαρακτήρα της έκτασης και ενιαίας διαμόρφωσης και διαχείρισης της περιοχής.

Έτσι στην περιοχή εντοπίζονται σήμερα πολλές αντιφατικές δραστηριότητες και ποικίλων ειδών καταπατήσεις, αυθαίρετες κατοικίες και οικισμοί, σχολεία, εκκλησίες, άλση, εγκαταλελειμμένα λατομεία που παραμένουν αναξιοποίητα, ολυμπιακές εγκαταστάσεις, εγκαταστάσεις ύδρευσης και αποχέτευσης, ενώ τμήματα της περιοχής διεκδικούνται από διάφορους φορείς. Η αποσπασματική αξιοποίηση και η ελλιπής πρόσβαση στην περιοχή ενισχύει την απομόνωση της περιοχής και τη μείωση της επισκεψιμότητας στο χώρο, καθώς οι κάτοικοι αδυνατούν να αντιληφθούν το συνολικό μέγεθος της έκτασης της περιοχής και τον ενιαίο χαρακτήρα του.

Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την αδυναμία των τοπικών αρχών και των κατοίκων να διεκδικήσουν την περιοχή, οδηγεί στην έλλειψη οικειοποίησης της συνολικής έκτασης, την ερήμωση τμημάτων της που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν προς όφελος των κατοίκων, στην περαιτέρω απαξίωση του ελεύθερου χώρου και τέλος στην υποβάθμιση της ζωής των κατοίκων, γι αυτό και η σημασία διατήρησης και διαμόρφωσης του είναι μεγάλη.
Η διαμόρφωση του συγκεκριμένου χώρου θα αποδώσει σημαντικά κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά οφέλη, γι αυτό και η αξιοποίηση των σημαντικών χωρικών και αναπτυξιακών δυναμικών την περιοχής για την ανάδειξη και ανάπτυξη του είναι απαραίτητη. Η ενίσχυση του συνδέσμου προστασίας και διαμόρφωσης των Τουρκοβουνίων που συγκροτήθηκε το 2007 με τη συμμετοχή των δήμων που συνορεύει η έκταση και με τη συμμετοχή των κατοίκων, δύναται να προσφέρει μια σημαντική πρωτοβουλία για τον σχεδιασμό και την ανάπτυξη της περιοχής. 

Η θέση και το μέγεθος του χώρου δίνουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης και μετατροπής του σε μητροπολιτικό πάρκο που δύναται να αποτελέσει σημαντικό πόλο έλξης για όλο το λεκανοπέδιο, ενώ η νέα γραμμή του μετρό που έχει προγραμματιστεί και θα διασχίζει την περιοχή, θα δώσει τη δυνατότητα ευκολότερης πρόσβασης στο πάρκο και δικτύωσης του με περισσότερους δήμους. Ταυτόχρονα θα αποτελέσει έναν σημαντικό πνεύμονα πρασίνου που θα συμβάλλει στη βελτίωση του μικροκλίματος και στην επίτευξη καλύτερων κλιματικών συνθηκών για όλο το λεκανοπέδιο.
Τα εγκαταλελειμμένα λατομεία που βρίσκονται στην περιοχή μπορούν να αξιοποιηθούν και να μετατραπούν σε κατάλληλους χώρους αθλημάτων και δραστηριοτήτων, ενώ μπορούν να λειτουργήσουν και ως φυσικά ηχοπετάσματα. 

Τα κτίρια της ύδρευσης που χωροθετήθηκαν στα βορειοδυτικά της αρχικής έκτασης, θα μπορούσαν να ανοίξουν προς το κοινό και να αποτελέσουν ένα πρότυπο εκπαιδευτικό κέντρο για σχολεία και μαθητές. Η στέγαση άλλωστε σχολείων δίπλα και μέσα στην περιοχή προσφέρει τη δυνατότητα οικειοποίησης της έκτασης για δραστηριότητες, ενώ θα αποτελέσει ένα εξαιρετικό περιβαλλοντικό παράδειγμα εκπαίδευσης τους.

Η αξιοποίηση όλων αυτών των δυναμικών θα ενισχύσει τη διαμόρφωση του οράματος για την ενιαία διαμόρφωση της περιοχής ως χώρος κοινόχρηστου πρασίνου ή ήπιας δασικής αναψυχής, μέσα από έναν ολοκληρωμένο και συλλογικό σχεδιασμό που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των πολιτών, καθώς και την προοπτική δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου αναψυχής που θα εντάσσεται λειτουργικά στο δίκτυο μητροπολιτικών χώρων αστικού πρασίνου του λεκανοπεδίου (Προτεινόμενο Μητροπολιτικό Πάρκο / 2400 στρέμματα).

Η συγκεκριμένη περιοχή αποτελεί μια μόνο όψη ελεύθερου χώρου στο λεκανοπέδιο Αθηνών, αλλά είναι αρκετή για να αντιληφθούμε το ποσοστό υποβάθμισης των ελεύθερων χώρων στην πρωτεύουσα της χώρας μας και την έλλειψη περιβαλλοντικής συνείδησης στην κοινωνία. Απαραίτητη είναι η συνειδητοποίηση της σημασίας της συμβολής των ελεύθερων χώρων στην καθημερινότητα μας και στη ποιότητα της ζωής μας τόσο από τους κατοίκους, όσο και από την πολιτεία, καθώς παίζουν ευεργετικό ρόλο στο αστικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στις πυκνοδομημένες περιοχές, όπως το λεκανοπέδιο Αθηνών.

4. Το πάρκο ως φορέας κοινωνικής και περιβαλλοντικής ισότητας
Ο αστικός χώρος ως σύνθεση δομημένου και φυσικού περιβάλλοντος, είναι ένα πεδίο έντονων κοινωνικών φορτίσεων, οι οποίες επιδρούν καταλυτικά και τον μετασχηματίζουν διαχρονικά. Με την προβολή αντιφάσεων κατά τη διαδικασία της αστικοποίησης ως προβλήματα που γεννώνται εξαιτίας κοινωνικών ανισοτήτων, διαπιστώνεται η σχέση αλληλεπίδρασης ανάμεσα στο δομημένο περιβάλλον, στο φυσικό περιβάλλον και στην κοινωνική συνοχή. Αν θεωρήσουμε ότι η έννοια της κοινωνικής συνοχής ενσωματώνει θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το φυσικό περιβάλλον και η διαχείρισή του καθορίζεται από άνισες, άδικες κοινωνικές σχέσεις.  Η κοινωνική συνοχή επομένως μετατοπίζεται επιστημονικά για να συνδεθεί με το δίπολο φύση-πόλη και θεωρείται ως μια προβληματική στην οποία ενσωματώνονται και περιβαλλοντικές ανησυχίες. Το αττικό τοπίο είναι φορέας πυκνότατων κοινωνικών μετασχηματισμών, στο οποίο έχει ανατραπεί η αρμονική σχέση ανάμεσα στην οικιστική συγκρότηση και στα φυσικά στοιχεία του. Η έλλειψη κοινωνικής συνοχής στο περιβάλλον της πόλης αποτυπώνεται ως αποκλεισμός από ένα περιβάλλον με περιβαλλοντική και τοπιακή ποιότητα. Τα πάρκα είναι ένας σημαντικός παράγοντας αναβάθμισης της ποιότητας ζωής, ιδιαίτερα σε αποστερημένες περιοχές.

Το πάρκο Τρίτση, το οποίο βρίσκεται στο δυτικό τμήμα του λεκανοπεδίου, έχει αυξημένη περιβαλλοντική σημασία για την πόλη καθώς διαθέτει φυσικό πλούτο που σπάνια συναντάται σε πάρκο εντός του αστικού ιστού. Επιπλέον η σημασία του ενισχύεται με το φορτίο της αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής καθώς αναφέρεται άμεσα σε κατοίκους περιοχών με ευαίσθητη κοινωνική σύνθεση που διαβιούν σε αστικό περιβάλλον με χαμηλή ποιότητα. Η αντιφατική εικόνα της εγκατάλειψης που παρουσιάζει το πάρκο σήμερα σε συνδυασμό με την αυξημένη οικειοποίηση του από την τοπική κοινωνία, είναι το έναυσμα της μελέτης ζητημάτων που σχετίζονται με την αλληλεξάρτηση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών ανισοτήτων του χώρου.

Η εικόνα της εγκατάλειψης είναι πρωτίστως η αποτύπωση της ανεπάρκειας της πολιτείας να διαχειριστεί το χώρο αλλά και να τον διαφυλάξει από παραβατικές συμπεριφορές. Μπορεί να καταγράφονται ορισμένες θετικές ενέργειες της πολιτείας όπως η κατοχύρωση του ενιαίου χαρακτήρα του το '85 και η σύσταση φορέα το 2002, ωστόσο δεν σχεδιάστηκε κανένα σαφές διαχειριστικό πλαίσιο που να εξασφαλίζει τη βιωσιμότητα του. Το πάρκο με πολύ γρήγορο ρυθμό σχεδόν από την πρώτη μέρα λειτουργίας του οδηγήθηκε προς τη υποβάθμιση. Τα προβλήματα στις εργολαβίες, η μια δεκαετία που συμπληρώθηκε για την ολοκλήρωση των μισών εκ των προβλεπόμενων έργων είναι δείκτες της φροντίδας που είχε από την πολιτεία. Εξάλλου εν τη γενέσει του το πάρκο γνώρισε την αδιαφορία της πολιτείας που δε το διεκδίκησε από το ιδιωτικό καθεστώς στο οποίο περιήλθε στις αρχές του 20ου αι. και δεν συνέπραξε με το κίνημα των πολιτών τη δεκαετία του 90 που επιχείρησε να το αμφισβητήσει.

Η σημερινή εικόνα που παρουσιάζει το πάρκο έρχεται σε μεγάλη αντιπαράθεση με τη ζωτική σημασία που έχει για το αστικό περιβάλλον. Είναι ένα πάρκο με 24ωρη λειτουργία εγκαταλελειμμένο από κάθε είδους συντήρηση και με ελάχιστο προσωπικό. Παρ' όλη την εγκατάλειψη, ο αριθμός των επισκεπτών είναι αρκετά μεγάλος, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι κάτοικοι των όμορων περιοχών των δήμων Ιλίου, Αγ. Αναργύρων και Καματερού. Τα χωρικά δεδομένα απεικονίζουν περιοχές με υψηλή οικιστική πυκνότητα, με έλλειψη σε οργανωμένους πράσινους χώρους, οι οποίες αστικοποιήθηκαν απότομα με έντονο ρυθμό τη δεκαετία του 70 και σήμερα η ποιότητα του αστικού ιστού είναι αρκετά υποβαθμισμένη. Το πάρκο επομένως, αποτελεί έναν από τους ελάχιστους πράσινους χώρους στον πυκνοδομημένο αστικό ιστό των περιοχών και η σημασία του για την αναψυχή της τοπικής κοινωνίας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Αρκετοί επισκέπτες βλέπουν το πάρκο ως τη μοναδική τους διαφυγή καθώς το εισόδημά τους είναι αρκετά μικρό για να έχουν πρόσβαση σε άλλου είδους αναψυχή. Το πάρκο λοιπόν πρέπει παράλληλα να ιδωθεί και ως φορέας οξυγόνου αλλά και ως καταλύτης στην αποκατάσταση της κοινωνικής συνοχής.

Στην γκρίζα ωστόσο εικόνα υπάρχουν θραύσματα που μπορούν να λειτουργήσουν ως αναπτυξιακές δυναμικές στην κατεύθυνση της προστασίας και της ανάδειξης του πάρκου. Αρχικά παρόλα τα προβλήματά του, το πάρκο χάρη στο φυσικό του πλούτο καταφέρνει να αυτοσυντηρηθεί και να προσφέρει όσα η πολιτεία υπόσχεται αλλά αδυνατεί να πράξει. Η τοπική κοινωνία εκφράζει τη βαρύτητα που έχει το πάρκο για το συγκεκριμένο αστικό περιβάλλον μέσα από τον ανεπτυγμένο βαθμό οικειοποίησης, δηλαδή μέσα από την έμπρακτη αντίστασή της σε συμφέροντα που προσπαθούν να αναπτυχθούν στο πάρκο και αντίκεινται σε κοινωνικά οφέλη.

Το πάρκο είναι ένα ζωντανό κύτταρο της τοπικής κοινωνίας, είναι ένα δημόσιος χώρος στον οποίο συντελούνται ταυτόχρονα πολλαπλές διεργασίες της κοινωνικής ζωής, είναι ένας "κοινωνικός πυκνωτής" ο οποίος αναφέρεται σε όλη την κοινωνία ανεξαρτήτως κοινωνικών καταβολών, ο οποίος έχει τη δυναμική λόγω του φυσικού πλούτου που διαθέτει να δημιουργεί πολλαπλά οφέλη στις ζωές των κατοίκων. Μέχρι σήμερα η ανάπτυξη του πάρκου εξαρτάται από πληθώρα φορέων, από ένα «κουβάρι» υπηρεσιών που είτε θέλουν τον πλήρη έλεγχό του είτε προσπαθούν να αποφύγουν κάθε σχέση μαζί του, και φυσικά, από αυτούς που χαράζουν ή ελέγχουν τις πολιτικές του κράτους για το χώρο, την πόλη και το περιβάλλον. Σε πρώτο πλάνο είναι εμφανής η απομάκρυνση από το όραμα για μια ολοκληρωμένη διαχείριση και περιβαλλοντική εξυγίανση, με τη συγκρότηση και εφαρμογή συγκεκριμένων σχεδίων που θα αξιοποιούν το λανθάνον δυναμικό υποβαθμισμένων περιοχών με κοινωνικά προβλήματα. Εντούτοις σε ένα μικρό βαθμό η εξέλιξη του πάρκου έχει καθοριστεί από τους κατοίκους της περιοχής. Αν ξεχωρίσουμε την οικειοποίηση η οποία συμβάλει στην ανάπτυξη του πάρκου με κοινωνικό πρόσημο, θα μπορούσε στη δεδομένη χρονική στιγμή να γίνει η αρχή της σποράς νέων συνθηκών και διαδικασιών στην κοινωνία για μια διαφορετική προσέγγιση στο ζήτημα της συμμετοχής των πολιτών στο διάλογο για την πόλη και τους πράσινους χώρους.

5. Το πάρκο ως μονάδα διαχείρισης μέσω της ιδιωτικοποίησης
Το πάρκο Ανδρέα Παπανδρέου βρίσκεται στη Νέα Ερυθραία στο βόριο τμήμα του λεκανοπεδίου σε μία έκταση περίπου 10 στρεμμάτων. Στο παρελθόν, στο χώρο λειτουργούσε ένα εργοστάσιο εμφιάλωσης. Προκειμένου να υλοποιηθεί η ανάπλαση του χώρου η πολιτεία προκήρυξε το 2005 διαγωνισμό, με την μέθοδο της μελετοκατασκευής, για τη διαμόρφωση του, σε «χώρο πρασίνου και αναψυχής» η οποία ολοκληρώθηκε το 2010.

Το πάρκο σήμερα ανήκει στα διοικητικά όρια του Δήμου Κηφισίας ο οποίος είναι υπεύθυνος για την διαχείριση και την συντήρησή του. Το συγκεκριμένο πάρκο δεν υπάγεται σε κάποιο ενιαίο ή ξεχωριστό κρατικό φορέα και δεν διέπεται από κάποιο ειδικό καθεστώς που να προσδιορίζει την διαχείρισή του. Ενώ οι εγκαταστάσεις του είχαν σύγχρονες τεχνικές προδιαγραφές και ήταν καινούργιες είδη από το 2013 (μέσα σε τρία χρόνια) ήταν εμφανή η αδυναμία του Δήμου να το συντηρήσει. Το πάρκο προσφέρει σύγχρονες δραστηριότητες και έχει ξεκάθαρο αστικό σχεδιασμό ωστόσο λόγο της έλλειψης προσωπικού και της εγκατάλειψης του δεν κάλυπτε της ανάγκες των διαφορετικών χρήσεων για το οποίο είχε σχεδιαστεί. Τα πρώτα χρόνια το πάρκο δεν δεχόταν πολλούς επισκέπτες δεδομένου του ότι στην περιοχή υπάρχει πρόσβαση και σε άλλους δημόσιους χώρους. Με την λειτουργία του αναψυκτηρίου, το 2013, από ιδιώτη και την προβολή του, το πάρκο γέμισε επισκέπτες. Ο δήμος εκμισθώνει το αναψυκτήριο με πλειοδοτικό διαγωνισμό, προκειμένου να έχει έσοδα για να καλύψει ένα τμήμα των εξόδων συντήρησης. Ο δήμος παραχώρησε στη λειτουργία του αναψυκτηρίου στις εγκαταστάσεις που είχαν αρχικά προβλεφθεί από την μελέτη. Ωστόσο ο επιχειρηματίας προκειμένου να στηρίξει την επένδυση του, επέκτεινε τις δραστηριότητές του, αυθαίρετα, πέραν από την συμβατή χρήση του αναψυκτηρίου με δραστηριότητες ανταγωνιστικές του πάρκου. Συγκεκριμένα χρησιμοποιεί δραστηριότητες αναψυχής υπό την μορφή ενός θεματικού πάρκου (luna park) με παιχνίδια επί πληρωμή, τη λειτουργία παρασκευής και διάθεσης τροφίμων (catering), τη χρήση μουσικής και τη διοργάνωση δεξιώσεων. Επί πλέον η επιχείρηση προέβει σε αυθαίρετη επέκταση του χώρου και διαμόρφωσε χώρους για τη στέγαση των νέων δραστηριοτήτων.

Η διαχείριση του πάρκου είναι απαραίτητη για την επιβίωση του, δεν πρέπει ωστόσο να περιορίζεται στο οικονομικό αντικείμενο ως έσοδα - έξοδα αλλά θα πρέπει ταυτόχρονα να αποδίδει τον κοινωνικό χαρακτήρα του Δημόσιου χώρου. Η λειτουργία του αναψυκτηρίου είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του πάρκου τόσο σε επίπεδο οικονομικό, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο καλύπτοντας βασικές ανάγκες του επισκέπτη.

Το «στοίχημα» της διαχείρισης δεν είναι η λειτουργία μιας ιδιωτικής επιχείρησης μέσα στο πάρκο αλλά η διασφάλιση του δημόσιου χαρακτήρα του χώρου και των δωρεάν κοινωνικών υπηρεσιών που προσφέρει. Οι συμβατές λειτουργίες πρέπει να προστατεύονται και να ενισχύονται ενώ αντίθετα οι αντικρουόμενες να καταργούνται. Το δημόσιο πάρκο δεν πρέπει να χάσει το κοινωνικό του χαρακτήρα και δεν πρέπει να μετατραπεί στο όνομα του κέρδους σε ένα θεματικό πάρκο επί πληρωμή. Το δίλημμα που εμφανίζεται για το ανίκανο δημόσιο και τον ικανό ιδιωτικό τομέα δεν υφίσταται, τα πάρκα αποτελούν ελεύθερους κοινόχρηστους χώρους και αποτελούν βασικό δημόσιο αγαθό ισοδύναμο με την δημόσια παιδία και την υγεία. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει η πολιτική βούληση να το εξασφαλίσει είναι ένα άλλο ένα σημείο των καιρών και της παγκοσμιοποίησης.
Τα πάρκα πρέπει να αποτελούν τόπο προορισμού των κατοίκων μίας πόλης δεδομένου ότι προσφέρουν ποικίλες δραστηριότητες που καλύπτουν όλες τις ηλικιακές κατηγορίες αλλά ταυτόχρονα καλύπτουν και τις βασικές κοινωνικές ανάγκες των κάτοικων. Έτσι το όραμα που προκύπτει για το Πάρκο Γ. Παπανδρέου όσο και για όλα τα πάρκα είναι ο επαναπροσδιορισμός τους μέσα από σύγχρονα σχεδιαστικά βήματα που να αντικατοπτρίζουν της τάσεις της ίδιας της κοινωνίας. Ο χειρισμός καθώς και η διαχείριση τους σε πολλαπλά επίπεδα, πρέπει να έχει ως στόχο, την αναβίωση της αξίας τους ώστε να εμπλουτίσουν την πόλη, με ποιότητες που να επιτρέπουν βιωματικές εμπειρίες. Τα πάρκα λοιπόν πρέπει να είναι πολύ-λειτουργικοί χώροι που να επιτρέπουν βιώματα σε όλα τα επίπεδα τόσο σωματικά όσο και πνευματικά.

Προκειμένου να είναι εφικτή η διαχείριση των ελεύθερων Δημόσιων χώρων οι παραπάνω ανάγκες τις πόλης πρέπει να κωδικοποιηθούν με μεθοδολογικά βήματα. Στην παρούσα ερευνητική αναφορά προσεγγίστηκαν μέσω τριών βασικών εννοιών την Κοινωνία, την Πολιτεία και τον Πολιτισμού με αναφορά το ίδιο το πάρκο λόγο του αστικού χαρακτήρα του. Οι ανάγκες της πόλης για τους Δημόσιους χώρους μέσα από το πρίσμα της Κοινωνίας μπορούν να αποδοθούν από την ανάγκη συνοχής της πόλης αλλά και από την ανάπτυξη ξεχωριστών ποιοτήτων αλλά ισότιμων κοινωνικών δραστηριοτήτων, από την οργάνωση των κοινωνικών ομάδων, από τις δράσεις διεκδικήσεων, από την ενίσχυση των δημόσιων κοινωνικών δραστηριοτήτων, από την μείωση των ανισοτήτων και την αύξηση της κοινωνικής συνοχής. Αντίστοιχα μέσα από το πρίσμα της Πολιτείας οι ανάγκες τις πόλης αποδίδονται από τηνπροστασία του δημόσιου χώρου με τη διαμόρφωση ενός σαφή και κωδικοποιημένου θεσμικού Πλαισίου και τη δημιουργία ενός τοπικού-υπερτοπικού θεσμού (φορέα) ελέγχου και διαχείρισης των πάρκων μέσα από ανοιχτές διαδικασίες συμμετοχής και διαβούλευσης. Ενώ από το πρίσμα του Πολιτισμού η πόλη έχει ανάγκη από μία εκπαιδευτική διαδικασία που να είναι ικανή να παρέχει ίσες ευκαιρίες στην μόρφωση, να εξασφαλίζει την πολυμορφία και την παροχή γνώσεων σε πολλαπλά επίπεδα με τρόπο που σταδιακά οι εκπαιδευόμενοι αλλά και οι κάτοικοι να σέβονται τους κοινόχρηστους χώρους ως επέκταση του προσωπικού τους χώρου προκειμένου να το οικειοποιηθούν μέσα από την χρήση του.


6. Η αποκατάσταση των λατομείων ως μέσο για την αναβάθμιση του περιβάλλοντος στις περιαστικές και αστικές ζώνες
Η εικόνα των εγκαταλειμμένων λατομείων εμφανίζεται πολύ συχνά μέσα στον ιστό της πόλης μας. Η άναρχη εκμετάλλευση των λατομείων που επικρατούσε στο παρελθόν και η έλλειψη προγράμματος αποκατάστασης τους είχε δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον. Το πρόβλημα μεγεθύνεται στην Αττική καθώς αποτελεί αστικό κέντρο όπου στα όριά του υπάρχουν πολλά εγκαταλειμμένα λατομεία. Η διαρκής επέκταση της πόλης και η ανεπαρκής επέμβαση της πολιτείας συνέβαλαν στην εκτεταμένη αλλοίωση του Αττικού τοπίου. 
Η έντονη τάση προς αστικοποίηση, οι συνεχείς πολεοδομικοί μετασχηματισμοί της πόλης και κυρίως η άναρχη επέκτασή της από τα τέλη του 19ου αιώνα έως σήμερα, είχαν ως αποτέλεσμα την έξαρση της οικοδομικής δραστηριότητας και τη μεγάλη επιφανειακή εξάπλωση των λατομικών περιοχών. 1

Ο πρώην λατομικός χώρος που εξετάζουμε αποτελεί κομμάτι του αστικού ιστού. Πρόκειται για ένα αμήχανο αστικό κενό το οποίο δέχεται πιέσεις λόγω της γειτνίασής του με κατοικημένες περιοχές. Το πρώην λατομείο Εργάνης είναι ένας υπολειμματικός χώρος που βρίσκεται ανατολικά στο λεκανοπέδιο Αττικής. Με την αξιοποίηση του χώρου μπορούν να δοθούν λύσεις στην έλλειψη ελεύθερων χώρων για την ευρύτερη περιοχή. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια έντονη τάση αστικοποίησης στους Δήμους Βύρωνα, Υμηττού - Δάφνης που γειτνιάζουν με την περιοχή την οποία και εξετάζουμε. Στους Δήμους υπάρχει έντονη έλλειψη κοινοχρήστων χώρων καθιστώντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων δυσχερή.
Ένα από τα ζητήματα τα οποία εξετάζουμε είναι η μη επαρκή πρόσβαση του αστικού ιστού στον περιαστικό χώρο του Υμηττού καθώς και ο βαθμός αξιοποίησης του χώρου καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου.

Με μια χρονική αναδρομή προσπαθούμε να απεικονίσουμε τις μεταλλαγές του χώρου και τις διαφορετικές διεκδικήσεις από τους κατοίκους καθ' όλη τη διάρκεια των χρόνων. Το πρώην λατομείο Εργάνης είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις διεκδικήσεις του χώρου από τους κατοίκους. Τα πρώτα λατομεία εμφανίζονται στην περιοχή το 1905. Το 1977 τα λατομεία των εταιρειών ΕΛΚΟ και Εργάνη κλείνουν οριστικά και οι κάτοικοι της περιοχής διεκδικούν τον χώρο την περίοδο 1982-1986. Ο χώρος διεκδικήθηκε από τους κατοίκους ύστερα από την απαγόρευση της λατόμησης εντός του λεκανοπεδίου της Αττικής. Το 1986 στα πλαίσια του προγράμματος Αθήνα Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης κατασκευάζεται το θέατρο Βράχων.2

Από το 2012 ενώ ο χώρος που εξετάζουμε έχει φορέα διαχείρισης δεν έχει ακόμα επιτευχθεί η βέλτιστη αξιοποίηση του. Η πολιτεία αδυνατεί να διαχειριστεί τον χώρο ισοδύναμα και πολλά σημεία του μένουν ανεκμετάλλευτα. Την περίοδο του Φεστιβάλ στη σκιά των Βράχων η περιοχή αποκτάει έντονη επισκεψιμότητα, ο χώρος μετατρέπεται σε πόλο έλξης υπερτοπικής σημασίας και γίνεται υπερεκμετάλλευση του χώρου. Τον υπόλοιπο χρόνο η περιοχή αποκτά τοπικό χαρακτήρα (αθλητικές δραστηριότητες αναψυχή).

Η περιοχή μελέτης γειτνιάζει με σχολικά συγκροτήματα τα οποία θα μπορούσαν να συμβάλουν και να ενισχύσουν στην αξιοποίηση του χώρου όλη την διάρκεια του χρόνου. Θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί εάν προτείνονταν χρήσεις που θα έδιναν την δυνατότητα στους μαθητές να οικειοποιηθούν το χώρο (θεατρικό εργαστήριο, χορός, μουσική, αθλητικές δραστηριότητες). Ο χώρος του πρώην λατομείου Εργάνης πρέπει να δώσει λύσεις στις ανάγκες των κατοίκων, να αποτελέσει πόλο έλξης για ένα ευρύτερο κοινό που έχει ανάγκη από ελεύθερους χώρους, πράσινο, πολιτισμό και άθληση.

Η αποκατάσταση των λατομείων είναι καίρια και σημαντική καθώς οι πολλαπλές ανάγκες των σύγχρονων πόλεων ασκούν έντονη πίεση στη γη, η οποία μπορεί να απορροφηθεί ως ένα βαθμό από την ανάκτηση παραμελημένων εδαφών. Η αποκατάσταση λοιπόν των ανενεργών λατομείων αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς μπορεί να αμβλύνει τις επιπτώσεις της υποβάθμισης του οικοσυστήματος και να ικανοποιήσει το δημόσιο αίτημα για βελτίωση της ποιότητας ζωής.3 Η ευαισθητοποίηση των κατοίκων και της αυτοδιοίκησης σε θέματα περιβάλλοντος μπορεί να οδηγήσει σε συστηματικές προσπάθειες διεκδίκησης και επανάκτησης ελεύθερων χώρων. Με την ενίσχυση της συμμετοχής των κατοίκων στην συντήρηση και αξιοποίηση του χώρου μπορεί να επιτευχθεί η εκμετάλλευση του χώρου ισοδύναμα καθ' όλη την διάρκεια του χρόνου. Το πράσινο στις πόλεις αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς δείκτες όπου καθορίζει την ποιότητα ζωής των κατοίκων.4 Για το λόγο αυτό θα πρέπει να δοθούν λύσεις ώστε το πρόβλημα των ελληνικών πόλεων για έλλειψη ελεύθερων χώρων και πρασίνου να περιοριστεί. Η έλλειψη των ελεύθερων χώρων μας παροτρύνει να σκεφτούμε ότι ενεργοποιώντας πάλι τους υπολειμματικούς χώρους των λατομείων μέσα από την σταδιακή ανάπλαση τους μπορεί να συμβάλλει στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

7. Το πάρκο ως εργαλείο κοινωνικής δικτύωσης
Έναυσμα για την παρούσα προβληματική αποτέλεσε η διαπίστωση πως οι τελευταίοι εναπομείναντες χώροι του Λεκανοπεδίου κινδυνεύουν να αποστασιοποιηθούν από την κοινωνική τους διάσταση και να χρησιμοποιηθούν με τρόπους, που στοχεύουν στη δραστική μείωση του κοινωνικού οφέλους. Συγκεκριμένα, προβάλλεται η διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος μέσω της εκχώρησης του δημόσιου χαρακτήρα εκτάσεων και διαδικασιών κυρίως μητροπολιτικής κλίμακας στην ιδιωτική πρωτοβουλία για "μεγάλες επενδύσεις" και τίθεται ως προτεραιότητα η διευκόλυνση των ιδιωτικών συμφερόντων και κερδών χωρίς καμία ουσιαστική πρόνοια και όφελος για την τοπική ανάπτυξη και την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Στα πλαίσια του ομαδικού προβληματισμού σχετικά με τη διαταραγμένη σχέση της οικειοποίησης των κατοίκων με τους ελεύθερους χώρους του Λεκανοπεδίου τέθηκε εξαρχής η μελέτη των επιθυμητών μορφών οικειοποίησης των κατοίκων και η κατανόηση της αστικής δυναμικής, που εκφράζεται μέσω των κινημάτων των πολιτών και των διεκδικήσεών τους, ώστε να χρησιμοποιηθούν ως πυξίδα για την αξιολόγηση των προωθούμενων δραστηριοτήτων μέσα από τη λογική των ιδιωτικοποιήσεων. Επίκεντρο της διερεύνησης αποτελούν οι συσχετισμοί ανάμεσα στις μορφές οικειοποίησης του χώρου και στις αναγκαιότητες και τις στρατηγικές της κοινωνικής συνύπαρξης στο τοπικό επίπεδο, με την υπόθεση ότι, μέσα από τις μορφές οικειοποίησης του χώρου, η κοινωνική δυναμική που αναπτύσσεται στο τοπικό επίπεδο συναρτάται με τα μακροκοινωνικά φαινόμενα που εξελίσσονται στην πόλη.

Ως περίπτωση μελέτης επιλέχθηκε το Μητροπολιτικό Πάρκο του Ελληνικού, η επιφάνεια του οποίου ανέρχεται σε 6.263 στρέμματα μαζί με το παραλιακό μέτωπο. Τόσο η έκτασή του όσο και η γεωγραφική του θέση στο παράκτιο μέτωπο της Αθήνας διαφοροποιούν το ρόλο της συγκεκριμένης περιοχής μελέτης από αυτόν του τοπικού πάρκου και του προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Όσον αφορά τα προωθούμενα έργα της ιδιωτικοποίησης, οι υποστηρικτές της επένδυσης, μη έχοντας αφουγκραστεί τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, πιστεύουν ότι η προτεινόμενη επέμβαση, που συμπεριλαμβάνει νέα πολεοδόμηση είναι μια αειφορικήτουριστική ανάπτυξη, με εθνική σημασία και διεθνή προβολή, η οποία θα ενισχύσει την ελκυστικότητα της ευρύτερης περιοχής της πόλης.
Αντίθετα, οι ίδιοι οι κάτοικοι υποστηρίζουν την κατατεθειμένη πρόταση για τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου, που έχει διαμορφωθεί με ανοιχτές διαδικασίες συμμετοχής και διαβούλευσης και υποστηρίζουν εδώ και χρόνια η αυτοδιοίκηση, επιστημονικοί φορείς, περιβαλλοντικές οργανώσεις και κινήματα πολιτών. Δίνουν ιδιαίτερη βαρύτητα στη συλλογική διαχείριση της γης και στην αξιοποίησή της τόσο από τους ίδιους όσο και από όλους τους κατοίκους του Λεκανοπεδίου, ενώ διεκδικείται η εγκατάλειψη του ιδιαίτερα δαπανηρού σχεδίου δόμησης νέων πολεοδομικών ενοτήτων και η ακύρωση πώλησης του συνόλου του χώρου. Επίσης, βασική τους επιδίωξη είναι να παραμείνει το Ελληνικό σε δημόσιο έλεγχο και να αποτελεί κυρίως κοινόχρηστο χώρο ανοιχτό σε όλους, με πολυλειτουργικό χαρακτήρα και σε συνάρτηση πάντα με τις κοινωνικές και οικολογικές ανάγκες σε τοπικό και μητροπολιτικό επίπεδο.

Στο ευρύτερο πλαίσιο των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μετασχηματισμών, οι πόλεις αναδεικνύονται στους κατεξοχήν τόπους συμπύκνωσης της κοινωνικής δυσαρέσκειας και των κοινωνικών αγώνων. Όσον αφορά την περίπτωση μελέτης, έχει αναδυθεί ένα ευρύ φάσμα κοινωνικών κινημάτων, επιχειρώντας να εκφράσει τις προαναφερθείσες ανάγκες των κατοίκων της περιοχής και ως απάντηση στα προωθούμενα σχέδια νέες στρατηγικές επιβίωσης, πρακτικές αλληλεγγύης και κοινωνικά δίκτυα συγκροτούνται σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Αναλυτικότερα, σε τοπικό επίπεδο περιλαμβάνονται συλλογικές δράσεις για καθημερινή επιβίωση (συσσίτιο, κοινωνικά παντοπωλείο, κοινωνικά ιατρείο και φαρμακεία, ανταλλακτικό δίκτυο), περιλαμβάνονται όμως και δράσεις, που βασίζονται σε ευρύτερες πολιτικές αναζητήσεις ή επιχειρούν να συγκροτήσουν διαφορετικές πρακτικές συμβίωσης (αυτοδιαχειριζόμενος αγρός, δενδροφυτεύσεις, συναυλίες, αθλητικές δραστηριότητες, δημόσιες συζητήσεις, "Φεστιβάλ Αντίστασης και Δημιουργίας"), χωρίς να αποτελούν απλά μία συμβολική πράξη αντίστασης απέναντι στα σχέδια εκποίησης του χώρου που προωθεί η κυβέρνηση. Αποτελούν παρέμβαση από τα κάτω στην κατεύθυνση της συλλογικής διαχείρισης της γης και της παραγωγής, διεκδικώντας έμπρακτα έναν άλλο τρόπο ζωής στην πόλη, αναδύονται δηλαδή με διαφορετικούς τρόπους ανάγκες και διεκδικήσεις πέραν των υλικών, ανάγκες που έχουν να κάνουν με την επανα-διεκδίκηση δικαιωμάτων, την ελευθερία έκφρασης και αναγνώρισης, το όραμα διαφορετικών μορφών συμβίωσης στις γειτονιές της πόλης . Σε υπερτοπικό επίπεδο, αναφέρεται πως οι δράσεις των κατοίκων παρουσιάζουν τόση δυναμική, που έχουν καταφέρει να συμπαρασύρουν κινήσεις πολιτών σε όλο το Λεκανοπέδιο σχετικά με τη διεκδίκηση του Μητροπολιτικού Πάρκου και έχουν θέσει τις βάσεις για μία κοινωνική δικτύωση αρκετά ισχυρή.
Υποστηρίζεται, μέσα από τη νοηματοδότηση του χώρου πως η αναζήτηση των αναπτυξιακών δυναμικών της περιοχής μελέτης και η περεταίρω έρευνα για τις επιθυμίες των κατοίκων, που αποσκοπεί σε έναν συμμετοχικό σχεδιασμό "από τα κάτω προς τα πάνω" θα αναδείξουν τη σημασία του συγκεκριμένου χώρου, αλλά και γενικότερα των ελεύθερων χώρων, με απώτερο σκοπό την αξιοποίησή τους σύμφωνα με τις επιθυμίες των κατοίκων και την αναβάθμιση της ποιότητας ζωής τους. Άλλωστε, ανιχνεύοντας τις χωροθετικές συμπεριφορές στο πλαίσιο του διαλόγου ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και το ευρύτερο περιβάλλον της οδηγούμαστε στη θεώρηση της αστικής δυναμικής ως σύστημα δυναμικών και του αστικού σχεδιασμού ως πεδίου σύνθεσης των στόχων και των αναγκαιοτήτων των επιμέρους τοπικών κοινωνιών υπό το πρίσμα των ποικίλων εκδοχών, που συνθέτει η ολότητα της πόλης, και όχι αυτόνομων κυττάρων κοινωνικής συμβίωσης.

Η αποσύνδεση της γης από σχεδιασμούς, που την αντιμετωπίζουν ως εμπόρευμα, και η εμβάθυνση σε προτάσεις που δίνουν έμφαση σε κοινωνικές ανάγκες και οικολογικές απαιτήσεις, όπως συμβαίνει στην πρόταση για το Μητροπολιτικό Πάρκο, μπορούν να δώσουν άλλο πρόσημο στην ανάπτυξη, αναβαθμίζοντας συνολικά την ποιότητα ζωής, αλλά και την ελκυστικότητα της πρωτεύουσας. Πιο συγκεκριμένα, η διασφάλιση της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος της Αθήνας γενικά, αλλά και ειδικά του δημόσιου χώρου - με το Ελληνικό να μπορεί να αναδειχθεί σε καταλύτη προς αυτή την κατεύθυνση - είναι αυτή καθαυτή ανάπτυξη, και μάλιστα για όλους.

8. Συμπεράσματα
Οι επιμέρους όψεις οικειοποίησης των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου στο λεκανοπέδιο Αττικής είναι ένα σύνθετο ζήτημα, το οποίο αναδεικνύει το σύνολο των αντιπαραθέσεων, αντιθέσεων και συγκρούσεων που κυριαρχούν στο χώρο. Οι βασικές συνιστώσες κοινωνία-πολιτεία-περιβάλλον συσχετίζονται κάθε φορά με ξεχωριστό τρόπο δημιουργώντας διαφορετικές χωρικές όψεις. Εντούτοις, μελετώντας τις περιπτώσεις από κοινού δημιουργείται η βάση για έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό που σεβόμενο τις ιδιαιτερότητες, θα εξασφαλίζει καλύτερη ποιότητα ζωής στο αστικό περιβάλλον μέσα από την ανάπτυξη των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου.

Η αφετηρία για έναν τέτοιο σχεδιασμό είναι οι κοινές ερευνητικές διαπιστώσεις που προκύπτουν από τις επιμέρους όψεις οικειοποίησης. Ως προς το σκέλος της πολιτείας είναι εμφανές ότι ο "επίσημος σχεδιαστής του χώρου" δεν μπορεί να γίνει εκφραστής ενός οράματος για το χώρο καθώς αδυνατεί να εφαρμόσει έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό για τους πράσινους χώρους και κυρίως απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την εκπροσώπηση των αναγκών του κοινωνικού συνόλου. Η άνιση ανάπτυξη των ελεύθερων χώρων καθιερώνεται ως πάγια πρακτική των επίσημων μηχανισμών εξουσίας, ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία της οικονομικής κρίσης όπου το δημόσιο αγαθό του ελεύθερου χώρου θυσιάζεται στο όνομα της οικονομικής κατάρρευσης, της εξασφάλισης ρευστότητας και της δημιουργίας υπεραξίας. 
Η ιδιωτική διαχείριση του ελεύθερου χώρου ξεκινά να παρουσιάζεται μέσα από μικρής κλίμακας πάρκα ως ένα μοντέλο εξαιρετικά αποδοτικό, στο οποίο ενισχύεται αριθμητικά η προσέλευση αλλά περιορίζεται η κοινωνική μείξη. 
Ως προς τον άξονα περιβάλλον ως οικοσύστημα μπορεί να είναι ένας φυσικός σχηματισμός με ανθεκτικότητα, ωστόσο η νοηματοδότηση του περικλειόμενου ελεύθερου χώρου μετασχηματίζεται αδιάκοπα, χάνοντας τις περισσότερες φορές το ρόλο του ως υποδοχέα της δημόσιας ζωής. Η διαπίστωση αυτή είναι εμφανής ακόμα και σε περιπτώσεις ιστορικών συνοικιών του λεκανοπεδίου όπου ελεύθεροι χώροι κατοχυρώθηκαν στο παρελθόν μέσα από τις διεκδικήσεις της τοπικής κοινωνίας αλλά στην παρούσα συγκυρία αδυνατούν να αξιοποιηθούν. 
Η συνολική εικόνα συμπληρώνεται με το ρόλο της κοινωνίας όπου εκεί διαπιστώνονται τα μοναδικά ίσως θραύσματα αναπτυξιακών δυναμικών. Η δυναμική αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής σε περιοχές με υποβαθμισμένο αστικό περιβάλλον όπου τα πάρκα αποτελούν βασικό τόπο προορισμού για την τοπική κοινωνία. Αντίθετα σε περιοχές όπου υπάρχει έλλειψη κοινωνικής εγρήγορσης, υπάρχει συνάμα αδυναμία να ξεκινήσει μια πρωτόλεια μορφή διεκδίκησης και αξιοποίησης του χώρου. Επίσης η δραστηριοποίηση διαφορετικών ομάδων με παρόμοιους στόχους και πρακτικές μειώνει τη δυναμική του συνολικού κοινωνικού ανύσματος.

Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, το όραμα για την προστασία του φυσικού πλούτου και την αναστολή της διαρκούς συρρίκνωσής του, δύσκολα θα επιτευχθεί με την εξ αρχής επιβολή σχεδιαστικών ρυθμίσεων σε υπερτοπικό επίπεδο. Καθώς οι ελεύθεροι χώροι δεν αναπτύσσονται ισόρρυθμα, η επιτυχία ενός συνολικού σχεδιασμού θα προκύψει με την υλοποίηση σε κάθε πάρκο ξεχωριστά παρόμοιων σχεδιαστικών βημάτων και στη συνέχεια η επαναξιολόγηση τους θα προσδιορίσει τη δυνατότητα μετάβασης σε μεγαλύτερη κλίμακα. Επίσης, οι ελεύθεροι χώροι είναι ένα σύνθετο πεδίο πυκνότατων κοινωνικών φορτίσεων και μετασχηματισμών για τους οποίους πρέπει να αναπτυχθούν σχεδιαστικές λύσεις οι οποίες να ενσωματώνουν την έννοια της ευελιξίας, δηλαδή να ανταποκρίνονται και να προσαρμόζονται στις μεταβολές. Για το λόγο αυτό, αντί του σχεδιασμού παγιωμένων και σταθερών πρακτικών, εφαρμόζονται μηχανισμοί που θα λειτουργούν αρχικά ως παρατηρητήριο της κατάστασης και στη συνέχεια θα επεξεργάζονται λύσεις.

Ο πρώτος μηχανισμός βασίζεται στη δυναμική της ευφυΐας της κοινωνίας και προτείνει την ενεργή συμμετοχή των πολιτών σ' ένα κοινό διάλογο για τα προβλήματα των ελεύθερων χώρων. Σε πρώτο στάδιο ενισχύεται η υπάρχουσα δραστηριοποίηση της τοπικής κοινωνίας μέσα από το σχεδιασμό μιας συμμετοχικής πλατφόρμας επικοινωνίας, όπου πολίτες που έχουν οικειοποιηθεί ελεύθερους χώρους μπορούν να εκφράζουν ελεύθερα και δημόσια την άποψή τους. Η θεσμική κατοχύρωση και η διάδοση συμμετοχικών πρακτικών θα ενεργοποιήσει τη λανθάνουσα περιβαλλοντική συνείδηση της πλειονότητας της τοπικής κοινωνίας και μακροπρόθεσμα θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός διαχειριστικού φορέα με εκτελεστικό όργανο την κοινωνία. Με το τρόπο αυτό η συμμετοχή των πολιτών θα διασφαλίσει τη διαρκή αξιολόγηση της διαχείρισης και διοίκησης των ελεύθερων χώρων. Ο δεύτερος μηχανισμός βασίζεται στη δυναμική της εκπαίδευσης η οποία μπορεί να επαναπροσδιορίσει και να ενισχύσει τις κοινωνικές δομές προκειμένου να αναιρεθούν οι πάγιοι μηχανισμοί και αντιλήψεις που διαμορφώνουν τη σχέση φύση-πόλη. Η εκπαιδευτική διαδικασία είναι μια λανθάνουσα αστική δυναμική που μπορεί να αποκαταστήσει την περιβαλλοντική κουλτούρα και την κοινωνική συνοχή στον αστικό χώρο. Ο τρίτος μηχανισμός βασίζεται στη δυναμική της συνεργασίας της επιστημονικής κοινότητας με την πολιτεία. Παρόλο που μέχρι στιγμής στην Ελλάδα δεν υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας, οι δύο παραπάνω θεσμοί μπορούν να υποστηρίξουν τη δημιουργία ενός παρατηρητηρίου, το οποίο θα καταγράφει χώρους πρασίνου όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά, σε συνάρτηση με τα κοινωνικά στοιχεία των περιοχών που γειτνιάζουν. Με το δεδομένο ότι οι ελεύθεροι χώροι είναι δυναμικά συστήματα τα οποία δέχονται αδιαλείπτως πιέσεις από την κοινωνία, την πολιτεία και το περιβάλλον ο σχεδιασμός αυτός θεωρείται ως ένας απαραίτητος μηχανισμός ανάδρασης, ο οποίος εξασφαλίζει την αναπροσαρμογή του ανάλογα με τις συνθήκες, στην κατεύθυνση της κοινωνικής και περιβαλλοντικής δικαιοσύνης

Αναμφισβήτητα με την παντελή έλλειψη πολιτικής βούλησης και θεσμικής κατοχύρωσης δύσκολα θα πραγματοποιηθεί η ισότιμη ανάπτυξη του ελεύθερου χώρου, ωστόσο ο ρόλος του πολίτη ενισχυόμενος τόσο μέσα από συμμετοχικές πρακτικές αλλά κυρίως μέσα από την εκπαίδευση μπορεί να γίνει ο καταλύτης των μελλοντικών εξελίξεων που με τις διεκδικήσεις και τα αιτήματά του θα αναβαθμίσει το ρόλο της πολιτείας και θα διασφαλίσει το αγαθό του ελεύθερου-δημόσιου χώρου/ την περιβαλλοντική δικαιοσύνη.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Latour, B. (1993), We Have Never Been Modern, Cambridge, Mass.: Harvard University Press
Λιαμέτη Δ. και Σαρλά Ε. (2012) 'Τα λατομεία της Αθήνας'. Ερευνητική Εργασία, ΕΜΠ, Αθήνα
Leyshon A., R. Lee and C. Williams. (2003), Alternativ Economic Spaces
Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Αραβαντινός Α. και Κοσμάκη Π. (1988) Υπαίθριοι Χώροι στην Πόλη'. Αθήνα
  • Λιαμέτη Δ. και Σαρλά Ε. (2012) 'Τα λατομεία της Αθήνας'. Ερευνητική Εργασία, ΕΜΠ, Αθήνα 
  • Γιαννοπούλου Χ., Λιαμέτη Δ., Ντάφα Ε., Σπανογιάννη Ε., Χάλαρης Γ., Χαλδέζου Σ. (2015) Όψεις οικειοποίησης των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου στο λεκανοπέδιο'. Ερευνητική Εργασία,ΕΜΠ, Αθήνα
  • Γιαννοπούλου Χ., Λιαμέτη Δ., Ντάφα Ε., Σπανογιάννη Ε., Χάλαρης Γ., Χαλδέζου Σ. (2015) Όψεις οικειοποίησης των ελεύθερων χώρων και χώρων πρασίνου στο λεκανοπέδιο'. Ερευνητική Εργασία,ΕΜΠ, Αθήνα
  • Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου & Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας. (2002), Ολοκληρωμένο στρατηγικό & επιχειρησιακό σχέδιο για το πράσινο στην Αττική, Αθήνα

Ξενόγλωσση
  • Latour, B. (1993), We Have Never Been Modern, Cambridge, Mass.: Harvard University Press 
  • Leyshon A., R. Lee and C. Williams. (2003), Alternativ Economic Spaces,
  • Castells, M. (1997), The Power of Identity, The Information Age: Economy, Society and Culture Vol. II, Blackwell.


Διαδικτυακές πηγές
  • Αττικό Πράσινο: http://www.attikoprasino.gr/Default.aspx?tabid=148&language=el-GR 
  • Σύνδεσμος Δήμων για την Προστασία και Ανάπλαση των Τουρκοβουνίων: http ://www .spat.gr 
  • Ρυθμιστικό Σχέδιο Αθήνα 2021: http://ypeka.gr 
  • Δήμος Βύρωνα:       http://www.dimosbyrona.gr/article.php?cat=69


* Το παρών άρθρο αποτελεί τμήμα εργασίας που εκπονήθηκε στα πλαίσια του μεταπτυχιακού προγράμματος ΔΠΜΣ Πολεοδομία Χωροταξία στο ΕΜΠ, υπό την επίβλεψη της καθηγήτριας Παναγιωτάτου Ε
* Το παρών άρθρο έχει παρουσιαστεί σε μορφή Poster στο διεθνές Συνέδριο, Changing Cities 2, Πόρτο Χέλι, 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου