Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

Η νομική οργάνωση του Ιερού Προσκυνήματος Αγίας Παρασκευής Τεμπών ως μέσο προβολής της ταυτότητας τόπου

#ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΝΟΥΣΗΣ
Δικηγόρος, MSc Ιστορίας Δικαίου, Υποψήφιος Διδάκτωρ, Νομική Σχολή Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης, Εκδότης «ΒΗΛΟΝ»

Μια από τις επιφανέστερες δραστηριότητες της Εκκλησίας της Ελλάδος κατά τη χρονιά που μας πέρασε, ήταν η ανάληψη πρωτοβουλιών σε αναφορά με την προώθηση των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων, που κατέληξε στη σύνταξη και θέση σε ισχύ σωρείας σχετικών κανονισμών, κατά ενάσκηση εκκλησιαστικής κανονιστικής αρμοδιότητας που στόχευσε στην άρτια οργάνωση και την εύρυθμη λειτουργία της οικείας δραστηριότητας.
Πιο ειδικά, με τους κανονισμούς αυτούς αρχικά συστηματοποιήθηκε ο οργανισμός του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος και στη συνέχεια ενεργοποιήθηκε μια σειρά κανονισμών λειτουργίας και διοίκησης Ιερών Προσκυνημάτων σε διάφορα μέρη της χώρας μας, μέσω των οποίων επιδιώχθηκε να οργανωθεί εξίσου συστηματικά και η κατά τόπο προσκυνηματική κινητικότητα. 
Παράλληλα με την εξέλιξη αυτή, όμως, που εστιάζει το ενδιαφέρον της στο εσωτερικό της χώρας, βαίνει και μια σειρά συμφώνων συνεργασίας που υπερβαίνουν τα ελληνικά σύνορα και ουσιαστικά διεθνοποιούν προς κάθε δυνατή κατεύθυνση τη δραστηριότητα των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων, μέσα από το σύμπραξη με άλλες τοπικές Εκκλησίες, όπως π.χ. αυτή της Ρωσίας, ή ακόμη και με άλλες χώρες, όπως π.χ. η Βρετανία. 

Ως εκ τούτου, αφού διευκρινίσουμε το περιεχόμενο απαραίτητων όρων για την ευχερέστερη κατανόηση του πραγματευόμενου ζητήματος, θα διεξέλθουμε, κατά το μέτρο που κρίνεται δόκιμο στα πλαίσια της παρούσας μελέτης, το περιεχόμενο των νομικών κειμένων που αναφέρθηκαν, το οποίο συγκεντρώνει ενδιαφέρον ακόμη και ως προς τη νομική ποικιλότητα των μέσων εξυπηρέτησης των Προσκυνηματικών ζητουμένων εν γένει.

Αποτέλεσμα της ερευνητικής αυτής πρότασης, εστιασμένης ειδικά στην περίπτωση του Ιερού Προσκυνήματος της Αγίας Παρασκευής Τεμπών, εκτιμούμε ότι θα είναι η εξοικείωση με τη νομική διάσταση του ζητήματος των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων και της συμβολής αυτής στην προβολή της ταυτότητας ενός τόπου μέσα από τη συστηματοποίηση δομών και διαδικασιών απαραίτητων για την εκπλήρωση του εν θέματι σκοπού.

1. Εισαγωγή
Ξεκινώντας την πραγμάτευση του θέματός μας με τη σχετική προδιάθεση, αρχικά πρέπει να αναφερθεί ότι η οργάνωση ταξιδιών για προσκυνηματικούς σκοπούς σε προορισμούς, όπου είτε πέρασαν μέρος της ζωής τους είτε βίωσαν εκεί κάποιο σπουδαίο γεγονός αυτής είτε ολοκλήρωσαν το βίο τους και ενταφιάστηκαν πρόσωπα σημαίνοντα για μια θρησκευτική ομολογία (όθεν αυτός ο τόπος αντιμετωπίζεται ως ιερός για αυτή), καθιστά την επίσκεψη αυτή «ιερά αποδημία», η οποία συνιστά έτσι εκπλήρωση ιερού καθήκοντος του επισκέπτη προσκυνητή (Βαρβούνης, 2009).

Όπως γίνεται αντιληπτό, η εκδήλωση αυτής της συμπεριφοράς, η οποία μάλιστα επενδύεται από την πίστη θεϊκής επενέργειας στον προσκυνητή, απαντάται πολύ συχνά και πυκνά σε αρκετές θρησκευτικές ομολογίες, όπως συνέβαινε με τους αρχαίους Έλληνες, Ρωμαίους και Πέρσες που ως προορισμό τους είχαν κυρίως χώρους λατρείας, όπως μαντεία, ιερά κ.λπ., ενώ ανάλογο δείγμα απαντάται και στο μουσουλμανισμό, με την επίσκεψη πόλεων που συνδέονται με το Μωάμεθ και έτσι λογίζονται ιερές (Μέκκα, Μεδίνα), αν και διαφορετικά από ό,τι πιο πάνω (Μαριόρας, 2005).

Σε ανάλογο πνεύμα, φθάνοντας στο θρησκευτικό περιβάλλον που μας ενδιαφέρει κυριότερα εδώ, αναφορές ιερών αποδημιών συναντούμε στην Παλαιά Διαθήκη, μεταξύ των οποίων επιφανής είναι εκείνη με προορισμό τα Ιεροσόλυμα και το ναό του Σολομώντα και δη, σε τρεις διαφορετικές περιστάσεις στη διάρκεια του έτους (Πάσχα, Πεντηκοστή, Σκηνοπηγία), με τη σχετική παράδοση να συνεχίζεται την εποχή της Καινής Διαθήκης και από τον Χριστό (Ιωάννης ζ’ 2-4, ι’ 22 κ.λπ.).
Απόλυτα λογικά λοιπόν, η εν λόγω πρακτική δεν ανακόπηκε κατά τους επόμενους αιώνες, αν και ήδη από πολύ νωρίς εμφανίστηκαν οι πρώτοι προβληματισμοί, για το κατά πόσον οι ιερές αυτές αποδημίες έχουν ουσιαστική χρησιμότητα για τον πιστό, από, δε, τους οικείους εκφραστές ξεχωρίζει ο Γρηγόριος Νύσσης, ο οποίος σε σημαντικό βαθμό αποθάρρυνε τη συμμετοχή σε ιερές αποδημίες, όταν κατέληγε φενάκη για τη σωτηρία των πιστών (PG 46, 1009-1024: Migne, 1863).

Παρόλα αυτά, η σχετική προσκυνηματική διάθεση όχι μόνο δε μειώθηκε, αλλά ενισχύθηκε σημαντικά το επόμενο διάστημα, αφενός με επέκταση και σε άλλους τόπους της προϋφιστάμενης χριστιανικής παράδοσης, όπως ήταν η Ρώμη και το Θεοβάδιστο Όρος Σινά και αφετέρου, με τη διεύρυνση σχετικών επιλογών που προέκυψε από νεότερα συμβάντα θρησκευτικού περιεχομένου (π.χ. θαύματα), όπως συμβαίνει έως και σήμερα με συναφείς αναφορές (Παπαδημητρίου, 2015).
Ως εκ τούτου, συν τω χρόνω ενσωματώθηκε και στην ελληνική παράδοση η αντίστοιχη των ιερών αποδημιών, περιλαμβάνοντας προσκυνήματα που συνδέονται, ιδίως, με την παρουσία του Χριστού στη γη, τα οποία είναι ευρύτερα γνωστά με τον όρο «χατζηλίκι», από το αραβικό hadjdj, το οποίο μεν δηλώνει τον μουσουλμάνο προσκυνητή, αλλά κατά την εξελληνισμένη εκδοχή του «χατζής» φανερώνει ειδικότερα τον χριστιανό προσκυνητή των Αγίων Τόπων, οπότε, ως πρώτο συνθετικό σε επώνυμο, φανερώνει κάποιον απώτερο πρόγονο προσκυνητή (Καραχρήστος, 2002).

Πάνω στο υπόστρωμα αυτό, λοιπόν, η σύγχρονη σχετική πρακτική έχει πια λάβει τη μορφή των εκδρομών, την ευθύνη διοργάνωσης των οποίων αναλαμβάνουν συνηθέστερα εκκλησιαστικοί φορείς (Ιερές Μητροπόλεις, Ενορίες κ.λπ.), οπότε, ένεκα της προοδευτικής διεύρυνσης αυτής της δραστηριότητας, η Εκκλησία της Ελλάδος ανέλαβε το έργο τη σχετικής συστηματοποίησης προς τις κατευθύνσεις των Ιερών Προσκυνημάτων και των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων σε αυτά.

2. Η νομική οργάνωση του Ιερού Προσκυνήματος Αγίας Παρασκευής Τεμπών
Ειδικότερα, κατά το μέρος που το εν λόγω κατεξοχήν πνευματικό έργο απέκτησε νομικές προεκτάσεις, αυτές εντάχθηκαν στην γενικότερη θεματική των έννομων σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους (Πουλής, 2007), σύμφωνα με τις οικείες συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες περιέγραψαν ειδικά τους θεσμούς της επικρατούσας θρησκείας (Γκανής, 1997), της ελευθερίας της θρησκευτικής συνείδησης (Μαρίνος, 1974) και της κανονιστικής αρμοδιότητας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Παπαγεωργίου, 2012), υπό την ισχύ των οποίων οργανώθηκαν νομικά και τα ιερά προσκυνήματα.

Στα πλαίσια των έννομων αυτών σχέσεων, λοιπόν, με το ν.δ. 126/1969 (ΦΕΚ Α/27/17-02- 1969) «Περί Καταστατικού Χάρτου τής ’Εκκλησίας τής Ελλάδος», παραχωρήθηκε στην Εκκλησία από την Πολιτεία η εξουσία να εκδίδει κανονιστικές πράξεις με κανονιστικό περιεχόμενο, γεγονός που επέφερε ουσιαστική μεταβολή στο έως τότε πολιτειοκρατικό σύστημα των έννομων σχέσεων των δύο (Πουλής, 1982), αν και η σχετική σπουδή αποκαλύπτει ότι παρόμοιες εξουσιοδοτήσεις είχαν δοθεί και παλιότερα (π.χ. με το άρθρο 43 ν.4684/1930 «Περί διοικήσεως καί διαχειρίσεως τής εκκλησιαστικής περιουσίας καί περί συγχωνεύσεως των μικρών μονών», ΦΕΚ Α/150/10-05- 1930, Τρωιάνος, 1994), αλλά με σαφώς πιο περιορισμένο εύρος συγκριτικά με το ν.δ. 126/1969.

Αναλυτικότητα επί του νομοθετήματος αυτού που αποτέλεσε σταθμό για την εκκλησιαστική και τη θρησκευτική εν γένει αυτοδιοίκηση (Μαρίνος, 2004), οι εξουσιοδοτικές του διατάξεις προς την Εκκλησία αφορούσαν πλείστα ζητήματα οργάνωσης του εκκλησιαστικού οργανισμού, τόσο για την κεντρική διοικητική του διάρθρωση (Βαβούσκος, 1978) όσο και την περιφερειακή (Τρο- μπούκης, 2011), με την τελευταία να επεκτείνεται και στα προσκυνήματα, καθώς με το άρθρο 1§4 του ν.δ. 126/1969 ορίστηκε ότι τα εκκλησιαστικά ιδρύματα, στα οποία καταλέγονται και τα προ¬σκυνήματα, είχαν τη νομική φύση του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με την αιτιολογική βάση να έγκειται στο γεγονός του μεγάλου ενδιαφέροντος των μελών της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας γύρω από τη διοίκηση και διαχείριση κάθε πράγματος προορισμένου να εξυπηρετεί τη δημόσια λατρεία, γεγονός που κατέστησε βασικό γνώρισμα ενός προσκυνήματος, την περιέλευση αυτού από πολλού χρόνου στη δημόσια λατρεία και την επέκεινα κατάστασή του ως πράγματος κοινής χρήσης προς εξυπηρέτηση θρησκευτικού σκοπού, χωρίς καν να επηρεάζεται από το εάν το προσκύνημα ανήκει στην ίδια την Εκκλησία ή σε κάποιο άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, αρκεί να κείται εντός εδαφικής περιφέρειας της Εκκλησίας της Ελλάδος (Τρωιάνος και Πουλής, 2003).

Με τον τρόπο αυτό, η τυποποίηση των ιερών προσκυνημάτων ως νπδδ επέφερε την έννομη συνέπεια της υποβολής της διοίκησης και διαχείρισής τους σε κανονιστική μεταχείριση και έτσι, κατ’ εφαρμογή της σχετικής εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 42§7 ν.δ. 126/1969 η Ι. Σύνοδος εξέδωσε τον Κανονισμό υπ’ αρ.7/1970 (ΦΕΚ Α/81/08-04-1970) «Περί του τρόπου διοικήσεως καί διαχειρίσεως των Ιερών Προσκυνημάτων καί προσκυνηματικών Ιδρυμάτων τής Εκκλησίας τής Ελλάδος», ωστόσο, η νομολογία, η οποία διαδραμάτισε ουσιαστικό ρόλο στη διαχείριση της ως άνω κανονιστικής αρμοδιότητας της Εκκλησίας (Τρωιάνος, 1982), κατέληξε ότι ο προαναφερθείς Κ.7/1970 εκδόθηκε κατά παρέκκλιση από τις οικείες εξουσιοδοτικές διατάξεις, με δεδομένο ότι αυτές αφορούσαν τη δυνατότητα έκδοσης ειδικής κανονιστικής πράξης για κάθε προσκύνημα και όχι γενικής, δηλαδή, για όλα αυτά ανεξαιρέτως, δημιουργώντας έτσι ένα νομικό πρόβλημα που δεν έλυσε ούτε και το άρθρο 59§1 του μεταγενέστερου Καταστατικού Χάρτη (ν.590/1977, ΦΕΚ Α/146/31-05-1977), που ουσιαστικά επαναλαμβάνει τη διατύπωση του άνω άρθρου 42§7 ν.δ. 126/1969, καθιστώντας την έκδοση γενικού κανονισμού για τα ιερά προσκυνήματα, αλυσιτελή.

Ωστόσο, ο παραπάνω, νεότερος Κ.Χ. (δύο χρόνια πριν την έκδοση του οποίου έγινε εκείνη του Κ.61/1975 «Περί διοικήσεως και διαχειρίσεως του Ίερου Προσκυνήματος Αγίας Παρασκευής Τεμπών», δημοσιευθέντος στο επίσημο δελτίο της Εκκλησίας της Ελλάδος, «Εκκλησία» 53, 1976, τ.Β’, σελ.13-16, που θα μας απασχολήσει ειδικότερα κατωτέρω) επέφερε μια ουσιώδη μεταβολή στη νομική μεταχείριση των ιερών προσκυνημάτων, αφού τα τελευταία έπαψαν πια να λογίζονται ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και κατέστησαν ιδιωτικού δικαίου τέτοια (άρθρο 1§4 ΚΧ), ενώ ως προς τη λειτουργία τους καθαυτή θα ακολουθείτο το περιεχόμενο του οικείου οργανισμού τους, ο οποίος και μπορούσε να συμπληρώνεται και να τροποποιείται με κανονιστικού χαρακτήρα απόφαση του επιχώριου αρχιερέα (Μητροπολίτη), ενώ ως προς τα νέα προσκυνήματα, τα οποία δεν είχαν ήδη τέτοιους οργανισμούς (π.χ. Κ.61/1975), εξακολουθούσε να ισχύει η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 59§1 ΚΧ, όπως εξηγήθηκε ήδη, δηλαδή με την υποχρεωτική έκδοση ειδικού κανονισμού για κάθε προσκύνημα ξεχωριστά, αλλά και με τον όρο ότι Πρόεδρος του διοικητικού οργάνου του ιερού προσκυνήματος θα είναι αυτοδίκαια ο οικείος Μητροπολίτης (Λιλαίος, 1990i).

Οι μεταβολές αυτές όμως δεν ήταν και ο επίλογος της οικείας νομικής παραγωγής μέχρι και σήμερα, αφού με το άρθρο 68§4 του ν. 4235/2014 (ΦΕΚ Α/32/11 -02-2014, Παπαγεωργίου, 2014) ναι μεν διατηρήθηκε η νομική φύση των ιερών προσκυνημάτων ως νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, καθώς και η συνέχιση της λειτουργίας τους επί τη βάσει των υφιστάμενων οργανισμών τους, ωστόσο για τη συμπλήρωση και τροποποίησή τους ορίστηκε πια αποφασιστική αρμοδιότητα της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας ή της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου αντί του οικείου Μητροπολίτη κατά τα άνω, για τον οποίο όμως επιφυλάχθηκε η αρμοδιότητα υποβολής της σχετικής πρότασης, παράλληλα, δε, στο αυτό νομοθέτημα συναντούμε ένα ακόμα άρθρο που αφορά τα ιερά προσκυ¬νήματα και δη, το 68§2, το οποίο, μεταξύ των υπολοίπων εκκλησιαστικών νομικών προσώπων του άρθρου 1§4 ΚΧ (όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 68§4 ν.4235/2014), όρισε ότι και τα ιερά προσκυνήματα δύνανται με κανονισμούς της Δ.Ι.Σ. να ορίζουν τα του τρόπου διοίκησης, ελέγχου, διαφυλάξεως και καταγραφής λογιστικής διαχειρίσεως τους κ.α., ενώ εξίσου σημαντικό είναι το άρθρο 68§7 του αυτού ν.4235/2014 (46§3 ΚΧ) που έδωσε τη δυνατότητα στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 1§4 ΚΧ και έτσι στα προσκυνήματα, να συστήνουν διάφορες εταιρίες εξυπηρέτησης του θρησκευτικού τους σκοπού, αποκλειόμενης της κερδοσκοπίας (Αποστολάκης, 2001 και άρθρο 55 §3 ν. 4386/2016, ΦΕΚ Α/83/11-05-2016 «Ρυθμίσεις για την έρευνα και άλλες διατάξεις»), τέλος, δε, με τα θρησκευτικά νομικά πρόσωπα εν γένει καταγίνεται και ο ν. 4301.2014 (ΦΕΚ Α/ 223/07¬10-2014), χωρίς όμως να μεταβάλει τα ως άνω περί προσκυνημάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Υπό τα παραπάνω δεδομένα (που αποτελούν όχι εξαντλητική πραγμάτευση, μα επισκόπηση μέσα στα όρια της παρούσας μελέτης) και με την επεξήγηση ότι από την προειρημένη μετατροπή των προσκυνημάτων σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου εξαιρείται εκείνο της Ευαγγελίστριας Τήνου, που διέπεται από ειδικό νομικό καθεστώς (Λιλαίος, 1992), η νομική οργάνωση του Ιερού Προσκυνήματος Αγίας Παρασκευής Τεμπών (όπου φυλάσσεται λείψανο της Αγίας Παρασκευής, όθεν η πλήρωση της ανωτέρω προϋπόθεσης για το χαρακτηρισμό ενός τόπου ως προσκυνήματος) συστηματοποιήθηκε αρχικά με τον Κανονισμό 61/1975 (Εκκλησία, 1976) «Περί διοικήσεως καί διαχειρίσεως του Ίερου Προσκυνήματος Αγίας Παρασκευής Τεμπών)» ο οποίος κατόπιν υπεβλήθη σε μια σειρά τροποποιήσεων, αρχικά με τον Κανονισμό 113/1999 (ΦΕΚ Α/21/10-02-1999 «Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως της υπ’ αριθμ. 61/1975 κανονικής διατάξεως...») και ύστερα, λίαν προσφάτως, με τον Κανονισμό 291/2016 (ΦΕΚ Α/225/05-12-2016, «Τροποποίησις της υπ’ αριθμ. 61/1975 κανονιστικής διατάξεως...»), οι οποίες διαμόρφωσαν το σημερινό καθεστώς του.

Ειδικότερα, (άρθρο 1) ο Ιερός Ναός Αγίας Παρασκευής Τεμπών αποτελεί Ιερό Προσκύνημα και ίδιον νομικό πρόσωπο (κατά τις νομικές του σχέσεις, δίχως έτσι να παραβλέπεται η φύση του ως «θείου καθιδρύματος»: Κονιδάρης, 1994) με την επωνυμία «ΙΕΡΟΝ ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΤΕΜΠΩΝ» που φέρεται στην σφραγίδα του, 
διοικείται (άρθρο 2, όπως ισχύει μετά τις παραπάνω τροποποιήσεις του) από επταμελή (7) Διοικητική Επιτροπή με Πρόεδρο τον Μητροπολίτη Λαρίσης και Τυρνάβου, η οποία συνεδριάζει (άρθρο 3) σε χρόνο που ορίζεται από τον Πρόεδρο, έχοντας ως νόμιμο εκπρόσωπο τον ίδιο ή άλλο μέλος ειδικά διοριζόμενο (άρθρο 4), 
ασκεί τα καθήκοντα (άρθρο 5) της είσπραξης των εισοδημάτων του Ναού, της μέριμνας για τη διοίκηση της περιουσίας του, της κατάρτισης προϋπολογισμού και απολογισμού του, της επιμέλειας της εφαρμογής αυτού του κανονισμού κ.α., προβαίνει στην οικεία οικονομική διαχείριση (άρθρο 6) των πόρων, οι οποίοι είναι (άρθρο 7) οι εισπράξεις εκ κηρού, αποκήρου, ελαίου, πιστών, ιεροπραξιών, κληρονομιών και κληροδοσιών, προσόδων κ.λπ., ως και των τιμαλφών και αφιερωμάτων που βρίσκονται στο Ναό (άρθρο 8), ενώ 
η διάθεση των εσόδων (άρθρο 9, όπως ισχύει μετά τις παραπάνω τροποποιήσεις) προβλέπει 30% για τη συντήρηση, τον ευπρεπισμό και την επέκταση του προσκυνήματος, για τη μισθοδοσία του προσωπικού του και την προμήθεια ιερών σκευών και κάθε είδους ανάγκη, 8% για το Γραφείο Νεότητας της Ιεράς Μητροπόλεως Λαρίσης και Τυρνάβου και την ενίσχυση των Κατηχητικών Σχολείων της, 8% για τη λειτουργία των Γραφείων της, 5% για την ίδρυση και τη λειτουργία Κατασκηνώσεων αυτής, 20% για ενίσχυση της «Λογίας Φιλαδελφίας και Αλληλεγγύης» (αντιμετώπιση εκτάκτων περιστάσεων, επιδοτήσεις πολύ- τέκνων/απόρων οικογενειών, επικουρία αναξιοπαθούντων και επιδεομένων υλικής/ηθικής βοήθειας, συμβολή στην περίθαλψη ασθενών, μέριμνα φυλακισμένων κ.λπ.), 16% για τα ιδρύματα της Ιεράς Μητροπόλεως, 6% για τον πόρο υπέρ του Κλάδου Προνοίας Ορθοδόξου Εφημεριακού Κλήρου Ελλάδος του Ταμείου Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων - Τ.Π.Δ.Υ. επί των ακαθαρίστων εισπράξεων και ομοίως, 2% για το Συνοδικό Μέγαρο της Εκκλησίας της Ελλάδος και 5% για την Αποστολική Διακονία (Τρωιάνος και Παπαγεωργίου, 2009), τέλος, δε (άρθρα 10 ως 13), ρυθμί¬ζονται και πιο ειδικά ζητήματα που αφορούν την τήρηση του ταμείου, των απαιτούμενων βιβλίων, τις δαπάνες, τις οργανικές θέσεις και την οικεία μητροπολιτική εποπτεία (Χρυσόστομος, 1996).

Κλείνοντας, με το νομικό αυτό υπόβαθρο υπόψη, το οποίο περιγράφει την εσωτερική όψη των Ιερών Προσκυνημάτων εν γένει, αλλά και ειδικά αυτού της Αγίας Παρασκευής Τεμπών, δίνοντάς μας έτσι εικόνα για την ατομική συμβολή του οικείου νομικού προσώπου στην προβολή της σχετικής τοπικής ταυτότητας (ως αυτοτελούς φορέα δικαιωμάτων και υποχρεώσεων και δυνάμει της αντίστοιχης αυτοδιοίκησής του), μένει να δούμε και την αντίστοιχη εξωτερική όψη, όπως διαμορφώνεται πλέον και μέσα στα πλαίσια των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων ως ξεχωριστού πεδίου μέριμνας της Ιεράς Συνόδου (και δη, της οικείας Συνοδικής Επιτροπής αυτής), όπου επίσης προβλέπεται η προβολή της ταυτότητας τόπου, αλλά τη φορά αυτή μέσα από συλλογικές δράσεις.

3. Η συμβολή στην προβολή της ταυτότητας τόπου
Ειδικότερα και χωρίς οι Προσκυνηματικές Περιηγήσεις να συνιστούν νέο πεδίο σχετικής μέριμνας (Τσιβόλας, 2013), σύμφωνα και με όσα προηγήθηκαν, είναι γεγονός ότι ιδιαίτερα κατά τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια έντονη σχετική κινητικότητα, η οποία εν μέρει δύναται να αποδοθεί στην εμπέδωση των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων ως οικονομικού και τουριστικού μοχλού ανάπτυξης (Ιγνάτιος, 2010), αλλά σε κάθε περίπτωση δεν παύουν να αποτελούν επιφανές ποιμαντικό εργαλείο της Εκκλησίας, που συντελεί και στην ανάδειξη της τοπικής μοναδικότητας, όπως διαπιστώνει κανείς από την πληθώρα σχετικών αναπτυξιακών προγραμμάτων (ενδεικτικά εδώ, ΑΔΑ Ω5ΖΛΩΛΟ-2Η7/07-10-2016, η οποία αφορά τη Στρατηγική Βιώσιμη Αστική Ανάπτυξη του Δήμου Κομοτηνής, με συμμετοχή της Ιεράς Μητροπόλεως Μαρώνειας και Κομοτηνής).

Συνακόλουθα (και με την επιφύλαξη της ανωτέρω αυτοδιοίκησης), πρωταγωνιστικό ρόλο στο προκείμενο έργο έχει αναλάβει η προαναφερθείσα Επιτροπή, ιδίως κατόπιν της έκδοσης του Κ.281/2015 (ΦΕΚ Α/2/13-01-2016) «Περί συστάσεως και λειτουργίας του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος»», όπως συνάγεται ευθέως ήδη από το πρώτο άρθρο αυτού, όπου ορίζεται ειδικά ότι «η Εκκλησία της Ελλάδος, επιθυμούσα να αναδείξει τον θρησκευτικό, ιστορικό, πολιτισμικό και οικολογικό πλούτο τον αποθησαυρισμένο στα Ιερά Σκηνώματα της Πίστης μας, δηλαδή τις Ιερές Μονές και τα λοιπά Ιερά Προσκυνήματα της Πατρίδος μας, συνιστά παρά τη Ιερά Συνόδω, υπηρεσιακή μονάδα επιπέδου Γραφείου με την ονομασία “Συνοδικό Γραφείο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος" (εδάφιο α’), σκοπός του οποίου (εδάφιο β’) είναι η οργάνωση και προώθηση, εντός και εκτός Ελλάδος, των προσκυνηματικών περιηγήσεων και η ανάπτυξη όλων των μορφών τουρισμού θρησκευτικού ενδιαφέροντος, για την προβολή των ποικίλων ιερών θρησκευτικών Μνημείων και Ιερών Μονών και Προσκυνημάτων της Εκκλησίας της Ελλάδος και για την ωφέλεια και πνευματική οικοδομή των επισκεπτόμενων αυτά», ενώ για την εξυπηρέτηση του σκοπού αυτού χρησιμοποιούνται τα προσφορότερα μέσα, τα οποία (άρθρο 4) ενδεικτικά είναι (α) η συγκρότηση, στην Αθήνα ή αλλού, ομάδων εργασίας και υπο-επιτροπών, στελεχωμένων με κατάλληλα πρόσωπα, 
(β) η συνεργασία με τις Εκκλησιαστικές- Θρησκευτικές και Πολιτικές Αρχές και Φορείς, εντός και εκτός Ελλάδος (Τρωιάνος, 1997), 
(γ) η συνεργασία με τα Υπουργεία, τις Αποκεντρωμένες Διοικήσεις του Κράτους, τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως κάθε βαθμού και τα θυγατρικά τους νομικά πρόσωπα και φορείς και γενικά όλους τους φορείς Γενικής Κυβερνήσεως, καθώς και αντίστοιχους φορείς εκτός Ελλάδος, 
(δ) η δημοσιοποίηση με κάθε πρόσφορο μέσο του έργου, των δραστηριοτήτων και ενεργειών του Συνοδικού Γραφείου, όπως με έντυπα, ηλεκτρονικά, τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα και εν γένει νέες τεχνολογίες (Halabi, 2012), ως και η συνεργασία κατά περίπτωση με φορείς που διαθέτουν αξιοπιστία, εγκυρότητα και υπευθυνότητα για την υλοποίηση όλων των παραπάνω σκοπών.

Όπως γίνεται σαφές, κεντρικό σημείο της προβολής που μας ενδιαφέρει, εμπεριέχεται σε αυτή την «οργάνωση και προώθηση» του άρθρου 1, προς εξυπηρέτηση των οποίων προβλέπεται επίσης (άρθρο 5) η συνεργασία του Συνοδικού Γραφείου με όλες τις υπηρεσίες, Συνοδικές και Ειδικές Συνοδικές Επιτροπές της Εκκλησίας της Ελλάδος και με όλα τα εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, κατά περίπτωση, καθώς και με κάθε άλλο θεσμικό ή επαγγελματικό φορέα του Τουρισμού (Lanket, 2006) και με άλλους σχετικούς με το αντικείμενο αυτό κλάδους, εντός και εκτός Ελλάδος, των οποίων οι σκοποί ή η δραστηριότητα συνάδουν προς τους σκοπούς του Συνοδικού Γραφείου, συμπεριλαμβανομένων και κερδοσκοπικών ή μη κερδοσκοπικών νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου (εδάφιο α’) και ομοίως συνεργάζεται με τους οριζόμενους από τους οικείους μητροπολίτες, εκπροσώπους επί των Προσκυνηματικών Περιηγήσεων εκάστης Ιεράς Μητροπόλεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, των οποίων το συντονισμό έχει ο Γραμματεύς του Γραφείου (εδάφιο β’), 
ενώ το Συνοδικό Γραφείο δύναται να συνεργάζεται κατά περίπτωση και με μεμονωμένα, φερέγγυα και αξιόπιστα νομικά πρόσωπα ή επιχειρήσεις του ευρύτερου Δημόσιου ή Ιδιωτικού Τομέα που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον υποστήριξης, ενίσχυσης και υλοποίησης των σκοπών, των δράσεων και δραστηριοτήτων του Συνοδικού Γραφείου (εδάφιο γ’), τέλος, δε (εδάφιο δ’), το Συνοδικό Γραφείο με απόφαση του Προέδρου της Διοικούσας Επιτροπής αυτού (δηλαδή, του Αρχιεπισκόπου: άρθρο 2) δύναται να παρέχει την αιγίδα του σε δράσεις, δραστηριότητες ή εκδηλώσεις που συνάδουν προς τους άνω σκοπούς του.
Σε ανάλογο πνεύμα, το επόμενο άρθρο (6) του Κ.281/2016 διευρύνει την εμβέλεια της υπό συζήτηση προβολής, καθώς στο οικείο Συνοδικό Γραφείο, προς επίτευξη των σκοπών του, εκάστη Ιερά Μητρόπολη της Εκκλησίας της Ελλάδος διαθέτει κατάλληλο έντυπο (Εγκύκλιο Σημείωμα 5384/2615/12-11-2014 Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος), οπτικοακουστικό και άλλο υλικό και πληροφορίες περί των Ιερών Προσκυνημάτων, των Ιερών Μονών και των Ιερών Θρησκευτικών Μνημείων αυτής (εδάφιο α’) και επίσης παρέχει πρακτικές πληροφορίες προς ενημέρωση των ομάδων προσκυνητών που επιθυμούν να επισκέπτονται τα ως άνω και εφόσον τελούν πάντα υπό τη συστατική υπόδειξη του Συνοδικού Γραφείου, με την συγκεκριμένη πρόβλεψη να εκφράζεται κατεξοχήν και με τη λειτουργία του ειδικού προς τούτο διαδικτυακού τόπου της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών (http://www.religiousgreece.gr) που μεταξύ άλλων πραγματώνει και τη συνέργεια της τεχνολογίας για τους οικείους σκοπούς, όπως είδαμε στο άρθρο 4 του Κ.281/2016.

Επιπλέον, η εξυπηρέτηση της αναφερόμενης προβολής έχει προβλεφθεί (άρθρο 7) και σε αναφορά με τη συνεργασία του οικείου Συνοδικού Γραφείου με δημόσιες και ιδιωτικές Σχολές των ξεναγών, καθώς και με Ανώτερα και Ανώτατα Εκπαιδευτικά και Τεχνολογικά Ιδρύματα, με στόχο πάντοτε την καλύτερη και αποτελεσματικότερη προώθηση των σκοπών του (εδάφιο α’), η πρόβλεψη αυτή, δε, υλοποιείται και μέσω των Δημοσίων ΙΕΚ δυνάμει της 104008/Κ1/30-06-2015 υπουργικής απόφασης (ΦΕΚ Β/1541/22-07-2015) με την καθιέρωση της ειδικότητας Θρησκευτικού Τουρισμού και Προσκυνηματικών Περιηγήσεων, με την απόκτηση της οποίας αναμένεται να υποστηριχτεί ακόμη περισσότερο το συναφές έργο από κατάλληλα καταρτισμένο προσωπικό, ενώ εξίσου επωφελής αναμένεται να αποδειχθεί και η πρόβλεψη του β’ εδαφίου του αυτού άρθρου, σε σχέση με την δυνατότητα του οικείου Συνοδικού Γραφείου να οργανώνει, να συντονίζει, να υπο¬στηρίζει Συνέδρια, Ημερίδες, Συναντήσεις και Δράσεις ενημέρωσης και κατάρτισης περί των προσκυνηματικών περιηγήσεων, ως και να συμμετέχει σε παρόμοιες, εντός και εκτός Ελλάδος, εκδηλώσεις με σκοπό την κατάλληλη προετοιμασία των ασχολούμενων με θέματα του τουρισμού θρη¬σκευτικού ενδιαφέροντος και να συμμετέχει και να υλοποιεί πάσης φύσεως προγράμματα κρατικά ή ευρωπαϊκά ή διακρατικά, με πιο πρόσφατο παράδειγμα ανάλογων δράσεων να είναι το Β’ Πανελλήνιο Συνέδριο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων «Οι Προσκυνηματικές Περιηγήσεις ως μοχλός τουριστικής ανάπτυξης. Η περίπτωση της Πιερίας» που διοργάνωσε το ως άνω Συνοδικό Γραφείο την 25-26 Νοεμβρίου 2016 στη Λεπτοκαρυά Πιερίας, όπου μεταξύ άλλων παρουσιάστηκε και ο απολογισμός δράσεων 2010-2016 του Συνοδικού Γραφείου (πλήρως αναρτημένος εις ecclesia.gr).

Παράλληλα όμως με τις κατεξοχήν εκκλησιαστικές ενέργειες για την υλοποίηση των σκοπών του παραπάνω Κ.281/2016 (από της ισχύος του οποίου, κατά το άρθρο 14 αυτού, καταργείται η από 23ης Νοεμβρίου 2000 απόφαση της Ιεράς Συνόδου), είδαμε ότι αυτοί προβλέφθηκε να υπηρετούνται και μέσα από διάφορες συνεργασίες, πρωταρχικά με το Δημόσιο, στο πνεύμα αυτό λοιπόν έχει συναφθεί και ήδη εφαρμόζεται από την 15-01-2013, το «Πρωτόκολλο Συνεργασίας στον τομέα του Προσκυνηματικού Τουρισμού μεταξύ της Εκκλησίας της Ελλάδος και του Υπουργείου Τουρισμού», με το οποίο, ήδη από το σχετικό προοίμιο, τα δύο συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι ο Τουρισμός αποτελεί τον βασικό πυλώνα του πολιτισμού, της ιστορίας, των ηθών και εθίμων του τόπου και της οικονομικής ανάπτυξης της χώρας και εκφράζουν τη βούλησή τους να ενδυναμώσουν τις δραστηριότητες του προσκυνηματικού τουρισμού, δημιουργώντας τις απαραίτητες προϋποθέσεις μέσα από τη διμερή τους συνεργασία, αναλυόμενη σε έξι (6) συνολικά άρθρα.

Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Γενικό Πλαίσιο Συνεργασίας (άρθρο 1, §Α), το Υπουργείο είναι ο καθ’ ύλη αρμόδιος φορέας για τη χάραξη της τουριστικής πολιτικής της χώρας και ταυτόχρονα φροντίζει για την ανάπτυξη, προβολή και προώθηση του Ελληνικού Τουρισμού, μέσα και από τη συνέργεια των δράσεων φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά και του ιδιωτικού, επεκτεινόμενη έτσι και στην Εκκλησία της Ελλάδος (άρθρο 1, §Β), η οποία διά των Ιερών Μητροπόλεων Αυτής και διά του οικείου Συνοδικού Γραφείου έχει υπό την ποιμαντική διοίκηση και νομική ευθύνη και αρμοδιότητά της (Αποστολάκης, 2002) να διαχειρίζεται τους σημαντικούς θρησκευτικούς πόρους της χώρας μας που αποτελούν την κληρονομιά της (π.χ. Ιερούς Ναούς, Ιερές Μονές, Ιερά Προσκυνήματα, Ιερά Λείψανα κ.λπ.) με σεβασμό στην ιερότητα και μοναδικότητα του χώρου (εδάφιο β’) και περιλαμβάνουν εκτός από καθαυτό το προσκυνηματικό ταξίδι, τουριστικές διαστάσεις της επίσκεψης σε θρησκευτικά μνημεία, συμμετοχή στη λατρεία κ.α. (§Γ).

Περαιτέρω, μεταξύ των στόχων συνεργασίας προτάσσονται (άρθρο 2) η προστασία, ανάδειξη, προβολή και προώθηση της αναγνωρισιμότητας και επισκεψιμότητας ιερών μνημείων, τό¬πων, περιοχών, προσκυνημάτων και κειμηλίων, του περιβάλλοντος χώρου, καθώς και της θρη¬σκευτικής και λατρευτικής εν γένει ζωής, με σκοπό την ανάδειξη και διατήρηση των θρησκευτικών και λατρευτικών στοιχείων της Χώρας, την προσέλκυση και ανάπτυξη των ταξιδιών θρησκευτικού ενδιαφέροντος, τη συνεχή βελτίωση της γενικότερης τουριστικής εικόνας της χώρας, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, την αύξηση και επιμήκυνση της περιόδου επισκεψιμότητας και τελικά, την παροχή στους επισκέπτες των βέλτιστων υπηρεσιών, οι σκοποί αυτοί, δε, κατά το άρθρο (3) εξυπηρετούνται βάσει Ειδικού Πλαισίου Υλοποίησης Συνεργασίας καταρτισμένου από κοινού (στο πλαίσιο και των διαθέσιμων πιστώσεων: Μάρκος, 2010), επιμέρους πεδία του οποίου (άρθρο 4) είναι η ανταλλαγή τεχνογνωσίας, το προωθητικό υλικό, η καταγραφή των σχετικών προορισμών, η κυκλοφορία θεματικών εκδόσεων (π.χ. «Στα Βήματα του Αποστόλου Παύλου»»: Πανούσης, 2015), η διαμόρφωση των απαραίτητων υποδομών πρόσβασης (Κατραμάδος, 2008) κ.λπ., ενώ τον σχετικό συντονισμό (άρθρο 5) έχει αναλάβει Κοινή Συντονιστική Επιτροπή, προς διασφάλιση της ομαλής συνεργασίας μέσω της σύνταξης και παρακολούθησης της υλοποίησης του Ολοκληρωμένου Σχεδίου Δράσεων Ανάδειξης, Προώθησης, Προβολής κ.λπ. (κατ’ άρθρο 6).

Όπως σημειώθηκε ήδη όμως, οι παραπάνω δραστηριότητες προβολής δεν περιορίζονται εντός των τειχών, αλλά έχουν ήδη επεκταθεί σε διεθνές επίπεδο και μάλιστα όχι μόνο με τη συμμετοχή της Ελλάδας και της τοπικής της Εκκλησίας σε συναφείς τουριστικές εκθέσεις (π.χ. ΜΙΤΤ 2016, LETO 2016 κ.λπ.) και διασκέψεις (π.χ. Ελληνο-Ρωσική Διάσκεψη για τον Προσκυνηματικό και Θρησκευτικό Τουρισμό, Αθήνα, 20-05-2016), αλλά και με τη σύναψη ανάλογων συνεργασιών (όπως αυτή του Συνοδικού Γραφείου με το Υπουργείο Τουρισμού του Ισραήλ και εκείνη με τη Βρετανική Πρεσβεία, σύμφωνα με τα οικεία Δελτία Τύπου της 22-12-2015 και της 10-09-2015), ως και την υπογραφή Συμφώνων Συνεργασίας με άλλες τοπικές Εκκλησίας (π.χ. με την τοπική Εκκλησία της Ρωσίας τον Οκτώβριο του 2012, της Σερβίας την 01-03-2014 και της Κύπρου την 03-11-2014, άπαντα μνημονευόμενα εις ecclesia.gr), γεγονός που έχει εκτοξεύσει την εμβέλεια της προβολής όλων των συναφών προορισμών, μεταξύ των οποίων και τα Ιερά Προσκυνήματα, όπως της Αγίας Παρασκευής Τεμπών που μας απασχόλησε εδώ, σύμφωνα και με σχετικές έρευνες για τα αποτελέσματα ανάλογων δράσεων σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο (Πολύζος, 2010).

Αναλυτικότερα, όπως συμβαίνει με το σύνολο των ειδών τουρισμού, παραδοσιακών, αλλά και νεωτερικών (Βασιλείου, 2014), οι Προσκυνηματικές Περιηγήσεις συντελούν στην προβολή, ανάδειξη και αναγνωρισιμότητα των οικείων τόπων προορισμού και συνακόλουθα, στην τοπική τους ανάπτυξη, με δεδομένο ότι, όπως σημειώσαμε και νωρίτερα, ο επισκέπτης προσκυνητής από κοινού με τα θρησκευτικά του καθήκοντα εκπληρώνει και παρεπόμενες καταναλωτικές επιθυμίες, οι οποίες συχνά, με επιμέλεια των αρμόδιων φορέων, αποκτούν πολιτιστικές, καλλιτεχνικές, ιστορικές ή και περιβαλλοντικές προεκτάσεις, οπότε, εξυπηρετώντας την ελκυστικότητα του προσκυνηματικού προορισμού, αναδεικνύεται και η τοπική ιδιαιτερότητα, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τους σχετικούς αριθμούς, αφού κατά χρόνο πριν ακόμα τη συστηματική υλοποίηση του παραπάνω Πρωτοκόλλου, μόνον οι εγχώριοι επισκέπτες θρησκευτικών μνημείων στη χώρα μας υπολογίζονταν σε 300.000 ετησίως, ενώ με δεδομένο ότι τα μνημεία αυτά απαντώνται σε διάφορα σημεία, συντελεί στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη (Polyzos and Arabatzis, 2006), θέτοντας έτσι στο σχετικό προσκήνιο και τόπους με πιο περιορισμένο οπλοστάσιο προβολής, οι οποίοι διά της προσκυνηματικής, μπορούν πια να ελπίζουν βάσιμα και στην περιφερειακή τους ανάπτυξη, έστω κι αν δεν διαθέτουν και άλλα «συγκριτικά πλεονεκτήματα» (Πολύζος, 2007) για κάτι τέτοιο.

Ειδικότερα (Κατραμάδος, 2016), δεδομένης της ιδιότητας των ιερών προσκυνημάτων ως μνημείων παγκόσμιας κληρονομιάς εν ευρεία έννοια, αφού σε αυτά καταδεικνύεται η προσφορά του Χριστιανισμού στην ανθρωπότητα και δη, στην ιστορία, την τέχνη και τον πολιτισμό της, η επαφή του πιστού με αυτά παρέχει πρόταση ποιότητας ζωής συνδεδεμένη άρρηκτα και με ορισμέ¬νο, κατά περίπτωση, τόπο, η οποία συντελεί στην αντίληψη του τελευταίου όχι ως άψυχου αρχαιολογικού χώρου, αλλά ως σεβάσματος της Ορθόδοξης Χριστιανικής Πίστης, χωρίς να λείπουν και οι περιπτώσεις επικίνδυνης εμπορευματοποίησης όμως, ακόμα και από την ίδια την Εκκλησία, οι οποίες, όσο κι αν φέρνουν εισοδήματα και θέσεις εργασίας, θα πρέπει και να εκλογικεύονται.

Τηρουμένων των όρων αυτών, λοιπόν, ο απολογισμός των δράσεων του άνω Συνοδικού Γραφείου συνέβαλε ήδη από τη θεσμική του αφετηρία, το 2001, στους οικείους στόχους, παράλληλα με τους οποίους η προβολή της τοπικής ταυτότητας εξυπηρετήθηκε, πέραν όσων αναφέρθηκαν ήδη, με (α) συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις τουρισμού, (β) συμμετοχή σε συνέδρια τουριστικού ενδιαφέροντος εντός και εκτός Ελλάδος, (γ) πραγματοποίηση ημερίδας (03-12-2013) για τους εκπροσώπους Ιερών Μητροπόλεων με σκοπό τη συστηματική καταγραφή, προβολή και ανάδειξη των ιερών προσκυνημάτων, (δ) επισκέψεις εργασίας και γνωριμίας με άλλες Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες, καθώς και με τον επίσημο Ρωμαιοκαθολικό Οργανισμό Τουρισμού στη Ρώμη, (ε) υπογραφές πρωτοκόλλων συνεργασίας, (στ) υπόδειξη προτεινόμενων ελληνικών τουριστικών γραφεί¬ων, (ζ) καταρτισμό κοινής μικτής επιτροπής Εκκλησίας της Ελλάδος και Υπουργείου Τουρισμού με τη συμμετοχή εκπροσώπων Αγίου Όρους, Δωδεκανήσου και Κρήτης, (η) ειδικές αποστολές σε κομβικές πόλεις και χώρες (Πεκίνο, Κίνα κ.λπ.) περί πολιτισμού και ιστορίας, (θ) πολύγλωσσες εκδόσεις, (ι) επιστημονική έρευνα, (ια) συνεργασία με τη Μητέρα Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης κ.α., δεδομένα που γεννούν βάσιμη αισιοδοξία για ανάλογη συνέχεια και στο εγγύς μέλλον.

4. Συμπεράσματα
Από το σύνολο των σκέψεων που προηγήθηκαν και των δεδομένων που επικαλεστήκαμε προς επίρρωσή τους, συνάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι οι Προσκυνηματικές Περιηγήσεις, τόσο υπό το πνευματικό τους περιεχόμενο, όσο και υπό τη νομική μορφή που τους αποδόθηκε ειδικά σε σχέση με τα Ιερά Προσκυνήματα, σαν κι αυτό της Αγίας Παρασκευής Τεμπών, το οποίο μας απασχόλησε κυρίως εδώ, αποτελούν έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό μοχλό προβολής της θρησκευτικής, πολιτιστικής, ιστορικής κ.ο.κ. ταυτότητας ενός τόπου, η οποία συντελεί στην αναπτυξιακή τάση της οικείας οικονομικής δραστηριότητας σε τοπικό και υπερτοπικό επίπεδο.

Ωστόσο, παράλληλα με τη συζήτηση για τα σχετικά οφέλη βαίνει και εκείνη που εστιάζει στους αντίστοιχους κινδύνους, οι οποίοι κατά κύριο λόγο πηγάζουν από την εμπορευματοποίηση του όλου εγχειρήματος, καταλήγοντας ενίοτε και σε αυτήν ακόμα την κατάχρηση θρησκευτικών συμβόλων (Λιλαίος, 1990ii), γεγονός που εκτιμούμε ότι σε συνάρτηση με τη συμβολή της νομικής οργάνωσης στην αποτελεσματικότητα της προσκυνηματικής δραστηριότητας, πρέπει να αποτελέ- σει επιμέρους κεφάλαιο αυτής, αν όχι από σεβασμό προς την πνευματική παράδοση που τροφοδοτεί τη σχετική βιομηχανία, τουλάχιστον από συνέπεια απέναντι στα νόμιμα δικαιώματά της (π.χ. βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αποτελέσει το άρθρο 38§9 του νομοσχεδίου «Πλαίσιο Λειτουργίας Υπαίθριων Εμπορικών Δραστηριοτήτων» που αφορά Εμποροπανηγύρεις επ’ ευκαι¬ρία θρησκευτικών ή επετειακών εορτών, Πασχαλινές και Χριστουγεννιάτικες Αγορές κ.λπ. που τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Οικονομίας και Ανάπτυξης την 07-02-2017).

Φυσικά, προκειμένου μια τέτοια θωράκιση να γίνει πραγματικότητα, απαιτείται και επιβάλλεται η εκκλησιαστική σύμπραξη, η οποία όμως είδαμε ότι σε διάφορα σημεία υπήρξε ατελής στο παρελθόν (ιδίως σε ζητήματα ορθής εφαρμογής της κανονιστικής αρμοδιότητας της Εκκλησίας για ζητήματα Ιερών Προσκυνημάτων), ωστόσο με δεδομένη την ολοένα και πιο αραιή εμφάνιση ανάλογων προβλημάτων τα τελευταία χρόνια, εκτιμούμε ότι οι όποιες νομικές βελτιώσεις θα ακολουθήσουν, θα συντελέσουν και στην προστασία, αλλά και στην προαγωγή των Ιερών Προσκυνημάτων μέσω των παραπάνω πλαισίων, παγιώνοντας και αναδεικνύοντας και τοπικές ταυτότητες, προσφορά σπουδαία, ιδίως σε μια εποχή προκρούστεια που συνήθως κατανοεί παρερμηνεύοντας.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Αποστολάκης, Γ. (2001) Δικαιούνται οι ιερές μονές να ασκούν εμπορία; ΕλλΔνη (42), 33-35. Αποστολακης, Γ. (2002) Προστασία Αρχαιοτήτων και Θρησκευτικά Μνημεία, Τρίκαλα - Αθήνα: Πρότυπες Θεσσαλικές Εκδόσεις.
  • Βαβούσκος, Κ. (1978) Ή Εκκλησία τής κατά τό νέον Σύνταγμα καί τόν νέον Καταστατικόν αυτής Χάρτην, Αρμ. (32), 197-207.
  • Βαρβούνης, Μ. Γ. (2009) Προσκυνηματικές εκδρομές και ιερές αποδημίες, Θεολογία 1/2009, 191-211.
  • Βασιλείου, Μ. (2014) Τουριστική ανάπτυξη και ειδικές μορφές τουρισμού - ο τουρισμός ευεξίας στην Ελλά¬δα, Διδακτορική Διατριβή, Χίος.
  • Γκανής, Λ. (1997) Η προστασία της επικρατούσας θρησκείας, ΔικΔιαλ (4), 29 επ.
  • Halabi, E. (2012) Η χρήση του διαδικτύου στην ποιμαντική πράξη της Εκκλησίας, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα.
  • Ιγνάτιος Μητρ. Δημητριάδος & Αλμυρού (2010) Σκοποί και προοπτικές της λειτουργίας του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων, Ομιλία στην Ημερίδα του Τμήματος Θεολογίας της Θεο- λογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και του Τμήματος Διοίκησης Τουριστικών Επιχειρήσεων της Σχολής Διοίκησης και Οικονομίας του Τ.Ε.Ι. Αθηνών, «Διαρκές Forum Θρησκευτικού Τουρισμού» (http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/tourism/ignatios_16112010.pdf).
  • Καραχρήστος, Ι. (2002) Χατζηλίκι στη Μ. Ασία, Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού, Μ. Ασία.
  • Κατραμάδος Σ. (2008) Η θέση της Εκκλησίας για τις Προσκυνηματικές Περιηγήσεις και η δυνατότητα δια¬κονίας αυτών και στα άτομα με αναπηρίες, εισήγηση στο 1ο Συνέδριο Προσβάσιμου Θρησκευτικού Τουρισμού στο Συνεδριακό Κέντρο Ι. Μονής Αγίων Κυρήκου και Ιουλίτης Σιδηροκάστρου Σερρών (http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/tourism/prosk_tour_anap.html).
  • Κατραμάδος, Σ. (2016) Απολογισμός δράσεων 2010-2016 του Συνοδικού Γραφείου Προσκυνηματικών Περιηγήσεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, εισήγηση στο Β’ Πανελλήνιο Συνέδριο Προσκυνηματικών Περιηγήσεων: «Οι Προσκυνηματικές Περιηγήσεις ως μοχλός τουριστικής ανάπτυξης. Η περίπτωση της Πιερίας» (http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/tourism/katerini_katramados.pdf).
  • Κονιδάρης, Ι. (1994) Η διαπάλη νομιμότητας και κανονικότητας και η θεμελίωση της εναρμονίσεώς τους, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
  • Lanket, B. (2006) Ο Προσκυνηματικός Τουρισμός ως μέσο προώθησης της συνεργασίας μεταξύ των Αρχών και των τουριστικών πρακτόρων, εισήγηση στο 1ο Διεθνές Συνέδριο περί Θρησκευτικού Τουρισμού (http://www.ecclesia.gr/greek/holysynod/commitees/tourism/lanket.html).
  • Λιλαίος, Γ. (1990i) Δύναται ο κοινός νομοθέτης να τροποποιήσει ή να συμπληρώσει μονομερώς διατάξεις του ισχύοντος νόμου περί Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος; Εκκλησία (ΞΖ), 475-7.
  • Λιλαίος, Γ. (1990ii) Ιερά ονόματα σε αντικείμενα εμπορίου. Σχόλια στην υπ’ αριθ. 1013/1987 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, Εκκλησία (ΞΖ), 564-570.
  • Λιλαίος, Γ. (1992) Περί διοικήσεως προσκυνήματος Αγίας Παρασκευής Τεμπών, Εκκλησία (ΞΘ), 611-613.
  • Μαρίνος, Α. (1974) Η θρησκευτική ελευθερία, Αθήνα.
  • Μαρίνος, Α. (2004) Τα βασικά της θρησκευτικής ελευθερίας, Αθήνα-Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
  • Μαριόρας, Μ. (2005) Η Sharia και το Νομικό Σύστημα του Ισλάμ, Διδακτορική Διατριβή, Αθήνα.
  • Πανούσης, Α. (2015) Στα βήματα του Αποστόλου Παύλου στην Ελλάδα, ΒΗΛΟΝ τ.5ο, Ιούνιος 2015, 18.
  • Παπαγεωργίου, Θ. (2014) Οι μεταβολές του ν.4235/2014 στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελ¬λάδος, Νομοκανονικά (1), 57-76.
  • Παπαγεωργίου, Κ. (2012) Τα Όρια της Εκκλησιαστικής Αυτοδιοίκησης. Ι. Κανονιστική αρμοδιότητα, Τρί- καλα-Θεσσαλονίκη: DeGiorgio.
  • Παπαδημητρίου, Ζ. (2015) Τέμπη - Το ενδιαίτημα των Νυμφών, Σκόπελος: Νησίδες.
  • Πολύζος, Σ. (2007) Η χωρική κατανομή των φυσικών πόρων στην Ελλάδα, στο (επιμ.) Αραμπατζής, Γ. και Πολύζος, Σ., Φυσικοί πόροι, περιβάλλον και ανάπτυξη, Αθήνα: Τζιόλα, 107-120.
  • Πολύζος, Σ. (2010) Θρησκευτικός Τουρισμός στην Ελλάδα: Χωρική ανάλυση και συμβολή στην ανάπτυξη μειονεκτικών περιοχών, Σειρά Ερευνητικών Εργασιών 16 (9) 203-222 [http://www.prd.uth.gr/el/].
  • Πουλής, Γ. (1982) Τα συνταγματικά πλαίσια των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας, Αρμ. (36), 965-971.
  • Πουλής, Γ. (2007) Το ιδεολογικό υπόβαθρο των σχέσεων Εκκλησίας και Κράτους, Αθήνα-Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
  • Τρομπούκης, Β. (2011) Η περιφερειακή οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδος. Ι. Μητροπόλεις - Ενορίες. Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
  • Τρωιάνος, Σ. (1982) Περί τής νομικής φύσεως τών ιερών προσκυνημάτων κατά τήν ίσχύουσαν νομοθεσίαν, Εκκλησία (ΝΘ), 195-199.
  • Τρωιάνος, Σ. (1994) Η κανονιστική αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων της Εκκλησίας: Μια ανασκόπη¬ση, ΕφΔΔ (7), 81-92.
  • Τρωιάνος, Σ. (1997) Οργάνωση των Εκκλησιών και διεθνείς σχέσεις, Αθήνα: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
  • Τρωιάνος, Σ. και Πουλής, Γ. (2003), Εκκλησιαστικό Δίκαιο, Αθήνα - Κομοτηνή: Αντ. Ν. Σάκκουλας.
  • Τρωιάνος, Σ. και Παπαγεωργίου, Κ. (2009) Θρησκευτική Νομοθεσία, Αθήνα: Νομική Βιβλιοθήκη.
  • Τσιβόλας, Θ. (2013) Η έννομη προστασία των θρησκευτικών πολιτιστικών αγαθών, Αθήνα - Θεσσαλονίκη: Σάκκουλας.
  • Χρυσόστομος Μητρ. Μεσσηνίας (1996) Ό επίσκοπος κατά τάς διαταγάς τών Αγίων Αποστόλων, Εκκλησία (ΟΓ), 309 επ., 356 επ., 387 επ., 436 επ., 483 επ.

Ξενόγλωσση
  • Migne, J. P. (1863) Patrologia Cursus Completus, Series Graeca, Tomus XLVI, Petit Montrouge: Paris. 
  • Polyzos, S. and Arabatzis, G. (2006) A multicriteria approach for the evaluation of tourist resources of Greek prefectures, Tourism Today, 6, 96-111.
*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου