Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

Σύγχρονα Αρχαιολογικά Τοπία, Εργαλείο Αναβάθμισης του Αστικού Ιστού , Δημόσιο Σήμα, Αθήνα

#Σαμαρέ – Δαναΐδα Περδικογιάννη,
Πολεοδόμος – Χωροτάκτης Μηχανικός, MSc Αρχιτεκτονική του χώρου: Πολεοδομία – Χωροταξία [ΕΜΠ]
#Αδαμαντία Χελιώτη,
Πολεοδόμος – Χωροτάκτης Μηχανικός, MSc Αρχιτεκτονική του χώρου: Πολεοδομία – Χωροταξία [ΕΜΠ]
Ζούμε σε μία εποχή όπου παρατηρείται μία σύγκρουση μεταξύ του ιστορικού χώρου και του σύγχρονου, καθώς το σύγχρονο επικάθεται στα ίχνη του παλαιού [Αθ. Αραβαντινός, 1998]. Μία σύγκρουση ανάμεσα στο δυναμικό και μεταβαλλόμενο παρών και στο στατικό, το αμετάβλητο χθες.Σε αυτή τη κρίσιμη συγκυρία του σήμερα, θα εξετασθεί κατά πόσο μπορούν να ενταχθούν οργανικά εντός του αστικού ιστού οι αρχαιολογικοί χώροι, τα ιστορικά σύνολα και τα μνημεία, χωρίς αυτοί να αποτελούν αστικά κενά καθώς και κατά πόσο μπορούν να αναλάβουν σημαντικό λειτουργικό ρόλο στο σύγχρονο αστικό τοπίο της Αθήνας.
Περιδιαβάζοντας κανείς στο χώρο της σημερινής ελληνικής πόλης και στο περιαστικό της περίβλημα, ανάμεσα στις άλλες εμπειρίες που αποκομίζει, μένει με μια αόριστη εντύπωση ότι οι τόποι τούτοι βρίσκονται σε μια μεταβατική κατάσταση. Μάλιστα, αυτή η αίσθηση προκαλείται από τη θεώρηση του χώρου και του ανθρώπινου παράγοντα [Αθ. Αραβαντινός, 2006]. Το φυσικό περιβάλλον είναι αυτό που «φεύγει», χάνεται, αφήνοντας δυσδιάκριτα ίχνη. Όσο για το ανθρωπογενές, ψάχνει κανείς να «πιαστεί» από κάπου για να καταλάβει. Αναζητά ιστορία, παράδοση και ευδιάκριτο παρελθόν, ταυτότητα, συνάφεια με τα σημερινά δημιουργήματα [Αθ. Αραβαντινός, 2006].

Οι αρχαιολογικοί χώροι και τα ιστορικά σύνολα υπόκεινται σε αυτήν την υποβάθμιση του αστικού τοπίου. Απαξιώνονται και μετατρέπονται πολλές φορές σε αστικά κενά, σε χώρους χωρίς ταυτότητα, χωρίς να αναδεικνύεται το ιστορικό τους φορτίο. Η οικονομική, περιβαλλοντική, κοινωνική και πολιτισμική κρίση επηρεάζει άμεσα τη διαχείριση, ανάδειξη, προστασία και τον σχεδιασμό των αρχαιολογικών χώρων. Όσον αφορά την ιστορική διάσταση των πόλεων, στην ελληνική πόλη, τα κτίρια σταθμοί του παρελθόντος που παραμένουν στη θέση τους, τα εμβληματικά συγκροτήματα που μαρτυρούν ιστορία, αποτελούν μειονότητα. Αν η εικόνα που βλέπουμε είναι τελική και παγιωμένη, αυτό θα ήταν το τέλος της αρχιτεκτονικής, της πολεοδομίας, της ιστορίας, του πολιτισμού, της τέχνης [Αθ. Αραβαντινός]. Το ελληνικό αστικό τοπίο δεν είναι μόνο κάτι αρνητικό ή κάτι που «φεύγει», είναι κάτι δυναμικό που έρχεται.
Από την άλλη πλευρά, αυτή η απαισιόδοξη αστική εικόνα, δεν πρέπει να αποτελέσει εμπόδιο των προσδοκιών μας αλλά εφαλτήριο για προοπτικές αναβάθμισης και ανασυγκρότησης του αστικού χώρου της Αθήνας. Το «σκηνικό κρίσης» δεν είναι μία κατάσταση παγιωμένη. Μέσω του ολοκληρωμένου πολεοδομικού σχεδιασμού και των εργαλείων του, των προγραμμάτων αστικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης – τα οποία θα έχουν στο επίκεντρο την κοινωνία και τα άτομα – το αστικό τοπίο, αξιοποιώντας τα συγκριτικά του πλεονεκτήματα, δηλαδή τα ιστορικά σύνολα, τους αρχαιολογικούς χώρους, τα εμβληματικά του κτίρια, τους δημόσιους χώρους, τις πλατείες, έχει προοπτικές εξυγίανσης και αναβάθμισης.
Οι σύγχρονες πόλεις στερούνται σημαντικά στοιχεία συμβολισμού, σημασιολογικού περιεχομένου, συναισθηματικής αγκύρωσης και ιστορικού βάθους. Έχουν χαθεί πολλά στοιχεία της αυθεντικότητας του αστικού χώρου, της αυθεντικότητας που υπογραμμίζει τον τρόπο ζωής και την εξέλιξη μιας κοινωνίας σ’ έναν χώρο κατά τη διάρκεια μιας ιστορικής χρονικής περιόδου. Συχνά η σύγκρουση του σύγχρονου με το ιστορικό είναι αναπόφευκτη, καθώς το σύγχρονο επικάθεται στα ίχνη του παλαιού, αγνοώντας το.
Σε αυτό το πλαίσιο οι «σταθμοί» της ιστορίας μας, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα ιστορικά σύνολα και τα μνημεία, είναι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, σύγχρονου και παλιού, μεταξύ χώρου και συλλογικής μνήμης, δίνοντας φυσιογνωμία και σημασιολογία στον αστικό χώρο. Είναι η «γέφυρα» μεταξύ των αλλαγών που συντελέστηκαν στο παρελθόν και έχουν αφήσει το αποτύπωμά του στο πέρασμα των χρόνων και του παρόντος, δηλαδή της σύγχρονης διαρκής αστικής αλλαγής. Αυτή η αέναη αστική αλλαγή με τις πολλαπλές πτυχές έχει πάντα ως υπόβαθρο τα αρχέτυπα του παρελθόντος. Παρατηρείται λοιπόν στις μέρες μας, μια γενική ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης για σύνδεσή της με την ιστορία και το παρελθόν της, καθώς η μνήμη μιας κοινωνίας ή ενός λαού, είναι το σύνολο των υλικών και πνευματικών έργων, που δημιούργησε ο λαός αυτός στο χώρο και στο χρόνο κατά το παρελθόν. Στον αστικό ιστό δεν πρέπει να παρουσιάζονται «χρονικά κενά», αλλά πρέπει όλα τα στοιχείαπου συνθέτουν την εικόνα και την ταυτότητα της πόλης να διαπλέκονται μεταξύ τους οργανικά και συμπληρωματικά.
Με πάνω από 150 χρόνια πρόσφατης ιστορίας και μερικές χιλιάδες χρόνια παλαιότερης, η πόλη της Αθήνας χαρακτηρίζεται από ιστορική συνέχεια και ιστορικό βάθος και διαθέτει ανεπανάληπτη «ιστορική φυσιογνωμία». Στο αστικό της τοπίο οι αρχαιολογικοί χώροι και τα ιστορικά σύνολα αποτελούν «θραύσματα» παλαιότερων εποχών, τεκμήρια και ιζήματα της ιστορίας. Είναι χώροι – μνημεία καθώς εγγράφουν πάνω τους μνήμη και ταυτόχρονα συντελούν στη συλλογική μνήμη και συνείδηση της κοινωνίας.Οι αρχαιολογικοί χώροι είναι δηλαδή τα δομικά στοιχεία των σύγχρονων πόλεων που προέρχονται από παλαιότερες εποχές και φέρουν ιστορική, πολιτιστική, αισθητική και συναισθηματική αξία [Ζ. Πετρίδου, 2005].
Ο αστικός χώρος της Αθήνας χαρακτηρίζεται από μία ιδιαίτερα πλούσια στρωματογραφία με τεκμήρια που προέρχονται από πολλές περιόδους κατοίκησης, από την εποχή του χαλκού έως σήμερα και περιλαμβάνει διάσπαρτους, μικρούς και μεγαλύτερους αρχαιολογικούς χώρους στον ιστό του [J.E. Tomlinson, 2005]. Τα «σημάδια», οι αποδείξεις του παρελθόντος πάνω στο χώρο δεν αποτελούν ένα τυχαίο άθροισμα, αλλά ένα ενιαίο σύνολο ιστορικά, επιστημονικά και καλλιτεχνικά. Μέσα στην πόλη οι αρχαιολογικοί χώροι και τα ιστορικά σύνολα αποτελούν έναν ισχυρό και πυκνό ιστό που γύρω τους έχει πλεχτεί η ζωή μας.Τον ιστό αυτόν οφείλουμε να τον διαφυλάξουμε και να τον εντάξουμε στη νέα μορφή που παίρνει ο εθνικός χώρος. Όχι να τον εντάξουμε ως ένα κομμάτι, ή ακόμα χειρότερα σαν πολλά σκόρπια κομματάκια μέσα σε ένα όλο πιο ξένο περιβάλλον, αλλά σαν τμήμα οργανικό σε αυτό [Δ.Α. Ζήβας, 1991].
Η ένταξη των ιστορικών/αρχαιολογικών θραυσμάτων στη σύγχρονη αστική ζωή θα ενσωματώσει την ιστορία στη ζωή της πόλης και θα μεταδώσει πληροφορίες από το παρελθόν στους θεατές/κάτοικους. Η ένταξη αυτή πρέπει να γίνει με τρόπο αρμονικό και συμπληρωματικό με τον υφιστάμενο αστικό ιστό, ενώ η λειτουργία «ιζημάτων» της ιστορίας πρέπει να αποτελεί μία πτυχή της καθημερινής αστικής ζωής. Τα ίχνη ενός τόπου και τα ιζήματα του χρόνου προσδίδουν στο χώρο ταυτότητα και δημιουργούν μία ξεχωριστή χωρική εμπειρία στο παρόν με αφετηρία το παρελθόν. Μέσα στη σύγχρονη πόλη της Αθήνας, είναι καίριο να διατηρηθούν τα ιστορικά ίχνη, η ήδη διαμορφωμένη συλλογική μνήμη, τα ορατά και αόρατα στοιχεία ενός χαμένου κόσμου και να «κουμπώσουν» ομαλά με τα νεότερα έργα και δημιουργήματα, έτσι ώστε ο τόπος να μην παρουσιάζει αντιθέσεις και ασυνέχειες [Π. Κρίκου, Α. Χελιώτη, 2015].
Ο αρχαιολογικός χώρος του Δημοσίου Σήματος, που ήταν ο χώρος ταφής των επιφανών πολιτών κατά την αρχαιότητα, αποτελεί ένα παράδειγμα χώρου με ιστορικό φορτίο που δεν έχει ενταχθεί λειτουργικά στον αστικό ιστό της Αθήνας. Το Δημόσιο Σήμα, εντοπίζεται κάτω από τις οδούς Πλαταιών και Σαλαμίνος στην περιοχή Κεραμεικού - Μεταξουργείου.

Η ανάδειξη και η ένταξη των ιστορικών σημείων της Αθήνας στον αστικό ιστό σε μια εποχή πολιτιστικής κρίσης και κρίσης αξιών αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Μέσα από την ανάδειξη του παρελθόντος στοχεύουμε στην καθημερινή επαφή του πολίτη με τον ιστορικό παρελθόν σε μια προσπάθεια κατανόησης και εκτίμησης του τοπιακού πλούτου. Με το όρο ένταξη αναφερόμαστε στην συσχέτιση των αρχαιολογικών χώρων με το πλέγμα των αστικών λειτουργιών. Είναι κατανοητό πως η ένταξη σε ένα δίκτυο ελεύθερων χώρων καθώς και η οικονομική άνθιση των παρακείμενων περιοχών αποτελεί έναν επιθυμητό στόχο. Ωστόσο ο πραγματικός στόχος θα επιτευχθεί μέσω της καθημερινής σύνδεσης με το παρελθόν και τη βίωση του από το σύνολο των πολιτών.
Η χρήση αυστηρών αρχαιολογικών ζωνών όπως έχουν διατυπωθεί στην πολεοδομική νομοθεσία και ως εργαλείο αστικού σχεδιασμού είναι πλέον ακατάλληλη για να διαχειριστεί το πολύπλοκο πλέγμα των σχέσεων που αναπτύσσεται εντός των περιοχών σχεδιασμού. Μια μοντέρνα προσέγγιση του αρχαιολογικού σχεδιασμού μετατοπίζει το ενδιαφέρον και τον στόχο του σχεδιασμού από το αντικείμενο στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ τους [Capuano Α., 2016].
Η μετατροπή της εμπειρίας των αρχαιολογικών χώρων σε καθημερινό βίωμα μέσω της ένταξης τους στην καθημερινότητα των πολιτών και τον αστικό ιστό, είναι ικανή να προσφέρει αυτή την ευχαρίστηση και πνευματική τέρψη. Παράλληλα ο επισκέπτης ωθείται σε μια εξερεύνηση των επάλληλων στρωμάτων και διαδοχικών μετασχηματισμών της πόλης καθώς και στην ιχνηλασία του παρελθόντος. Ο κάτοικος μετατρέπεται αναπόφευκτα σε έναν εξερευνητή, τουρίστα μέσα στην ίδια του την πόλη. Καλείται να ανακαλύψει τις διαδοχικές εγγραφές της, για τις οποίες ωστόσο δεν διαθέτει σημαντική γνώση. Η περιήγηση και εξερεύνηση των αρχαιολογικών χώρων ανακαλύπτουν παράλληλα επάλληλες προσπάθειες κοινωνικής οργάνωσης. Όπως αναφέρει ο Φιλιππίδης και Μωραίτης [1993]: «Άλλωστε, τα επάλληλα στρώματα συνιστούν ισχυρότατο εποπτικό παράδειγμα των διαφοροποιημένων ιστορικά προσεγγίσεων με τις οποίες οι κοινωνίες καταλαμβάνουν τον αστικό χώρο». Αυτός ο μετασχηματισμός του χώρου μέσω των κοινωνικών διεργασιών είναι που προσφέρει ένα μεγάλο όγκο πληροφοριών και γνώσης για την σύγχρονη πραγματικότητα. Η ανάδειξη και προστασία της ιστορίας δεν αφορά μόνο στην προστασία της αισθητικής της διάστασης αλλά και μια σημαντική πηγή διεξαγωγής συμπερασμάτων για τις μελλοντικές γενεές.
Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να αναφέρουμε την έννοια του χρόνου, η οποία στις περιπτώσεις των αρχαιολογικών τόπων συνδυάζεται με την χωρική εμπειρία του ιστορικού τόπου. Η έννοια αυτή λειτουργεί ως μια «τέταρτη διάσταση» για την αντίληψη του και ενεργοποιεί τη δυνατότητα της μνήμης. Και ακριβώς αυτή η δυνατότητα είναι που θέτει το ζήτημα για το πως όταν ο αρχαιολογικός χώρος ενσωματώνεται οργανικά στην αστική καθημερινότητα, μετατρέπεται σε βίωμα του κατοίκου της πόλης. Μόνο όταν ο αρχαιολογικός χώρος αποτυπώνεται στην συνείδηση ως καθημερινό βίωμα ο κάτοικος εισέρχεται στο παρελθόν, εγκαθιδρύοντας μια ζωτική σχέση με αυτό.
Η μετατροπή των αρχαιολογικών χώρων σε ζωτικά τμήματα του αστικού ιστού και ζωντανά ίχνη του παρελθόντος στην σύγχρονη πραγματικότητα, τροφοδοτεί την αφύπνιση της συλλογικής μνήμης της ιστορίας. Η ενίσχυση της πολιτισμικής φυσιογνωμίας της ελληνικής πόλης καθιστά αναγκαία τη σωστή διαχείριση και αξιοποίηση των αρχαιολογικών τοπίων. Υπό αυτό το πρίσμα, ο δημόσιος χώρος του μέλλοντος οφείλει να περιλαμβάνει ως αναπόσπαστο κομμάτι του τη χωρική εμπειρία των αρχαιολογικών χώρων. Η σύνδεση πρέπει να επιτευχθεί ως φυσική συνέχεια του αστικού ιστού και ως αδιαίρετο κομμάτι της καθημερινότητας.
Συγκεκριμένα προτείνεται για τον αρχαιολογικό χώρο του Δημοσίου Σήματος ένα πρόγραμμα ολοκληρωμένης αστικής ανάπλασης, το οποίο θα εμπεριέχει:
  • Δημιουργία περάσματος ǀ Επαφή/Σύνδεση παρόντος – παρελθόντος ǀ Βιωματικός χώρος
  • Ενοποιητική Διαδρομή ǀ συνέχεια «Μεγάλου Περίπατου» ǀ φυσική συνέχεια αστικών λειτουργιών ǀ σύνδεση με υπάρχοντες δημόσιους χώρους
  • Χρηστική λειτουργία χώρου ǀ Πράσινος Δημόσιος Αρχαιολογικός Χώρος
  • Χωρό – Χρονική Εμπειρία ǀ 4η διάσταση ο χρόνος ǀ χωρικό υπόβαθρο ο αρχαιολογικός χώρος
  • Ολοκληρωμένη αστική ανάπλαση  
Επιπρόσθετα προτείνονται και ειδικές παρεμβάσεις:
  • Διάνοιξη/αποκατάσταση της αρχαίας χάραξης, σε ορισμένα σημεία στα οποία η παλιά διαδρομή δεν έχει διατηρηθεί,
  • Εναλλακτικά, όπου αυτό δεν είναι δυνατό, για διάφορους λόγους, συμπλήρωση της συνέχειας της αρχαίας διαδρομής, μέσω ενός νεότερου δρόμου,
  • Διαμόρφωση του συνόλου του δικτύου αρχαίων διαδρομών, με τρόπο που να παραπέμπει στην ιστορία τους και ταυτόχρονα να τις διαφοροποιεί από τον υπόλοιπο ιστό,
  • Η επιλογή των αρχαίων διαδρομών που αποκαθίστανται καθορίζεται από τον γενικότερο στόχο της δυνατότητας κίνησης πεζού στο σύνολο της περιοχής της ενοποίησης και
  • Η εγκατάσταση ηλεκτρονικού συστήματος αρχαιολογικών/ιστορικών/πολιτιστικών/τουριστικών πληροφοριών μέσω δικτύου [hot spots] τοποθετημένα σε διάφορα σημεία της ζώνης ενοποίησης.
Όλες αυτές οι κατευθύνσεις σχεδιασμού στοχεύουν στην οργανωμένη εκτόνωση των κεντρικών και πολιτιστικών λειτουργιών προς τα δυτικά. Αν δεν αναδειχθούν ικανοποιητικά οι πολιτιστικές αξίες του παρελθόντος, τότε η πόλη θα είναι απλά κάποιο απρόσωπο οικιστικό συνονθύλευμα. Η ύπαρξη πολιτιστικών «στάσεων», η ανάδειξη φυσικών χαρακτηριστικών αλλά και στοιχείων της ιστορικής μνήμης, καθιστούν τέτοιες πορείες πολύτιμα δεσπόζοντα χαρακτηριστικά της πόλης. Ένα δίκτυο πράσινων και αρχαιολογικών διαδρομών και ροών μέσα στην πόλη θα δημιουργήσει μοναδικές χωρικές εμπειρίες στον θεατή/κάτοικο/περιπατητή, οι οποίες θα συνδέουν το παρελθόν με το παρόν. Αυτή η αέναη διαδικασία και διαδρομή μέσα στη πόλη θα συγκροτήσει ένα αστικό τοπίο με ταυτότητα, ιστορική μνήμη και βιωμένους χώρους. δυτική Αθήνα έχει πληθώρα αρχαιολογικών χώρων και ιστορικών συνόλων, όπως είναι ο Κεραμεικός, η Ακαδημία Πλάτωνος, το Δημόσιο Σήμα, το Ίππιο Κολωνό κ.α. Η συνέχεια του «Μεγάλου Περιπάτου» και η σύνδεση των αρχαιολογικών χώρων με τους αστικούς υπαίθριους χώρους, μέσω πεζοδρόμων και ποδηλατοδρόμων, θα αναδείξει το ιστορικό βάθος και περιεχόμενο της πόλης της Αθήνας και στα «τέσσερα σημεία του ορίζοντα». Οι αρχαιολογικοί περίπατοι, έχουν ως στόχο τη σύνδεση και συγκρότηση πολλών αρχαιολογικών θραυσμάτων και μνημείων σε ένα σύνολο, ώστε να γίνονται αντιληπτά με ενιαίο τρόπο και να ενεργοποιούνται λειτουργικά. Η λειτουργική ένταξή τους ως δημόσιοι χώροι και η ενίσχυση της παρουσίας τους στην πόλη, θα συμβάλει στην εξέλιξη της καθημερινής ζωής. Γίνεται κατανοητό ότι ο δημόσιος ρόλος τους πρέπει να ενισχυθεί.
Είναι απαραίτητη η διατήρηση, συντήρηση και επανένταξη των αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και ιστορικών συνόλων στις σύγχρονες πόλεις, και αυτό γιατί υπάρχει μία γενική ανάγκη της ανθρώπινης ύπαρξης για σύνδεσή της με την ιστορία και το παρελθόν της. Κάθε κοινωνία βασίζεται και πορεύεται σύμφωνα με την γνώση του παρελθόντος, μέσω της οποίας ουσιαστικά διαμορφώνεται και λειτουργεί.



ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

M.C. Boyer: the city of collective memory, The MIT Press, Cambridge, Massachusetts, London, 1994, pg.19
Αυγερινού – Κολώνια Σ., [2002]: Μετασχηματισμοί της σύγχρονης ελληνικής πόλης. Νέες χρήσεις και πολιτιστική κληρονομιά, Πρακτικά 10ου Πανελλήνιου Αρχιτεκτονικού Συνεδρίου, ΤΕΕ, Αθήνα, 9-11/12/1999
Αραβαντινός Αθ. [1998]: Το κέντρο της Αθήνας προς το 2004 και μετά, άρθρο στο περιοδικό Πυρφόρος, Αθήνα, 1998
Βαΐου, Ντ. κ.ά. [2004]: Αθήνα 2004. Στα μονοπάτια της παγκοσμιοποίησης;, Γεωγραφίες, τ.7, Εξάντας, Αθήνα, σσ. 13-25, Αθήνα, 2004
Γαλάνη, Ντ., [2004]: Πρόγραμμα ενοποίησης αρχαιολογικών χώρων Αθήνας- Η Ανάπλαση του Ιστορικού Κέντρου της Πόλης, Αρχιτέκτων–Πολεοδόμος , Τεχνικός Διευθυντής ΕΑΧΑ Α.Ε., Αθήνα, 2004
Ζήβας Δ., [1997]: Τα μνημεία και η πόλη: 13 Κείμενα για την προστασία και τη λειτουργική επανένταξη των μνημείων στον ιστό της πόλης , ΑΘήνα, 1997
Καρύδης Ν. Δ. (2014): Το Δίπτυχο της Αθήνας, Εκδόσεις Παπασωτηρίου, Αθήνα, 2014
Κάτου Μ. [2005], Αρχαιολογικοί χώροι σε αστικά τοπία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΔΠΜΣ Πολεοδομία Χωροταξία, εργασία στο μάθημα: Όψεις του αστικού τοπίου στο δημόσιο χώρο, Αθήνα, 2005
Κουβέλα Λ., Χατζηόλου Ν. [2013]: Ελαιώνας, Σύγχρονες Τοπογραφίες, Αστικές διαδρομές στο χρόνο, Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανκών, Επιβλέποντες: Μπαμπάλου Μ., Μπελαβίλας Ν., Αθήνα, 2013
Λάββας Γ., [1984]: Προστασία μνημείων και συνόλων – βασικές έννοιες, ιδεολογία και μεθοδολογία, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Υπηρεσία Δημοσιευμάτων, Θεσσαλονίκη, 1984
Μπελαβίλας, Ν., [2007: To Τέλος των Γιγάντων: Βιομηχανική Κληρονομιά και Μετασχηματισμοί των Πόλεων, 5η Πανελλήνια Επιστημονική Συνάντηση TICCIH, Βόλος, 22-25 Νοεμβρίου 2007
Μπίρης Κ., [1996]: Αι Αθήναι – Από τον 19ον εις τον 20ον αιώνα, Εκδόσεις Μέλισσα, Αθήνα, 1996
Παρθενόπουλος Κ., Παρθενοπούλου Σ., [2010]: Μέθοδοι προσδιορισμού-οριοθέτησης, ανάδειξης και αξιοποίησης των ιστορικών κέντρων των πόλεων, Τεχνικά Χρονικά Επιστ. Εκδόσεις ΤΕΕ, τέυχος 3, Αθήνα, 2010
Περπινιά Σ., Τσελεμέγκου Λ., Χάγιου Κ., Μεταπτυχιακή εργασία με τίτλο: «η περιοχή της Ακαδημίας Πλάτωνος ως πεδίο εκδήλωσης αναπτυξιακού ενδιαφέροντος και έκφρασης αλληλοσυγκρουόμενων συμφερόντων» εργασία στο ΔΠΜΣ για το μάθημα: Το ζήτημα της μεθοδολογίας και της θεωρίας στο σχεδιασμό του χώρου, κατεύθυνση Πολεοδομία Χωροταξία, ΕΜΠ, 2014
Τρατσέλα Μ., [2012]: Ιστορικότητα και Τοπίο: Σύγχρονοι προβληματισμοί για τον σχεδιασμό αρχαιολογικών χώρων, Ανάσκαμμα, Ανασκαφικό Περιοδικό, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Τεύχος 6, Θεσσαλονίκη, 2012

Φιλιππάκης Κ., [2010]: Ο Μεγάλος Περίπατος – μια κριτική παρουσίαση, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, ΔΠΜΣ Πολεοδομία-Χωροταξία, εργασία στο μάθημα: Προσεγγίσεις του σχεδιασμού στην Ελλάδα, Αθήνα, 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου