Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Καπναποθήκες Καβάλας : Τα κτίρια της λήθης ή η "ταυτότητα" μιας πόλης ;

#ΕΛΕΝΗ ΣΑΜΟΥΡΚΑΣΙΔΟΥ
Μηχανικός Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης, MSc, Υποψήφια Αιδάκτωρ Πανεπιστημίου Θεσσαλίας

Η έννοια του μνημείου έχει υπερβεί, σήμερα, τα όρια της αρχικής του σημασίας και έχει αποκτήσει μια νέα διάσταση. 
Σύμφωνα με τον Ζήβα, «μνημείο μπορεί να είναι το καθετί που μπορεί να μεταδώσει μια πληροφορία από το παρελθόν μας». Σε αυτά τα πλαίσια βιομηχανικό μνημείο δεν αποτελεί μόνο ένα κτίριο, αλλά και το περιβάλλον του, ο εξοπλισμός, οι βοηθητικοί του χώροι, τα οποία αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και, ως τέτοιο, πρέπει να αντιμετωπίζονται. Όλα αυτά είναι κατάλοιπα της καθημερινής ζωής του προηγούμενου αιώνα, προσφέροντας μια αίσθηση τοπικής ταυτότητας. Άλλωστε, οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας της σύγχρονης πόλης και τοπόσημα της κάθε περιοχής. 
Οι βιομηχανικοί χώροι, πέραν του γεγονότος ότι αποτελούν ιστορικά μνημεία και χρήζουν διατήρησης, παρουσιάζουν ορισμένα χωρικά και μορφολογικά πλεονεκτήματα που τους καθιστούν αξιοποιήσιμους. Οι βιομηχανικές εγκαταστάσεις χωροθετούνται συχνά σε κεντροβαρικές θέσεις σε σχέση με τον αστικό ιστό. 
Το γεγονός αυτό, έχει ως αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό των πρώην βιομηχανικών θυλάκων στο εσωτερικό των πόλεων και την αναπόφευκτη δημιουργία αστικών κενών. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι εξαιτίας του αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων αλλά και του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης, πολλές πόλεις παγκοσμίως αναδιοργανώνουν και ανασκευάζουν τις εικόνες τους, καθιστώντας αυτές πιο ελκυστικές ώστε να κατορθώσουν να προσεγγίσουν τουρίστες, συνέδρια, αθλητικά γεγονότα, επενδυτές, κτλ. Αυτό επιτυγχάνεται μέσω της ενίσχυσης της πολιτιστικής/ιστορικής ταυτότητας μίας πόλης, αξιοποιώντας ταυτόχρονα και το κτιριακό της απόθεμα.

Στο παρόν άρθρο ερευνάται η πόλη της Καβάλας όπου απαντάται πλήθος βιομηχανικών κτιρίων και δη Καπναποθηκών, τα οποία χρήζουν διατήρησης και επανάχρησης ώστε να ενισχυθεί η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης. 
Οι Καπναποθήκες, αποτελούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’60 το κύριο στοιχείο που διαμόρφωνε το αστικό περιβάλλον της πόλης. Πρόκειται για πολυώροφα κτίρια και συγκροτήματα κτιρίων μεγάλης κλίμακας και ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής σημασίας, με προσφερόμενο σε ευέλικτες αρχιτεκτονικές λύσεις ενιαίο εσωτερικό χώρο. Οι ριζικές αλλαγές που έχουν γίνει σε σχέση με την επεξεργασία και εμπορία του καπνού κατέστησαν αυτά τα κτίρια εκτός λειτουργικής σκοπιμότητας και αντιοικονομική τη διατήρηση - συντήρησή τους. Για το λόγο αυτό, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια του σχετικού με τη διατήρηση της νεώτερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς θεσμικού πλαισίου και την απουσία σχετικών πολιτικών αλλά και πολιτικής βούλησης στις δεκαετίες του ’70 και ’80, πολλές κατεδαφίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από κτίρια κατοικιών-γραφείων.

Συμπερασματικά, οι Καπναποθήκες αποτελούν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και ιστορικό γνώρισμα της περιοχής, ενισχύοντας την ταυτότητα της πόλης και καθιστώντας αναγκαία την ανάδειξη και επανάχρησή τους, ενσωματώνοντας τες στην αστική δομή της πόλης αλλά και στη λειτουργία της.

Στο παρόν άρθρο λοιπόν ερευνάται αφενός η δυνατότητα αξιοποίησης της ιστορικής, πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ενός τόπου στην ενίσχυση της εικόνας του τόπου και αφετέρου, σε ποιο βαθμό τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μίας περιοχής (αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό περιβάλλον) μπορούν να διαφοροποιήσουν και να αποτελέσουν βασικά στοιχεία σύνθεσης της Ταυτότητας μιας πόλης, καθώς και «εργαλεία» Αστικής Αναγέννησης και Χωρικού Μάρκετινγκ.

1. Εισαγωγή
Το παρόν άρθρο, επικεντρώνεται στη συμβολή της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας πόλης στην αναβάθμιση της τοπικής της ταυτότητας και εικόνας, ως αειφορικό μηχανισμό ανάπτυξης και αστικής αναγέννησης. Η περίπτωση της Καβάλας αντιπροσωπεύει μια ελληνική περίπτωση με έντονη αρχιτεκτονική και πολιτιστική κληρονομιά που επικεντρώνεται στην επεξεργασία και στο διεθνές εμπόριο καπνού από τα μέσα του 19ου έως τα μέσα του 20ου αιώνα (Rentetzi, 2008; Lalenis, 2014), προσφέροντας σήμερα μια μοναδική ευκαιρία αξιοποίησής της σε μια προσπάθεια να αντεπεξέλθει στις σύγχρονες ανάγκες μιας πόλης. Η διερεύνηση του ρόλου της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας πόλης, θα αποτελούσε έναυσμα αξιοποίησης των αποτελεσμάτων του παρόντος σε κάθε αντίστοιχη περίπτωση πόλης διεθνώς που παρουσιάζει παρόμοιες ανάγκες και ευκαιρίες ανάδειξης της τοπικότητάς της.

Η περίπτωση της πόλης της Καβάλας όσον αφορά στην πολιτιστική κληρονομιά, επικεντρώνεται στην καπνική της ιστορία και ταυτότητα, η οποία σήμερα είναι εμφανής από μια σειρά κτηριακών συγκροτημάτων ιδιαίτερου αρχιτεκτονικού κάλλους. Τα κτήρια αυτά που άλλοτε είχαν τη χρήση γραφείων και αποθηκών επεξεργασίας και εμπορίας καπνού, καταλαμβάνουν ένα μεγάλο τμήμα του αστικού ιστού της πόλης, παρότι σήμερα τα περισσότερα είναι εγκαταλελειμμένα, διαθέτοντας το απαραίτητο συμβολικό μέγεθος για να αποτελέσουν τον πυρήνα της ενίσχυσης της εικόνας και της ταυτότητας της πόλης (Αγγελούδη, 1986, Βύζικας, 2010).

Η αίσθηση της πολιτιστικής αλλοτρίωσης αλλά και του οικονομικού ανταγωνισμού των πόλεων, καθιστά τη δυναμική της τοπικής ταυτότητας και εικόνας μιας περιοχής ως μοναδικό αντίβαρο στις διεθνείς αυτές πιέσεις. Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι πολλές πόλεις παγκοσμίως αναδιοργανώνουν και ανασκευάζουν τις εικόνες τους, σε μια προσπάθεια να καταστούν πιο ελκυστικές ώστε να κατορθώσουν να προσελκύσουν τουρίστες, συνέδρια, αθλητικά γεγονότα, επενδυτές, κτλ.

Πιο συγκεκριμένα, στην πόλη της Καβάλας απαντάται πλήθος βιομηχανικών κτηρίων και δη Καπναποθηκών, τα οποία χρήζουν διατήρησης και επανάχρησης ώστε να ενισχυθεί η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της πόλης. Οι Καπναποθήκες, αποτελούσαν μέχρι τη δεκαετία του ’50 το κύριο στοιχείο που διαμόρφωνε το αστικό περιβάλλον της πόλης. Πρόκειται για πολυώροφα κτήρια και συγκροτήματα κτηρίων μεγάλης κλίμακας και ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής σημασίας, με δυνατότητα ευελιξίας των εσωτερικών τους χώρων (Rentetzi, 2008). Οι σύγχρονες και ριζικές αλλαγές στην επεξεργασία και εμπορία του καπνού τα κατέστησαν εκτός λειτουργικής χρήσης, με παράλληλο υψηλό κόστος διατήρησης και συντήρησής τους. Για το λόγο αυτό, σε συνδυασμό με την ανεπάρκεια θεσμικού πλαισίου σχετικά με τη διατήρηση της νεώτερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και την απουσία τόσο πολιτικών όσο και πολιτικής βούλησης στις δεκαετίες του ’70 και ’80, πολλές κατεδαφίστηκαν και αντικαταστάθηκαν από σύγχρονα κτήρια.

2. Ανταγωνιστικότητα των πόλεων και τοπική ταυτότητα
Είναι γνωστό ότι οι πόλεις αλλάζουν, δηλαδή μεγαλώνουν, εξελίσσονται, αναπτύσσονται ή και παρακμάζουν ή ερημώνουν κάτω από την επίδραση ενδογενών και εξωγενών παραγόντων, οι οποίοι σχετίζονται με τη γεωπολιτική τους θέση, την παραγωγική τους διάρθρωση, το ανθρώπινο δυναμικό, τη διαθεσιμότητα φυσικών πόρων και τις εξελίξεις και αλλαγές του ευρύτερου περιβάλλοντος. Οι σημερινές πόλεις διαφέρουν δραματικά ως προς την εικόνα (αισθητική και λειτουργική) που είχαν πριν από χρόνια και αυτό διότι η κάθε πόλη αντιδρά διαφορετικά, εκμεταλλευόμενη τις ευκαιρίες και απορρίπτοντας τους κινδύνους που απορρέουν από την τεχνολογική εξέλιξη και τη διεθνοποίηση των δραστηριοτήτων αναλόγως με τους θεσμούς, τους μηχανισμούς, τους πόρους, το δυναμικό και τις υποστηρικτικές δομές που διαθέτει (Πετράκος, 2006).

Τα τελευταία χρόνια, με την κυριαρχία των νέων οικονομικών δεδομένων, δηλαδή της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της κινητικότητας τόσο του κεφαλαίου όσο και του ανθρώπινου δυναμικού, σκιαγραφώνται νέες ανάγκες και απαιτήσεις από μέρους των πόλεων, όπου η πολυπλοκότητα και η βαρύτητα του χωρικού σχεδιασμού ολοένα και εντείνονται (Γοσποδίνη, 2008).
Έτσι, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ανταγωνιστικότητας των τόπων, η ανέλιξη των πόλεων στα αστικά δίκτυα επιτυγχάνεται κυρίως μέσω της βελτίωσης της ποιότητας του αστικού περιβάλλοντος. Αυτό πραγματοποιείται είτε μέσω του εκσυγχρονισμού των υφιστάμενων υποδομών τους ή/και τη δημιουργία νέων, είτε μέσω πολιτικών ανάδειξης της τοπικότητάς τους, ως συγκριτικό τους πλεονέκτημα που πραγματοποιείται με την αναβάθμιση της εικόνας τους και της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας τους (Γοσποδίνη, 2006). Ωστόσο, και στις δυο περιπτώσεις καταλήγουμε σε μια κοινή προσπάθεια προώθησης της τοπικής διαφορετικότητας με τη χρήση των μηχανισμών του χωρικού μάρκετινγκ (Kotler, Haider & Rein, 1993; Kotler, Asplund, Rein & Haider, 1999; Storey, 2004). Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες που διακρίνουν έναν τόπο σε ένα διεθνές και ανταγωνιστικό περιβάλλον είναι η αρχιτεκτονική και πολιτιστική κληρονομία του.

Το παρόν άρθρο, επικεντρώνεται στον ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς μιας πόλης στην αναβάθμιση της τοπικής της ταυτότητας και εικόνας, ως αειφορικό μηχανισμό ανάπτυξης και αστικής αναγέννησης. Η αίσθηση της πολιτιστικής αλλοτρίωσης αλλά και του οικονομικού ανταγωνισμού των πόλεων, καθιστά τη δυναμική της τοπικής ταυτότητας και εικόνας μιας περιοχής ως μοναδικό αντίβαρο στις διεθνείς αυτές πιέσεις. Το συμπέρασμα αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι πολλές πόλεις παγκοσμίως αναδιοργανώνουν και ανασκευάζουν τις εικόνες τους, σε μια προσπάθεια να καταστούν πιο ελκυστικές ώστε να κατορθώσουν να προσελκύσουν τουρίστες, συνέδρια, αθλητικά γεγονότα, επενδυτές, κτλ. (Καλέργης, 2016). Κεντρικό ερώτημα λοιπόν των πολιτικών αστικής ανάπτυξης αποτελεί το κατά πόσο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μίας περιοχής (αρχιτεκτονικό και πολιτιστικό περιβάλλον) μπορούν να τη διαφοροποιήσουν και να αποτελέσουν βασικά στοιχεία σύνθεσης της Ταυτότητας μιας πόλης και «εργαλεία» Αστικής Αναγέννησης και Χωρικού Μάρκετινγκ.

3. Ο ρόλος της Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην εικόνα της πόλης
Με τον όρο βιομηχανική κληρονομιά αναφερόμαστε στις επινοήσεις, τα τεχνικά επιτεύγματα και τα αγαθά της βιομηχανικής εποχής που διαμόρφωσαν αυτό που αποκαλείται σύγχρονος τρόπος ζωής. Ωστόσο, τη ραγδαία ανάπτυξη των επιστημών και της βιομηχανίας, διαδέχτηκε η ταχύτατη αποβιομηχάνιση, ο μαρασμός, δηλαδή, σημαντικών βιομηχανιών με μακρόχρονη ιστορία, η πληθυσμιακή ερήμωση ολόκληρων περιοχών και το αναδυόμενο πρόβλημα της ανεργίας. Στο πλαίσιο αυτό, η αναγνώριση της σημασίας της βιομηχανικής κληρονομιάς και της διαχείρισή της δεν συναρτάται μονοσήμαντα με την καταγραφή και προστασία των αρχιτεκτονικών κελυφών και των διαδικασιών ανάπτυξης αυτού του τομέα, αλλά και με την εσωτερική ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου να συνειδητοποιήσει τον εαυτό του, την ατομική και συλλογική ταυτότητα του, καθώς βλέπει το παρόν να μεταλλάσσεται με εκπληκτική ταχύτητα σε παρελθόν (Μαργαρίτη, 1991).

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια της κρίσης στον τομέα της βιομηχανικής παραγωγής στην Ελλάδα, που επέφεραν ριζικές αλλαγές και συνέπειες τόσο στην οικονομία, όσο και στην κοινωνία. Η αποβιομηχάνιση της χώρας είχε ως αποτέλεσμα τη διακοπή της λειτουργίας πολλών εργοστασίων και κατ’ επέκταση την ερήμωση και εγκατάλειψή τους. Το μεγάλο απόθεμα βιομηχανικών εγκαταστάσεων έθεσε σύντομα μεγάλα ερωτήματα για τη διαχείριση των χώρων αυτών στο σύνολό τους. Η Ελλάδα δε βίωσε τη βιομηχανική επανάσταση στο βαθμό που την έζησε η Δυτική και Κεντρική Ευρώπη, ωστόσο, διαθέτει μοναδικό και αξιόλογο βιομηχανικό απόθεμα, σημαντικό μέρος του οποίου παραμένει ακόμη δίχως καταγραφή (Αγραντώνη, 2010).

Στο πλαίσιο μίας ευρύτερης πολιτισμικής θεώρησης, αναγνωρίζεται ότι ο 19ος αιώνας με τη βιομηχανική επανάσταση σηματοδότησε τη σταδιακή αλλοίωση παραδοσιακών δομών και μορφών ζωής, ενώ ο 20ος αιώνας σηματοδότησε μία νέα αντίληψη για το παρελθόν, αποκαθιστώντας μαζί του μία νέα σχέση. Τις τελευταίες δεκαετίες, ολοένα και περισσότερο, οι διάφοροι φορείς στρέφουν το ενδιαφέρον τους αφενός στην «επανάχρηση» του κτιριακού αποθέματος, κυρίως πρώην βιομηχανικών χώρων και αφετέρου, στην ανάπτυξη πολιτιστικών πολιτικών, ως εργαλείο για την αναζωογόνηση και αναβάθμιση των υποβαθμισμένων θυλάκων ή και ολόκληρων των πόλεων. Υπάρχει λοιπόν, μία γενικευμένη αναγνώριση των βιομηχανικών καταλοίπων και μία προσπάθεια επανένταξής τους στον αστικό ιστό, εισάγοντας την έννοια της βιομηχανικής κληρονομιάς.

Σύμφωνα με τη Χάρτα για τη Βιομηχανική Κληρονομιά του Nizhny Tagil, που υιοθετήθηκε από τη Διεθνή Επιτροπή για τη Διατήρηση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς (TICCIH)  «...η βιομηχανική κληρονομιά αποτελείται από τα κατάλοιπα του βιομηχανικού πολιτισμού, τα οποία παρουσιάζουν ιστορική, τεχνολογική, κοινωνική, επιστημονική και αρχιτεκτονική αξία. Αυτά τα υπολείμματα αποτελούνται από κτίρια και μηχανήματα, εργαστήρια, εργοστάσια, αποθήκες κτλ.». Μέσω της κατανόησης της βιομηχανικής κληρονομιάς αποκτάται ιστορική γνώση και κατανοείται το σύνολο της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας ενός τόπου. Τα βιομηχανικά κτίσματα, μνημεία αλλοτινών εποχών, αποτελούν βασικό γνώρισμα της πόλης και φέρουν την ιστορία του τόπου και των κατοίκων της, ενώ η πόλη θεωρείται ο τόπος όπου καταγράφεται η συλλογική μνήμη των λαών. Μάλιστα, ο Rossi (1991) υποστηρίζει ότι «Η συλλογική μνήμη αποτελεί ένα από τα κυριότερα στοιχεία μετασχηματισμού της πόλης».

Στρατηγικές κατευθύνσεις της επανάχρησης της βιομηχανικής κληρονομιάς αποτελούν η ανάπτυξη δημιουργικών, πολιτιστικών και ψυχαγωγικών πόλων έλξης και η αναβάθμιση της εικόνας της πόλης και της ποιότητας του αστικού χώρου, μέσω μετασχηματισμών του τοπίου, καθώς αφορούν τις περισσότερες φορές υποβαθμισμένες πλέον περιοχές, χωρίς πολιτιστικό και ψυχαγωγικό ενδιαφέρον. Βασικός σκοπός της επανάχρησης και ανάπλασης των παλιών βιομηχανικών χώρων είναι η προβολή και ανάδειξη της εκάστοτε τοπικής ταυτότητας, αλλά και της ιστορικής σημασίας και αξίας αυτών (Καραβασίλη και Μικελάκης, 2001).
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα στα θέματα προστασίας και επανάχρησης. Η μέχρι πρόσφατα απουσία επαρκούς θεσμικού πλαισίου, η έλλειψη πολιτικής, η έλλειψη ολοκληρωμένης επιστημονικής και ιστορικής γνώσης και καταγραφής των βιομηχανικών καταλοίπων, η δυσκολία συνεργασίας των τοπικών αρχών και των ιδιοκτητών, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες, η ελλιπής χρηματοδότηση ή ακόμη και η πρόσφατη οικονομική κρίση, συνθέτουν μία διόλου ικανοποιητική εικόνα για τα βιομηχανικά μνημεία της χώρας.

4. Η Καβάλα ως «Καπνούπολη»
H Καβάλα ήταν γνωστή ως λιμάνι εξαγωγής καπνού από το 18ο αιώνα. Ωστόσο, έντονη οικοδομική δραστηριότητα σημειώθηκε μετά το 1866, με το χτίσιμο των πρώτων καπναποθηκών και της εκκλησίας του Αγίου Ιωάννη, εκτός των τειχών που περικλείουν την παλιά πόλη, στην περιοχή που αργότερα αποτέλεσε το κέντρο της πόλης. Η δραστηριότητα αυτή, συνέπεσε με το νέο οικοδομικό κανονισμό της Τουρκίας "περί οδών και οικοδομών" του 1864 (Τανζιμάτ). Ο κανονισμός αυτός προέβλεπε πολεοδομική ρύθμιση των οικιστικών περιοχών, σύνταξη νέων ρυμοτομικών σχεδίων και αύξηση του επιτρεπόμενου ύψους που μέχρι τότε για τους χριστιανούς περιοριζόταν στα 7 μέτρα. Με την τροποποίηση αυτή, κατέστη εφικτό να κατασκευαστούν οι καπναποθήκες σε μαζική κλίμακα και σε περιοχή που απετέλεσε την πρώτη σημαντική επέκταση της πόλης. Η επέκταση αυτή εγκρίθηκε με φιρμάνι του Σουλτάνου, του οποίου όμως η ημερομηνία και άλλες σχετικές πληροφορίες δεν έχουν βρεθεί (Lalenis, 2014). Αμέσως μετά την έγκριση επέκτασης της Καβάλας, καπναποθήκες, καπνεργοστάσια, γραφεία εταιριών, καταστήματα τραπεζών και κατοικίες καπνεμπόρων, τραπεζιτών και διπλωματών άρχισαν να κατασκευάζονται με γρήγορους ρυθμούς στην περιοχή παρέμβασης. 
Καθώς δεν υπήρχαν περιορισμοί μεγέθους, τα νέα κτίρια ήταν συνήθως αρκετά μεγάλα ώστε να παρέχουν επαρκή χώρο αποθήκευσης του καπνού ή ώστε να παρέχουν επαρκή χώρο εργασίας σε πολυάριθμους καπνεργάτες και καπνεργάτριες. Ενδεικτικό των σχετικών μεγεθών είναι το ότι στην αρχή του 20ου αιώνα, τρείς μεγάλες καπνεμπορικές εταιρείες απασχολούσαν 6.000 άτομα ως εργατικό προσωπικό (Lalenis, 2014).

Προς το τέλος του 19ου αιώνα, το νέο αυτό τμήμα της πόλης παρουσίαζε εικόνα μοντέρνου και πλούσιου αστικού τμήματος. Οι περισσότερες κατασκευές, βιομηχανικού ή οικονομικού χαρακτήρα, ήταν χτισμένες ημικυκλικά γύρω από την παράκτια ζώνη, με τις καπναποθήκες συνήθως επί της παραλιακής ζώνης και τα γραφεία, τράπεζες και κατοικίες με βαθμιαία εξάπλωση προς το εσωτερικό. Οι κατασκευές αυτές εξέφραζαν σε μεγάλο βαθμό το αρχιτεκτονικό στυλ των χωρών προέλευσης των ιδιοκτητών τους ή των αρχιτεκτόνων που τα σχεδίαζαν. Κτίρια νεοκλασσικά, εκλεκτικιστικά, μπαρόκ με Οθωμανικές επιρροές κλπ., συνυπήρχαν σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον (Rentetzi, 2008).

4.1 Η ανάπτυξη του καπνού στην πόλη
Η παραγωγή και το εμπόριο καπνού αποτέλεσαν την οικονομική και γενικότερα αναπτυξιακή βάση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης, από τον 19ο μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα η περιοχή, το διάστημα αυτό, να λειτουργήσει ως περιφερειακό δίκτυο σε χωροταξικό επίπεδο. Όμως, το κύριο εξαγωγικό εμπόριο προς την Ευρώπη γινόταν διαμέσου του λιμένα της Καβάλας. Η πόλη ήταν ήδη έδρα πολλών προξενείων που εξυπηρετούσαν τους εμπορικούς οίκους. Η ραγδαία ανάπτυξη του καπνεμπορίου ανέδειξε την πόλη της Καβάλας στην τριετία 1909 - 1912 σε πρώτο εξαγωγικό λιμάνι της Μακεδονίας με τετραπλάσιες εξαγωγές σε σχέση με την Θεσσαλονίκη (Αγγελούδη, 2010).
Η εμπορική επεξεργασία του καπνού πραγματοποιείται αποκλειστικά στα συγκροτήματα των καπναποθηκών [καπνομάγαζα], τα οποία ανήκουν στην κατηγορία των βιομηχανικών κτιρίων καθώς κατασκευάστηκαν για να στεγάσουν τη βιομηχανική παραγωγή της εποχής. Η σωστή και απρόσκοπτη επεξεργασία του καπνού συνδεόταν άρρηκτα με τους χώρους και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των καπνομάγαζων, ενώ υπαγόρευε τη λειτουργική και μορφολογική οργάνωση των κτιρίων.

Η Καβάλα, ως τα μέσα του 19ου αιώνα ήταν μια μικρή πολίχνη, περιορισμένη μέσα στα τείχη της χερσονήσου της Παναγίας. Ο αριθμός του πληθυσμού της ήταν μικρός και αποτελούνταν από ελληνικά, εβραϊκά και τουρκικά στοιχεία. Η άδεια ανοικοδόμησης, όμως, έξω από τα τείχη [1864] διπλασιάζει την πόλη και πολλαπλασιάζει το ελληνικό στοιχείο. Λόγω της παραγωγής του καπνού, άρχισαν να εγκαθίστανται στην πόλη μόνιμα έμποροι και εργάτες με την ελπίδα μιας καλύτερης τύχης. Εγκαθίστανται, επίσης και ξένοι εμπορικοί οίκοι που ιδρύουν υποπροξενεία, για να διευκολύνονται τα εμπορικά τους συμφέροντα. Αποτέλεσμα ήταν η αλματώδης κοινωνικοοικονομική πρόοδος της Καβάλας, που συνοδεύτηκε από αντίστοιχο οικοδομικό οργασμό. Τότε έγινε η κατάταξή της ως ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα καπνού, το πρώτο μάλιστα σε αξία εξαγομένων προϊόντων, καθώς ήταν και το πλησιέστερο λιμάνι μιας καπνοπαραγωγικής περιοχής (Στεφανίδου, 1991·Χιόνης, 2001).

Στην δεκαετία 1870 - 1880 το καπνεμπόριο στην Καβάλα αυξάνεται ακόμα περισσότερο. Οι καπνεμπορικές επιχειρήσεις πραγματοποιούν μεγάλες εξαγωγές σε χώρες του εξωτερικού και οι περισσότεροι καπνέμποροι συνεχίζουν τις επιχειρήσεις που παρέλαβαν από τον πατέρα τους. Η κατάκτηση της ξένης αγοράς, όμως, είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση στην Καβάλα μεγάλων εμπορικών οίκων του εξωτερικού στα 1884, οι οποίοι άρχισαν να προβαίνουν σε αγορές και στην επεξεργασία καπνών. Παρόλο που ο συνολικός αριθμός των ευρωπαϊκών και αμερικανικών εταιριών δεν είναι μεγάλος, αυτές έλεγχαν σημαντικό τμήμα της καπνεμπορικής δραστηριότητας. Λόγω της εγκατάστασης, λοιπόν, των ξένων εμπορικών οίκων δημιουργήθηκε ανάγκη στέγασης των βιομηχανιών και, επομένως, ανέγερσης νέων χώρων - κτιριακών κελυφών για την αποθήκευση και επεξεργασία του καπνού (Αγγελούδη, 1987· Στεφανίδου, 1991·Βύζικας, 2010).

Η εμφάνιση των καπναποθηκών στον αστικό ιστό της πόλης αποτέλεσε κυρίαρχη εικόνα για αρκετές δεκαετίες. Η σταδιακή, όμως, μείωση της παραγωγής και εμπορίας του καπνού, είχε ως αποτέλεσμα τα κτίρια αυτά να μείνουν χωρίς χρήση, αποτελώντας έναν σημαντικό κτιριακό όγκο, ο οποίος παραμένει μέχρι και σήμερα ανεκμετάλλευτος μέσα στον αστικό ιστό (Αγγελούδη, 1987· Βύζικας, 2010).

4.2 Θέση των Καπναποθηκών στον αστικό ιστό
Οι πρώτες Καπναποθήκες εμφανίζονται, όπως αναφέρθηκε, γύρω στα 1864 έξω από τα τείχη, παραλιακά, κοντά στην περιοχή όπου άλλοτε εκτεινόταν το μουσουλμανικό νεκροταφείο. Οι ξένες επιχειρήσεις χτίζουν αρχικά τις καπναποθήκες τους κατά μήκος της παραλίας, καθώς ο τρόπος μεταφοράς των καπνών μέσω του λιμανιού ήταν καθοριστικός. Σύντομα εξαπλώνονται σε όλο το μήκος της παραλίας από το Φάληρο δυτικά μέχρι το μικρό λιμάνι ανατολικά δημιουργώντας στο εσωτερικό αυτού του άξονα μια ημικυκλική ζώνη.
Στο τέλος του 19ου έχουν διαμορφωθεί πέντε χριστιανικές συνοικίες του Άγιου Ιωάννη, Κιουτσούκ Ορμάν, Ποταμουδίων, Κεντρική Συνοικία, Μαχαλάς, Τηλεγράφου και Καρά Ορμάν. Οι Τούρκοι κυρίως κατοικούν στον Μαχαλά και οι νέοι Τούρκοι στο Σούγιολου. Καπναποθήκες υπάρχουν διάσπαρτα σε όλες τις συνοικίες της Καβάλας. Οι περισσότερες συναντώνται στην παραλιακή περιοχή του Άγιου Ιωάννη και στο Σούγιολου, για να διευκολύνεται η μεταφορά με τις μαούνες ως τα ατμόπλοια αλλά και για να εξασφαλίζεται η υγρασία (ώστε να μην ξηραίνεται ο καπνός). Η παραλιακή σειρά των καπναποθηκών είναι ήδη διαμορφωμένη από το τέλος του 19ου αιώνα.




4.3 Χαρακτηριστικά Καπναποθηκών
4.3.1 Θεσμικό και Ιδιοκτησιακό Καθεστώς
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο στην Καβάλα, όπως και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, ένας μεγάλος αριθμός παραδοσιακών, νεοκλασσικών και βιομηχανικών κτιρίων κατεδαφίστηκε ώστε στη θέση τους να ανεγερθούν κτίρια πολυκατοικιών, με τη μέθοδο της αντιπαροχής, ώστε να καλυφτούν οι στεγαστικές ανάγκες των πόλεων. Έτσι, από τις 172 Καπναποθήκες με τα 276 διαμερίσματα που χωροθετούνταν στην πόλη πριν από λίγες δεκαετίες, απομένουν σήμερα περί τις 50 με 72 διαμερίσματα.
Σύμφωνα με μία έρευνα των Κουτσουφλιανιώτη και Ζώνιου το 2000, από τις 59 Καπναποθήκες που υπήρχαν στην Καβάλα, μόλις οι 8 είχαν την χρήση αποθήκης, όπως φαίνεται και στον πίνακα που ακολουθεί. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι αν και παρουσιάζεται ένας σημαντικός αριθμός εξ’ αυτών να χρησιμοποιούνται, εντούτοις ελάχιστες από αυτές έχουν αποκατασταθεί, ενώ και η πλειοψηφία αυτών λειτουργούν μόνο στον ισόγειο χώρο και κυρίως με χρήση κέντρων διασκέδασης.


Η πλειοψηφία των ιδιοκτητών είναι ιδιώτες, είτε απόγονοι των πρώτων Καπνεμπόρων της πόλης είτε μετέπειτα αγοραστές, ενώ ένας μικρός αριθμός, μόλις 5, ανήκει και στο Δημόσιο (Δήμος Καβάλας, Περιφέρεια ΑΜΘ κτλ.). Οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες σε συνδυασμό με την υπερφορολόγηση της ακίνητης περιουσίας και την έλλειψη ολοκληρωμένης και συλλογικής αστικής πολιτικής, καθιστούν αποτρεπτική την οποιαδήποτε απόπειρα αξιοποίησης των κτιρίων αυτών. Σύμφωνα μάλιστα με τους πίνακες 1 και 2, το ποσοστό των εγκαταλελειμμένων Καπναποθηκών αυξάνεται με την πάροδο του χρόνου, μη αξιοποιώντας τη δυναμική που διαθέτουν τα εν λόγω κτίρια τόσο στη δημιουργία τοπικής αστικής ταυτότητας όσο και στην αναπτυξιακή διαδικασία της πόλης εν γένει.
Ωστόσο, τα κτίρια είναι κηρυγμένα στο σύνολό τους ως «διατηρητέα» ή ως «έργα τέχνης» και προστατεύονται από τις κείμενες διατάξεις του νόμου.


4.3.2 Μορφολογία
Παρατηρώντας την αρχιτεκτονική των βιομηχανικών κτιρίων της πρώτης περιόδου (τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα ως τη δεύτερη δεκαετία του 20ου), στην οποία τοποθετείται χρονικά η κατασκευή των Καπναποθηκών της Καβάλας, διαπιστώνεται μεγάλη ποικιλία στη μορφή των κτισμάτων γεγονός που οφείλεται όχι μόνο στην διαφοροποίηση του τόπου στον οποίο ανεγείρονται αλλά και στο ότι αποτελούν μια νέα κτιριακή κατηγορία που αναζητά νέα μορφολογικά πρότυπα δανειζόμενη στοιχεία δοκιμασμένα σε κτίρια διαφορετικών χρήσεων. Με την έναρξη της βιομηχανικής περιόδου στην Ελλάδα διαπιστώνονται τρεις διακεκριμένοι τύποι τέτοιων κτιρίων, σε ότι αφορά στη μορφολογία τους. Αυτοί είναι α) το «παραδοσιακό κτίριο», που είναι επηρεασμένο από την αρχιτεκτονική των βιομηχανικών κτιρίων της βρετανικής κατά κύριο λόγο βιομηχανικής επανάστασης, β) το «μνημειακό κτίριο», το οποίο αντλεί στοιχεία από την ευρωπαϊκή βιομηχανική αρχιτεκτονική της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης και γ) το «οδοντωτό κτίριο» που μπορεί να θεωρηθεί αμιγής βιομηχανικός τύπος. Οι περισσότερες καπναποθήκες της Καβάλας, κατατάσσονται στην πρώτη κατηγορία κτιρίου παραδοσιακού μορφολογικού χαρακτήρα, καθώς κυρίαρχα χαρακτηριστικά τους αποτελούν τοπικά και νεοκλασικά στοιχεία που υλοποιούνται με παραδοσιακές μεθόδους και υλικά. Έτσι, η μορφολογία των καπναποθηκών της Καβάλας, είναι «λαϊκή νεοκλασική». Ο τρόπος οργάνωσης των ανοιγμάτων τους, επιπλέον, βασίζεται αποκλειστικά στη συμμετρία. Οι όψεις είναι συνήθως διάτρητες από ανοίγματα σχετικά μεγάλων διαστάσεων που επιτρέπουν στο φως του ήλιου να φωτίσει φυσικά το εσωτερικό. Υπάρχει η άποψη πως τα πρώτα καπνομάγαζα που κατασκευάστηκαν ήταν βασισμένα στις γενικές αρχές που διέπουν τις κατοικίες και κυρίως τις εκκλησίες (Ρουκούνης κ.ά., 1991).

Η μορφή των παλαιότερων καπναποθηκών στην περιοχή της Καβάλας αρχικά συναντάται στην πιο απλή εκδοχή της, καθώς εκλείπουν ιδιαίτερα στολίδια και διακοσμητικά. Βέβαια, σε μεταγενέστερη περίοδο η μορφή εξαρτάται άμεσα από πιθανές επιρροές από ρεύματα ή άλλα κινήματα αρχιτεκτονικής κατά τον σχεδιασμό που ακολουθήθηκε στις όψεις των κτιρίων. Έτσι, στη φάση αυτή εμφανίζεται ο διάκοσμος με εκλεκτικιστικά και νεοαναγεννησιακά δείγματα, Art- Nouveau και Art-Deco, ενώ πιο σπάνια μερικές καπναποθήκες αποδίδονται στον γερμανικό νεοκλασικισμό. Στην ύστερη φάση, τα νεώτερα κτίρια διαφοροποιούνται λόγω οικοδομικού υλικού και είναι λιτά κτίρια με εμφανές το δομικό σκελετό. Αναμφίβολα, τα καπνομάγαζα είναι περίοπτα και επιβλητικά κτίρια στον ιστό απλής μορφής ή πιο επιμελημένης (Ρουκούνης κ.ά., 1991).

4.3.3 Διάρθρωση Χώρων-Λειτουργική Οργάνωση
Οι λειτουργίες που στεγάζουν τα κτίρια των καπνεμπορικών επιχειρήσεων στην περιοχή της Καβάλας, κατά γενική ομολογία, είναι η αποθήκευση, η επεξεργασία και οι χώροι διοίκησης.
Σε ότι αφορά την αποθήκευση του καπνού, αυτή αποτελεί βασική χρήση και αναπόσπαστο κομμάτι του χώρου των καπναποθηκών, καταλαμβάνοντας είτε το σύνολο των κτιρίων είτε το μεγαλύτερο μέρος αυτών όταν τα γραφεία και η επεξεργασία δηλαδή δεσμεύουν μέρος του χώρου. Οι απαιτήσεις του χώρου αποθήκευσης είναι λίγες και αφορούν, την εξασφάλιση ικανοποιητικών συνθηκών περιβάλλοντος (υγρασία, φωτισμός, αερισμός) και δυνατότητα εύκολης ταξινόμησης και μεταφοράς των επεξεργασμένων ή χωρικών δεμάτων. Η πρώτη συνθήκη διασφαλίζεται από την ύπαρξη ανοιγμάτων περιμετρικά του κτιρίου που σε συνδυασμό, σε ορισμένες περιπτώσεις, με τις μικρές οπές (φεγγίτες) χαμηλότερα αυτών δημιουργούν το κατάλληλο ρεύμα αέρος και προϋποθέσεις φυσικού αερισμού σε κάθε όροφο. Επιπλέον, ήταν απαραίτητη η ύπαρξη υπόγειου χώρου ο οποίος χρησιμοποιούνταν για την αποθήκευση των δεμάτων καπνού. Το υπόγειο, ως υπόσκαφος χώρος, συγκέντρωνε κάποια ποσοστά υγρασίας τα οποία ευνοούσαν το στάδιο της συντήρησης του καπνού (Rentetzi, 2008·Αγγελούδη, 2010·Βύζικας, 2010).

Η δεύτερη συνθήκη, αυτή της επεξεργασίας, απαιτεί μεγάλους ελεύθερους χώρους με δυνατότητα προσαρμογής στις ανάγκες που δημιουργούνται από τη συνεχή μετακίνηση του εμπορεύματος. Έτσι, οι μεγάλες κατόψεις με τον ελεύθερα διατεταγμένο κάνναβο υποστυλωμάτων μέσα τους αποτελούν την συνήθη εικόνα ενός τέτοιου χώρου που εξασφαλίζει τη λειτουργικότητά του. Η επεξεργασία των καπνών, συνήθως τοποθετείται στους δύο τελευταίους ορόφους του κτιρίου (Rentetzi, 2008·Αγγελούδη, 2010·Βύζικας, 2010).

Η επεξεργασία και η αποθήκευση άλλοτε γίνεται στο ίδιο κτίριο και άλλοτε σε σχέση και σε συνδυασμό με τις γειτονικές καπναποθήκες. Στην πρώτη περίπτωση, στα πρώτα επίπεδα, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, γίνεται η αποθήκευση των καπνών και στα τελευταία η επεξεργασία. Στη δεύτερη περίπτωση, τα κτίρια είναι σε γειτνίαση και συνδέονται με γέφυρες, δημιουργώντας ένα «σύστημα καπναποθηκών» σε αλληλουχία - συγκροτήματα καπναποθηκών, ενώ η επεξεργασία και η αποθήκευση γίνεται με τον ίδιο τρόπο που παρατηρείται και στις μεμονωμένες - ανεξάρτητες καπναποθήκες. Ο απόλυτος χρονικός εντοπισμός αυτής της διαφοροποίησης δεν είναι ευδιάκριτος. Η παρουσία τους, βέβαια, υποδηλώνει πιθανές ενοποιήσεις ιδιοκτησιών και επεκτάσεις, λόγω έλλειψης επαρκούς χώρου για την ομαλή λειτουργία των διαδικασιών (Rentetzi, 2008· Αγγελούδη, 2010·Βύζικας, 2010).

Οι χώροι διοίκησης - γραφεία εμφανίζονται σπανίως ως αυτόνομα και αυτοτελή κτίρια. Λίγα είναι τα κτίρια γραφείων που ανήκαν σε ξένους εμπορικούς οίκους και χτίζονταν κοντά στα συγκροτήματά τους. Σπανίως, επίσης, εμφανίζονται γραφεία ως χώροι στα κτίρια των καπναποθηκών.

Τέλος, αναφορικά με τη διάρθρωση των χώρων, οι περισσότερες καπναποθήκες είναι μονόχωρες χωρίς να λείπουν και αυτές που διαμορφώνονται με δύο, τρεις και τέσσερις χώρους. Η επικοινωνία των χώρων είναι κατακόρυφη (κλιμακοστάσια και ανελκυστήρες εμφανίζονται σε μεταγενέστερη φάση), αλλά και οριζόντια καθώς οι χώροι επικοινωνούν με εσωτερικά ανοίγματα. Κατά κύριο λόγο, όμως, η κυρίαρχη κίνηση στους χώρους των Καπναποθηκών είναι η κατακόρυφη (Rentetzi, 2008· Αγγελούδη, 2010·Βύζικας, 2010).

4.4 Περιπτώσεις επανάχρησης Καπναποθηκών
Μέχρι σήμερα έχουν πραγματοποιηθεί λίγες αλλά σημαντικές απόπειρες επανάχρησης Καπναποθηκών. Παρακάτω παρουσιάζονται εν συντομία 4 από αυτές, οι δύο αφορούν ιδιωτικές πρωτοβουλίες και οι άλλες δύο δημόσιες και δη δημοτικές.
Το Εμπορικό Κέντρο: Η εν λόγω Καπναποθήκη κτίστηκε το 1885 και ανήκε στην Regie de Tabacs. Η τριώροφη αυτή Καπναποθήκη είναι η μόνη που διαθέτει αίθριο χώρο εσωτερικά, γύρω από τον οποίο ήταν παραταγμένοι οι 4 τομείς του κτιρίου. Το 1999 μετατρέπεται σε εμπορικό κέντρο, με καταστήματα λιανικού εμπορίου και χώρους αναψυχής και εστίασης. Για την επανάχρηση, απαιτήθηκαν δομικές προσθήκες στοιχείων από οπλισμένο σκυρόδεμα και μέταλλο. Μεταξύ των προσθηκών ήταν η κατασκευή των μπαλκονιών-διαδρόμων στο εσωτερικό αίθριο, το διαφανές στέγαστρο πάνω από το αίθριο, η κυλιόμενη σκάλα, κ.λπ. (Αγγελούδη, 2010· Βύζικας, 2010).


Το κατάστημα ZARA: Η τριώροφη αυτή Καπναποθήκη, 1.500 τ.μ. σε πέντε επίπεδα, χτίστηκε εντός της περιόδου 1890-1910. Το 1972 περιήλθε στην πλήρη κυριότητα ενός Καβαλιώτη ιδιώτη, και από το 2008 λειτουργεί ως κατάστημα διεθνούς αλυσίδας ρούχων μετά από εκτεταμένες εργασίες αποκατάστασης. Δομικές προσθήκες από οπλισμένο σκυρόδεμα απαιτήθηκαν και σε αυτήν την περίπτωση (Αγγελούδη, 2010- Βύζικας, 2010).
Η Δημοτική Καπναποθήκη: Χτίστηκε το 1910 από τον έμπορο Καπνού Kiazim Emin, έναν εξισλαμισμένο Εβραίο. Η αποθήκη έχει τέσσερις ορόφους, οι οποίοι οριοθετούνται από οριζόντιες ζώνες και συμμετρικά παράθυρα. Το 1971 περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Καβάλας, ο οποίος προχώρησε στην αποκατάστασή της σεβόμενος όλα τα αρχιτεκτονικά της στοιχεία. Σήμερα λειτουργεί ως Κέντρο πολιτιστικών χρήσεων όπου φιλοξενεί περιοδικές εκθέσεις, τα αρχεία του Λαογραφικού Μουσείου Καβάλας, ενώ στο ισόγειο στεγάζεται και το Urban Centre της πόλης (Αγγελούδη, 2010- Βύζικας. 2010).
Εικόνα 5: Άποψη από τη Δημοτική Καπναποθήκη Εικόνα 6: Άποψη από το Μουσείο Καπνού 

Το Μουσείο Καπνού: Χτίστηκε το 1957 από τον Εθνικό Οργανισμό Καπνού (ΕΟΚ). Η εν λόγω Καπναποθήκη χρησιμοποιούταν ως το 1975 για την αποθήκευση και επεξεργασία καπνού. Το 2005, περιέρχεται στην κυριότητα του Δήμου Καβάλας και της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Σήμερα το Δημοτικό Μουσείο Καπνού στεγάζεται στον ισόγειο, σε ένα τμήμα του κτιρίου, ενώ στον υπόλοιπο ισόγειο χώρο φιλοξενούνται άλλα γραφεία και υπηρεσίες του ευρύτερου δημοσίου τομέα καθώς και κοινωνικές ενώσεις όπως είναι η Δημοτική Αστυνομία, ο Σύλλογος Τριτέκνων, ο Σκακιστικός Όμιλος, το Αγροτικό Κτηνιατρείο Καβάλας κτλ.

5. Ανάδειξη τοπικής ταυτότητας μέσω συμμετοχικών διαδικασιών σχεδιασμού
Οι έννοιες της εκ των κάτω (bottom up) αστικής ανάπτυξης και του συμμετοχικού σχεδιασμού επηρεάζουν σημαντικά όλα τα θέματα που σχετίζονται με την αστική πολιτική και τη βιώσιμη αστική ανάπτυξη.
Η σύνθεση μιας «αντιπροσωπευτικής» τοπικής ταυτότητας για μια πόλη αποτελεί μια μακροχρόνια και πολυσύνθετη διαδικασία που απαιτεί εξειδικευμένη γνώση, εμπειρία, όραμα και σχεδιασμό, υπερβαίνοντας τις ενδεχόμενες επιρροές της τοπικής πολιτικής διακυβέρνησης και συγκεράζοντας τις απόψεις και τις ανάγκες όλων των ενδιαφερομένων μερών. Η κοινωνική εμπλοκή των stakeholders και των κατοίκων στην εν λόγω διαδικασία επισφραγίζει τη διαφάνεια και την κοινωνική συναίνεση μέσα από μια διαδικασία αλληλεπίδρασης και διαλόγου με κύριο στόχο την εκπλήρωση της επιθυμίας του κοινωνικού συνόλου, τον εμπλουτισμό της γνώσης και τη μεγιστοποίηση του οφέλους (Σωμαράκης κ.ά., 2016).

Ήδη από το τέλος του 20ού αιώνα γίνεται αντιληπτό πως η τεχνολογία μπορεί να ενδυναμώσει το ρόλο της συμμετοχής του κοινού. Η εξέλιξη στην τεχνολογία των υπολογιστών παρέχει μια μοναδική ευκαιρία να χρησιμοποιούνται ψηφιακές τεχνικές απεικόνισης, για να αλλάξει και να βελτιωθεί ο τρόπος με τον οποίο το κοινό αλληλεπιδρά με το σχεδιασμό. O King (1989) υποστηρίζει πως η απεικόνιση είναι το κλειδί για την αποτελεσματική συμμετοχή του κοινού, διότι αποτελεί τη μόνη κοινή γλώσσα για όλους τους συμμετέχοντες (τεχνικούς και μη τεχνικούς). Η οπτικοποίηση παρέχει ένα συγκεκριμένο θέμα για συζήτηση και καθοδηγεί τα μέλη της κοινότητας μέσω της διαδικασίας σχεδιασμού, αυξάνει την ευαισθητοποίηση στο σχεδιασμού τους και διευκολύνει την καλύτερη επικοινωνία.

Η συμμετοχική προσέγγιση του σχεδιασμού σήμερα υποστηρίζεται σημαντικά από την εξέλιξη των Τεχνολογιών Πληροφόρησης και Επικοινωνίας (ΤΠΕ), οι οποίες έχουν συμβάλλει στη δημιουργία νέων δυνατοτήτων για τη συμμετοχή του κοινού. Στο πλαίσιο αυτό, ενεργό ρόλο έχουν και τα Γεωγραφικά Συστήματα Πληροφοριών (ΓΣΠ) για την ανάλυση των χωρικών δεδομένων και την οπτικοποίηση των αποτελεσμάτων του σχεδιασμού (Σωμαράκης και Στρατηγέα, 2016).
Εργαλεία που χρησιμοποιούνται εδώ είναι για παράδειγμα τα διαδικτυακά ΓΣΠ συμμετοχής κοινού (Public Participation GIS - PPGIS), τα οποία προσφέρουν τη δυνατότητα ηλεκτρονικής συμμετοχής του κοινού (e-participation), κατά την οποία γίνεται χρήση διαδικτυακών χαρτών τόσο για τη βελτίωση της πληροφόρησης του κοινού όσο και για τη συλλογή πληροφορίας χωρικών δεδομένων προερχόμενης από το κοινό (crowdsourcing) (Craig et al., 2002; Papadopoulou και Giaoutzi, 2014), τα οποία θα εφαρμοστούν στην παρούσα έρευνα. Απαραίτητα στοιχεία των συστημάτων αυτών είναι η εμπλοκή του κοινού, η υποστήριξη των ακολουθούμενων διαδικασιών από συγκεκριμένους φορείς, η δυνατότητα αλληλεπίδρασης, η χρήση διαδικτύου και η συμμετοχή στη συλλογική προσπάθεια για την περαιτέρω ανάπτυξη των συστημάτων αυτών (Prosperi, 2004).
Άλλες συμμετοχικές διαδικασίες για τη σύνθεση μίας τοπικής ταυτότητας είναι η ανοιχτή διαβούλευση, οι συναντήσεις σχεδιασμού (charrettes) και τα θεματικά εργαστήρια (workshops), οι διαδικτυακές αναφορές (e-petitions), η ηλεκτρονική ψηφοφορία και η πλατφόρμα διαβούλευσης κοκ.

6. Συμπεράσματα
Σύμφωνα με τις νέες τάσεις και συνθήκες αστικής ανάπτυξης, οι κάτοικοι, οι οικονομικοί παράγοντες και οι θεσμοθετημένες αρχές εντός μιας πόλης δρουν και λαμβάνουν αποφάσεις που ρυθμίζουν το αστικό περιβάλλον. Καθίσταται λοιπόν αναγκαίο, η αξιοποίηση της ιστορικής, πολιτιστικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ενός τόπου να εφαρμόζεται μέσω ενός σύγχρονου μοντέλου αστικής αειφορίας, που περιλαμβάνει ολοκληρωμένες αστικές προσεγγίσεις και συμμετοχικές διαδικασίες για την ενίσχυση της εικόνας ενός τόπου αλλά και στη διαμόρφωση της ταυτότητάς του.

Οι Καπναποθήκες της Καβάλας είναι τα κτίρια που έχουν ιδιαίτερη σημασία επειδή αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της καπνικής ταυτότητας της πόλης. Είναι επίσης σημαντικά, διότι σηματοδοτούν την αρχή της αρχιτεκτονικής και της αστικής εξέλιξης της πόλης αλλά και επειδή αναδεικνύουν τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρας της πόλης την «Χρυσή Περίοδο του Καπνού» και παλαιότερα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η έρευνα του τρόπου «απορρόφησης» αυτής της ποικιλομορφίας και ενσωμάτωσής χωρίς να αλλάξει η πολιτισμική και κοινωνική κληρονομιά της πόλης (Rentetzi, 2008).
Οι Καπναποθήκες αποτελούν εν μέρει μνημεία βιομηχανικής/πολιτιστικής κληρονομιάς και στοιχεία της ταυτότητας της πόλης και από την άλλη, αποτελούν ιδιωτικές περιουσίες με δυνατότητες οικονομικής εκμετάλλευσης, καθιστώντας την ανάδειξη και αξιοποίησή τους ιδιαίτερα πολύπλοκη αλλά και πολυσήμαντη διαδικασία.
Καθώς λοιπόν οι Καπναποθήκες αποτελούν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό και ιστορικό γνώρισμα της περιοχής, που χαρακτηρίζει την ταυτότητα της πόλης, κρίνεται σκόπιμη η ανάδειξη και επανάχρησή τους, ενσωματώνοντας τες στην αστική δομή και λειτουργία της πόλης. Η ένταξη της καπνικής ταυτότητας της Καβάλας σε ένα bottom - up μοντέλο Αστικής Αναγέννησης θα συμβάλλει στην ενίσχυση της δυναμικής και της αναπτυξιακής διαδικασίας όχι μόνο της συγκριμένης πόλης, αλλά και κάθε άλλης πόλης με σημαντική πολιτιστική κληρονομιά.

Η ύπαρξη αυτού του βιομηχανικού πολιτιστικού συνόλου που δύναται να ενισχύσει την αίσθηση της τοπικής ταυτότητας της περιοχής σε συνδυασμό με την αξιοποίηση των υφιστάμενων αστικών κενών, αποτελεί σημαντική αναπτυξιακή δυναμική προς διερεύνηση, ειδικά λόγω του αυξανόμενου ανταγωνισμού μεταξύ των πόλεων σήμερα, αλλά και του φαινομένου της σχέσης μεταξύ παγκοσμιοποίησης και τοπικότητας (“glocalisation” - Robertson, 1992, Swyngedouw, 1997). Η έννοια του glocalisation αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο οι δυναμικές της παγκοσμιοποίησης «επαν-ερμηνεύονται» σε επίπεδο τοπικό, οδηγώντας σε μια μορφή αλληλοεισχώρησης των δυο αυτών αντιδιαμετρικών χωρικών επιπέδων (Καλέργης, 2016).

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Αγγελούδη, Σ. (1986) «Η Καβάλα ως Καπνούπολη», Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας - ΑΜ , no. 7, σελ. 9-14.
  • Αγγελούδη, Σ. (2010) Καβάλα, Πριν και Τώρα, Καβάλα: Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Καβάλας 
  • Αγραντώνη, X. (2010) Οι Απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Αθήνα: Κατάρτι. Βύζικας, I. (2010) Καβάλα, η Μέκκα του Καπνού, Καβάλα: Ίδρυμα Κοινωνικών Κινημάτων.
  • Γοσποδίνη, Α. (2008) «Η εντεινόμενη βαρύτητα και πολυπλοκότητα του χωρικού σχεδιασμού στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον», στο Γοσποδίνη, Α. (επ.) Διάλογοι για το σχεδιασμό του χώρου και την ανάπτυξη, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.
  • Γοσποδίνη, Α. και Μπεριάτος, Η., (2006) Τα νέα αστικά τοπία και η ελληνική πόλη, Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.
  • Ζήβας, Δ. (1997) Τα μνημεία και η πόλη, Αθήνα: Εκδόσεις LIBRO.
  • Ζιώγας, Π. (1982) Παραδοσιακά κτίρια της Νεότερης Καβάλας, Καβάλα: Εθνολογικό Μουσείο Καβάλας 
  • Καλέργης, Δ. (2016) «Πόλη, ανταγωνιστικότητα & αρχιτεκτονική: ο ρόλος της εικόνας στην προβολή και ανάπτυξή τους», Διδακτορική διατριβή, Βόλος: Πολυτεχνική Σχολή, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης.
  • Καραβασίλη, Μ. και Μικελάκης, Μ. (2001) «Η Διαχείριση της Βιομηχανικής Κληρονομιάς στην Ελλάδα», Corpus, 26, σελ. 46-55.
  • Μαργαρίτη, Φ. (1991) «Βιομηχανικά κτήρια, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον», Αρχιτεκτονικά Θέματα, 25, σελ. 25-33
  • Μεταξάς, Θ. (2010) «Ο πολιτισμός ως «εργαλείο» αστικής ανάπτυξης και ανταγωνιστικότητας: η διαδικασία του μάρκετινγκ των πόλεων», Βήμα Κοινωνικών Επιστημών, 58, σελ. 159-190. Πετράκος, Γ. (2006) «Τι πόλεις θέλουμε» εισήγηση σε εκδήλωση του ΙΣΤΑΜΕ «Παλιές και νέες προκλήσεις για την πόλη», Αθήνα.
  • Rossi, A. (1991) Η αρχιτεκτονική της πόλης, επιμ. Παπαδόπουλος, Λ., Παπακώστας. Γ. και Τσιτιρίδου, Σ., Θεσσαλονίκη: University Studio Press.
  • Ρουκούνης, Γ. και Γιαννοπούλου, Μ. (1991) «Οι Καπναποθήκες της Ξάνθης», Θρακικά Χρονικά, 45, σελ. 75-90
  • Σαπουνάκης, Α. (2012) «Ταυτότητα των πόλεων, πολιτισμός και σχεδιασμός», στο Δέφνερ, Α. και Καραχάλης, Ν. (επ.) Marketing και Branding Τόπου: Η διεθνής Εμπειρία και η Ελληνική Πραγματικότητα, Βόλος: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας.
  • Στεφανίδου, Α. (1991) «Η πόλη - λιμάνι της Καβάλας κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας Πολεοδομική διερεύνηση 1391-1912», Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη: Πολυτεχνική Σχολή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών.
  • Σωμαράκης, Γ. & Στρατηγέα, Α. (2016) «Η συμμετοχική προσέγγιση στο χωροταξικό σχεδιασμό και η συμβολή των Τεχνολογιών Πληροφόρησης και Επικοινωνίας», διαθέσιμο στο http://www.citybranding.gr/2016/01/blog-post 20.html (τελευταία πρόσβαση στις 2-2-2017). 
  • Χιόνης, Κ. (2001) Συνοπτική ιστορία της πόλης της Καβάλας, των Φιλίππων και της Θάσου, Καβάλα: Εκδόσεις Δημοτικό Μουσείο Καβάλας

Ξενόγλωσση
  • Caragliu, A. Del Bo, C. and Nijkamp, P. (2009) “Smart cities in Europe”, 3rd Central European Conference in Regional Science - CERS.
  • Castells, M. (2010) The power of Identity, London: Wiley-Blackwell.
  • Craig, W., Harris, T. & Weiner, D. (2002) Community Participation and Geographic Information Systems, London: Taylor and Francis.
  • Hague, C. & Jenkins, P. (2005) Place identity, planning and participation. London: Routledge.
  • King, S., Conley, M., Latimer, B. and Ferrari, D. (1989) Co-Design: A Process of Design Participation, New York: Van Nostrand Reinhold.
  • Kotler, P. Haider, D. H. & Rein, I. (1993) Marketing places, New York: Free Press.
  • Kotler, P., Asplund, C., Rein, I. & Haider, D. H. (1999) Marketing places Europe, Harlow: Financial Times Prentice Hall.
  • Lalenis, K. (2014) “City plans drawn on tobacco leafs: The evolution of urban identity of Kavala, Greece”, Conference proceedings, CAUMME “Architectural and Urban Research, Education, and Practice”, Gyrne, Cyprus.
  • Lewicka, M. (2008) “Place attachment, place identity, and place memory: Restoring the forgotten city past”, Journal of Environmental Psychology, 28 (3), pp. 209-231.
  • Mentesidou, E. (2016) “Tobacco Warehouses of Kavala, Greece: Reading Urban and Architectural Aspects through the Selective Lens of Economic Motives”, Master Thesis, Brandenburg University of Technology.
  • Papadopoulou, C.-A. & Giaoutzi, M. (2014) “Crowdsourcing as a Tool for Knowledge Acquisition in Spatial Planning”, Future Internet, 6 (1), pp. 109-125.
  • Prosperi, D. C. (2004) “PPGIS: separating the concepts and finding the nexuses” in 24th Urban Data Management Symposium. Chioggia, 27-29 October 2004, pp. 11.1-11.12.
  • Rentetzi, M. (2008): “Configuring Identities through Industrial Architecture and Urban Planning: Greek Tobacco Warehouses in Late Nineteenth and Early Twentieth Century”, Science Studies, 21 (2008/1) pp. 64-81.
  • Robertson, R. (1992) Globalization - Social Theory and Global Culture, London: Sage Publications.
  • Swyngedouw, Erik (2004) “Globalisation or ‘Glocalisation’? Networks, Territories and Rescaling”, Cambridge Review of International Affairs, 17(1), pp. 25-48.
*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου