Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Προσεγγίζοντας την πολλαπλότητα του τόπου μέσα από συλλογικές πρακτικές στην πόλη

#ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΚΟΥΜΟΠΟΥΛΟΥ
Αρχιτέκτονας Μηχανικός, MSc Πολεοδομίας- Χωροταξίας, Υπ. Διδάκτορας, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Ε.Μ.Π.
#ΑΝΤΩΝΗΣ ΧΑΖΑΠΗΣ
Αρχιτέκτονας Μηχανικός, MSc Πολεοδομίας- Χωροταξίας, Υπ. Διδάκτορας, Σχολή Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Ε.Μ.Π.

Ο σχεδιασμός συναρτάται διαχρονικά από την προβολή μίας αφήγησης στο μέλλον, τη διατύπωση ενός οράματος και τη μεθόδευση της κατασκευής του. Ο αστικός χώρος αποτέλεσε προνομιακό πεδίο τέτοιων αφηγήσεων και η επαναξιολόγηση των αστικών κέντρων και γειτονιών ως τόπων με σημασία μοιάζει να αποτελεί πλέον κεντρικό μέλημα των θεσμικών πολιτικών σε επίπεδο εθνικών και υπερεθνικών συσχετισμών.
Ειδική κατηγορία αυτού του ανανεωμένου ενδιαφέροντος για την πόλη αποτελούν οι στρατηγικές «προβολής και προώθησης του τόπου» μέσα από τη συστηματική κατασκευή της εικόνας του με όρους καταναλωτικού προϊόντος (branding). 
Κεντρική θέση σε αυτή την κατεύθυνση κατέχει η έννοια της «ταυτότητας» δηλαδή του προσδιορισμού των ιδιαίτερων βιωμένων χαρακτηριστικών ενός τόπου που επιτρέπει τη διατύπωση ενός οράματος για αυτόν. Σε αντιδιαστολή προς την έννοια της ταυτότητας, η εισήγηση αυτή εξετάζει τη δυναμική των τόπων ως πληθυντικά νοήματα, συλλογικές πολιτισμικές κατασκευές και καθημερινές κοινωνικές πρακτικές που δεν αρθρώνονται εύκολα σε κεντρικές, θεσμικές και ενικές διατυπώσεις στρατηγικών οραμάτων για την πόλη και το μέλλον της.
Μέσα από τις περιπτώσεις μελέτης σε γερμανικές πόλεις και αξιοποιώντας τα ευρήματα της πρωτογενούς έρευνας διερευνούμε τη μετατόπιση του σχεδιασμού προς την πολλαπλότητα των οραμάτων για την πόλη. 

Η προσέγγιση αυτή προτείνει την κατανόηση του χώρου/τόπου με όρους πολλαπλότητας σχέσεων και υποδεικνύει την ταυτότητα του τόπου ως συλλογική κατασκευή. Στην περίπτωση του St. Pauli στο Αμβούργο η συνείδηση της πολλαπλότητας ως συστατικό στοιχείο του τόπου, οδηγεί στη συλλογική της υπεράσπιση απέναντι σε επενδυτικές επιλογές και κεντρικούς σχεδιασμούς ενώ η περίπτωση του Kreuzberg στο Βερολίνο εξετάζεται μέσα από το παράδειγμα του Prinzessinnengarten, ενός αστικού κήπου που ριζώνει στο ιστορικό «έδαφος» της γειτονιάς ως πειραματική πλατφόρμα δικτύωσης και εκπαίδευσης.

Οι περιπτώσεις μελέτης μας δίνουν τη δυνατότητα να διευρύνουμε τις έννοιες της συμμετοχής και του σχεδιασμού και να εξετάσουμε την ουσιαστική σχέση μεταξύ της πολλαπλότητας και της δυναμικής της σύγχρονης πόλης. Ο σχεδιασμός δεν μπορεί παρά να ανανεώσει τα μεθοδολογικά και ερμηνευτικά του εργαλεία στη βάση αυτής της δυναμικής σχέσης.

1. Εισαγωγή
Στο πρόσφατο κι ευρύ πλαίσιο διαλόγου και θεωρητικών αναζητήσεων που ορίζεται τόσο από επιστημονικές προσεγγίσεις όσο και από επαγγελματικές τακτικές στο θέμα της «προβολής και προώθησης του τόπου» (place marketing) κυριαρχεί η ανάγκη εντοπισμού κι ανάδειξης, και τελικά εκ νέου δημιουργίας της «ταυτότητας» αυτού του τόπου που θα τον καταστήσει ανταγωνιστικά ικανό απέναντι σε άλλους. Μια «ταυτότητα» συχνά ταυτόσημη με την εικόνα του τόπου (image) ιδανικά και συστηματικά κατασκευασμένη με όρους καταναλωτικού προϊόντος (branding) και κάθε φορά προσαρμοσμένη στα τοπικά και ιδιαίτερα βιωμένα χαρακτηριστικά του τόπου ώστε το όραμα που θα προβάλλεται να είναι ελκυστικό, αποδεκτό και με υποσχόμενη επιτυχία σε ένα πεδίο ανταγωνισμού που καθορίζεται με όρους επιχειρηματικής διαχείρισης, επηρεάζεται έντονα από φαινόμενα όπως της οικονομικής και πολιτισμικής παγκοσμιοποίησης και διαθέτει μια μεγάλη δεξαμενή ενδιαφερομένων και ομάδων-στόχων όπως επισκεπτών/τουριστών, επενδυτών, εταιρειών, νέων κατοίκων και κυρίως ειδικευμένου εργατικού δυναμικού (talents) (Kavaratzis, 2005· Zenker, 2010).

Αποτελεί όμως η «ταυτότητα του τόπου» μία αρκετή παράμετρο για την κατανόησή του; Πώς προσδιορίζεται αυτή η «ταυτότητα» και πόσες ερμηνείες μπορεί να περιλαμβάνει; Μοιάζει να αληθεύει η διαπίστωση πως έχουν γίνει ελάχιστες προσπάθειες για την ερμηνεία ενός τόσο πολυχρησιμοποιημένου όρου και ζητούμενου για τις στρατηγικές marketing και branding τόπων. «Ο όρος “ταυτότητα του τόπου ”, δανεισμένος από την ανθρώπινη ταυτότητα, μπορεί να είναι καταχρηστικός και να φέρει ανεπιθύμητους παραλληλισμούς [...] Ετυμολογικά δεν είναι λανθασμένος. Ταυτότητα είναι αυτό που “είναι ίδιο με τον εαυτό του ”. Με αυτή την έννοια δεν υπάρχει τόπος χωρίς ταυτότητα». (Καλαντίδης, 2011: 340) Όμως ακόμα κι αν αποδεχθούμε ως μια ερμηνεία ταυτότητας τα ιδιαίτερα βιωμένα χαρακτηριστικά ενός τόπου, που τον καθιστούν ιδιαίτερο και ξεχωριστό μέσα στο δυναμικό περιβάλλον ροών, αλληλοσυσχετίσεων και δικτυώσεων που ορίζει ο οικουμενισμός της εποχής, αναδεικνύεται σημαντική η ταυτόχρονη αναγνώριση ότι αυτή είναι αποτέλεσμα πολλαπλών δράσεων διαφορετικών υποκειμένων και πολλαπλών χωροκοινωνικών σχέσεων άμεσα εξαρτημένων τόσο από το φυσικό και τεχνητό τους περιβάλλον όσο κι από την έννοια του χρόνου. Σε αυτή τη σχεσιακή προσέγγιση οι τόποι λειτουργούν περισσότερο ως ανοιχτά και πορώδη δίκτυα κοινωνικών σχέσεων κι όχι ως οριοθετημένες περιοχές και η ταυτότητα τους διαμορφώνεται μέσω σχέσεων με άλλους τόπους και χαρακτηρίζεται από πολλαπλότητα. (Massey, 1995, 2009)

Σε αντιδιαστολή λοιπόν προς την έννοια της «ταυτότητας» του τόπου, η εισήγηση αυτή εξετάζει τη δυναμική των τόπων ως πληθυντικά νοήματα, συλλογικές πολιτισμικές κατασκευές και καθημερινές κοινωνικές πρακτικές που δεν αρθρώνονται εύκολα σε κεντρικές, θεσμικές και ενικές διατυπώσεις στρατηγικών οραμάτων για την πόλη και το μέλλον της. Μέσα από τις περιπτώσεις μελέτης σε δύο γερμανικές πόλεις και αξιοποιώντας τα ευρήματα τόσο της πρωτογενούς έρευνας όσο και της βιβλιογραφικής επισκόπησης, διερευνούμε τη μετατόπιση του σχεδιασμού προς την πολλαπλότητα των οραμάτων για την πόλη. Η προσέγγιση αυτή προτείνει την κατανόηση του χώρου/τόπου με όρους πολλαπλότητας σχέσεων και υποδεικνύει την ταυτότητα του τόπου ως συλλογική κατασκευή.

2. Ο τόπος και η πολλαπλότητα: θεωρητικές και μεθοδολογικές επισημάνσεις
Ο σχεδιασμός συναρτάται διαχρονικά από την προβολή μίας αφήγησης στο μέλλον, τη διατύπωση ενός οράματος και τη μεθόδευση της κατασκευής του. Ο αστικός χώρος αποτέλεσε προνομιακό πεδίο τέτοιων αφηγήσεων και η επαναξιολόγηση των αστικών κέντρων και γειτονιών ως τόπων με σημασία μοιάζει να αποτελεί πλέον κεντρικό μέλημα των θεσμικών πολιτικών σε επίπεδο εθνικών και υπερεθνικών συσχετισμών. Στις πολιτικές για τον αστικό χώρο και τον σχεδιασμό του αποκτούν σημαντική θέση οι στρατηγικές της «προώθησης του τόπου».

Η έννοια του τόπου φορτίζεται διαχρονικά με σημασίες και ορισμούς που επιδιώκουν την περιγραφή του σε αντιδιαστολή/ σύγκριση/ αντιπαράθεση με το «άλλο». Ο «τόπος» προϋποθέτει την απόσπασή του από τον «χώρο». Αυτή η απόσπαση βασίζεται στον εντοπισμό χαρακτηριστικών που καθιστούν τον τόπο διακριτό (από άλλους, με «περίγραμμα»), μοναδικό (ως εμπειρία, αισθητικά, εικονογραφικά) και αυθεντικό (με ιστορικά ή άλλα κριτήρια, είναι αυτό και όχι κάτι άλλο) [Rose, 1995· Harvey, 1996]. Η έννοια της ταυτότητας εξυπηρετεί στον βαθμό που συνοψίζει το σύνολο αυτών των «τοπικών» χαρακτηριστικών. Η προώθηση του τόπου ως στρατηγική σχεδιασμού βασίζεται στη διαχείριση αυτής της ταυτότητας. Η ταυτότητα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να προβάλλεται ως «αντικειμενική», μοναδική, προσδιορισμένη με ακρίβεια/ βεβαιότητα, ολιστική κλπ. Την ίδια στιγμή μπορεί να προβάλλεται ως «επιθυμητή», βέλτιστη, επιδιωκόμενη. Στη μία περίπτωση, η «ταυτότητα του τόπου» παγώνει τον τόπο στον χρόνο, προϋποθέτει τη στατικότητα/σταθερότητά του  (Certeau, 2010). Στη δεύτερη περίπτωση, η «επιθυμητή ταυτότητα» προτείνει την κατασκευή μίας νέας στατικότητας.

Όμως ο χώρος είναι ενιαίος και όχι άθροισμα τόπων και «είναι προϊόν αλληλεξαρτήσεων [...] είναι η σφαίρα της δυνατότητας να υπάρχει πολλαπλότητα, είναι η σφαίρα στην οποία συνυπάρχουν ξεχωριστές τροχιές [...] βρίσκεται πάντα σε μια διαδικασία γίγνεσθαι, διαμορφώνεται συνεχώς, δεν τελειώνει ποτέ, δεν κλείνει ποτέ.» (Massey, 2001: 10). Κι αν ο χώρος είναι η σφαίρα όπου συνυπάρχουν ξεχωριστές τροχιές τότε ο κάθε τόπος αποτελεί την περιοχή/τοποθεσία συνάντησης αυτών των τροχιών· των δικτύων κοινωνικών σχέσεων, διασυνδέσεων, ροών και σχέσεων δύναμης. Σε αυτή τη σχεσιακή συνύπαρξη γίνεται αντιληπτό πως οι τόποι δεν χαρακτηρίζονται από μονοδιάστατες κι ιδανικές ταυτότητες αλλά διαθέτουν διαφορές και συχνά διαμάχες επικράτησης. Πολλαπλότητα και χώρος/τόπος   αλληλοδιαμορφώνονται σε μια συνεχόμενη διαδικασία χωρίς να σημαίνει ότι όλο αυτό συμβαίνει σε μια ισότιμη και ισοδύναμη βάση. (Massey, 1995, 2001· Αυδίκος, 2010)

Η έννοια του πλήθους  παρέχει μία ερμηνεία της πολλαπλότητας ως σύγχρονης υποκειμενικότητας. Το μετα-φορντικό πλήθος είναι πολλαπλό και πληθυντικό αλλά σε αντίθεση με τον «λαό» δεν μπορεί να αναχθεί στην ενότητα ή την ταυτότητα. Η βιοπολιτική παραγωγή του πλήθους όχι μόνο βασίζεται στην επικοινωνία, τη συνεργασία και τη σύμπραξη, ό,τι δηλαδή έχουν από κοινού οι μοναδικότητες, αλλά παράγει εκ νέου το κοινό αυτό (ως κοινωνικές σχέσεις και μορφές ζωής), το οποίο με τη σειρά του παράγει νέες υποκειμενικότητες. Το σχήμα αυτό περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο η πολλαπλότητα μέσω της έννοιας του πλήθους, «αντικαθιστά το αντιφατικό ζεύγμα ταυτότητας-διαφοράς με το συμπληρωματικό ζεύγμα μοναδικότητας-κοινοτικότητας» (Hardt & Negri, 2004: 236). Μοναδικότητα (ή «τροχιά») και κοινοτικότητα (διασταύρωση τροχιών, σχεσιακός χώρος και κοινό) βρίσκονται σε μία συνεχώς διευρυνόμενη σπειροειδή σχέση που παράγει κοινωνική καινοτομία .

Το πλήθος και η παραγωγή του κοινού, αποτελούν το βιοπολιτικό ανάλογο των τροχιών που παράγουν χώρο. Η συλλογική παραγωγή του τόπου πολύ πέρα από την κατασκευή μίας ήδη συγκροτημένης, ολοκληρωμένης ταυτότητας, ανοίγει τις κοινωνικές σχέσεις στη δυνατότητα ανανέωσης, επανερμηνείας και καινοτομίας. Η εξέταση των συλλογικών πρακτικών σε δύο γερμανικές πόλεις, διερευνά τη σχέση αυτής της καινοτομίας που παράγεται στη βάση της παραγωγής των κοινών τόπων, με τις στρατηγικές σχεδιασμού που υφαρπάζουν το κοινό ανάγοντάς το σε διαχειρίσιμη ταυτότητα (Harvey, 2013).

Οι επισκέψεις στις γερμανικές πόλεις, η έρευνα πεδίου και η συγκέντρωση πληροφοριακού υλικού για την κάθε μελέτη περίπτωσης πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο διεξαγωγής του κοινού ελληνογερμανικού επιστημονικού-ερευνητικού προγράμματος IKYDA 2015 με θέμα: «Νέες μορφές διακυβέρνησης και δημοκρατική νομιμοποίηση πολεοδομικών αποφάσεων. Πολιτικές Αστικού σχεδιασμού στο πλαίσιο πρωτοβουλιών και διαμαρτυριών της κοινωνίας των πολιτών».  ^ πρόγραμμα ξεκίνησε με την υπόθεση ότι η συμμετοχή και ευρύτερα ο εκδημοκρατισμός του σχεδιασμού, νομιμοποιεί τις πολεοδομικές αποφάσεις και πρακτικές και εξομαλύνει την εφαρμογή τους. Η έρευνα διεξήχθη σε τρεις γερμανικές πόλεις - Βερολίνο, Αμβούργο κι Αννόβερο- και βασίστηκε σε συνεντεύξεις με εκπροσώπους της διοίκησης (θεσμικός σχεδιασμός σε διάφορα επίπεδα) και σε συνεντεύξεις με εκπροσώπους κινημάτων, πρωτοβουλιών κατοίκων και συμμετοχή σε δράσεις τους. Οι περιπτώσεις μελέτης διαφέρουν σημαντικά σε κλίμακα, αριθμό εμπλεκομένων, βάθος χρόνου, αντίκτυπο και εμπλοκή θεσμικών φορέων.

Η διερεύνηση των συλλογικών πρακτικών εστίασε στα ζητήματα εκδημοκρατισμού του σχεδιασμού, το ρόλο της κουλτούρας συμμετοχής, την εξέλιξη των κινημάτων στον αστικό χώρο, τις νέες δυνατότητες δικτύωσης, τον πειραματικό χαρακτήρα, τη επαναξιολόγηση της γειτονιάς και της τοπικής δικτύωσης. Σχετικά με τις «προκαταλήψεις» της έρευνας: η συμμετοχή δεν νομιμοποιεί τον σχεδιασμό, τον μεταλλάσει. Η πολλαπλότητα δεν μπορεί να αποτελέσει στόχο του σχεδιασμού, η παραδοχή της όμως μπορεί να απελευθερώσει τη δυναμική του χώρου. Ο εκδημοκρατισμός του σχεδιασμού βασίζεται όχι στη συμμετοχή αλλά στην πυροδότηση της πολλαπλότητας.

3. Περιπτώσεις συλλογικών πρακτικών σε γερμανικές πόλεις
3.1 Η περίπτωση του St.Pauli στο Αμβούργο
Η περιοχή St. Pauli στο Αμβούργο παρουσιάζει μια μακρά παράδοση ως τόπος έκφρασης δικαιωμάτων κι αντιδράσεων σε θέματα διακυβέρνησης κι αστικής ζωής από πρωτοβουλίες πολιτών και κινημάτων πόλης και η συνείδηση της πολλαπλότητας αποτελεί σημαντικό συστατικό στοιχείο του τόπου που οδηγεί στη συλλογική της υπεράσπιση απέναντι σε επενδυτικές επιλογές και κεντρικούς σχεδιασμούς. Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτού του τοπικού ακτιβισμού που είναι άμεσα συνυφασμένος με αυτή την ιστορική γειτονιά, ήδη από τη δεκαετία του ’80, (Παπαχριστοπούλου, 2016) αποτελούν η διαμόρφωση του Park Fiction και το πρόγραμμα Plan Bude.

Το Park Fiction αποτελεί παραδειγματική έκφραση του «δικαιώματος στην πόλη» μέσα από τη διεκδίκηση ενός δημοσίου χώρου από πρωτοβουλίες κατοίκων και συλλογικοτήτων και μια χαρακτηριστική εφαρμογή από κάτω προς τα πάνω (bottom up) συμμετοχικού σχεδιασμού. Πρόκειται για ένα εγχείρημα που ξεκίνησε το 1994 ως έκφραση της διαφωνίας των κατοίκων απέναντι σε μια μεγάλη και δαπανηρή ανάπτυξη -κατοικιών και κτηρίων γραφείων- που είχε δρομολογηθεί με τη συνεργασία της δημοτικής αρχής σε μια έκταση, ιδιαίτερα προνομιούχας θέσης δίπλα στη λιμενική ζώνη. 
Αντί αυτής όμως και ως αποτέλεσμα μιας μεγάλης και πρωτότυπης εκστρατείας αντίδρασης -με άμεση κατάληψη και χρήση του ως ελεύθερο δημόσιο χώρο- που οργανώθηκε από ένα ευρύ κι έξυπνο δίκτυο της τοπικής κοινωνίας, αναπτύχθηκε μέσω συμμετοχικών διαδικασιών ένας υπαίθριος πράσινος χώρος με καθιστικά και δραστηριότητες για όλους -από παιδιά μέχρι και ζώα. Αυτό το δίκτυο οργάνωσε μια παράλληλη σχεδιαστική διαδικασία, δημιουργώντας πλατφόρμες ανταλλαγής ιδεών κι επιθυμιών ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής κουλτούρας -μουσικούς, ιερείς, παιδιά, καλλιτέχνες, κατοίκους, επαγγελματίες, καταληψίες, κ.ά.- και με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους δράσεων - διαλέξεις, ομιλίες, συζητήσεις, προβολές ταινιών και ντοκιμαντέρ, εκθέσεις. Το πάρκο τελικά ολοκληρώθηκε κι εγκαινιάστηκε το 2005 αλλά μέχρι και σήμερα εξελίσσεται  και αποτελεί σημαντικό κοινωνικό πόλο κι αξιόλογο πεδίο έρευνας σχετικά με τις μεθόδους δικτύωσης κι ενεργοποίησης της βάσης των πολιτών σε θέματα διακυβέρνησης καθώς και ανάπτυξης και εφαρμογής εργαλείων συμμετοχικού σχεδιασμού.

Παρόλο που το Park Fiction αποτέλεσε ένα συλλογικό και συμμετοχικό σχεδιαστικό επίτευγμα, υπήρξαν κάποια πρόσωπα-κλειδιά που συμμετείχαν ενεργά στο συντονισμό όλης αυτής της διαδικασίας και διαλόγου/διαπραγμάτευσης με τις επίσημες αρχές. Μεταξύ αυτών ο καλλιτέχνης Christoph Schafer που ζει στην περιοχή και δραστηριοποιείται σε θέματα αστικής καθημερινότητας και στην παραγωγή χώρων που δέχονται αλλά και δημιουργούν «συλλογικές επιθυμίες» με ιδιαίτερη συνεισφορά κι ενδιαφέρον για τον ανεξάρτητο και συμμετοχικό αστικό σχεδιασμό ως τέχνη κι ως ακτιβισμό.   Οι διαφορετικές μορφές και ποιότητες που δημιουργήθηκαν στο Park Fiction είναι ακριβώς το αποτέλεσμα της συνάντησης σε αυτόν το τόπο πολλών και ξεχωριστών επιθυμιών, οραμάτων, ιδεών, σχέσεων, τροχιών κι εντέλει ανάδειξη της πολλαπλότητάς του· αυτής που προϋπήρχε αλλά μέσω των συλλογικών πρακτικών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων, δρώντων υποκειμένων αυτού του τόπου, κατόρθωσε να λειτουργήσει ως κύριο συστατικό της ταυτότητάς του την οποία ακόμα συνεχίζει να μεταλλάσει και να διαμορφώνει ως μια σχέση αμφίδρομη.

Συνέχεια των δράσεων για άμεση εμπλοκή και συμμετοχή της τοπικής κοινωνίας στις πολιτικές αστικού σχεδιασμού, την έκφραση άμεσης δημοκρατίας στο χώρο και προστασία της πολλαπλότητας του τόπου αποτελεί το πρόγραμμα Plan Bude (Σταθμός Σχεδιασμού) που από τον Οκτώβριο του 2014 συγκεντρώνει ιδέες, αναλύσεις και γνώμες για μια μεγάλη ιδιωτική ανάπτυξη στο κέντρο του St.Pauli, ένα πρώην συγκρότημα εργατικών κατοικιών στη γειτονιά Spielbudenplatz κι επί της διάσημης λεωφόρου Reeperbahn. Οι ενοικιαστές του συγκροτήματος οργανώθηκαν στην πρωτοβουλία με την επωνυμία «Esso Hauser» (κατοικίες ESSO) -έχουν ονομαστεί έτσι από έναν 24-ώρης λειτουργίας σταθμό βενζίνης που υπήρχε εκεί- και από το 2009, που αγοράστηκε το ακίνητο από μια ιδιωτική κτηματομεσιτική εταιρεία, αγωνίζονταν για να διασώσουν το συγκρότημα κατοικιών από την κατεδάφιση αλλά και κατ’ επέκταση των υφιστάμενων κοινωνικών δομών. Σε συνέχεια μιας βεβιασμένης έξωσης -το Δεκέμβριο του 2013- και την τελική κατεδάφιση του συγκροτήματος, οι διαμαρτυρίες εστιάστηκαν στην εξασφάλιση της επιστροφής τους στο νέο συγκρότημα που θα ανεγερθεί καθώς και σε προσπάθειες και δράσεις για την πραγματική συμμετοχή τους στη διαδικασία σχεδιασμού του.

Σε δύο εμπορευματοκιβώτια (containers), τοποθετημένα ακριβώς έξω από το εργοτάξιο, το Plan Bude προσφέρει ένα μεγάλο εύρος σχεδιαστικών εργαλείων ώστε όλοι οι κάτοικοι και χρήστες της γειτονιάς να μπορούν να εμπλακούν στη διαδικασία σχεδιασμού της νέας προτεινόμενης ανάπτυξης. Το Plan Bude αν κι αρχικά είχε ανατεθεί από την τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί παράγωγο του πλούσιου φάσματος διαμαρτυριών και αυτό- οργανωμένων κινημάτων βάσης του St. Pauli και η ιδέα του ξεκίνησε ως μια ανεξάρτητη πρωτοβουλία πολιτών που οραματίζονταν με διαφορετικό τρόπο την εξέλιξη κι ανάπτυξη στη γειτονιά τους σε σχέση με τα αρχικά επίσημα σχέδια των ιδιοκτητών κι επενδυτών γης και του δήμου και με κεντρικό σύνθημα: «Θέλουμε να πάρουμε το σχεδιασμό στα χέρια μας». 

Σχηματίστηκε λοιπόν μια διεπιστημονική ομάδα από έξι εκπροσώπους, που συνδύαζε σχεδιαστές, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, ειδικούς πολιτισμού, DJs και εργαζόμενους στη γειτονιά, που ανέλαβε το συντονισμό και διαχείριση μιας πρότυπης συμμετοχικής διαδικασίας σχεδιασμού που απαίτησε τη συμμετοχή όλης της τοπικής κοινωνίας. 
Με τη συνεργασία στη συνέχεια της δημοτικής αρχής και με φυσική παρουσία στο χώρο των πλέον κατεδαφισμένων κατοικιών Esso (Δεκέμβριος 2014), μέσω του χαρακτηριστικού container Plan Bude, ξεκίνησε μια διαδικασία σχεδιασμού βασισμένη στις αρχές της ανεξαρτησίας, έκφρασης των επιθυμιών και ανοικτότητας στην τοπική κοινωνία με εφαρμογή πρωτότυπων μεθοδολογικών εργαλείων που σκοπό είχαν να διευκολύνουν την επαφή και κατανόηση του χώρου (δημιουργία μακετών με πλαστελίνη ή κομμάτια lego για αντίληψη του όγκου) από τον χρήστη καθώς και την εμπλοκή διαφόρων και διαφορετικών χωρίς περιορισμό σε χαρακτηριστικά όπως ηλικία, φύλο, εθνικότητα, θρήσκευμα, οικονομική κατάσταση· αρκεί να επιθυμούσαν κάτι για τη γειτονιά αυτήν. (Schafer, 2015) Ήδη από τον Αύγουστο του 2014 συλλεγόταν ένα εκτενές υλικό που οδήγησε σε μια πρώτη έκδοση «Plan Bude: The Appendix B4. Results from the public planning process» και στην αποκωδικοποίηση του λεγόμενου “St.Pauli Code” που στην ουσία αποτελεί μια αναγνώριση των επιθυμητών -κι άρα προς προστασία- συστατικών στοιχείων της πολλαπλότητας του τόπου.   Κύριος απώτερος στόχος υπήρξε η ενσωμάτωση αυτού του υλικού κωδικοποιημένου πια στην προκήρυξη του διαγωνισμού τον οποίο συνδιοργάνωσαν ο δήμος, ο ιδιοκτήτης γης/επενδυτής και το Plan Bude.

Τα «αντιμαχόμενα» μέρη κατέληξαν στην εξής συμφωνία σχετικά με τις χρήσεις γης  : 40% κοινωνική κατοικία, 20% εναλλακτικής μορφής/συνεργατική κατοίκηση, 40% διαμερίσματα προς ενοικίαση, 0% ιδιωτικά διαμερίσματα ή «condos», 0% εμπορικές αλυσίδες, χρήσεις αναψυχής και γειτονιάς για κοινωνικούς και πολιτιστικούς σκοπούς (π.χ. FabLab St. Pauli, κοινωνική καντίνα), μερικά δώματα ελεύθερα για αθλητικές και ψυχαγωγικές δραστηριότητες (π.χ. basketball, skateboarding, τοίχος αναρρίχησης), κατά μήκος της Reeperbahn, μικρούς χώρους για επιχειρήσεις τύπου St. Pauli, ένα «δημόσιο μπαλκόνι» κι επιστροφή της γνωστής μουσικής σκηνής Molotow-Club.
Το καλοκαίρι του 2015 ολοκληρώθηκε ο διαγωνισμός για το σχέδιο γενικής διάταξης (masterplan) το οποίο είχε λάβει υπόψη του τα αποτελέσματα της εντατικής διαδικασίας συμμετοχικού σχεδιασμού από τον Αύγουστο 2014 μέχρι και τον Φεβρουάριο 2015. Μέσα στο 2016 ολοκληρώθηκε και ο αρχιτεκτονικός διαγωνισμός και η επιτροπή επέλεξε τέσσερα αρχιτεκτονικά γραφεία να παρουσιάσουν τις ιδέες τους (Ιούλιος 2016). Σε αυτή τη φάση ο δήμος έχει πια αποχωρήσει και η ομάδα Plan Bude αποτελεί τη μόνη αντικρουόμενη πλευρά που μπορεί να «πιέσει» τον ιδιοκτήτη γης/επενδυτή. Στην επιτροπή δεν έχει ψήφο παρά μόνο συμβουλευτικό ρόλο και συνεχίζει τις προσπάθειές της με επόμενο στόχο τη συγκρότηση της κοινότητας που θα χρησιμοποιήσει το συγκρότημα (Rothig, 2016) 

Είναι ενθαρρυντικό ότι τελικά επικράτησε η επιθυμία τόσο της ομάδας όσο και των κατοίκων για χρήση μορφών κοινωνικής κατοικίας και μεγάλο ποσοστό των παλαιών ενοίκων επιθυμούν να επιστρέψουν στο νέο πια συγκρότημα. Το ερευνητικό ενδιαφέρον σε αυτή τη μελέτη περίπτωσης αποτελεί η εξέλιξη μιας πρωτοβουλίας πολιτών κι ενός κινήματος από τα κάτω και οι τρόποι ενσωμάτωσης σε αυτή την εξελικτική πορεία των επίσημων μηχανισμών σχεδιασμού και διαπραγμάτευσης και η εντέλει μεταλλαγή της.

3.2 To Kreuzberg στο Βερολίνο και η περίπτωση του Prinzessinnengarten
Η περιοχή Luisenstadt βρίσκεται σε άμεση γειτνίαση με τον ιστορικό πυρήνα του Βερολίνου και αποτελούσε μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα, αγροτική και κτηνοτροφική γη εντός της τειχισμένης, ως το 1860 , πόλης. Πρόκειται για την πρώτη περιοχή όπου ανατίθεται και σχεδιάζεται η επέκταση της πρωσικής πόλης, μεταξύ του 1823 και 1842, οπότε και εγκρίνεται το σχέδιο του Peter Joseph Lenne  . Οι κυριότερες επιλογές αυτού του σχεδιασμού αφορούσαν τον τρόπο με τον οποίο εξισορροπήθηκαν οι αντικρουόμενες απαιτήσεις και επιθυμίες του κρατικού μηχανισμού από την μία πλευρά και των ιδιοκτητών και οικοδομικών εταιριών από την άλλη. Η ενσωμάτωση του υφιστάμενου αστικού ιστού για την μείωση των αποζημιώσεων, έπρεπε να συνδυαστεί με τη δημιουργία μεγάλων οικοδομικών τετραγώνων για την εγκατάσταση βιομηχανικών μονάδων, αλλά και τη δημιουργία περιοχών κατοικίας βάσει των νέων μεγαλοαστικών προτύπων. Το αποτύπωμα του σχεδιασμού αυτού διασώζεται σήμερα στον αραιό αστικό ιστό και την αλληλουχία σημαντικών και μνημειακών δημόσιων χώρων.

Η εγκατάσταση των βιομηχανιών και η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού της πόλης σε συνδυασμό με την εντατική εκμετάλλευση της γης από τις ιδιωτικές αναπτυξιακές εταιρίες , οδήγησαν γρήγορα στην υποβάθμιση των περιοχών κατοικίας των ασθενέστερων κοινωνικών στρωμάτων. Η Luisenstadt θα αποτελέσει, μετά την εφαρμογή του σχεδίου Hombrecht το 1862   , μία από τις πολυπληθέστερες περιοχές φθηνής ενοικιαζόμενης κατοικίας η οποία εξαπλώνεται με τον χαρακτηριστικό για την πόλη τύπο του περίκλειστου οικοδομικού τετραγώνου (Blockbebauung) .

Κατά την επέκταση και διοικητική αναδιάρθρωση που ακολούθησε την δημιουργία του «Μείζονος Βερολίνου» (Groβ-Berlin) το 1920, η Luisenstadt ενσωματώθηκε στην περιοχή του Mitte κατά το βόρειο τμήμα της και στην περιοχή του Kreuzberg κατά το νότιο. Το νέο όριο μεταξύ των δύο γειτονιών παγιώθηκε μετά τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο και την υπαγωγή τους στο Ανατολικό και το Δυτικό Βερολίνο αντίστοιχα . Αν και σε μεγάλο βαθμό οι περιοχές αυτές βομβαρδίζονται στη διάρκεια του πολέμου και χάνουν μεγάλο μέρος των ιστορικών κτιρίων, οι μεταπολεμικές θεσμικές πολιτικές προσανατολίζονται σε σχεδιασμούς μεγάλων οδικών αξόνων και στην ευρεία επιχορήγηση της κατεδάφισης και αντικατάστασης των παλαιών κτιρίων με νέα. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Kottbuser Tor στο Kreuzberg που το 1969 χαρακτηρίζεται ως «περιοχή εξυγίανσης». Ο προγραμματισμός ενός άξονα ταχείας κυκλοφορίας προκαλεί μία κατάσταση αναμονής με αποτέλεσμα οι κάτοικοι σταδιακά να εγκαταλείπουν την περιοχή. Η αντίδραση των κατοίκων που απομένουν στις επιδοτήσεις των κατεδαφίσεων θα βρει υποστήριξη από μία αυξανόμενη κοινότητα που υποστηρίζει την αποκατάσταση των παλαιών κτιρίων και τη διατήρηση της μνήμης της πόλης. Στο πλαίσιο της αντίδρασης προς τους κεντρικούς σχεδιασμούς εντάσσεται και το κίνημα των καταλήψεων εγκαταλειμμένων κτιρίων που το διάστημα 1979-1982 αριθμεί 170 περιπτώσεις. (Bodenschatz, 2010: 70-73· Κούκης, 2000:92)

Την ίδια περίοδο ξεκινούν οι εργασίες της διεθνούς οικιστικής έκθεσης (Internationale Bauausstellung Berlin, 1979-1987) η οποία αποτελεί ένα σημαντικό εργαστήριο όπου εξετάζονται και εφαρμόζονται η κριτική στη μοντέρνα πολεοδομία και η επαναξιολόγηση του χαρακτήρα της πόλης μέσα από το ιστορικό της υπόβαθρο. Στην περίπτωση της Hansaviertel, αντικείμενο της προηγούμενης οικιστικής έκθεσης του 1957, η κατεστραμμένη από τον πόλεμο περιοχή ανασχεδιάστηκε, στα πλαίσια του προγράμματος κοινωνικής κατοικίας, υιοθετώντας τις αρχές της μοντέρνας πολεοδομίας και ανατρέποντας πλήρως τις συνθήκες συγκρότησης του αστικού περιβάλλοντος. Το οικοδομικό τετράγωνο αντικαθίσταται από την ελεύθερη διάταξη των κτιρίων στο χώρο. Αντιθέτως η IBA του 1977 εστιάζει σε σημειακές επεμβάσεις διασπαρμένες στην πόλη επιδιώκοντας την «κριτική ανακατασκευή» (Kritische Rekonstruktion, Stadterneuerung) και την «προσεκτική επιδιόρθωσή» της (behutsame Stadterneuerung, Stadtreparatur) .

Το Kreuzberg αποτελεί το σημαντικότερο πεδίο εφαρμογής της δεύτερης ενότητας που υπό το τίτλο «προσεκτική αστική ανάπλαση»  κωδικοποιεί το 1982, δώδεκα αρχές για τις πολεοδομικές αναπλάσεις. Όλο το πρόγραμμα της νέας έκθεσης χαρακτηρίζεται από την επαναξιολόγηση των ιστορικών αστικών τυπολογιών με άξονες τη σχέση του κτιρίου με την πόλη και τη σημασία του αστικού ιστού και του δημόσιου χώρου (δρόμος- πλατεία). Ειδικά στο πρόγραμμα προσεκτικής αστικής ανάπλασης υπεισέρχονται επιπλέον ζητήματα όπως η επιδότηση και προστασία της κατοικίας, η συμμετοχή των κατοίκων στο σχεδιασμό, η δημιουργία συνοικιακών επιτροπών, η σημασία του δημόσιου χώρου, η δημιουργία κοινωνικών υποδομών, η αξιοποίηση των υπαίθριων χώρων των οικοδομικών τετραγώνων και η σχέση τους με την κατοικία, ζητήματα που από τη μία καταδεικνύουν μία νέα κατανόηση του πολεοδομικού σχεδιασμού και από την άλλη υπαγορεύουν την αναζήτηση και καθιέρωση νέων θεσμικών εργαλείων . Τόσο οι διεκδικήσεις των κατοίκων για την προστασία της κατοικίας και της γειτονιάς τους ενάντια σε προηγούμενους σχεδιασμού όσο και η συνεργασία τους με την ομάδα εργασίας της ΙΒΑ και των ειδικών ανά έργο συνεργατών της  δημιουργούν στην περιοχή μία παράδοση κοινωνικών διεκδικήσεων, κουλτούρα συμμετοχής στα ζητήματα διαχείρισης του αστικού χώρου, του δημόσιου χώρου, της κατοικίας και των κοινωνικών υποδομών.

Η ονομασία «Luisenstadt» επανέρχεται σε χρήση από τα θεσμικά όργανα σχεδιασμού στα πλαίσια του προγράμματος αποκατάστασης των ιστορικών γειτονιών του Βερολίνου. Η μελέτη «Luisenstadt, Πλαίσιο πολεοδομικού σχεδιασμού»  επαναφέρει την ιστορική ονομασία της περιοχής μελέτης και καθορίζει έργα που χρηματοδοτούνται κατά προτεραιότητα για την αποκατάσταση της ιστορικής συνοικίας. Στη μελέτη και τον καθορισμό των έργων κατά προτεραιότητα εμφανίζεται ως καθοριστικός παράγοντας η συσχέτιση του χαρακτήρα της περιοχής με την ιστορικότητά της ακολουθώντας την παράδοση των επεμβάσεων της IBA. Ενδεικτικό της αντίληψης αυτής είναι το γεγονός ότι η συμπλήρωση του οικοδομικού τετραγώνου στην Moritzplatz με την ανέγερση νέου κτιρίου, προκρίνεται έναντι άλλων έργων για την αποκατάσταση της ταυτότητας της Luisenstadt . Το εν λόγω οικόπεδο καταλάμβανε από το 1913 το ιστορικό πολυκατάστημα Wertheim ως τον βομβαρδισμό του το 1945, ενώ παρέμεινε έκτοτε αδόμητο εξυπηρετώντας τη στάθμευση και αποθήκευση των γειτονικών βιοτεχνικών χρήσεων. Το οικόπεδο το οποίο αποτελεί πλέον ιδιοκτησία του δήμου, δεντροφυτεύτηκε από τους κατοίκους το 1988 σε μία προσπάθεια στα πλαίσια των εργασιών της IBA να αποδοθεί σε δημόσια χρήση. Τα παραπάνω σε συνδυασμό με το περιορισμένο επενδυτικό ενδιαφέρον για την υποβαθμισμένη περιοχή της Moritzplatz επέτρεψαν την δημιουργία του αστικού κήπου Prinzessinnengarten, ενώ εξασφάλισαν και τον απαραίτητο χρόνο για την ανάπτυξή του.

Το καλοκαίρι του 2009 η μη κερδοσκοπική εταιρία Nomadisch Grun αποκτά ετήσιο συμβόλαιο για την χρήση του ανενεργού οικοπέδου στην Moritzplatz και προχωρά στην δημιουργία του Prinzessinnengarten , ενός κοινοτικού αστικού κήπου. Η δημιουργία αυτού του κήπου οφείλεται στην προσωπική επιθυμία και πρωτοβουλία των δύο συνιδρυτών του, Robert Shaw και Marco Clausen , συνδέεται όμως με την ευρύτερη κινητικότητα ομάδων πολιτών που επιδιώκουν την δημιουργία τόπων αστικής καλλιέργειας. Η αστική καλλιέργεια συνδέεται τόσο με την άμεση παραγωγή φρέσκων τροφίμων όσο και με την αυξημένη ευαισθητοποίηση για τις πρακτικές βιολογικής καλλιέργειας, τις παραδοσιακές ποικιλίες και τη διάσωση και διάδοση σπόρων, και τελικά την ωρίμανση ενός κινήματος παρεμβολής στους μηχανισμούς εκμετάλλευσης της διατροφής. Η διατροφική αυτάρκεια-αυτονομία αποτελεί πλέον κεντρικό, μεταξύ άλλων, άξονα στη δράση των λεγόμενων κοινωνικών κινημάτων πόλης . Όπως και σε αντίστοιχες περιπτώσεις, το Prinzessinnengarten συνέδεσε εξαρχής τη δημιουργία του αστικού αυτού κήπου με τη διαμόρφωση ενός εναλλακτικού οράματος για την αστική ζωή. Το όραμα αυτό περιστρέφεται γύρω από ζητήματα διατροφής και οικολογίας (βιοποικιλότητα, βιολογική καλλιέργεια, διαχείριση πόρων, ανακύκλωση, μικροκλίμα), οικονομίας (συνεργατικό εστιατόριο και αναψυκτήριο, εμπόριο προϊόντων καλλιέργειας) και κοινωνικής συνεργασίας που ενεργοποιούν τη δημιουργία μας κοινότητας. Η δημιουργία και η λειτουργία του κήπου βασίζεται στο συνδυασμό εθελοντικής και έμμισθης συνεργατικής συμμετοχής.

Η θέση της φύσης στη γερμανική κουλτούρα και ιδιαίτερα τη ρομαντική παράδοση καθιστά τα πάρκα και τους κήπους διαχρονικά σημαντικούς κοινωνικούς τόπους. Η νεότερη ιστορία της αστικής φύσης συνδέεται με την συστηματική ανάπτυξη των μικρών κλήρων για αστική καλλιέργεια (allotment gardens)  που αριθμούν περισσότερες από 800 περιπτώσεις στο Βερολίνο. Στην παράδοση αυτή εντάσσεται και προστίθεται το δίκτυο «διαπολιτισμικών κήπων»  που αναπτύσσεται στη Γερμανία από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 και αριθμεί πλέον περισσότερους από εκατό αστικούς κήπους όπου έμφαση δίνεται στην συμμετοχή, συνεργασία και επικοινωνία διαφορετικών εθνοτικών ομάδων  . Η δημιουργία του κάθε κήπου ως «κοινού» ενέχει όλη την πολυπλοκότητα των διαδικασιών συνεργασίας και ανταλλαγής κατά τις οποίες διερευνώνται και μετατίθενται τα όρια της κοινωνικής συνοχής και εγκαθιδρύονται τελετουργικά που εμπλέκουν όλο τα «φάσμα της ανταλλαγής» .

Το Prinzessinnengarten σε συντονισμό με άλλες πρωτοβουλίες και ακτιβιστές, συμμετείχε το 2014 στη σύνταξη της διακήρυξης «Η πόλη είναι ο κήπος μας» όπου επιχειρήθηκε η κωδικοποίηση των στόχων των αστικών κήπων και ο διαχωρισμός από κάθε πρακτική που στο μεταξύ εμπορευματοποιεί και εκμεταλλεύεται τη δυναμική των κοινωνικών κινημάτων στο χώρο της πόλης. Μεταξύ των στόχων ξεχωρίζει ο προβληματισμός για την υπεράσπιση του δημόσιου χώρου, ο πειραματικός χαρακτήρας των μεθόδων και πρακτικών συνεργασίας, ο εκπαιδευτικός χαρακτήρας της ανταλλαγής και συμμεριζόμενης γνώσης και η επιθυμία για αναβαθμισμένη κοινωνικά και περιβαλλοντικά, μη εμπορευματική αστική καθημερινότητα. Εκτός των παραπάνω, η συλλογική σύνταξη της διακήρυξης θέτει ρητά το ζήτημα της νομικής διασφάλισης των αστικών κήπων με μη κερδοσκοπικά κριτήρια αλλά με απαραίτητη τη μεταστροφή των θεσμικών πολιτικών πέρα από την εκμετάλλευση της αστικής γης προς την κοινωνική ανθεκτικότητα των πόλεων.

Στο Prinzessinnengarten, εκτός από τα ζητήματα που σχετίζονται με την ιστορία, τη δυναμική και την εξέλιξη των αστικών κήπων ως κοινωνικών και περιβαλλοντικών εργαστηρίων, έχει ενδιαφέρον η διερεύνηση ζητημάτων σε σχέση με τον πειραματικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα ενός κοινού αγαθού με όρους πολλαπλότητας και τα όρια των εννοιών αυτών .

Το ένα ζήτημα αφορά στην (απο)εδαφικοποίηση των κοινωνικών εγχειρημάτων   . Ο κήπος αυτός ενώ «ριζώνει» στο ιστορικό συγκείμενο -πλαίσιο του Kreuzberg και συνδέεται με την κοινωνική και πολιτισμική του παράδοση, εντούτοις προγραμματικά αποσπάται από το έδαφος επιδιώκοντας εξαρχής να συμβάλει στη διερεύνηση της υβριδικότητας του χώρου, του σχεσιακού του χαρακτήρα. Από τη μία πλευρά αυτή η επιλογή εμπλέκει μία σειρά απολύτως «υλικές» στρατηγικές και τεχνικές που καθιστούν τον κήπο κινητό ή μεταφερόμενο. Αυτό απαιτεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσες πειραματικές τεχνικές καλλιέργειας και τεχνογνωσία που παράγεται, εφαρμόζεται και μοιράζεται. Την ίδια στιγμή καθιστά την αποδέσμευση από το έδαφος μέσο για να νοηματοδοτήσουμε εκ νέου το «κοινό» έδαφος ως προϋπόθεση συνύπαρξης, συνεργασίας, ανταλλαγής και τελικά πύκνωσης των κοινωνικών τροχιών. Η έμφαση εδώ αφορά τον σχεσιακό χαρακτήρα του χώρου, την κυριαρχία των κοινωνικών τροχιών έναντι του υλικού χώρου όπου αυτές διασταυρώνονται.

Το δεύτερο ζήτημα, συναρτάται από το πρώτο, αφού αφορά την έννοια της δικτύωσης. Πέρα από την πρακτική συνεργασία στα πλαίσια της καλλιέργειας ο χώρος αυτός ενεργοποιεί την ανταλλαγή γνώσεων, πρακτικών, εμπειριών μέσω της δικτύωσης σε τοπικό (γειτονιά) επίπεδο, σε επίπεδο εγχειρημάτων, ακαδημαϊκών κλπ. Η Ακαδημία Γειτονιάς (Nachbarschaftsakademie) αποτελεί μία ανοικτή και προσβάσιμη σε όλους πλατφόρμα εντός του πάρκου που φιλοξενεί συναντήσεις με στόχο την εκπαίδευση, δικτύωση και ανταλλαγή σε όλα αυτά τα επίπεδα. Φιλοξενεί σεμινάρια, εργαστήρια, εκδηλώσεις, παρουσιάσεις και δράσεις που απευθύνονται στους κατοίκους της γειτονιάς, τα σχολεία, τους επισκέπτες, ερευνητές κλπ. Η Ακαδημία Γειτονιάς «στεγάζεται» πλέον στην «Κληματαριά» (Die Laube) κατασκευή που αποτέλεσε αντικείμενο ενός συλλογικού εργαστηρίου αρχιτεκτονικής (DIY). Στα πλαίσια της Ακαδημίας Γειτονιάς, το Prinzessinnengarten εντάχθηκε ως πιλοτικό πεδίο εφαρμογής στο πειραματικό πρόγραμμα ΜΑΖ . Το πρόγραμμα αυτό διερευνά τις δυνατότητες που προκύπτουν από την αξιοποίηση των «εκτός σύνδεσης» ψηφιακών δικτύων για την υποστήριξη συλλογικών εγχειρημάτων σε τοπικό επίπεδο («DIY οργανικά δίκτυα», Antoniadis 2017). Στα πλαίσια της λειτουργίας της Ακαδημίας Γειτονιάς η πλατφόρμα ΜΑΖΙ εκτός από την τοπική δικτύωση αποτελεί ένα διαρκές αρχείο των δράσεων και των συναντήσεων. Με τη χρήση των δικτύων αυτών, ο ψηφιακός χώρος πολλαπλασιάζει τον φυσικό χώρο ενώ την ίδια στιγμή παραμένει απολύτως συναρτημένος με αυτόν . Η ανταλλαγή που ενεργοποιείται από τη διασταύρωση των τροχιών εμπλουτίζεται από τη δυνατότητα πρόσβασης σε ψηφιακή πληροφορία και αλληλεπίδραση.

Η αντιστροφή του επενδυτικού κλίματος και το ενδιαφέρον για κεντρικές περιοχές και εκτάσεις χωρίς χρήση στο Βερολίνο μετά το 2009 συμπίπτει με μια παράλληλη μεταστροφή στη διαχείριση των κοινωνικών διεκδικήσεων από τους φορείς του θεσμικού σχεδιασμού που θα επιτρέψει στο Prinzessinnengarten να εξασφαλίσει την ανανέωση της μίσθωσης του χώρου σε βάθος πενταετίας.

4. Συμπερασματικά
Στην παράδοση του θεσμικού σχεδιασμού στο Βερολίνο μπορούμε μέσα από το πρόγραμμα «διαχείρισης γειτονιάς» και τα «συμβούλια γειτονιάς»   να ανιχνεύσουμε την προσπάθεια ανάδειξης της γειτονιάς και της συμμετοχής των κατοίκων στη λήψη αποφάσεων σε εργαλεία σχεδιασμού. Η παράδοση αυτή, που ξεκινάει από την «προσεκτική αστική ανάπλαση» της ΙΒΑ διατρέχει και το στρατηγικό σχέδιο αστικής ανάπτυξης «Βερολίνο 2030»  όπου η γειτονιά και η συμμετοχή αποτελούν δύο από τις οκτώ κύριες κατευθύνσεις του. Η περίπτωση του Tempelhof είναι χαρακτηριστική για τη διερεύνηση των μεταλλαγών στις διαδικασίες θεσμικού σχεδιασμού με την ενσωμάτωση της παράδοσης της συμμετοχής των πολιτών. Ο σχεδιασμός υιοθετεί νέους μηχανισμούς και πρακτικές εκτονώνοντας την κοινωνική δυναμική σε μια νέα θεσμική διαδικασία που δημιουργεί αμηχανία ως προς τα συνήθη ερωτήματα για τα όρια της συμμετοχής.

Στην παράδοση των συλλογικών και καθημερινών πρακτικών των γειτονιών του St. Pauli η πολλαπλότητα του τόπου αξιολογείται ως σημαίνουσα και μοιάζει να επιδιώκεται η ανάδειξή της ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση της ταυτότητας του τόπου. Η διεκδίκηση του δικαιώματος για ενεργή και καθοριστική συμμετοχή στη ζωή της γειτονιάς, του ευρύτερου αστικού χώρου και κυρίως στη διαμόρφωση παραγόντων καθορισμού της ταυτότητας του τόπου αντιπροτείνει μια εναλλακτική θεώρηση σε μια πόλη που δημιουργεί στην καρδιά της μία νέα πόλη-σύμβολο  όπου ακόμα οι συλλογικές πρακτικές δεν διαπιστώνονται γεγονός που πιθανά αντανακλά τη μη συσχέτιση πολλαπλότητας και ταυτότητας.

Και στις δύο περιπτώσεις μελέτης, την ίδια στιγμή που ο θεσμικός σχεδιασμός διατυπώνει ενικά οράματα βασισμένα στον προσδιορισμό της ταυτότητας -ακόμα και της πολλαπλής- αυτό που διεκδικείται συλλογικά είναι χώρος για την πολλαπλότητα που εξασφαλίζει τη συνεχή και απρόβλεπτη ανανέωση της δυναμικής της πόλης. Ο σχεδιασμός αδυνατώντας να ενσωματώσει την πολλαπλότητα σε ένα και μόνο όραμα καταφεύγει στον αποσπασμένο τόπο ως μοναδική και ήδη συγκροτημένη και άρα ασφαλή ταυτότητα.

Έχουμε τη δυνατότητα να εστιάζουμε μόνο, όχι να αποσπάμε έναν τόπο. Εστιάζοντας ανασύρουμε κάποιες από τις τροχιές που συνεχώς τον μεταβάλουν, ποτέ όλες, κάποια από τα «χαρακτηριστικά» του, ένα μέρος από ότι είναι το ίζημα του χρόνου στον χώρο. Η «ταυτότητα του τόπου» ως στόχος και ως βάση του σχεδιασμού μόνιμα θα διαφεύγει συμπαρασύροντας τους σχεδιασμούς αυτούς. Οι συνήθεις πρακτικές του αστικού μάρκετινγκ αντιμετωπίζουν τον τόπο ως ένα πεδίο έρευνας όπου πρέπει να γίνουν αντιληπτά, να αποσπαστούν και να αναδειχθούν «εκείνα» τα συγκριτικά πλεονεκτήματα και «εκείνες» οι ιδιαιτερότητες του τόπου που θα συντελέσουν στη διαμόρφωση μιας ανταγωνιστικής εικόνας που θα τραβήξει «εκείνον» τον καταναλωτή. Δημιουργούνται λοιπόν ευκαιρίες για άνισες και λανθασμένες διαχειρίσεις του αστικού χώρου μιας και προκύπτουν σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των νοητικών αντιλήψεων που μπορεί να έχει ο χώρος/τόπος για διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και χρήστες, παραμερίζοντας επίσης εκτός πολλά από τα λοιπά πολλαπλά νοήματα και το βιώσιμο χώρο «άλλων» ταυτοτήτων. (Zenker, 2010) Σε κάθε περίπτωση η ταυτότητα υπολείπεται της δυναμικής του τόπου/χώρου και η επιβολή της μέσω του σχεδιασμού επιδρά αδρανοποιητικά.

Η έννοια της πολλαπλότητας διευρύνει την κατανόηση του τόπου απελευθερώνοντας τη δυναμική του. Δεν διορθώνει την εξωτερικότητα που προϋποθέτει η έννοια της ταυτότητας, Εξάλλου την ίδια εξωτερικότητα (ως προς το αντικείμενο) προϋποθέτει ο σχεδιασμός. Η πολλαπλότητα διασώζει παρόλα αυτά το περιθώριο ανανοηματοδότησης του σχεδιασμού. Σε μία (μάλλον αντιδραστική) κατεύθυνση ο σχεδιασμός ανανεώνει τα εργαλεία, τις πρακτικές και τις διαδικασίες ώστε να ενσωματώσει την πολλαπλότητα σε μία νέα ταυτότητα του τόπου. Η «πολλαπλή ταυτότητα» του τόπου μοιάζει να απονευρώνει την έννοια της πολλαπλότητας, ανάγοντας τη σε μία νέα ολοκληρωμένη ταυτότητα. Σε μία ριζοσπαστική κατεύθυνση ο σχεδιασμός αφορά την υιοθέτηση στρατηγικών ενίσχυσης της πολλαπλότητας, πυροδότησης νέων τροχιών, πολλαπλών εκδοχών που ωθούν τον τόπο στη συνεχή ανανέωση και όχι την επιθυμητή ταυτότητα, τη σταθερότητα και την κλειστότητα. «Για να είναι το μέλλον ανοικτό πρέπει να είναι και ο χώρος ανοικτός» (Massey 2005: 31).

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


(1)Ο Μ. Certeau θεωρεί ότι ο τόπος «συνεπάγεται μια ένδειξη σταθερότητας» σε αντίθεση με το χώρο που είναι «η διασταύρωση κινητών πραγμάτων». Βλ. «Χώροι» και «Τόποι» στο (Certeau, 2010: 286).
(2)Για τήν Doreen Massey είναι σημαντική η κατανόηση του χώρου και του τόπου ως αλληλοσυγκροτούμενων εννοιών, έτσι που σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να έχει νόημα να μιλάμε για χώρο/τόπο. (Καλαντίδης, 2011)
(3)Η έννοια του πλήθους συνάγεται συνδυαστικά από το Vimo, P. 2007: Γραμματική του πλήθους: Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής, Αθήνα, Οδυσσέας, Αλεξάνδρεια και το Hardt, M. & Negri, A. 2011: Πλήθος: Πόλεμος και δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας, Αθήνα, Αλεξάνδρεια
(4)Σχετικά με την έννοια της εξατομίκευσής και τη σχέση ατομικότητας - κοινοτικότητας, βλ. «Η αρχή της εξατομίκευσης» στο Vimo, P. 2007: Γραμματική του πλήθους: Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής, Οουσσέας, Αλεξάνδρεια, σσ. 93-101
(5)Το IKYDA αποτελεί πρόγραμμα προώθησης ανταλλαγών και επιστημονικής συνεργασίας Ελλάδας-Γερμανίας και χρηματοδοτείται από το ΙΚΥ και το DAAD. Για το IKYDA 2015: Ελληνική ομάδα ΕΜΠ: Καθ. Κων. Σερράος (Επιστ. Υπεύθυνος), Ε. Ασπρογέρακας, Π. Βουλλέλης, Γ. Γκουμοπούλου, Α. Χαζάπης και Γερμανική ομάδα Leibniz Universitat Hannover: Prof. Dr. Othengrafen Frank (Επιστ. Υπεύθυνος), S. Kratzig. M. Sondermann, M. Levin-Keitel, P. Steffenhagen.
(6) Τον Ιούνιο του 2013 μετονομάστηκε σε Gezi Park Hamburg προς συμπαράσταση των Τουρκικών κινημάτων πόλης για την ανάκτηση του πάρκου Gezi (http://park-fiction.net/park-fiction-is-now-gezi-park-hamburg-16-06-2013)
(8)Η αποκωδικοποίηση του ‘St.Pauli Code’ αποκάλυψε ως. επιθυμητά στοιχεία της ταυτότητας του τόπου τα εξής: α) Διαφορετικότητα πριν την ομοιομορφία, β) Κατασκευές/δομές.μικρής κλίμακας γ)Χαμηλός προϋπολογισμός πριν την πολυτέλεια, δ)Πρωτοτυπία/μοναδικότητα και αποδοχή, ε) Οικειοποίηση και ζωτικότητα, στ)Πειραματισμός και υποκουλτούρα και ζ) Ανοιχτοί χώροι χωρίς την πίεση της κατανάλωσης. (βλ: http://planbude.de/st-pauli-code/)
(10)Το νότιο όριο της περιοχής Luisenstadt συμπίπτει με το δεύτερο τείχος του Βερολίνου (Berliner Zollmauer- Akzisemauer) που το 1737 αντικατέστησε το παλαιότερο και πολύ μικρότερο φρουριακό τείχος της πόλης(Festung). Το τείχος αυτό είχε εξαρχής περισσότερο οικονομική (δασμοί προϊόντων) παρά αμυντική λειτουργία. Με την κατεδάφισή του, το 1860, εδωσε τη θέση του σε τμήμα της κυκλικής σιδήροδρομικής γραμμής της πόλης (Ringbahn).
(11)'Εχει προηγηθεί ο σχεδιασμός της περιοχής από τον Johann Carl Ludwig Schmid στον οποίο και βασίζεται. Βλ. Nielebock 1996, σ.84
(12)Το διάστημα 1871-1918, της Αυτοκρατορικής περιόδου, καταγράφεται μία χωρίς προηγούμενο ανάπτυξη του βιομηχανικού πλέον Βερολίνου, ο πληθυσμός του οποίου τετραπλασιάζεται και η κοινωνική ανισότητα αποκτά ακραία χαρακτηριστικά που καταγράφονται κυρίως στις συν θήκες διαβίωσης των εργατών. Η αυξημένη ανισότητα στη διαβίωση και την πρόσβαση σε υποδομές οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην σχεδόν αποκλειστικά ιδιωτική ανάπτυξη της πόλης μέσω των εταιριών Ανάπτυξης Γης (Terraingesellschaften). Βλ. Bodenschatz 2010, σσ. 13-18
(14)Οι κατοικίες αυτές ονομάστηκαν ενοικιαζόμενοι στρατώνες (Mietkasernen) δίνοντας και στο Βερολίνο τον χαρακτηρισμό «πόλη-στρατώνας» (Mietkasernenstadt). Τα συμπαγή συγκροτήματα κατοικιών που διαμόρφωσαν τα περίκλειστα οικοδομικά τετράγωνα οφείλονται στον οικοδομικό κανονισμό του 1851. Παρά τις προβλέψεις για εσωτερικές αυλές, η κάλυψη συνήθως αφορούσε το σύνολο του οικοδομικού τετραγώνου με προσθήκες βιοτεχνιών ή εργατικών κατοικιών. Βλ. Rossi 1991, σ.98 
(15)Κατά μήκος του ορίου αυτού δημιουργήθηκε το 1961 το τείχος του διαιρεμένου κράτους το οποίο παρέμεινε στη θέση αυτή ως το 1990.
(16)Σχετικά με τους περιορισμούς της «κριτικής ανακατασκευής» και το ρόλο της στη μεταλλαγή της πόλης μετά την πτώση του τείχους βλ. Κούκης 2001, σ.19 και http://www.arcduecitta.it/world/2013/02/critical-reconstruction-as-urban-principle-michele-caja/
(17)Υπεύθυνος του προγράμματος προσεκτικής αστικής ανάπλασης (Behutsame Stadterneuerung, IBA-Altbau) ήταν το^διάστήκα 1979-1985 ο Hardt-Waltherr Hamer. Αναλυτικά για τις δώδεκα αρχές του προγράμματος βλ. Κούκης
(18)Την ίδια περίοδο, ιδιαίτερη μέριμνα για την αποκατάσταση ιστορικών κτιρίων και γειτονιών καταγράφεται και στο ανατολικό Βερολίνο (ΛΔΓ). Βλ. Bodenschatz 2010, σ. 81.
(19)Ειδικά στο πρόγραμμα αναπλάσεων στο Kreuzberg, τον κεντρικό ρόλο είχε αναλάβει η θυγατρική εταιρία της IBA, η S.T.E.R.N. με κρατική χρηματοδότηση. Για τη δράση της και το ρόλο της σε μεταγενέστερες πολεοδομικες πρακτικές στο Βερολίνο βλ. Κάλαντίδης 2011.
(20)Βλ. «Stadtebaulicher Rahmenplan Luisenstadt» 2010. Στα πλαίσια του προγράμματος αστικής αποκατάστασης (Stadtebaulicher Denkmalschutz) έχουν ολοκληρωθεί το διάστημα 2005-2015, 52 έργα.
(21)Κατά την ανέγερσή του, ο Wertheim χρηματοδότησε την αλλαγή της πορείας του υπόγειου σιδηρόδρομου με σκοπό την εξυπηρέτηση του πολυκαταστήματος. https://en.wikipedia.org/wiki/Georg_Wertheim
(23)Η παρουσίαση της πρωτοβουλίας αυτής βασίζεται στο υλικό εκτεταμένης συνέντευξης που έδωσε στους συγγραφείς ο συνιδρυτής Marco Clausen, στο χώρο του κήπου στις 7.7.2015. Το υλικό επικαιροποιήθηκε κατά τη δεύτερη επίσκεψη τον Ιούλιο του 2016.
(24)Ενδεικτικά αναφέρεται το κίνημα της Μετάβασης (Transition Movement, http://transitionnetwork.org)
(26) “rntercultural Gardens Network” coordinated oy the Stiftung Interkultur (Intercultural Foundation), http://anstiftung.de/urbane-gaerten/interkulturelle-gaerten-ig
(28)Για τα τελετουργικά ως εργαλεία εξισορρόπησης συνεργασίας και ανταγωνισμού καθώς και για το φάσμα της ανταλλαγής (μεταξύ αλτρουισμού και ανταγωνισμού ) βλ. Sennett 2015, σσ. 83-107.
(29)Urban Gardening Manifest “The city is our garden”, http://urbangardeningmanifest.de
(30)Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της τουρκικής κοινότητας και οι όροι με τους οποίους συμμετέχουν στον αστικό κήπο. Το ενδιαφέρον της κοινότητας αυτής αφορά σχεδόν αποκλειστικά την καλλιέργεια (και μόνο από γυναίκες) και όχι τη διεύρυνση των κοινωνικών δικτυώσεων ανάγκη που καλύπτεται σε επίπεδο οικογενειακό και εθνοτικό (Clausen, 2015)
(31)A method of cultivation that is independent from the ground below, combined with the use of food-grade materials, allows for organic farming in a city where the lands available are usually either paved or contaminated. In addition, a mobile garden allows for the possibility of temporary use.
(32)Η Ακαδημία Γειτονιάς ενεργοποιήθηκε το Καλοκαίρι του 2015 με τη συνεργασία των Prinzessinnengarten, common ground και antifstung. Περισσότερες πληροφορίες στο http://www.nachbarschaftsakademie.org
(33)«Α DIY networking toolkit for location-based collective awareness», Βλ. Antoniadis 2017 και http://cargpcollective.com/maziberlin 
(34)Η πρόσβαση στο off-line δίκτυο είναι δυνατή μόνο κατά την (φυσική) παρουσία στον εκάστοτε χώρο.
(35)Το πρόγραμμα κοινωνική πόλη (Soziale Stadt) εφαρμόζεται από το 1999 και στο Βερολίνο εφαρμόζεται μέσω του προγράμματος Διαχείρισης Γειτονιάς (Quartiersmanagement). Βλ. Καλαντίδης 2010 και http://www.quartiersmanagement-berlin.de 
(36)Για τους στόχους και την πορεία του στρατηγικού σχεδίου καθώς και για την αναθεωρημένη του έκδοση («Berlin Strategy 2.0») ενημερώθηκαν οι συγγραφείς από τον Dr.Paul Hebes κατά τη συνάντησή τους στις 18.7.2016. Αναλυτικότερα στοιχεία στο Plate 2013 και www.berlin.de/2030
(37)Σχετικά με τα ερωτήματα για τη συμμετοχή (ποιοί και υπό ποιες προϋποθέσεις συμμετέχουν), την αντιπροσώπευση των πολιτών (οργανωμένες ομάδες πολιτών και μεμονωμένοι πολίτες), τα χρονικά περιθώρια των διαδικασιών, τους συσχετισμούς δυνάμεων/ εξουσίας αλλά και την προσέγγιση του σχεδιασμού μέσα από μία διαλεκτική θεσμικού και άτυπου, ανεπίσημων πρακτικών (καθημερινότητες, μεμονωμένες πρακτικές) και νέων σχεδιαστικών εργαλείων, βλ. Kalandides 2013.
(38)Πρόκειται για την ανάπλαση της παραποτάμιας περιοχής του παλιού λιμανιού με την ονομασία HafenCity Project. Σε μία περιοχή που βρίσκεται σχεδόν ένα χιλιόμετρο από το κέντρο της παλιάς πόλης του Αμβούργου δημιουργείται ένα νέο κέντρο πόλης έκτασης 157 εκταρίων όπου αναπτύσσονται οικιστικές και εμπορικές χρήσεις και χώροι γραφείων, αναψυχής και πολιτισμού. Πρόσφατη κατασκευή-σύμβολο για την προώθηση της εικόνας της νέας πόλης το κτήριο της Φιλαρμονικής πάνω στον ποταμό Έλβα - Elbphilarmonie. (http://www.hafencity.com/)


Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση

  • Αυδίκος, Β. (2010) ‘Ο χώρος ως σχέση: μεθοδολογικές προσεγγίσεις και πλαίσιο έρευνας’,ΓΕΩΓΡΑΦΙΕΣ, 17, σελ. 33-47.
  • Certeau, M. de. (2010) Επινοώντας την καθημερινή πρακτική: Η πολύτροπη τέχνη του πράττειν, μτφ. Κική Καψαμπέλη, επιμ. σειράς Ηλίας Γιούρης, Αθήνα: Σμίλη.
  • Hardt, M. & Negri, A. (2011) Πλήθος: Πόλεμος και δημοκρατία στην εποχή της Αυτοκρατορίας, μτφ.Γιώργος Καράμπελας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.
  • Harvey, D. (2013) Εξεγερμένες πόλεις: Από το δικαίωμα στην πόλη στην επανάσταση της πόλης, μτφ.Κατερίνα Χαλμούκου, Αθήνα: ΚΨΜ.
  • Καλαντίδης, Ά. (2010) ‘Η πόλη της κρίσης: Νέες προκλήσεις για τον αστικό σχεδιασμό στο Βερολίνο’, Αρχιτέκτονες, 80, Ιούλιος/Αύγουστος, σελ. 35, 36.
  • Καλαντίδης, Ά. (2011) ‘Η ταυτότητα του τόπου: Πολλαπλές αφηγήσεις από το Prenslauer Berg στο Βερολίνο’, Διδ. διατριβή, ΕΜΠ, Σχολή Αρχιτ. Μηχανικών, Τομέας Πολεοδομίας και Χωροταξίας. Κούκης, Ι., (2000) ΙΒΑ Κτίριο και αστικός χώρος: Η πολεοδομική διάσταση στην αρχιτεκτονική, Αθήνα: Συμμετρία.
  • Κούκης, Ι., (2001) ‘Βερολίνο: Μια πρωτεύουσα ξαναγεννιέται’, Αρχιτεκτονικά Θέματα, 35, σελ.17-39. 
  • Massey, D. (1995) ‘Η παγκοσμιότητα του τοπικού’, ΝΕΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ, 134, Δεκέμβριος. σελ.56-61. 
  • Massey, D. (2001) Φιλοσοφία και πολιτικές της χωρικότητας, μτφ. Α. Πατσού, Αθήνα: Σχολή Αρχιτεκτόνων Ε.Μ.Π.- Παπασωτηρίου.
  • Massey, D. (2009) Για το χώρο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.
  • Παπαχριστοπούλου, Ε., (2016) ‘Μια εναλλακτική περιπλάνηση στις πραγματικότητες της πόλης. Το παράδειγμα του Αμβούργου’, Διάλεξη 9ου εξ., Σχολή Αρχ. Μηχανικών, Επ. Καθ. Σ. Σταυρίδης.

Ξενόγλωσση

  • Antoniadis, P. (2017) How to build a more organic internet (and stand up to corporations)’, The Conversation, 1/2/2017, http://theconversation.com/how-to-build-a-more-organic-internet-and-stand-up-to-corporations-70815 
  • Bodenschatz, H. (2010) Berlin urban design: A brief history, Berlin, DOM publishers 
  • Harvey, D. (1996), Justice, Nature and the Geography of Difference, Cambridge: Blackwell Publishers. 
  • Kalandides, A. (2013) “Urban development and the illusion of participation”, https://placemanagementandbranding.wordpress.com/2013/07/08/urban-development-and-the- illusion-of-participation/, 8/7/2013 
  • Kavaratzis, M., (2005) ‘Place Branding: A Review of Trends and Conceptual Models’, The Marketing Review, 5, σελ. 329-342.
  • Nielebock, H., 1996. Berlin und seine Platze, Potsdam, Strauss
  • Plate, Ε., 2013. Berlin‘s Urban Development Concept 2030 (StEK 2030), Regional Studies Association, Senate Department for Urban Development and the Environment Berlin 
  • Rose, G. (1995), ‘Place and identity: a sense of place’ στο Massey, D. και Jess, P. (επιμ.) (1995), A Place in the World? Places Cultures and Globalization, Open University/Oxford UP, Milton Keynes, σσ. 87--132
  • Sennett, R. (2015) Μαζί: Τα τελετουργικά, οι απολαύσεις και η πολιτική της συνεργασίας, μτφ. Βασίλης Τομανάς, Θεσσαλονίκη, Νησίδες.
  • «Stadtebaulicher Rahmenplan Luisenstadt», 2010, Herwarth + Holz im Auftrag des BA Mitte, Abt. Stadtentwicklung, FB Stadtplanung, Berlin, Διαθέσιμο:http://www.stadtentwicklung.berlin.de/staedtebau/foerderprogramme/denkmalschutz/de/foerdervor haben/luisenstadt/index.shtml και http://www.herwarth-holz.de/html/pdf/rp_luisenstadt_bericht.pdf 
  • Virno, P. (2007) Γραμματική του πλήθους: Για μια ανάλυση των σύγχρονων μορφών ζωής, μτφ. Βασίλης Πασσάς, Αθήνα, Οδυσσέας - Αλεξάνδρεια 
  • Zenker, S., Knubben, E. and Beckmann, S. (2010) Your City, My City, Their City, Our City- Different Perceptions of a Place Brand by Diverse Target Groups [διαδίκτυο (online)]. Διαθέσιμο στο: http://openarchive.cbs.dk/bitstream/handle/10398/8266/Zenker_KnubbenBeckmann%202010%20P lace%20Brand%20Perception.pdf?sequence=1[πρόσβασή 5 Φεβρουαρίου 2017].

Συνεντεύξεις

  • Bodenmeier, Evelyn (2016) ^e Development of Tempelhofer Feld, Ministry for Urban Development and Environment, Βερολίνο, 15 Ιουλίου Clausen, Marco (2015) Prinzessinnengarten and Neighborhood Academy, Moritzplatz, Βερολίνο, 7 Ιουλίου.
  • Hebes, Paul (2016) Berlin 2030 and Berlin Strategy 2.0, Ministry for Urban Development and Environment, Βερολίνο, 18 Ιουλίου.
  • Rothig,Tina (2016) PlanBude, Αμβούργο, 19 Ιουλίου.
  • Schafer, Christoph, (2015) Park Fiction, Plan Bude, Αμβούργο, 8 Δεκεμβρίου. 
  • ανταλλαγής (μεταξύ αλτρουισμού και ανταγωνισμού) βλ. Sennett 2015, σσ. 83-107.
  • Urban Gardening Manifest ‘The city is our garden , http://urbangardeningmanifest.de
  • εθνοτικό. (Clausen, 2015)
*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου