Τετάρτη, 4 Μαΐου 2016

Πολιτικές για το αστικό πράσινο στις μητροπολιτικές περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης: μια συγκριτική αξιολόγηση

#ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΕΜΕΝΤΖΗ, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

Ως χώροι αστικού πρασίνου νοούνται οι ελεύθεροι χώροι εντός των πόλεων, στους οποίους η βλάστηση και η φυτοκάλυψη -αυτοφυής ή/και τεχνητή- καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής τους, χωρίς να αποκλείονται σε αυτούς χρήσεις συμβατές με την αναψυχή. 
Το αστικό πράσινο αποτελεί απαραίτητο συστατικό των πόλεων, αλλά και έναν από τους καθοριστικότερους παράγοντες για την εξασφάλιση αναβαθμισμένης ποιότητας ζωής στους κατοίκους αυτών. 
Γι 'αυτό και ο σχεδιασμός/πρόβλεψη χώρων πρασίνου στις πόλεις αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αλλά και αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση ενός βιώσιμου και ολοκληρωμένου αστικού και περιβαλλοντικού σχεδιασμού. Μια συνθήκη, η οποία γίνεται ακόμη πιο επιτακτική και επιβεβλημένη στην περίπτωση των Μητροπόλεων, όπου η «απεραντοσύνη» του δομημένου χώρου, μεγεθύνει δραματικά τις αποστάσεις αλλά και το χρόνο πρόσβασης και επαφής των κατοίκων με την ύπαιθρο και τη φύση.
Στις περιπτώσεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης η πολεοδομική και πληθυσμιακή διόγκωση, μεγέθυνε τις ανάγκες της αστικής περιοχής για χώρους πρασίνου και προσέδωσε στο σχεδιασμό του αστικού πρασίνου μητροπολιτικό χαρακτήρα. Παρά το γεγονός ότι η εξασφάλιση των απαραίτητων χώρων πρασίνου -τοπικού ή/και μητροπολιτικού επιπέδου- αποτελεί μέρος του σχεδιασμού των δύο Μητροπόλεων εδώ και δεκαετίες, μόνο ένα μικρό τμήμα αυτού έχει υλοποιηθεί. Παράλληλα, κρίσιμες αποφάσεις για την υλοποίηση του πράσινου σχεδιασμού εξακολουθούν να εκκρεμούν όπως το Πάρκο Ελληνικού - πρώην αεροδρόμιο στην Αθήνα.
Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο εξετάζει το αστικό πράσινο, όπως αυτό διαμορφώθηκε στις δύο μητροπόλεις της χώρας - την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη - κατά την περίοδο των δύο τελευταίων δεκαετιών. Ειδικότερα, εξετάζει τις ιστορικές φάσεις και στιγμές, τόσο σε επίπεδο περιβαλλοντικού σχεδιασμού όσο και σε επίπεδο υλοποίησης του σχεδιασμού για τη δημιουργία χώρων πρασίνου. Έμφαση δίνεται στις πολιτικές που ακολούθησαν οι δύο Οργανισμοί Ρυθμιστικού (ΟΡΣΑ και ΟΡΘΕ), που μόλις πρόσφατα καταργήθηκαν.

Η συγκριτική αξιολόγηση των χώρων πρασίνου στις δύο μητροπόλεις, αναδεικνύει το μεγάλο έλλειμμα του αστικού πρασίνου στο εσωτερικό των ΠΣ, αλλά και τη σημασία του περιαστικού πρασίνου ως αντιστάθμισμα σε αυτή τη διαχρονική έλλειψη χώρων πρασίνου. Παράλληλα, αναδεικνύει την αναβάθμιση του ρόλου του αστικού πρασίνου στον πολεοδομικό σχεδιασμό, που πραγματοποιήθηκε μέσω των Ρυθμιστικών Σχεδίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης και τις παράλληλες πορείες των αντίστοιχων Οργανισμών Ρυθμιστικού. 
Η εργασία καταλήγει με τη διαπίστωση ότι το συστηματικό ενδιαφέρον της πολιτείας και των φορέων για το περιαστικό πράσινο και τους υπερτοπικούς χώρους πρασίνου, δεν αρκεί για τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου και επαρκούς δικτύου χώρων πρασίνου, καθώς και οι τοπικής εμβέλειας πράσινοι χώροι -που προκύπτουν από την υλοποίηση του τοπικού σχεδιασμού ΓΠΣ- είναι εξίσου σημαντικοί για τους κατοίκους των μητροπόλεων.

1. Εισαγωγή
Το αστικό πράσινο αποτελεί απαραίτητο συστατικό των πόλεων, αλλά και έναν από τους καθοριστικότερους παράγοντες για την εξασφάλιση αναβαθμισμένης ποιότητας ζωής και υγείας στους κατοίκους αυτών (Kamp et al, 2003 · Richardson et al, 2011etc). Οι επιφάνειες πρασίνου που βρίσκονται είτε ενσωματωμένες στον αστικό ιστό είτε σε γειτνίαση με αυτόν, συμβάλλουν με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους στην ποιότητα του αστικού περιβάλλοντος και της ζωής των κατοίκων, καθώς καθαρίζουν την ατμόσφαιρα από τους αέριους ρύπους, βελτιώνουν το μικροκλίμα, μετριάζουν την ηχορύπανση και τους θορύβους της πόλης, μειώνουν τον κίνδυνο πλημυρών, αποτελούν χώρους αναψυχής, άθλησης αλλά και τόπους κοινωνικών συναναστροφών, ενώ είναι αναγκαίοι για τη συγκέντρωση και προστασία των πολιτών, σε περιπτώσεις έκτακτων αναγκών και φυσικών καταστροφών (Benedict and McMahon, 2002· Gill et al, 2007). Επιπλέον, συμβάλλουν στον αστικό χαρακτήρα και την αισθητική της πόλης, καθώς και στη διατήρηση και αύξηση της βιοποικιλότητας εντός των αστικών περιοχών που είναι σημαντική με όρους περιβαλλοντικής βιωσιμότητας.

Κατ'επέκταση, ο σχεδιασμός και η διαχείριση χώρων πρασίνου στις πόλεις - ως μέρος ενός συνολικότερου περιβαλλοντικού σχεδιασμού - αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι αλλά και αναγκαία συνθήκη για την υλοποίηση ενός βιώσιμου και ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού (Campell, 1996). Μια συνθήκη, η οποία γίνεται ακόμη πιο επιτακτική στην περίπτωση των μητροπόλεων, όπου η αχανής δόμηση μεγεθύνει δραματικά τις αποστάσεις αλλά και το χρόνο πρόσβασης και επαφής των κατοίκων με την ύπαιθρο και τη φύση, ενώ απειλεί τους φυσικούς πόρους και επιφέρει οικολογικά προβλήματα. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος για τον οποίο τα τελευταία χρόνια έχει δοθεί μεγάλη έμφαση στην ανάγκη δημιουργίας πράσινων υποδομών (green infrastructures) εντός των πόλεων (EC, 2013 · Gill et al, 2007 · Tzoulas et al, 2007 etc). Οι πράσινες υποδομές νοούνται ως ο στρατηγικός σχεδιασμός ενός δικτύου που ενσωματώνει - φυσικούς ή τεχνητούς - πράσινους χώρους (ή μπλε χώρους αν υπάρχουν επαρκείς υδάτινες επιφάνειες) και περιοχές ή στοιχεία της πόλης που έχουν περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Προκύπτει έτσι ένα συνεχές πλέγμα πράσινων διαδρόμων που συνδέει την αστική περιοχή με τις περιβάλλουσες φυσικές εκτάσεις και ταυτόχρονα διεισδύει στον αστικό ιστό, διασφαλίζοντας τα περιβαλλοντικά οφέλη για τους κατοίκους, βοηθώντας στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή και διευκολύνοντας τη διατήρηση και ανάπτυξη των φυσικών οικοσυστημάτων.

Στο πλαίσιο αυτό, το παρόν άρθρο πραγματεύεται το ρόλο και τη σημασία των πράσινων χώρων στον πολεοδομικό σχεδιασμό και στη βελτίωση της ποιότητας ζωής των κατοίκων, ιδίως των μεγαλουπόλεων. Ειδικότερα, παρουσιάζει βασικά ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά για το αστικό πράσινο των δύο μητροπόλεων της χώρας, της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Έμφαση δίνεται επίσης στο σχεδιασμό για το αστικό πράσινο, που υιοθετήθηκε από τα δύο Ρυθμιστικά Σχέδια καθώς και στην ακολουθούμενη πολιτική των δύο αρμόδιων Οργανισμών Ρυθμιστικού (ΟΡΣΑ και ΟΡΘΕ), που μόλις πρόσφατα καταργήθηκαν. Απώτερος σκοπός του άρθρου είναι να προκύψουν συγκριτικά σχόλια για την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, καθώς και χρήσιμα συμπεράσματα και αξιολογήσεις αναφορικά με τις πολιτικές και τις διαδικασίες σχεδιασμού που υιοθετήθηκαν διαχρονικά σε σχέση με το αστικό πράσινο στις δύο μητροπόλεις της χώρας.

2. Αστικό πράσινο και πολεοδομικός σχεδιασμός στην Ελλάδα

2.1 Εννοιολογικές διευκρινίσεις και ορισμοί

Οι χώροι αστικού πρασίνου αποτελούν μια υποκατηγορία των ελεύθερων και ανοιχτών χώρων των πόλεων. Στη διεθνή πρακτική και βιβλιογραφία υπάρχουν ποικίλες κατηγοριοποιήσεις των πράσινων χώρων, σύμφωνα με (ΟΡΘΕ, 2006):
- το μέγεθος σε συνδυασμό με τη ζώνη επιρροής τους στον αστικό χώρο: τοπικοί πράσινοι χώροι - γειτονιάς, πάρκα πόλης, υπερτοπικοί χώροι πρασίνου με διαδημοτική και μητροπολιτική εμβέλεια,
- την ποιότητα και το βαθμό επέμβασης: πάρκα - κήποι, αδιαμόρφωτοι χώροι, ζώνες -τόποι οικολογικού ενδιαφέροντος, οικοσυστήματα αυξημένης προστασίας,
- το είδος και την ένταση χρήσης τους από τους κατοίκους: παιχνιδότοποι, πάρκα αναψυχής, θεματικά πάρκα,
- τη μορφή και την αισθητική αξία, δηλαδή τον αισθητικό τους χαρακτήρα και μορφολογία,
- το φορέα ιδιοκτησίας και το θεσμικό καθεστώς λειτουργίας: κοινόχρηστοι, δημόσιοι και -ιδιωτικοί χώροι πρασίνου, εκτάσεις χαρακτηρισμένες ή διεκδικούμενες (από τις τοπικές αρχές) ως χώροι πρασίνου.

Ωστόσο, πρωταρχικό στοιχείο της διάκρισης των πράσινων αστικών χώρων από τους ελεύθερους ανοιχτούς ή 'γκρίζους' χώρους της πόλης, είναι η βλάστηση ή εν γένει το υλικό κάλυψης των χώρων αυτών. Οι Μπελαβίλας και Βαταβάλη (2009) ορίζουν ως χώρους αστικού πρασίνου τους ελεύθερους χώρους εντός των πόλεων, στους οποίους η βλάστηση και η φυτοκάλυψη -αυτοφυής ή/και τεχνητή- καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της έκτασής τους, χωρίς να αποκλείονται σε αυτούς χρήσεις συμβατές με την αναψυχή. Σε μιαν άλλη προσέγγιση οι αστικοί πράσινοι χώροι είναι οι χώροι με 'μαλακά' δάπεδα: χώμα, γρασίδι, θάμνοι, δένδρα.

Πέραν όμως των χώρων πρασίνου που εντοπίζονται στον ιστό των πόλεων, αντίστοιχα σημαντικό για τις πόλεις είναι και το περιαστικό πράσινο. Ειδικότερα, ως «περιαστικό πράσινο» ορίζεται ο χώρος με δασική ή άλλου τύπου μεσαία και υψηλή βλάστηση, ο οποίος περιβάλλει μια πόλη ή βρίσκεται στις παρυφές αυτής (Μπελαβίλας κ.ά., 2012). Λειτουργώντας ως «πράσινο τείχος», το περιαστικό πράσινο είναι εξίσου σημαντικό με το αστικό πράσινο, όχι μόνο στην περίπτωση των μικρών και μεσαίων πόλεων, όσο κυρίως στην περίπτωση των μεγάλων αστικών κέντρων και ιδίως των μητροπόλεων, όπου συνήθως οι ανάγκες για πράσινο είναι πολύ πιο μεγάλες (Μπεριάτος, 2002 · Allen, 2003).

Άλλωστε, η αναλογία χώρων πρασίνου ανά κάτοικο, αποτελεί βασικό δείκτη κατά τον προσδιορισμό της ποιότητας ζωής στις πόλεις. Γι'αυτό και η εξασφάλιση χώρων πρασίνου, η διασπορά τους στον αστικό ιστό και η διατήρηση της βλάστησής τους σε καλή κατάσταση, αποτελεί βασική παράμετρο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά τον αστικό και περιβαλλοντικό σχεδιασμό των πόλεων.

2.2 Ο σχεδιασμός των χώρων πρασίνου στις ελληνικές πόλεις και οι σύγχρονες πολεοδομικές πρακτικές

Ο σχεδιασμός των χώρων πρασίνου στην Ελλάδα ξεκίνησε από το 19ο αιώνα. Αρχικά, μόνο τα αστικά κέντρα για τα οποία δημιουργήθηκαν πολεοδομικά και ρυμοτομικά σχέδια είχαν την τύχη να αποκτήσουν πάρκα και κήπους - κατά τα ευρωπαϊκά πρότυπα (Γλαντζή και Ράμφου, 2012). Αργότερα, αντίστοιχα σχέδια που προέβλεπαν εκτεταμένους και συνήθως γεωμετρικούς κήπους, απέκτησαν και οι λουτροπόλεις, ως ένδειξη της σημασίας και της προτεραιότητας που δινόταν τότε από την πολιτεία στα μοναδικά τουριστικά θέρετρα εκείνης της εποχής (Παπαγεωργίου, 2009).

Έως και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η αξία και ο ρόλος που δίνονταν στους χώρους πρασίνου ήταν κυρίως αισθητικός. Τα μικρά μεγέθη των οικισμών και η διασπορά τους στην ελληνική ύπαιθρο λειτουργούσε ανασταλτικά στην ανάδειξη του περιβαλλοντικού ρόλου και της χρησιμότητας των αστικών χώρων πρασίνου. Ωστόσο, η έντονη αστυφιλία του παρελθόντος και η βίαιη αστικοποίηση, που οδήγησαν αφενός στην εντατική οικοπεδοποίηση των ελεύθερων χώρων των πόλεων και αφετέρου στην κατανάλωση των περιαστικών εκτάσεων -υποβαθμίζοντας την ποιότητα ζωής των κατοίκων- «επέβαλαν» την αλλαγή στις έως τότε αντιλήψεις σε σχέση με τις ρυθμίσεις των χρήσεων γης κατά τον πολεοδομικό σχεδιασμό.

Στο πλαίσιο αυτό, οι χώροι πρασίνου αποτελούν βασική παράμετρο και συστατικό του πολεοδομικού σχεδιασμού, με την έκταση αυτών να πρέπει να ακολουθεί συγκεκριμένα σταθερότυπα. Το πρώτο εγχείρημα για την επιθυμητή κατανομή των χώρων πρασίνου και των ελεύθερων χώρων ανάλογα με την πολεοδομική τους λειτουργία, την ακτίνα εξυπηρέτησής τους και το μέγεθος πληθυσμού έγινε από το ΥΠΕΧΩΔΕ το 1983 στο πλαίσιο της Επιχείρησης Πολεοδομικής Ανασυγκρότησης Σήμερα, σύμφωνα με την ισχύουσα ελληνική νομοθεσία και τις νεότερες προδιαγραφές (ΦΕΚ 285/Δ/5-3-2004), οι χώροι πρασίνου που προβλέπονται ανά κάτοικο είναι 8τ.μ., ενώ δίνονται ειδικότερες κατευθύνσεις για τη χωροθέτηση και τη διασύνδεση των χώρων πρασίνου με άλλα λειτουργικά στοιχεία της πόλης. Πρόκειται για μια αναλογία, που παρ'ότι είναι πολύ μικρότερη από τα διεθνή σταθερότυπα και πρακτικές, σε πολλές περιπτώσεις ελληνικών πόλεων εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά στην πράξη. Το πρόβλημα εστιάζεται κυρίως στα πυκνοδομημένα ιστορικά κέντρα των πόλεων, όπου οι πρακτικές του παρελθόντος συχνά έχουν δημιουργήσει μη αναστρέψιμες καταστάσεις, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά τους μέσους όρους πρασίνου.

3. Σχεδιάζοντας το αστικό πράσινο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη
3.1 Ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά αστικού πρασίνου των δύο μητροπόλεων

Οι πράσινοι χώροι στις μητροπόλεις της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης διακρίνονται σε δύο τύπους: 
α) στο αστικό πράσινο, που περιλαμβάνει εκείνους τους χώρους που βρίσκονται εντός της πόλης, δηλαδή εντός του ΠΣΠ για την Αθήνα και εντός του ΠΣΘ για τη Θεσσαλονίκη και β) στο περιαστικό πράσινο, που περιλαμβάνει τους χώρους που βρίσκονται σε άμεση επαφή με την πόλη. Επιπλέον, οι χώροι πρασίνου διακρίνονται σε δύο κατηγορίες ανάλογα με την εμβέλειά τους, δηλαδή την περιοχή που εξυπηρετούν, και το μέγεθός τους: α) υπερτοπικοί χώροι με μητροπολιτική ή διαδημοτική εμβέλεια και 
β) τοπικοί χώροι πρασίνου. Υπερτοπικής σημασίας είναι το σύνολο σχεδόν των περιαστικών χώρων πρασίνου, καθώς λόγω του μεγέθους, της χωρητικότητας και της θέσης τους απευθύνονται σε ένα μεγάλο ποσοστό των κατοίκων της μητρόπολης. Αντίστοιχα όμως, υπερτοπικής σημασίας μπορεί να είναι και χώροι πράσινου που εντοπίζονται εντός του αστικού ιστού. 
Στον αντίποδα, οι τοπικοί χώροι πρασίνου καλύπτουν τις ανάγκες των κατοίκων στο χαμηλότερο επίπεδο της γειτονιάς ή της συνοικίας, συνήθως δεν σχετίζονται με προϋπάρχοντες φυσικούς σχηματισμούς ούτε ιστορικά διαμορφωμένους χώρους, ενώ συχνά συνιστούν μικρούς χώρους που δημιουργούνται από την εφαρμογή των πολεοδομικών σταθεροτύπων στο πλαίσιο υλοποίησης του πολεοδομικού σχεδιασμού. 
Λόγω του πλήθους αλλά και τις μικρής κλίμακας/εμβέλειάς τους, οι τοπικοί χώροι πρασίνου δεν αναλύονται ιδιαίτερα στην παρούσα εργασία, αλλά προσεγγίζονται μόνο στο πλαίσιο των γενικότερων χαρακτηριστικών του πρασίνου. Με βάση αυτή την κατηγοριοποίηση επιχειρείται στη συνέχεια η συνοπτική καταγραφή και παρουσίαση της εξέλιξης των χώρων πρασίνου στις δύο μητροπόλεις της Ελλάδας.

3.1.1 Το πράσινο στην Αθήνα
Όσον αφορά το περιαστικό πράσινο, η Αθήνα χαρακτηρίζεται από την παρουσία των τεσσάρων ορεινών όγκων που περιβάλλουν το πολεοδομικό συγκρότημα και αποτελούν φυσικά αναχώματα για την αστική εξάπλωση προς την ενδοχώρα. Οι ορεινοί αυτοί όγκοι, όπως αναπτύσσονται από την ανατολή προς τη δύση είναι: το Όρος Αιγάλεω, το Όρος Πάρνηθα, το Πεντελικό Όρος και το Όρος Υμηττός.

Η σημασία της προστασίας των ορεινών όγκων Αττικής διαπιστώθηκε σχετικά νωρίς. Ήδη από το 1961, η Πάρνηθα ανακηρύσσεται Εθνικός Δρυμός, ενώ το 1969, ακολουθεί το ΦΕΚ 236/Β/69, με το οποίο και οι τέσσερις ορεινοί όγκοι (συμπεριλαμβανομένου του όρους Κορυδαλλού) χαρακτηρίστηκαν ως Τοπία Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους. Ακολούθησε η θέσπιση ειδικότερων ζωνών προστασίας, οι οποίες στην Πάρνηθα και στον Υμηττό, δέχτηκαν αλλεπάλληλες τροποποιήσεις για να οριστικοποιηθούν μόλις πρόσφατα. Μάλιστα στον ορεινό όγκο του Αιγάλεω, η περιοχή προστασίας διευρύνθηκε προκειμένου να συμπεριλάβει και το γειτονικό Ποικίλο Όρος και να επιτευχθεί έτσι, αδιάκοπη σύνδεση έως και το όρος Πάρνηθα. Σήμερα, με το Ν.2742/99 τα δύο όρη (Αιγάλεω και Ποικίλο) έχουν θεσμοθετηθεί ως Πάρκο της Δυτικής Πύλης της Αθήνας. Αντίστοιχα μέσα την περιοχή προστασίας του όρους Υμηττού και συγκεκριμένα στις βορειοδυτικές υπώρειες αυτού, έχουν θεσμοθετηθεί τα Πάρκα «Γουδή» και «Ιλισσίων», με το ίδιο Π.Δ. (187/Δ/16-6-2011) που ορίζει τους όρους προστασίας του Υμηττού. Σημειώνεται ακόμη, πως το περιαστικό Δάσος Τατοΐου βρίσκεται στους πρόποδες της Πάρνηθας και εντάσσεται μέσα την περιοχή προστασίας του όρους. Η αλληλοεπικάλυψη των καθεστώτων προστασίας στους χώρους περιαστικού πρασίνου οφείλεται στη διαφορετική ιστορία διαμόρφωσής τους αλλά και στις διαφορετικές χρήσεις και σκοπούς που εξυπηρετούν.

Στους περιαστικούς χώρους πρασίνου εντάσσονται ακόμη, οι θεσμοθετημένες περιοχές προστασίας της φύσης (βάσει Ν.1650/80). Πρόκειται για τη χερσαία και θαλάσσια ζώνη έκτασης 138,4 στρ. Σχοινιά - Μαραθώνα, η οποία το 2000 ανακηρύχτηκε Εθνικό Πάρκο (ΦΕΚ 395/Δ/2000) και τους Ορεινούς όγκους Λαυρεωτικής Χερσονήσου, οι οποίοι με το Π.Δ 19-2¬2003 (ΦΕΚ 121/Δ) θεσμοθετήθηκαν ως «Πάρκο Λαυρεωτικής». Σημειώνεται, ωστόσο, ότι για την προστασία της χερσονήσου, είχε προηγηθεί προ 5ετίας η θέσπιση της ΖΟΕ Λαυρεωτικής (με το από 27-2-1998 Π.Δ. / ΦΕΚ 125/Δ) με σκοπό την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος μέσω του καθορισμού των χρήσεων γης και των όρων και περιορισμών δόμησης στις εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχές. Άλλες περιοχές προστασίας της υπαίθρου - και κατ'επέκταση και του πρασίνου - μέσω ΖΟΕ, είναι η πεδιάδα των Μεσογείων (ΦΕΚ 199/Δ/2003) και ο Ασπρόπυργος (ΦΕΚ 1085/Δ/96).

Μεγάλη ποικιλία εμφανίζουν και οι χώροι αστικού πρασίνου υπερτοπικής σημασίας που εμφανίζουν σχετικά ικανοποιητική διασπορά στο εσωτερικό του ΠΣΠ. Το αστικό πράσινο αποτελείται από:

α) Τεχνητά άλση, κήπους ή πάρκα, που δημιουργήθηκαν για αισθητικούς λόγους σε διάφορες ιστορικές φάσεις της πρωτεύουσας (από το 19ο έως και τον 20ο αιώνα), ή πιο πρόσφατα με σκοπό την ενίσχυση του πρασίνου και τον εμπλουτισμό της βιοποικιλότητας μέσα στον αστικό ιστό, αποτελώντας είτε ανεξάρτητους χώρους πρασίνου είτε τμήματα μεγαλύτερων εκτάσεων που φιλοξενούν και άλλες χρήσεις (π.χ. Πολιτιστικό Πάρκο «Σταύρος Νιάρχος»).

β) Φυσικούς σχηματισμούς: όπως είναι για παράδειγμα τα ρέματα (Κηφισός κλπ) και οι λόφοι (Λυκαβηττός κλπ)
γ) Αποκατεστημένα λατομεία ή/και βιομηχανικές περιοχές: όπως είναι για παράδειγμα τα Τουρκοβούνια, ο Ελαιώνας, το Σελεπίτσαρι κ.ο.κ.

Ειδικότερα, η δημιουργία οργανωμένων χώρων αστικού πρασίνου στην Αθήνα ξεκινάει με τη σύσταση του ελληνικού κράτους (1831) και την κήρυξη της Αθήνας ως πρωτεύουσας. Είναι την εποχή του Όθωνα (1831-1863) που τα εγχειρήματα σχεδιασμού της πόλης από αρχιτέκτονες της εποχής (Κλεάνθης, Schaumbert, Klenze, Gaertner κλπ) έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πάρκων και κήπων στην Αθήνα. Την περίοδο αυτή (1839) δημιουργείται ο βασιλικός κήπος έκτασης 15,5 εκταρίων, γνωστός σήμερα ως Εθνικός Κήπος όπως μετονόμαστηκε το 1927. Αργότερα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα (1863-1914) η αστικοποίηση της Αθήνας γίνεται παράλληλα με τη δενδροφύτευση των λόφων Λυκαβηττού, Φιλοπάππου, Τουρκοβουνίων κλπ. Παράλληλα, πολλοί κήποι κατασκευάζονται ως συνέχεια σημαντικών κτιρίων, με τους ίδιους τους αρχιτέκτονες να επιμελούνται ταυτόχρονα και τα σχέδια των κήπων (Γλαντζή και Ράμφου, 2012).

Την εποχή μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή που χαρακτηρίζεται από την αθρόα εισροή προσφύγων, η ανάγκη κατοίκησης και ο ημι-νόμιμος τρόπος εκμετάλλευσης της γης έχει ως αποτέλεσμα την οικοπεδοποίηση σημαντικών χώρων πρασίνου της πρωτεύουσας (όπως ο λόφος Σκουζέ). Στον αντίποδα, το 1934 σχεδιάζεται το Άλσος του Πεδίου του Άρεως, το οποίο αποτελούσε τόπο αναψυχής των Αθηναίων ήδη από την εποχή του Όθωνα (Γλαντζή και Ράμφου, 2012). Οι εργασίες δενδροφύτευσης και ανάπλασης την περίοδο 1935-1940 δημιούργησαν στο κέντρο της Αθήνας έναν υπερτοπικό χώρο πρασίνου, που μαζί με το λόφο Φινόπουλου καλύπτει σήμερα έκταση 277 στρεμμάτων.

Τα αστικά πάρκα και κήποι που διαμορφώθηκαν μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα, σε συνδυασμό με την αρχαιολογική ζώνη και την πράσινη λοφοσειρά της κεντρικής Αθήνας (Αρδηττός, Φιλοπάππου, Στρέφη, Λυκαβητός) συνιστούν την ιστορική πράσινη ζώνη, η οποία είναι μητροπολιτικής σημασίας. Στη συνέχεια, κατά τη μεσοπολεμική περίοδο δημιουργούνται τα συνοικιακά άλση και πάρκα της μεσοπολεμικής περιφέρειας (Άλση Ν. Σμύρνης, Νέας Φιλαδέλφειας, Παγκρατίου κλπ) (Μπελαβίλας κ.α.,2012), η σημασία των οποίων χαρακτηρίζεται διαδημοτική ή υπερτοπική.

Αντίστοιχα, συνοικιακά άλση δημιουργούνται και μεταπολεμικά, αξιοποιώντας πρώην βιομηχανικούς ή στρατιωτικούς χώρους, όπως στο Χαΐδάρι, το Αιγάλεω, το Περιστέρι, τον Πειραιά (Μπελαβίλας κ.α., 2012). Ωστόσο, είναι η τελευταία περίοδος του 20ου αιώνα που η περιβαλλοντική διάσταση αποκτά ιδιαίτερη αξία. Σε αυτό συντελεί και η θέσπιση του ΡΣΑ (1985) που εισηγείται την αύξηση των ελεύθερων χώρων κατά πέντε (5) τ.μ. ανά κάτοικο. Παράλληλα, το 1994, το ΥΠΕΧΩΔΕ προωθεί το Πρόγραμμα «Αττική S.O.S.», το οποίο προτείνει μεγάλες παρεμβάσεις για τη δημιουργία χώρων πρασίνου μητροπολιτικού επιπέδου, όπως η ανάπλαση του Ελαιώνα, το αεροδρόμιο Ελληνικού, το πάρκο Γουδή, το Πάρκο Περιβαλλοντικής Ευαισθητοποίησης «Αντώνη Τρίτση» και το Πάρκο Σελεπίτσαρι στη Νίκαια. Τα τρία τελευταία αποτελούν και τα μοναδικά υλοποιημένα μέχρι σήμερα πάρκα μητροπολιτικής σημασίας.

Σύμφωνα με τις ελληνικές προδιαγραφές, το λεκανοπέδιο της Αθήνας θα έπρεπε να έχει συνολικές εκτάσεις πρασίνου που να υπερβαίνουν τις 35.000 στρέμματα (ΕΜΠ, 2011). Ειδικά στο Δήμο Αθήνας το αστικό πράσινο αντιστοιχεί στο 10% της συνολικής έκτασης του Δήμου που ισοδυναμεί με τέσσερα (4) τ.χλμ. Η αναλογία αυτή μειώνεται στο 2.8-3% της συνολικής επιφάνειας του Δήμου αν οι χώροι πρασίνου υπολογιστούν με βάση την ενεργό φυτομάζα (χωρίς δηλαδή τους εγκαταλελειμένους ή υποβαθμισμένους χώρους). Ωστόσο, σήμερα αντιστοιχούν περίπου 2-2,5 τ.μ. χώρων πρασίνου ανά κάτοικο, ενώ οι υπάρχοντες ελεύθεροι χώροι αντιστοιχούν σε 3, 84τ.μ. ανά κάτοικο (Μπελαβίλας κ.ά, 2012).

Η αναλογία του αστικού πρασίνου προς τον πληθυσμό είναι ιδιαίτερα χαμηλή συγκριτικά με τις ευρωπαϊκές πόλεις, τους στόχους του ΡΣΑ 1985 αλλά και τα ελληνικά σταθερότυπα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το δίκτυο των χώρων πρασίνου που σχεδιάστηκε μετά το 1985 υλοποιήθηκε μόνο κατά ένα πολύ μικρό τμήμα του, ενώ η δυνατότητα υλοποίησης περιορίστηκε περαιτέρω με τις χωροθετήσεις των ολυμπιακών υποδομών που συντελέστηκαν την περίοδο 2000-2004. Αυτές, εξάντλησαν μεγάλα αποθέματα ελεύθερων χώρων (που ήταν θεσμοθετημένοι από τον πολεοδομικό σχεδιασμό, αλλά όχι υλοποιημένοι χώροι πρασίνου) δεσμεύοντάς τους για άλλες χρήσεις μόνιμου χαρακτήρα, οι οποίοι υπολογίζεται ότι θα πρόσθεταν επιπλέον 1,23τ.μ. πρασίνου/κάτοικο. Επιπλέον, ανισομερής είναι η κατανομή του αστικού πρασίνου ιδιαίτερα μεταξύ των περιοχών του ιστορικού κέντρου και των βορείων και βορειοανατολικών συνοικιών και εκείνων των νότιων και δυτικών συνοικιών (Μπελαβίλας και Βαταβάλη 2009).

Τέλος, όσον αφορά το περιαστικό πράσινο, υπολογίζεται ότι την εικοσαετία 1987-2007, 184.187 στρέμματα δασικής γης μετατράπηκαν σε άλλου τύπου καλύψεις, ενώ 49.000 στρέμματα στην Πάρνηθα το 2007 και 205.210 στρέμματα στη ΒΑ Αττική το 2009, ήταν ο απολογισμός των κατεστραμμένων εκτάσεων λόγω πυρκαγιών στην Αττική (στο μεγαλύτερο
μέρος τους δασικές) (WWF, 2009 και WWF, 2007).

3.1.2 Το πράσινο στη Θεσσαλονίκη
Στη μητροπολιτική περιοχή της Θεσσαλονίκης η έννοια του περιαστικού πρασίνου ταυτίζεται με την ύπαρξη του περιαστικού δάσους-πάρκου της Θεσσαλονίκης, γνωστού και ως Σέιχ Σου ή Κέδρηνου Λόφου. Το Σέιχ Σου άρχισε να δημιουργείται όταν απελευθερώθηκε η Θεσσαλονίκη μετά το 1912, με τη φύτευση πεύκων σε έκταση δέκα (10) περίπου στρεμμάτων, στην περιοχή που είναι γνωστή ως "Χίλια Δένδρα". Μετά το 1921, με μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων ξεκινούν διαδικασίες αναδάσωσης που κρατούν ως τις αρχές της δεκαετίας του 1990 και διευρύνουν συνεχώς την έκταση του δάσους-πάρκου. Οι αναδασώσεις που έγιναν σταδιακά στα ογδόντα αυτά χρόνια, μαζί με τη φυσική αναγέννηση που αναπτύχθηκε στο οικοσύστημα της περιοχής, δημιούργησαν το περιαστικό δάσος της Θεσσαλονίκης, του οποίου η έκταση ανέρχεται περίπου σε τριάντα χιλιάδες στρέμματα. Το 1984, το δάσος-πάρκο χαρακτηρίζεται από το Υπουργείο Πολιτισμού ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλλους (ΦΕΚ 148/Β/84), ενώ το 1994 κηρύσσεται ως ζώνη υψηλής προστασίας (Π.Δ. 17-1-1994, ΦΕΚ 516/Δ/1994) (Στεργιάδης, 2002). Η πυρκαγιά του 1997 κατέστρεψε σχεδόν το 55% της έκτασης του περιαστικού δάσους μαζί με έργα δασικής αναψυχής (Παπασταύρου, 2002). Από τότε, έχει ακολουθήσει μια σειρά ενεργειών κυρίως από τις Δασικές Υπηρεσίες αλλά και από τους άλλους φορείς για την προστασία του περιβάλλοντος και την αποκατάσταση της βλάστησής του (κατασκευή έργων αντιδιαβρωτικής - αντιπλημμυρικής προστασίας, έργων αναδάσωσης - βελτίωσης της βλάστησης κ.λ.π.).

Στο περιαστικό πράσινο εντάσσεται και η περιοχή των εκβολών του Γαλλικού ποταμού συμπεριλαμβανομένου του υγροτοπικού σύστηματος του Δέλτα Αξιού-Λουδία-Αλιάκμονα, που βρίσκεται νοτιοδυτικά του ΠΣΘ, η οποία ανακηρύχτηκε σε Εθνικό Πάρκο το 2009. Σημαντικό περιαστικό πράσινο χώρο αποτελεί και το Περιβαλλοντικό Πάρκο Θέρμης (έκτασης 80 στρ) ανατολικά του ΠΣΘ που δημιουργήθηκε από την ανάπλαση και αποκατάσταση του παλαιού χώρου διάθεσης απορριμμάτων Θέρμης. Σήμερα αποτελεί χώρο αναψυχής και αθλοπαιδιών.

Όσον αφορά το αστικό πράσινο, οι πρώτοι χώροι πρασίνου διαμορφώθηκαν στο τέλος του 19ου αιώνα, στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Από αυτούς ξεχωρίζουν ο κήπος του Λευκού Πύργου (μεταξύ 1870 και 1880) που μαζί με το πάρκο της ΧΑΝΘ καταλαμβάνουν σήμερα επιφάνεια 75 στρεμμάτων. Καθοριστικό για τη δημιουργία των χώρων πρασίνου ήταν το σχέδιο του 1918 (υπό την καθοδήγηση του Γάλλου πολεοδόμου Ερνέστ Εμπράρ) που συγκροτήθηκε μετά την πυρκαγιά του 1917, η οποία κατέστρεψε μεγάλο τμήμα της εντός των τειχών πόλης. Χάρη σε αυτό υλοποιήθηκαν το πάρκο ΧΑΝΘ και οι περιοχές της πανεπιστημιούπολης. Ωστόσο, οι υπόλοιποι χώροι πρασίνου (που μαζί με τους ελεύθερους δημόσιους χώρους αντιστοιχούσαν στο 40% της συνολικής επιφάνειας του πολεοδομικού σχεδίου), οι επεκτάσεις με μορφή κηπούπολης και η περιμετρική ζώνη πρασίνου για την οριοθέτηση του δομημένου χώρου από την ύπαιθρο που προτάθηκαν από το σχέδιο Εμπράρ, δεν υλοποιήθηκαν ποτέ (ΟΡΘΕ, 2006).

Η έλευση των προσφύγων του 1922 ήταν βασική αιτία για τη μη εφαρμογή του σχεδίου και είχε δραστικές επιπτώσεις στο ζήτημα του αστικού πρασίνου. Η χωροθέτηση των προσφυγικών συνοικισμών βασίστηκε στη σταδιακή κατάληψη κάθε διαθέσιμης επιφάνειας στον άμεσο και ευρύτερο περιαστικό χώρο.

Μεταπολεμικά, η συνεχής συγκέντρωση πληθυσμού στη Θεσσαλονίκη είχε ως αποτέλεσμα την υπερεκμετάλλευση του αστικού εδάφους με πολύ υψηλές πυκνότητες δόμησης και την αυθαίρετη οίκηση της περιαστικής ζώνης. Διαμορφώθηκε έτσι μια συμπαγής αστική περιοχή με τεράστιο έλλειμμα ελεύθερων πράσινων χώρων αλλά και αδυναμία διαχείρισης των φυσικών διαθεσίμων στην περιφέρεια, αφού και αυτά κατασπαταλήθηκαν. Ωστόσο, την περίοδο 1955-1958 δημιουργήθηκε στη Θεσσαλονίκη ένας σημαντικός χώρος υπερτοπικού πρασίνου. Πρόκειται για την Περιφερειακή Τάφρο (στα σύνορα Τούμπας και Πυλαίας) που κατασκευάστηκε ως περιφερειακό αντιπλημμυρικό έργο της Θεσσαλονίκης, για να προστατέψει το ανατολικό τμήμα της πόλης από τις όμβριες απορροές του Κέδρινου Λόφου και του Πανοράματος. Η τάφρος αποτελεί τεχνητή διώρυγα που εκτείνεται από βορρά προς νότο, από τον Κέδρινο Λόφο μέχρι τη θάλασσα, σε συνολικό μήκος 8,3 χλμ. Στο μεγαλύτερο τμήμα της, η ζώνη που περιβάλλει την τεχνητή διώρυγα, αναπτύσσεται ως επιμήκης ζώνη πρασίνου. Σήμερα βρίσκεται σε εξέλιξη η μελέτη διευθέτησης της περιφερειακής τάφρου και ανάπλασης του περιβάλλοντος χώρου της (ΟΡΘΕ, 2007). 
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Χωροταξική Μελέτη Θεσσαλονίκης (1966) δίνει έμφαση στη διαχείριση του πρασίνου ως στοιχείου περιβαλλοντικής ισορροπίας και πολεοδομικού σχεδιαστικού εργαλείου, προτείνοντας την ανάπτυξη τριών ζωνών πρασίνου για σκοπούς προστασίας, υγιεινής ή αναψυχής. Ειδικότερα, προτείνεται ανάπτυξη εξωτερικής βλάστησης ΒΑ με πυρήνα το Σέιχ Σου, 7.000 εκτ., 'βλάστηση μετά λειτουργιών' σε περιοχές όπου αναπτύσσονται κεντρικές ή ειδικές λειτουργίες και 'βλάστηση μονώσεως', με τη μορφή τεχνητών φρακτών για την απομόνωση των βιομηχανικών και λοιπών οχληρών ζωνών. Η πρόταση ολοκληρώνεται σε επίπεδο γειτονιάς με πλέγμα ζωνών πρασίνου για την εξυπηρέτηση των τοπικών αστικών αναγκών (πάρκα, παιδικοί κήποι κ.α) με αναλογία 1,4 εκτ. ανά 1000 κατ ή 3,6 εκτ. ανά οικιστική μονάδα - γειτονιά.

Προς το τέλος του 20ου αιώνα άρχισε να αναγνωρίζεται η ανάγκη επανασχεδιασμού των ελεύθερων και πράσινων χώρων και η προστασία και ανάδειξη των στοιχείων του φυσικού περιβάλλοντος. Σημαντικά συνέβαλε σε αυτό η θέσπιση του ΡΣΘ (1985), αλλά και το συνολικότερο εγχείρημα για την ανάδειξη μιας περισσότερο ευρωπαϊκής ταυτότητας της πόλης, σε μια προσπάθεια να προσελκύσει άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι μεγάλες διοργανώσεις, όπως η ανάδειξη της σε πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1997. 
Την περίοδο αυτή έγιναν σημαντικές μελέτες, σχέδια ή διαγωνισμοί, όπως: 
α) η μελέτη για την ανάπλαση της Νέας Παραλίας με ευθύνη του Δήμου Θεσσαλονίκης που οδήγησε στην υλοποίηση του γραμμικού πάρκου της Νέας Παραλίας, με μήκος 2.550 μ. και επιφάνεια 16,7 εκτάρια, 
β) ο διεθνής αρχιτεκτονικός διαγωνισμός στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας για το 'Δυτικό Τόξο' για την προσπάθειαανασυγκρότησης των ελεύθερων χώρων των δυτικών Δήμων, που περιλαμβάνουν αξιόλογα ανοιχτά τμήματα ρεμάτων, διαμορφωμένα πάρκα, ανενεργά στρατόπεδα και ιστορικούς τόπους, που συμπεριλαμβάνουν πολλά εγκαταλελειμμένα στρατόπεδα, 
γ) η μελέτη σχεδιασμού για την περιβαλλοντική αναβάθμιση του Δενδροποτάμου που εκπονήθηκε από τον ΟΡΘΕ στα πλαίσια της κοινοτικής πρωτοβουλίας URBAN (1999) και είχε ως στόχο, μεταξύ άλλων, την υδραυλική διευθέτηση, απορρύπανση της κοίτης και τη μετατροπή της σε ημιφυσικό γραμμικό πάρκο, 
δ) ο διαγωνισμός για την ανάπλαση της νοτιοανατολικής πύλης του Δήμου Θεσσαλονίκης (2007), που αφορούσε μια έκταση 365 στρεμμάτων, από την οποία σημαντική έκταση καταλαμβάνει το άλσος της Νέας Ελβετίας, καθώς και πλήθος ακόμα διαγωνισμών που τα τελευταία χρόνια έχουν εντατικοποιηθεί και αφορούν κυρίως ελεύθερους ανοιχτούς χώρους, στους οποίος το πράσινο υπάρχει μεν, αλλά δεν αποτελεί το βασικό στοιχείο. 
Πρέπει να σημειωθεί ακόμη ότι ιδιαίτερης σημασίας για τις προοπτικές του αστικού πρασίνου είναι η προγραμματιζόμενη δημιουργία υπερτοπικού πάρκου στο στρατόπεδο Κόδρα, στην ανατολική πλευρά της πόλης, για την οποία υπάρχουν ωστόσο, πολλές αγκυλώσεις.

Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΡΘΕ (2006), στο ΠΣΘ η συνολική επιφάνεια πρασίνου είναι 403,7 εκτάρια και στην Περιαστική Ζώνη 153,3 εκτάρια. Η συνολική επιφάνεια πρασίνου που υφίσταται σε ολόκληρη την περιοχή του Προγράμματος υπολείπεται κατά 13,6 στρ. από την έκταση που σύμφωνα με τα ΓΠΣ προορίζεται για κοινόχρηστους χώρους πρασίνου όλων των κατηγοριών. Στο πράσινο υπολογίζονται οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου, τα ρέματα και οι δασικές εκτάσεις. Οι υφιστάμενοι χώροι πρασίνου υπολογίστηκαν βάσει στοιχείων δορυφορικής εικόνας του 2002. Το έλλειμμα αναλογεί σε 16 τ.μ. για κάθε 1000 κατοίκους της περιοχής του προγράμματος. Αν και το έλλειμμα δεν είναι μεγάλο, οφείλεται στο γεγονός ότι ορισμένοι Δήμοι έχουν πλεόνασμα πρασίνου και άλλοι έλλειμμα. Η γεωγραφική κατανομή των χώρων πρασίνου είναι πολύ άνιση στο εσωτερικό του ΠΣΘ, καθώς κυμαίνεται από 0,82τ.μ./κάτοικο (Δ. Ελευθερίου) έως 30,62τ.μ./κάτοικο (Κ. Πεύκης). Τα πιο χαμηλά μεγέθη καταγράφονται στους δήμους των κεντρικών περιοχών στο εσωτερικό του ΠΣΘ, ενώ τα υψηλότερα μεγέθη εμφανίζουν αφενός ορισμένοι περιφερειακοί δήμοι του ΠΣΘ (καθώς ενσωματώνουν σημαντικές εκτάσεις περιαστικού πρασίνου, συμπεριλαμβανομένων των ρεμάτων εντός της περιοχής ΓΠΣ) αφετέρου ορισμένοι δήμοι στο βορειοδυτικό τμήμα του ΠΣΘ που περιλαμβάνουν χώρους στρατοπέδων. Σύμφωνα με στοιχεία του Παρατηρητηρίου Αειφορίας και Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης, για το 2005, υπολογίζεται ότι στους Δήμους του ΠΣΘ αντιστοιχούν 5,08τ.μ./κάτοικο ενώ στους Δήμους της Περιαστικής Ζώνης αναλογούν 31,22τ.μ./κάτοικο.

3.2 Ο ρόλος των Ρυθμιστικών Σχεδίων Αθήνας και Θεσσαλονίκης στο σχεδιασμό του πρασίνου και οι πολιτικές των Οργανισμών Ρυθμιστικού

Αν και πολλοί από τους υπάρχοντες χώρους πρασίνου σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη χρονολογούνται ακόμη και δύο αιώνες πριν, σταθερή πολιτική για το αστικό πράσινο ως περιβαλλοντικό αγαθό και αξία, άρχισε να διαμορφώνεται συνειδητά από τη δεκαετία του 1980 και μετά. Στην πράξη, τόσο για την Αθήνα όσο και για τη Θεσσαλονίκη, σταθμός για την εμπέδωση του ρόλου του αστικού πρασίνου στην ποιότητα ζωής των κατοίκων, υπήρξαν τα πρώτα Ρυθμιστικά Σχέδια (Ν. 1515/1985 και Ν. 1561/1985). Η περιβαλλοντική διάσταση των Ρ.Σ. είναι άλλωστε έκδηλη, ήδη από τον τίτλο τους: «Ρυθμιστικό σχέδιο και πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος της ευρύτερης περιοχής της Αθήνας» και της Θεσσαλονίκης αντίστοιχα.

Ειδικότερα, αφουγκραζόμενα την εποχή και τις ιδιαιτερότητες των δύο μητροπόλεων, τα Ρυθμιστικά Σχέδια του 1985, εστίασαν, στην μεν Αθήνα, στην αντιμετώπιση του νέφους και της ατμοσφαιρικής ρύπανσης της πρωτεύουσας, στη δε Θεσσαλονίκη, στην αποκατάσταση του Θερμαϊκού και στην αντιμετώπιση της θαλάσσιας ρύπανσης του Κόλπου. Γενικότερα, βασικοί περιβαλλοντικοί στόχοι τόσο για το ΡΣΑ όσο και για το ΡΣΘ υπήρξαν: η οικολογική ανασυγκρότηση της αστικής περιοχής των δύο μητροπόλεων, ο περιορισμός της ρύπανσης από κάθε πηγή, η προστασία της περιαστικής αγροτικής γης, καθώς και η προστασία των φυσικών οικοσυστημάτων (δάση, ορεινοί όγκοι, υγρότοποι κλπ).

Παράλληλα, υποστηρικτικά στις κατευθύνσεις σχεδιασμού των ΡΣΑ και ΡΣΘ για το αστικό πράσινο, τη δεκαετία του 1990, οι δύο Οργανισμοί Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος επιδίδονται στον προγραμματισμό σειράς έργων για την αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος και των χώρων πρασίνων τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη. Χαρακτηριστικό είναι το ιδιαίτερα φιλόδοξο και οραματικό πρόγραμμα «Αττική S.O.S». Ωστόσο, πολλές από τις μελέτες που έγιναν την εποχή αυτή δεν υλοποιήθηκαν έως και σήμερα.

Ο ενθουσιασμός και οι δράσεις της δεκαετίας του 1990, συνεχίστηκαν και μετά το 2000, με τις μελέτες να εστιάζουν εκτός από την ανάπλαση ελεύθερων χώρων (παραλιακών μετώπων κλπ) και στο αστικό/περιαστικό πράσινο των δύο μητροπόλεων. Συγκεκριμένα, στην Αθήνα συνεχίστηκαν οι μελέτες για το Πάρκο πρώην αεροδρομίου Ελληνικού, το Πάρκο Γουδή κ.ο.κ., ενώ αντίστοιχα στη Θεσσαλονίκη για το περιαστικό δάσος Σειχ-Σου, την περιφερειακή τάφρο, το Δέλτα Αξιού κ.ο.κ. Γενικά, το ενδιαφέρον των δύο Οργανισμών κινήθηκε γύρω από τους υπερτοπικής εμβέλειας χώρους πρασίνου, εστιάζοντας άλλοτε στην αξιολόγησή τους και άλλοτε στην περαιτέρω θεσμική τους προστασία (επεκτάσεις ζωνών προστασίας, νέες ρυθμίσεις σε πολεοδομικούς όρους και περιορισμούς στις περιφερειακές ζώνες κλπ). Ειδικά όσον αφορά τη Θεσσαλονίκη, σημαντική ήταν η δημιουργία του Παρατηρητηρίου Περιβάλλοντος και Αειφορίας, αν και η τελευταία δημοσιοποίηση των στοιχείων έγινε το 2008.

Την ίδια περίοδο, εκδηλώθηκε και η ανάγκη για αναπροσαρμογή/αναθεώρηση του ρυθμιστικού σχεδιασμού τόσο για την Αθήνα (εν αναμονή και της υποδοχής των Ολυμπιακών Αγώνων) όσο και για τη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο αναθεώρησης των ΡΣΑ και ΡΣΘ, με μικρή χρονική διαφορά, οι δύο Οργανισμοί (ΟΡΣΑ και ΟΡΘΕ), προχωρούν στην ανάθεση δύο μελετών με τίτλο «Στρατηγικό και Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πράσινο» τόσο στην Αττική όσο και τη Θεσσαλονίκη. Αν και οι μελέτες αυτές δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, λειτούργησαν εποικοδομητικά και τροφοδοτικά στην πολιτική των ΟΡΣΑ και ΟΡΘΕ για το αστικό πράσινο αλλά και στη διαμόρφωση των υπό αναθεώρηση ΡΣΑ και ΡΣΘ (ειδικά στα κεφάλαια για την προστασία και αναβάθμιση του αστικού περιβάλλοντος).

Μια δεκαετία μετά, και παρ'ότι το καλοκαίρι του 2014 το αρμόδιο ΥΠΕΚΑ κατέθεσε στο Ελληνικό Κοινοβούλιο νομοσχέδιο που περιλάμβανε και τα δύο αναθεωρημένα Ρυθμιστικά Σχέδια (ΡΣΑ-Α και ΡΣΘ), μόνο αυτό της Αθήνας-Αττικής εγκρίθηκε (Ν. 4277/2014). Αντίθετα, το Ρυθμιστικό Θεσσαλονίκης, στο πλαίσιο της Χωροταξικής και Πολεοδομικής Μεταρρύθμισης (ΧΩΠΟΜΕ) που επιχειρήθηκε εκείνη την εποχή, αντιμετωπίστηκε ως μέρος του περιφερειακού σχεδιασμού της Περ. Κεντρικής Μακεδονίας κι έτσι η έγκρισή προτάθηκε να γίνει μαζί με το υπό αναθεώρηση Περιφερειακού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης -ΠΠΧΣΑΑ Κεντρικής Μακεδονίας.

Αν και η θεσμοθέτηση του ΠΠΧΣΑΑ Κεντρικής Μακεδονίας (άρα και του Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης) ακόμη εκκρεμεί (2015), αξίζει να σημειωθεί ότι για άλλη μια φορά στα δύο νέα Ρυθμιστικά Σχέδια, οι στόχοι και η στρατηγική για το αστικό περιβάλλον των δύο μητροπόλεων ήταν κοινοί. Χαρακτηριστικά, βασικοί στόχοι και αρχές σχεδιασμού, ήταν:
- η δημιουργία ενιαίου και συνεχόμενου δικτύου πρασίνου, συμπεριλαμβάνοντας σε αυτό προστατευόμενες περιοχές και φυσικά οικοσυστήματα
- η διαμόρφωση ενιαίου δικτύου, που θα περιλαμβάνει ελεύθερους χώρους, καθώς και περιοχές με πολιτιστικά και ιστορικά στοιχεία (αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία κλπ) για τη δημιουργία μικροκλιματικών συνθηκών
- η σύνδεση του αστικού με το περιαστικό πράσινο
- η ανάδειξη των περιαστικών ορεινών όγκων ως χώρων αδιάκοπης συνέχειας και προστασία τους πρασίνου
- η αύξηση των αστικών χώρων πρασίνου, σε συνδυασμό με την αναβάθμιση της ποιότητας της φυτοκάλυψής τους
- η προστασία και ανάδειξη του -φυσικού και δομημένου- τοπίου
- η διασφάλιση της ορθολογικής χρήσης των επιφανειακών, παράκτιων και υπόγειων υδάτων

Γενικά, παρ'ότι από τα δύο νέα Ρυθμιστικά Σχέδια έχει αφαιρεθεί από τον τίτλο τους το «πρόγραμμα προστασίας περιβάλλοντος», που είχε και συμβολική αξία η αναφορά του, στην πράξη η περιβαλλοντική διάσταση παραμένει έκδηλη και ουσιαστική. Βέβαια, δεδομένης και της οικονομικής συγκυρίας των τελευταίων ετών, οι δράσεις των Οργανισμών ΟΡΣΑ και ΟΡΘΕ για το περιβάλλον υπήρξαν πολύ περιορισμένες, εστιάζοντας κυρίως σε θεσμικές ρυθμίσεις ή/και τροποποιήσεις ήδη θεσμοθετημένων χώρων πρασίνου στις δύο μητροπόλεις. Παρ'όλα αυτά σήμερα - και συγκεκριμένα μετά την κατάργηση των δύο Οργανισμών το 2014 - η χάραξη χωροταξικής πολιτικής για τις δύο μητροπολιτικές περιοχές της Ελλάδας αποτελεί ευθύνη του αρμόδιου Υπουργείου και συγκεκριμένα της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Μητροπολιτικών Αστικών και Περιαστικών Περιοχών (ΣΜΑΠΠ), που πρόσφατα συστάθηκε στο πρώην ΥΠΕΚΑ,
νυν ΥΠΑΠΕΝ.

4. Συγκριτική αξιολόγηση των χώρων πρασίνου και του σχεδιασμού τους στις μητροπολιτικές περιοχές Αθήνας και Θεσσαλονίκης

Η αξιολόγηση των δύο ελληνικών μητροπόλεων για το πράσινο που ακολουθεί, γίνεται σε δύο επίπεδα: πρώτον, σε επίπεδο ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών και δεύτερον, σε επίπεδο πολιτικής και προγραμματισμού.
Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη παρουσιάζουν σημαντική ποικιλία σε χώρους πρασίνου (φυσικά οικοσυστήματα, τεχνητά πάρκα, τοπικής και υπερτοπικής εμβέλειας κ.ο.κ.). Ωστόσο, τόσο η αναλογία χώρων πρασίνου ανά κάτοικο όσο και η γεωγραφική κατανομή τους στον πολεοδομικό ιστό δε συμβαδίζουν με τα προβλεπόμενα από την ελληνική νομοθεσία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις κεντρικές περιοχές και των δύο μητροπόλεων η αναλογία χώρων πρασίνου ανά κάτοικο υπολείπεται σημαντικά του προγραμματικού μεγέθους (8τ.μ./κάτοικο). Αν και γενικά η μητροπολιτική περιοχή της Θεσσαλονίκης φαίνεται να είναι σε καλύτερη θέση όσον αφορά την αναλογία χώρων πρασίνου ανά κάτοικο συγκριτικά με αυτήν της Αθήνας, αυτό δεν είναι απόλυτο, δεδομένου ότι δεν είναι συγκρίσιμες οι μεθοδολογίες που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των χώρων αστικού πρασίνου. Αναφορικά με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των χώρων πρασίνου, κοινή διαπίστωση είναι η σημαντική ανισοκατανομή των χώρων πρασίνου στο εσωτερικό των ΠΣ, με τις κεντρικές και πιο υποβαθμισμένες περιοχές να υστερούν σημαντικά.

Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι, και στις δύο περιπτώσεις, το περιαστικό πράσινο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αντισταθμίζοντας τις ελλείψεις που παρατηρούνται σε χώρους πρασίνου συνολικά στο εσωτερικό των μητροπόλεων. Το ίδιο ισχύει και με την περίπτωση των ιστορικών και αρχαιολογικών χώρων και μνημείων, η ανάδειξη των οποίων συχνά συνοδεύεται από αξιόλογες επιφάνειες πρασίνου. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η σημερινή αναφορά στους υφιστάμενους χώρους πρασίνου - ιδίως στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης - δεν προσθέτει κάτι σημαντικότερο ή διαφορετικό σε σχέση με αυτούς που καταγράφονται μεταπολεμικά.

Σε σχέση με τις πολιτικές και τον προγραμματισμό για το αστικό πράσινο και οι δύο μητροπόλεις σε μεγάλο βαθμό κινήθηκαν παράλληλα. Αυτός συνέβη γιατί οι πορείες των Οργανισμών Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αθήνας και Θεσσαλονίκης, υπήρξαν παράλληλες, τόσο σε επίπεδο προγραμματισμού μεγάλων παρεμβάσεων όσο και σε επίπεδο μελετών (π.χ. στρατηγικές μελέτες για το πράσινο, αναθεώρηση ΡΣΑ και ΡΣΘ κλπ). Γενικά, ο ρόλος του αστικού πρασίνου στο σχεδιασμό είναι ιδιαίτερα αναβαθμισμένος τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη. Γι'αυτό και οι στρατηγικοί στόχοι είναι σχεδόν κοινοί, με τις απαραίτητες φυσικά εξειδικεύσεις, ανάλογα με τις ανάγκες της κάθε μητρόπολης.

Και στις δύο περιπτώσεις, ιδιαίτερη έμφαση και προσοχή έχει δοθεί κυρίως στο περιαστικό πράσινο αλλά και τους εκτεταμένους χώρους πρασίνου εντός του αστικού ιστού. Γι'αυτό και πολύ συχνά τόσο οι περιαστικοί χώροι πρασίνου όσο και τα υπερτοπικής εμβέλειας αστικά πάρκα, αποτελούν αντικείμενο θεσμικής προστασίας βάσει της περιβαλλοντικής νομοθεσίας και κατ'επέκταση αντικείμενο μεγαλύτερης φροντίδας από τους αρμόδιους φορείς.

Γενικά, για την καλύτερη προστασία των χώρων πρασίνου τόσο η Αθήνα όσο και η Θεσσαλονίκη, όπου κρίθηκε απαραίτητο (και ειδικά σε εκτεταμένους χώρους πρασίνου) αξιοποίησαν την περιβαλλοντική νομοθεσία (Ν.1650/80). Παράλληλα και στις δύο περιπτώσεις, έμμεση προστασία του περιαστικού πρασίνου, επιδιώχτηκε και μέσω της αξιοποίησης του εργαλείου της Ζ.Ο.Ε.. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη, καταλυτικής σημασίας υπήρξε το εργαλείο των ΓΠΣ (του Ν.2508/97), μέσω του οποίου κατέστη εφικτή η ποσοτική αύξηση των θεσμοθετημένων χώρων πρασίνου τοπικής εμβέλειας, εντός των ορίων των Δήμων.

Ενώ όμως οι - εντός και εκτός της πόλης - πράσινοι χώροι υπερτοπικής εμβέλειας φαίνεται να απολαμβάνουν το συστηματικό ενδιαφέρον της πολιτείας και των φορέων, δεν ισχύει το ίδιο και με τους χώρους τοπικής εμβέλειας, που κατά κανόνα έχουν προκύψει από την εφαρμογή των πολεοδομικών σταθεροτύπων στο πλαίσιο υλοποίησης του πολεοδομικού σχεδιασμού. Συγκεκριμένα, παρά το γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια τα ΓΠΣ που υλοποιήθηκαν στα όρια των ΠΣΠ και ΠΣΘ είναι αρκετά και με ικανοποιητικές προβλέψεις για χώρους πρασίνου, στην πράξη πολύ λίγοι από αυτούς είναι υλοποιημένοι, καθηλώνοντας σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα τους σχετικούς με την ποιότητα ζωής στην πόλη, δείκτες.
Επομένως, αυτό που είναι ιδιαίτερα σημαντικό και για τις δύο μητροπόλεις είναι, εκτός από τους μητροπολιτικής εμβέλειας χώρους πρασίνου που συχνά μονοπωλούν το ενδιαφέρον και τις συζητήσεις, να υπάρξει αντίστοιχη και ουσιαστικότερη μέριμνα και για τους τοπικής εμβέλειας χώρους πρασίνου. Άλλωστε, λόγω διασποράς τους στον αστικό χώρο, οι τοπικοί χώροι πρασίνου έχουν σημασία αντιστρόφως ανάλογη από το μέγεθος και την εμβέλειά τους στην κοινωνία, καλύπτοντας ουσιαστικές ανάγκες στο χαμηλότερο επίπεδο της γειτονιάς.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Γλαντζή Α και Ράμφου Β. (2012), Αστικοί πράσινοι χώροι: ιστορική διερεύνηση της εξέλιξης τους και εισαγωγή στην έννοια της βιωσιμότητας, Διπλωματική Εργασία, ΕΜΠ - Σχολή Αρχιτεκτόνων.
  • ΕΜΠ - Ερευνητική Ομάδα Εργαστηρίου Αστικού Περιβάλλοντος (2011), «Βασικές αρχές σχεδιασμού Μητροπολιτικού Πάρκου Πρασίνου στο πρώην αεροδρόμιο Ελληνικού», στο Γεωγραφίες, Νο 18, 97 - 103.
  • Μπελαβίλας Ν., Βαταβάλη Φ., Σουρέλη Ν., Πρέντου Π. (2012), «Ελεύθεροι χώροι, αστικό και περιαστικό πράσινο στο μητροπολιτικό συγκρότημα Αθήνας», Πρακτικά 3ου Παν. Συνεδρίου Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περ. Ανάπτυξης, Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
  • Μπελλαβίλας Ν. και Βαταβάλη Φ. (2009), Πράσινο και ελεύθεροι χώροι στην πόλη, WWF Ελλάς: Αθήνα
  • Μπεριάτος Η. (2002), 'Περιαστικά δάση, τα πράσινα τείχη των ελληνικών πόλεων:δυνατότητες προστασίας και ανάδειξης', Πρακτικά του 6ου Πανελλήνιου Γεωγραφικού Συνεδρίου της Ελληνικής Γεωγραφικής Εταιρείας,(3-Οκτωβρίου 2002, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη), Τόμος II, σελ.: 420-427.
  • Νικολαΐδου Σ. (2012), Δυναμικές εξέλιξης και μετασχηματισμοί του περιαστικού χώρου της μητροπολιτικής περιοχής των Αθηνών: η περίπτωση της περιοχής των Μεσογείων, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα: ΕΜΠ.
  • ΟΡΘΕ (2007), Μελέτη διευθέτησης περιφερειακής τάφρου Θεσσαλονίκης και ανάπλασης περιβάλλοντος χώρου, Θεσσαλονίκη: Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου & Προστασίας Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης.
  • ΟΡΘΕ (2006) Στρατηγικό και Επιχειρησιακό Σχέδιο για το Πράσινο στη Θεσσαλονίκη, Θεσσαλονίκη:Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης. 
  • ΟΡΣΑ (2002), Ολοκληρωμένο στρατηγικό και επιχειρησιακό σχέδιο για το πράσινο στην Αττική, Αθήνα:ΟΡΣΑ - Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Αττικής. 
  • Παπαγεωργίου Μ. (2009) Χωρική οργάνωση, ανάπτυξη και σχεδιασμός του θερμαλιστικού τουρισμού στην Ελλάδα, - Διδακτορική Διατριβή, Βόλος: Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης - Παν. Θεσσαλίας. 
  • Παπασταύρου Α. (2002), Περιαστικό δάσος-πάρκο Θεσσαλονίκης πριν και μετά την πυρκαγιά του Ιουλίου   1997  στο  Το  περιαστικό  δάσος Θεσσαλονίκης,  Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών,Μακεδονική Βιβλιοθήκη, αρ. 94, Θεσσαλονίκη, 2002 
  • Στεργιάδης Γ. (2002), Το περιαστικό δάσος Θεσσαλονίκης πριν και μετά την πυρκαγιά του 1997 στο Το περιαστικό δάσος Θεσσαλονίκης, Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Μακεδονική Βιβλιοθήκη , αρ.94, Θεσσαλονίκη, 2002
  • Σχέδιο νόμου του νέου ΡΣΘ όπως διαμορφώθηκε μετά από τις Συνεδρίες: 11η 3.8.2012, 12η 3.8.2012, 13η 31.8.2012, 14η 6.9.2012 και 15η 14.9.2012 της Ε.Ε. του ΟΡ.ΘΕ. και εγκρίθηκε με την αρ. 3/15/14.09.2012 απόφασή της 
  • WWF Ελλάς (2007), Οικολογικός απολογισμός της καταστροφικής πυρκαγιάς του Ιουνίου 2007 στην Πάρνηθα, Αθήνα: WWF Ελλάς
  • WWF Ελλάς (2009), Πυρκαγιά της Β.Α. Αττικής - Αύγουστος 2009: αλλαγές στην κάλυψη του Νομού και οικολογικός απολογισμός της φωτιάς, Αθήνα: WWF Ελλάς

  • Ξενόγλωσση
  • Allen A. (2003), "Environmental planning and management of the peri-urban interface: perspectives on an emerging field", in Environmental Planning and Management, Vol 15, No1 p.p. 135 - 148.
  • Benedict Μ. And McMahon Ε. (2002), "Green Infrastructure: Smart conservation for the 21st century", in Renewable Resources Journal, Vol 20, No3, pp. 12 - 17.
  • Campell Scott (1996), "Green Cities, Growing Cities, Just Cities? Urban planning and the contradictions of sustainable development, APA Journal, Sumer 1996, p.p. 296 - 312.
  • European Commision 2013  Green Infrastructure (GI) — Enhancing Europe's Natural Capital COM/2013/0249 final *
  • Gill S.E., Handley J.F., Ennos A.R and Paulet S. (2007), "Adapting cities for climate change: the role of the Green Infrastructure", in Built Environment, Vol.33, No 1.
  • Van Kamp I., Leidelmeijer K., Marsman G., DeHollander A. (2003), "Urban environmental quality and human well-being towards a conceptual framework and demarcation of concepts: a literature study", in Landscape and Urban Planning, 65, pp.5-18.
  • Richardson E., Mitchell R., HartigT.,DeVries S., Astell-Burt T. and Frumkin H. (2011), "Green cities and health: a question of scale?", in Journal of Epidemiology and Community Health, pp. 1-6.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου