Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Πολιτισμική Διαχείριση, Τοπικές Κοινωνίες και Βιώσιμη Ανάπτυξη στην Ελλάδα την Εποχή της Κρίσης

Συμπεράσματα - Προβληματισμοί για το Παρόν και το Μέλλον 

#Μαρία Παπαδάκη*

H παγκόσμια οικονομική κρίση, η οποία επήλθε ως απόρροια μιας σειράς γεγονότων όπως η χρεωκοπία του χρηματοπιστωτικού συστήματος στην Αμερική το 2008, η δραματική υποχώρηση της κτηματομεσιτικής αγοράς, αλλά και η συνεχιζόμενη εμπόλεμη κατάσταση στη Μέση Ανατολή, έχει επηρεάσει με τρόπο καταλυτικό την ελληνική πραγματικότητα και την έχει οδηγήσει σε ένα κομβικό σημείο, το οποίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί πλέον και ως αλλαγή εποχής.
Η κλιμακούμενη οικονομική κρίση, με οδυνηρές συνέπειες για την ελληνική επιχειρηματική δράση, σε συνδυασμό με την παρούσα μεταναστευτική κρίση, οδηγεί σε ένα αδιέξοδο, το οποίο μπορεί να αρθεί μόνο μέσα από το πρόσταγμα της βιώσιμης ανάπτυξης σε τοπικό κυρίως επίπεδο, με την υιοθέτηση μιας σειράς καλών πρακτικών.

Αυτού του είδους οι πρακτικές αποτέλεσαν το κύριο αντικείμενο μελέτης του παρόντος βιβλίου, με εστίαση σε θεωρητικές προσεγγίσεις και πρακτικές μεθόδους πολιτισμικής διαχείρισης, οι οποίες μπορούν να συμβάλουν προς την κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης. 
Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο δεν κατέγραψε απλώς την τρέχουσα ελληνική πραγματικότητα της πολιτισμικής διαχείρισης, αλλά παρουσίασε καινοτόμες προσεγγίσεις και πρακτικές από το διεθνές επίπεδο, πολλές από τις οποίες μπορούν να έχουν άμεση εφαρμογή στην ελληνική πραγματικότητα και να συμβάλουν σε μια αναμόρφωση της αντίληψης και του μοντέλου πολιτισμικής διαχείρισης με τρόπο συστηματικό και ολιστικό. Οι προτάσεις αυτές μπορούν σε μεγάλο βαθμό να υλοποιηθούν και σε εποχή κρίσης, καθώς δεν στηρίζονται μόνο σε οικονομικές παραμέτρους και στη διάθεση οικονομικών πόρων, αλλά κατά κύριο λόγο στη συγκροτημένη και οργανωμένη προσπάθεια, στην αποτελεσματική κατανομή δυνάμεων, στη δημιουργία συνεργιών και στη χάραξη στρατηγικής.


Πιο συγκεκριμένα, στο θέμα της βιώσιμης ανάπτυξης τοπικών κοινωνιών που χαρακτηρίζονται από έντονες εισροές μεταναστευτικών πληθυσμών (μέσα σε ένα γενικότερο περιβάλλον κρίσης «της φιλοξενίας του ξένου», σε συνδυασμό με την απουσία μεταναστευτικής πολιτικής, αλλά και τη χρεωκοπία του κρατικού μηχανισμού), το ζητούμενο είναι η ανάδειξη και προώθηση του πολιτισμού όχι απλώς ως μιας τυπικής αναπαραγωγής των πολιτισμικών αξιών, αλλά ως μιας βιωμένης καθημερινότητας, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει η Εύχαρις Μάσχα. Για να γίνει αυτό, είναι απαραίτητες δράσεις πολιτισμού και ανταλλαγής ιδεών και βιωμάτων, καθώς και τεχνικές λύσεις, στρατηγικές μάρκετινγκ, μαθήματα γλωσσομάθειας και περισσότερες έρευνες κοινού. 

Στην εποχή της οικονομικής και ανθρωπιστικής κρίσης, ωστόσο, οι λύσεις αυτές πρέπει να προέλθουν από τη χάραξη μιας εθνικής στρατηγικής και από τη συντονισμένη και από κοινού συνεργασία Υπουργείων Παιδείας και Πολιτισμού, ΜΚΟ και άλλων οργανώσεων με σημαντικό έργο, όπως το Δίκτυο για τα Δικαιώματα του Παιδιού και το Εργαστήρι Πολιτισμού. 

Για να μπορεί να αποφέρει ποιοτικές αλλαγές και βιωσιμότητα στην τοπική κοινωνία, η δράση απέναντι στον κάθε λογής φόβο οφείλει να είναι συγκροτημένη και συστηματική, και όχι μεμονωμένη και σποραδική, όπως συχνά γίνεται σήμερα. Προτού καλλιεργηθεί ένα κλίμα δημιουργικής ώσμωσης μεταξύ ετερόκλητων πληθυσμών, είναι αναγκαίο να υπάρξει σε εθνικό επίπεδο συνεργασία και εφαρμογή στοχοθεσίας. Οι καταρτισμένοι επαγγελματίες και ερευνητές υπάρχουν, τα εργαλεία επίτευξης είναι γνωστά, όπως επίσης και το πλαίσιο. Η πρόκληση είναι ο συντονισμός για βέλτιστη αποτελεσματικότητα.

Παρόμοιες σκέψεις απορρέουν από τα κεφάλαια του βιβλίου που αναφέρονται στη διαχείριση της υλικής και της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Η οικονομική κρίση έχει φέρει στην επιφάνεια το θέμα της βιωσιμότητας αυτής της κληρονομιάς και της αναζήτησης νέων δημιουργικών λύσεων. 
Στο πλαίσιο αυτό προτείνεται η ευαισθητοποίηση και κινητοποίηση των τοπικών κοινωνιών γύρω από τους πολιτιστικούς τους χώρους-τοπία, καθώς επίσης η συνειδητοποίηση και αξιοποίηση της δυναμικής τους στη διαμόρφωση της ταυτότητας και της φυσιογνωμίας τους, και στην κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Η απάντηση στην κρίση θα προέλθει από τον επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων και την αναζήτηση συμμαχιών των ιδιωτικών πολιτιστικών οργανισμών και του Υπουργείου Πολιτισμού, και μάλιστα όχι μόνο σε στενό/τοπικό επίπεδο αλλά και σε ευρύτερο/εθνικό επίπεδο, όπως καταδεικνύουν τα παραδείγματα του Διαζώματος για την υλική κληρονομιά και του Μανιατακείου Ιδρύματος για την άυλη κληρονομιά. 
Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι η κατανομή στη διάθεση πόρων θα είναι προϊόν στόχου, εθνικού σχεδιασμού και συμφέροντος, με συμμετοχική δράση της κοινωνίας των πολιτών. Συγχρόνως, όμως, η απάντηση στην κρίση θα προέλθει και από αλλαγή της τρέχουσας φιλοσοφίας και στρατηγικής διαχείρισης, μέσω της μετάβασης από το «υλικοκεντρικό» μοντέλο των «ειδικών» σε περισσότερο συμμετοχικά μοντέλα, όπως το «αξιοκεντρικό» μοντέλο και το μοντέλο της «ζώσας πολιτισμικής κληρονομιάς». 
Όσον αφορά το μοντέλο της «ζώσας πολιτισμικής κληρονομιάς» ειδικότερα, η υιοθέτησή του στην ελληνική πραγματικότητα θα τη βοηθήσει να βρεθεί κατά το δυνατό στην πρώτη γραμμή των διεθνών εξελίξεων στον κλάδο. Η σύνδεση αυτή ανάπτυξης συμμαχιών και αλλαγής στρατηγικής αποτελεί αδιαμφισβήτητα μια καλή πρακτική, ιδίως σε μια εποχή κρίσης.

Προχωρώντας στον χώρο των μουσείων, διαπιστώνεται πως από την Ελλάδα απουσιάζει μία ακόμα διεθνώς δοκιμασμένη πρακτική: η εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου, λειτουργικού και ορθολογιστικού συστήματος ελέγχου των μουσείων, που θα χαρτογραφεί στο σύνολό του το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας τους, τα οικονομικά ζητήματα, τις κτηριακές εγκαταστάσεις και τους πόρους τους (σε υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό), τις πρακτικές επιμέλειας και ανάδειξης των συλλογών τους, καθώς και τις υπηρεσίες προς τους επισκέπτες τους. 
Η απουσία αυτή, όπως τονίζει η Μάρλεν Μούλιου, στερεί από τα μουσεία της χώρας κίνητρα και ευκαιρίες να εναρμονιστούν με κανόνες και προδιαγραφές που θα τα οδηγούσαν σε πιο ποιοτικές υπηρεσίες σε όλα τα επίπεδα: στο επίπεδο των συλλογών, προς τους επισκέπτες, αλλά και προς την κοινωνία στο σύνολό της. Εντούτοις, το προαναφερθέν τρίπτυχο της διαχείρισης και λειτουργίας των μουσείων -το μουσείο ως ποιότητα, το μουσείο ως εμπειρία και συμβολικό τοπόσημο στον αστικό χώρο, το μουσείο ως συμπυκνωτής ήπιας δύναμης με επιρροή και εκτόπισμα στην κοινωνία- έχει ιδιαίτερη αναφορά και εφαρμογή στο σύγχρονο αβέβαιο και διαρκώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον της κρίσης. Το τρίπτυχο αυτό θα προσδώσει μια νέα δυναμική που θα θέτει σε ρεαλιστική βάση τις προτεραιότητες και τους στρατηγικούς άξονες.

Η έννοια της χάραξης και υλοποίησης μιας στρατηγικής με ποιοτικά χαρακτηριστικά προβάλλεται και ως κυρίαρχο στοιχείο της βιωσιμότητας πολιτιστικών-καλλιτεχνικών βιομηχανιών, οργανισμών ή και ομάδων σε σχέση με την τοπική κοινωνία. Ένας συνδυασμός παραγόντων -η παγκοσμιοποίηση, οι ευρύτερες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες, η τεχνολογική ανάπτυξη, η δικτύωση, το πολυπολιτισμικό περιβάλλον, οι έντονοι ρυθμοί- διαμορφώνουν ένα νέο πλαίσιο στο οποίο δημιουργός, έργο και κοινωνία βρίσκονται σε μια αέναη διαδικασία αναμόρφωσης και διαμόρφωσης. Η παραγωγή καλλιτεχνικού έργου σφυρηλατεί μια ταυτότητα για την κοινωνία που τη φιλοξενεί, και η κοινωνία, με τη σειρά της, ανατροφοδοτεί και αναπαράγει συμπεριφορές και πολιτικές. Με δεδομένα τα παραπάνω, ο Χρήστος Προσύλης θέτει τους άξονες βάσει των οποίων πρέπει να χαραχθεί μια νέα στρατηγική ανάπτυξης των δημιουργικών βιομηχανιών: αποτίμηση και αξιολόγηση σύγχρονων δεδομένων, εισαγωγή ποιότητας -η οποία φαίνεται ότι κατά κύριο λόγο απουσίαζε από τις νέες μορφές οργάνωσης και διοίκησης επιχειρήσεων δυτικού τύπου που εφαρμόστηκαν στις πολιτιστικές βιομηχανίες-, καθώς και συστηματοποίηση και καινοτομία στον σχεδιασμό των υπηρεσιών. Η νέα αυτή στρατηγική θα μπορέσει να ευοδωθεί σε ένα περιβάλλον σύμπραξης και συνεργασίας μεταξύ των τοπικών κοινωνιών, των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και των κυβερνήσεων, όπου η ιδιωτική πρωτοβουλία θα συνυπάρχει με την κρατική μέριμνα και υποστήριξη.

Περαιτέρω, η χάραξη και η εφαρμογή στρατηγικών μάρκετινγκ και branding πόλεων αποτελούν καλές πρακτικές για τη βιώσιμη ανάπτυξή τους. Πολλές πόλεις του εξωτερικού έχουν εκπονήσει και υλοποιήσει με μεγάλη επιτυχία τέτοια σχέδια, ενώ στην Ελλάδα οι σχετικές προσπάθειες δεν έχουν ακόμα συστηματοποιηθεί, με εξαίρεση ίσως τα μεγάλα μητροπολιτικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη. Προϋπόθεση επιτυχίας στην εφαρμογή τέτοιων σχεδίων είναι η χρήση μεθοδολογικών προτύπων, όπως αυτά αναλύθηκαν από τον Νικόλαο Καραχάλη, και η ταυτόχρονη ολοκληρωμένη και προσεκτική μελέτη των πόλεων με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που φέρουν. Στην Ελλάδα της κρίσης τέτοια σχέδια ανάπλασης ελληνικών πόλεων είναι σαφώς δύσκολο να εκπονηθούν. Ωστόσο, τα σχέδια αυτά μπορούν να συμβάλουν μακροπρόθεσμα σε καταπολέμηση της ανεργίας και στην οικονομική ανάπτυξη. Ένας κεντρικός σχεδιασμός και μια συστηματική μελέτη, η οποία θα εστιάζει κάθε φορά σε συγκεκριμένες πόλεις, αποφεύγοντας τη μέχρι τώρα ελληνική πρακτική της πανσπερμίας δυνάμεων και πόρων (στο σημείο αυτό θα μπορούσε πιθανόν να αναφερθεί το τρέχον ζήτημα των υπερβολικά πολλών ελληνικών υποψηφιοτήτων για την «Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης 2021»), θα επιφέρει θετικά αποτελέσματα.

Ο τομέας του τουρισμού προβάλλεται στη δημόσια σφαίρα ως η βαριά βιομηχανία και κατ' επέκταση το συγκριτικό πλεονέκτημα της ελληνικής οικονομίας. Ωστόσο, το μοντέλο τουριστικής πολιτικής και ανάπτυξης στην Ελλάδα βασίζεται σε απαρχαιωμένες πρακτικές, με κυρίαρχο τον ρόλο του κράτους, γεγονός που δεν επιτρέπει την ενεργό συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας (βλέπε το «κλασικό ιδεώδες», ενταγμένο στη γενικότερη φιλοσοφία προστασίας της πολιτισμικής κληρονομιάς στη βάση του «υλικοκεντρικού» μοντέλου). Προσφάτως, μέσα στη δίνη της οικονομικής κρίσης και ως ανάγκη εναλλακτικών προσεγγίσεων (πέρα από το «κλασικό ιδεώδες»), δημιουργήθηκαν μοντέλα που προσφέρουν εναλλακτικές εμπειρίες και ερμηνείες. Ως αποτέλεσμα, αναπτύσσεται μια νέα τουριστική βιομηχανία, η οποία ακολουθεί διεθνείς τάσεις και μπορεί να αποβεί επικίνδυνη για την τοπική κοινωνία και ανάπτυξη, καθώς λειτουργεί συχνά σε πειραματική βάση, χωρίς ποιοτικά χαρακτηριστικά, χωρίς μελέτη για τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις και, κατά κύριο λόγο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαίτερες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες της Ελλάδας. Για τη διευθέτηση της κατάστασης αυτής είναι απαραίτητη η εφαρμογή διεθνών πρακτικών που υπαγορεύονται από διεθνείς συνθήκες (τη «Χάρτα του Διεθνούς Πολιτισμικού Τουρισμού: Διαχείριση του Τουρισμού σε Τόπους Πολιτισμικής Σημασίας» του Icomos, τη «Χάρτα της Μάλτας για τον Διεθνή Πολιτισμικό Τουρισμό» της Europa Nostra και το Πρόγραμμα για την «Παγκόσμια Πολιτιστική Κληρονομιά και τον Βιώσιμο Τουρισμό» της Unesco). Επιπρόσθετα, πέρα από τη σύνδεση της ελληνικής πραγματικότητας με τη διεθνή εμπειρία, επιβάλλεται η χάραξη στρατηγικής, η συνεργασία των αρμόδιων Υπουργείων (Πολιτισμού, Τουρισμού, Περιβάλλοντος, Οικονομικών και λοιπών), καθώς και ο επαναπροσδιορισμός του θεσμικού και νομικού πλαισίου για τον ρόλο του κράτους ως εγγυητή διασφάλισης της ποιότητας και συντονιστή συνεργασιών και συνεργιών ιδιωτικών και δημόσιων φορέων με σαφή οριοθέτηση.

Στο κεφάλαιο για τα αναπτυξιακά και ενεργειακά έργα, το προτεινόμενο αναπτυξιακό και ενεργειακό μοντέλο (για τη σύνδεση των επενδύσεων με τη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών) έχει ιδιαίτερη αναφορά και εφαρμογή σε περίοδο κρίσης. Ειδικότερα, το προτεινόμενο πλαίσιο λήψης αποφάσεων θα βοηθήσει στην κατάλληλη στρατηγική επιλογή για τη μακροπρόθεσμη χρήση-αξιοποίηση του πολιτισμικού περιβάλλοντος. Συγχρόνως, η προτεινόμενη διαδικασία λήψης αποφάσεων θα βοηθήσει στην αποτελεσματική διαχείριση των πολλαπλών (πολιτικών, διοικητικών, οικονομικών, χωροταξικών, περιβαλλοντικών, κοινωνικών και πολιτιστικών) παραγόντων αλλά και των εμπλεκόμενων «παικτών» και «μετόχων». Συνέπεια θα είναι η επιτυχής υλοποίηση του αναπτυξιακού-ενεργειακού έργου, αλλά και η εμπλοκή και ανάπτυξη της τοπικής κοινωνίας.

Απαραίτητα στοιχεία για τη βιωσιμότητα μουσείων και πολιτιστικών οργανισμών σε ένα ανταγωνιστικό και ταχύτατα εξελισσόμενο περιβάλλον είναι τα ψηφιακά εργαλεία τεκμηρίωσης και τα ψηφιακά εργαλεία επικοινωνίας. Από τι όμως εξαρτάται η βιωσιμότητα των ίδιων των ψηφιακών εργαλείων; Ο Αλέξανδρος Γιαννακίδης επισημαίνει πολύ εύστοχα ότι πριν από τον σχεδιασμό δομών και στρατηγικής είναι απαραίτητη η κατανόηση των δυνατοτήτων και των ευκαιριών που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες. Η κατανόηση αυτή οδηγεί στην αναγνώριση της αξίας τους και στην υιοθέτηση καλών και αποτελεσματικών πρακτικών. Τέτοιου είδους πρακτικές είναι ο σχεδιασμός εργαλείων με μεγάλο κύκλο ζωής, υψηλή ποιότητα -η οποία εξασφαλίζεται και από τη συνεργασία πολλών επιστημονικών ειδικοτήτων-, προοπτική για συνεχή συντήρηση, καθώς επίσης η αναβάθμιση και επαύξηση/επέκταση του παραγόμενου λογισμικού. Σε μια εποχή κρίσης, η λύση που θεωρώ πιο πρόσφορη είναι η εκτέλεση περιορισμένων έργων, τα οποία ωστόσο να χαρακτηρίζονται από υψηλή ποιότητα και να υλοποιούνται με βάση τα χαρακτηριστικά που μόλις αναφέρθηκαν.
Ως επιτομή όσων προηγήθηκαν και ως συνολική αποτίμηση στους διάφορους τομείς της πολιτισμικής διαχείρισης στην Ελλάδα, για τη βιωσιμότητα του πολιτισμού και τη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών δεν είναι απαραίτητη μόνο η εξεύρεση και διάθεση πόρων, άλλα, κατά κύριο λόγο, ο στρατηγικός σχεδιασμός, το όραμα και η εφευρετικότητα του συνόλου των δυνάμεων του τόπου («ειδικών», επιστημόνων και μελών των τοπικών κοινωνιών). Η κρίση δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για επαναπροσδιορισμό, ιεράρχηση αξιών και στόχων, κατάρτιση στρατηγικού σχεδίου και συστράτευση παραγωγικών δυνάμεων μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα.

∗ Ανεξάρτητη ερευνήτρια − Κing’s College London

*Ολόκληρο το βιβλίο μπορείτε να το «κατεβάσετε» ΕΝΤΕΛΩΣ ΔΩΡΕΑΝ εδώ: http://repository.kallipos.gr/handle/11419/2394 σε PDF και σε epub

*Από το βιβλίο Πολιτισμική Διαχείριση, Τοπική Κοινωνία και Βιώσιμη Ανάπτυξη.Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα. www.kallipos.gr
Συγγραφείς :ΙΩΑΝΝΗΣ ΠΟΥΛΙΟΣ Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΥ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΡΑΜΠΑΤΖΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΓΙΑΝΝΑΚΙΔΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΑΡΑΧΑΛΗΣ ΕΥΧΑΡΙΣ ΜΑΣΧΑ - ΜΑΡΛΕΝ ΜΟΥΛΙΟΥ ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ - ΧΡΗΣΤΟΣ ΠΡΟΣΥΛΗΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑ ΤΟΥΛΟΥΠΑ
Το κείμενο αδειοδοτείται υπό τους όρους της άδειας Creative Commons Αναφορά Δημιουργού - Μη Εμπορική Χρήση - Όχι Παράγωγα Έργα 3.0. 
Για να δείτε ένα αντίγραφο της άδειας αυτής επισκεφτείτε τον ιστότοπο https://creativecommons.Org/licenses/bv-nc-nd/3.0/gr/

"Στόχος του παρόντος συγγράμματος είναι η μελέτη της σχέσης ανάμεσα στην πολιτισμική διαχείριση, την τοπική κοινωνία και τη βιώσιμη ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτό, το σύγγραμμα:

«Αγκαλιάζει» τον συνολικό κλάδο της πολιτισμικής διαχείρισης. Προσεγγίζει το επίκαιρο ζήτημα της βιώσιμης ανάπτυξης με τρόπο διεπιστημονικό. Εστιάζει στην τοπική κοινωνία και στον καθοριστικό της ρόλο για τη σύνδεση πολιτισμικής διαχείρισης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Αναδεικνύει ορισμένους ιδιαίτερα σημαντικούς -ταυτόχρονα, όμως, μη επαρκώς ανεπτυγμένους ερευνητικά ή και προβληματικούς σε σχέση με την πολιτισμική διαχείριση-τομείς βιώσιμης ανάπτυξης στην Ελλάδα, όπως η εκπόνηση αναπτυξιακών και ενεργειακών έργων.
Το σύγγραμμα συνδέει τη θεωρία (θεωρητικό πλαίσιο και αρχές) με την πράξη (παραδείγματα έρευνας), καθώς και τη διεθνή πραγματικότητα με την ελληνική.
Απώτερος σκοπός του είναι να εξετάσει: α) πώς η ελληνική πραγματικότητα εντάσσεται στις διεθνείς εξελίξεις, αλλά και β) πώς η ελληνική πραγματικότητα μπορεί να συμβάλει στην πρόοδο των διεθνών εξελίξεων.
Στο πλαίσιο της βιώσιμης ανάπτυξης και λόγω του διεπιστημονικού του χαρακτήρα, το βιβλίο απευθύνεται, ως βοήθημα (συμπληρωματικό-ενισχυτικό του κύριου συγγράμματος), σε προπτυχιακούς φοιτητές διάφορων τμημάτων: π.χ. κοινωνιολογίας, αρχαιολογίας, πολιτισμικών σπουδών, τουριστικών σπουδών και τεχνικών έργων. Συγχρόνως, όμως, μπορεί να αξιοποιηθεί και από μεταπτυχιακούς φοιτητές. Επιπλέον, λόγω της σύνδεσης θεωρίας και πράξης, μπορεί να βοηθήσει και τους επαγγελματίες των επιμέρους κλάδων."

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου