Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2012

Γνωστικός Χάρτης: Η βάση διαμόρφωσης αστικών εικόνων

#ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΕΡΓΗΣ, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Συχνά, γίνεται αναφορά στην εικόνα μιας πόλης, μιας περιοχής αλλά και άλλων περισσότερο αφηρημένων εννοιών όπως η εικόνα μιας επιχείρησης στην αγορά, κτλ. Η αναφορά σε εικόνες ως υποκειμενικές εκτιμήσεις είναι αρκετά συνηθισμένη στην καθημερινή αστική πραγματικότητα. Βέβαια, το γεγονός αυτό δεν συνεπάγεται ένα τεράστιο αριθμό ανεξάρτητων εικόνων, αλλά εκφράζει μια ατομική προοπτική η οποία αναλόγως τις εκάστοτε κοινωνικές, πολιτισμικές και χωρικές συνθήκες προσαρμόζεται σε κοινά πρότυπα δημιουργώντας έτσι σημεία συμμορφίας. Ειδικά όσον αφορά το αστικό περιβάλλον, τη βάση υποκειμενικών χωρικών εκτιμήσεων αποτελεί ένας γνωστικός χάρτης, ο οποίος αντιπροσωπεύει παράλληλα το κοινό σημείο συμμετοχής και προσαρμογής στη διαμόρφωση αστικών εικόνων και ως εκ τούτου της αστικής ταυτότητας.
Η συγκεκριμένη εισήγηση προσεγγίζει τη διαδικασία διαμόρφωσης αστικών εικόνων ως γνωστική διαδικασία κατά την οποία ο άνθρωπος, μέσω των μηχανισμών της αντίληψης, αποκτά γνώση για το περιβάλλον του καταλήγοντας σε αντίστοιχες περιβαλλοντικές εκτιμήσεις, περιγραφές, "σχηματοποιήσεις" και αναπαραστάσεις, διατηρώντας σχεδόν ταυτόχρονα εν εξελικτικό γνωστικό χάρτη. Η διαδικασία αυτή αποτελεί επίσης τη βάση της σχέσης αλληλεπίδρασης του ανθρώπου με το αστικό περιβάλλον του. Η ανάδειξη λοιπόν της γνωστικής διαδικασίας, συγκεκριμένα με τη μορφή ενός γνωστικού χάρτη, ως απαραίτητη ανθρώπινη ανάγκη συνεχούς αλληλεπίδρασης και προσαρμογής με το περιβάλλον προσφέρει ένα προαπαιτούμενο θεωρητικό πλαίσιο στις στρατηγικές του χωρικού μάρκετινγκ. 

Η διαχείριση μιας αστικής εικόνας μη συμπεριλαμβανομένης της γνωστικής διαδικασίας, δηλαδή της αντίληψης και εκτίμησης του περιβάλλοντος, διακυβεύει την αποτελεσματικότητά της και το βαθμό επιρροής της στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Ωστόσο, η προσέγγιση αυτή δεν σημαίνει ότι η εικόνα της πόλης είναι αποκλειστικά αποτέλεσμα του γνωστικού, αλλά αντιθέτως ότι η εικόνα του περιβάλλοντος αντιπροσωπεύει, στα πλαίσια της γνωστικής εξέλιξης ενός ανθρώπου, ένα βασικό και καθοριστικό παράγοντα που επηρεάζει τις επιλογές του, τις αποφάσεις του, τις προτιμήσεις του, τη ψυχολογία του γενικότερα και κατά συνέπεια τη συμπεριφορά του.

Η μελέτη των διαδικασιών διαμόρφωσης ενός γνωστικού χάρτη επομένως αναδεικνύει τομείς και χαρακτηριστικά τα οποία συνήθως παραλείπονται ή εκτιμώνται ως δευτερεύοντα, κατά τη διαχείριση αστικών εικόνων, όπως:
  • η γνωστική βάση της σχέσης ενός ατόμου με το περιβάλλον του
  • οι αντιληπτικές διαδικασίες κατά τις οποίες ο άνθρωπος αναγνωρίζει και "σχηματίζει" αστικές εικόνες Χ   η αξιολόγηση του περιβάλλοντος και των εικόνων αυτού, καθώς και η διαμόρφωση χωρικών εκτιμήσεων και προτιμήσεων
  • η διαδικασία κατά την οποία μέσω των προσωπικών του αξιολογήσεων και προτιμήσεων, ο άνθρωπος δημιουργεί ή προσαρμόζεται σε τύπους συμπεριφοράς ανάλογα με τα χωρικά πλαίσια που συναναστρέφεται.


1. Η έννοια της Περιβαλλοντικής διάστασης της Εικόνας της Πόλης

Το θεωρητικό υπόβαθρο της έννοιας της περιβαλλοντικής εικόνας της πόλης έγκειται στις θεωρίες της γνωστικής ψυχολογίας που επιχειρούν να εξηγήσουν τις διαδικασίες που τα άτομα λαμβάνουν πληροφορίες από το "πραγματικό" περιβάλλον και τις μετατρέπουν σε προσωπικές προβολές επηρεάζοντας κατά αυτόν τον τρόπο το πλαίσιο της συμπεριφοράς του στο περιβάλλον αυτό. Σημαντικό ρόλο στην κατανόηση της γνωστικής αυτής διάστασης της περιβαλλοντικής εικόνας αποτελεί η έννοια του "σχήματος" (schema), η οποία κατά τον Bartlett (1932) αφορά την οργάνωση που επιβάλλεται στα στοιχεία αποθηκευμένα στον ανθρώπινο εγκέφαλο. Οι πληροφορίες αυτές αποθηκεύονται, κατά τον Bartlett, με την μορφή "σχημάτων" όχι σαν είδωλα της πραγματικότητας αλλά σαν μια αποσπασματική απεικόνιση και μεταβαλλόμενη αλληλουχία εικόνων από εμπειρίες του παρελθόντος. Έτσι, κάθε νέα πληροφορία υπόκειται σε παραμορφώσεις, παραλήψεις και απλοποιήσεις προκειμένου να εναρμονιστεί με το υπάρχον σχήμα. Οι άνθρωποι δέχονται τα ερεθίσματα της αντίληψης μέσω των αισθήσεων και οι πληροφορίες αυτών των ερεθισμών τροποποιούνται σύμφωνα με τα σχετικά "σχήματα". Έτσι, "ο γνωστικός χάρτης μπορεί να θεωρηθεί σαν ένα σύστημα σχημάτων τοποθετημένων το ένα μέσα στο άλλο, τα οποία αναπτύσσονται σαν άμεση συνέπεια της αλληλεπίδρασης μεταξύ ατόμων και περιβάλλοντος και αποτελούν μάλλον μια εξειδικευμένη ανάπλαση του απολύτου φυσικού περιβάλλοντος, παρά μια αναπαραγωγή εν είδει ειδώλου" Π.

2. Περιβαλλοντικό Γιγνώσκειν

Το περιβαλλοντικό γιγνώσκειν περιλαμβάνει όλες τις διαδικασίες που αφορούν τη γνώση του περιβάλλοντος, αποτελώντας έτσι τη βάση κάθε απόφασης και επιλογής ενός ατόμου εφόσον κατά κύριο λόγο βασίζεται στις οπτικές πληροφορίες για να σχηματίσει την απαραίτητη δομή του περιβάλλοντος. Αν και η διαδικασία του περιβαλλοντικού γιγνώσκειν δεν έχει ερευνηθεί ακόμα πλήρως, η οπτική επιρροή του περιβάλλοντος στις γνωστικές διαδικασίες ενός ατόμου είναι σημαντική διότι καταρχάς, "η μνήμη των εικόνων και των άλλων οπτικών πληροφοριών είναι διαφορετική από τη μνήμη των άλλων ειδών πληροφοριών" .
Πράγματι, η ικανότητα του ανθρώπου να διατηρεί νοητικά πληροφορίες σε μορφή εικόνων είναι εντυπωσιακή, κυρίως διότι η οπτική πληροφορία κωδικοποιείται με διαφορετικό τρόπο από όλες τις άλλες μορφές πληροφορίας. Η υπεροχή της οπτικής μνήμης, έναντι π.χ. της μνήμης του λεκτικού, επιβεβαιώνεται σε πολλές μελέτες . Η ικανότητα της οπτικής μνήμης αποτελεί και το μηχανισμό με τον οποίο δομούνται οι νοητικές αναπαραστάσεις του φυσικού περιβάλλοντος .

3. Γνωστικός Χάρτης

Οι νοητικές αυτές αναπαραστάσεις του περιβάλλοντος ονομάζονται γνωστικοί χάρτες και προσφέρουν ένα χρήσιμο μοντέλο του περιβάλλοντος μέσω της αντιληπτικής διαδικασίας , ιδίως μέσω της αφαίρεσης και των σφαλμάτων της προσοχής. Δίχως αμφιβολία, οι γνωστικοί χάρτες διαφέρουν κατά κανόνα από την πραγματική κατάσταση του περιβάλλοντος τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη δομή του είναι προφανές πως μια αναπαράσταση δεν είναι δυνατόν να καλύψει το σύνολο του περιβάλλοντος. Ακόμη, μια ολιστική γνώση ενός χώρου δεν είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί μόνο μέσω ενός χάρτη, κυρίως επειδή είναι αδύνατον όλες οι πληροφορίες του περιβάλλοντος να δημιουργούν μόνο ένα χάρτη είτε μικρά τμήματα αυτού .
Οι γνωστικοί χάρτες και κατά συνέπεια το χωρικό γιγνώσκειν, περιλαμβάνει τη διαδικασία που αποκτά, οργανώνει, συνθέτει και ανακαλεί ο άνθρωπος τις πληροφορίες των χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος που δραστηριοποιείται. Μέσω αυτής της διαδικασίας επιλύει 'χωρικά προβλήματα' όπως για παράδειγμα αυτό του προσανατολισμού (απαραίτητη προϋπόθεση κάθε είδους μετακίνησης στο χώρο). Κατά τη διαδικασία διαμόρφωσης του προσανατολισμού, καθοριστικό ρόλο παρουσιάζουν τα χαρακτηριστικά σημεία ενός γνωστικού χάρτη όπως: στοιχεία διαφημιστικών κατασκευών, αστικού εξοπλισμού, συμβολικά κτήρια, άλλα και κάθε είδους χάρτης που βοηθά στον σχηματισμό της δομής του περιβάλλοντος (π.χ. αστικής συγκοινωνίας, υπόγειου σιδηρόδρομου, κτλ) . Βέβαια, είναι σημαντική η επισήμανση ότι οι γνωστικοί χάρτες δεν αντιπροσωπεύουν χαρτογραφικούς χάρτες, διότι δεν αποτελούν μια ορθή και αντικειμενική αποτύπωση ή απεικόνιση της πραγματικότητας του φυσικού περιβάλλοντος, αλλά αντιθέτως μια υποκειμενική έμφαση σε επιλεγμένα σημεία που παρουσιάζουν κάποια σημασία για το άτομο που σχηματίζει ένα γνωστικό χάρτη (Εικόνα 1).


Ένας γνωστικός χάρτης, δηλαδή, αναπαριστά τον κόσμο όπως το άτομο νομίζει ότι αυτός , ενω είναι κοινός σε πολλά άτομα που βιώνουν στο ίδιο αστικό περιβάλλον με τον παράγοντας της εξοικείωσης, δηλαδή της έντονης εμπειρίας ενός περιβάλλοντος, να αποτελεί σημαντικό παράγοντα διαμόρφωσης ενός χάρτη. Κατά συνέπεια, το περιβαλλοντικό γιγνώσκειν περιλαμβάνει τις γνωστικές διαδικασίες λήψης και γνωστικής αναπαράστασης της χωρικής πληροφορίας , με έμφαση κυρίως στις πληροφορίες των σημαντικότερων (και 'εντονότερων') για το κάθε άτομο χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος όπως για παράδειγμα στα ορόσημα (landmarks). Τα χαρακτηριστικά αυτά στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος επηρεάζουν τόσο τη λήψη όσο και την αποθήκευση στη μνήμη της χωρικής πληροφορίας. Έτσι, οι γνωστικοί χάρτες περιλαμβάνουν ένα σύνολο χωρικών πληροφοριών που αποκτούνται από άμεσες προσωπικές εμπειρίες αλλά και άλλες πηγές , όπως για παράδειγμα λεκτικές πληροφορίες όσον αφορά ένα φυσικό περιβάλλον που προκύπτουν από μια κοινωνική συνδιαλλαγή (π.χ. μια συνοικία χαρακτηρίζεται ως επικίνδυνη ή φιλική, ευχάριστη ή δυσάρεστη, κτλ.). Επομένως όσον αφορά τη γνωστική διαδικασία, "σχηματίζουμε διάφορους τύπους πόλεων στο μυαλό μας... η νοητική αναπαράσταση του περιβάλλοντος μπορεί να συνίσταται, τελικά, όχι μόνο από ένα χωρικό χάρτη αλλά και από ποικίλες κοινωνικές και συμβολικές σημασίες"  .

Οι βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν τις αντιληπτικές διαδικασίες και κατά συνέπεια το αποτέλεσμα του χωρικού γιγνώσκειν είναι:

η ηλικία
Ο παράγοντας της ηλικίας επηρεάζει τη διαδικασία προσέγγισης του χωρικού γιγνώσκειν. Για παράδειγμα σε άτομα μικρής ηλικίας, οι γνωστικές διαδικασίες ακολουθούν μια αλληλουχία αντίληψης από την εγωκεντρική στην προβλητική και μερικώς αφηρημένη κατάσταση. Αντίθετα, σε ηλικιωμένα άτομα παρότι η εμπειρία τους περιορίζεται εξαιτίας της χαμηλής κινητικότητας τους ή των χαμηλών αισθητηριακών δεξιοτήτων, οι αναμνήσεις τους από το περιβάλλον είναι περισσότερο προσωποποιημένες και συγκεκριμένες από ότι στους νεότερους .

ο βαθμός εξοικείωσης
Ο παράγοντας της εξοικείωσης ενός ατόμου από τη συχνή επαφή του με ένα χωρικό πλαίσιο προσφέρει μια πληρέστερη και καλύτερα οργανωμένη γνωστική εικόνα του περιβάλλοντος. Σημαντικό στοιχείο εξοικείωσης με ένα χώρο αποτελεί η αναγνωρισιμότητα που διαθέτει ο χώρος αυτός .

τα γνωστικά σφάλματα
Ο παράγοντας των γνωστικών σφαλμάτων περιλαμβάνει την παράλειψη, την παραμόρφωση, την επαύξηση  και τη σχέση απλότητας - πολυπλοκότητας . Το σφάλμα της παράλειψης οφείλεται στα ελλιπή στοιχεία του περιβάλλοντος που ένα άτομο ηθελημένα ή μη δεν κατάφερε να συλλέξει. Η παραμόρφωση αφορά την περίπτωση κατά την οποία τα φυσικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος αναπαριστώνται από ένα άτομο εσφαλμένα με μια έντονη υποκειμενικότητα ή υπερβολή. Η επαύξηση αφορά την περίπτωση στην οποία τα άτομα προσθέτουν στοιχεία στο περιβάλλον προς νοητική αναπαράσταση τα οποία δεν υφίσταται στην πραγματικότητα . Η σχέση απλότητας - πολυπλοκότητας αφορά την υποκειμενική εκτίμηση όσον αφορά το βαθμό της δομής και του περιεχομένου ενός χωρικού πλαισίου . Μέτρια επίπεδα πολυπλοκότητας ενός χωρικού πλαισίου παρουσιάζει μεγαλύτερα ποσοστά προτίμησης, ενώ υψηλά επίπεδα πολυπλοκότητας οδηγεί σε μια δύσκολα αναγνωρίσιμη περιβαλλοντική εικόνα προκαλώντας συνήθως σε ένα άτομο ψυχολογική ανησυχία . Αντίθετα, χαμηλού επιπέδου πολυπλοκότητα (απλότητα) πιθανόν να μην προσφέρει τα απαραίτητα στοιχεία 'πρόκλησης' της προσοχής ενός ατόμου. 
Μια άλλη μελέτη διακρίνει τα γνωστικά σφάλματα σε  : 
α) παραμορφώσεις, οι διαφορές και αποκλίσεις των χαρακτηριστικών μιας τοποθεσίας μεταξύ του γνωστικού και του πραγματικού χώρου, 
β) ασάφειες, η μεταβλητότητα μιας ένδειξης από ένα σύνολο τοποθεσιών του γνωστικού ως προς κάποια πληθυσμιακή υποομάδα. Βέβαια, εκτός από τυχόν λάθη της γνωστικής διαδικασίας, ενδέχεται να παρουσιάζονται και κενά γνώσης όσον αφορά ένα χωρικό πλαίσιο, όπως ασύμμετρες εκτιμήσεις αποστάσεων , χωρικές εφαρμογές εκθετικής συνάρτησης ως προς τις παραμορφώσεις αποστάσεων , κτλ. 
Είναι πραγματικά κοινός τόπος πολλών μελετών ότι οι δομές γνώσης των ανθρώπων είναι ατελείς και σχηματικές, ενώ κατά την αναπαράσταση τους περιλαμβάνουν κενά, περισσότερα όσο λιγότερη η εμπειρία και εξοικείωση που έχει το άτομο με ένα περιβάλλον Κοινά χαρακτηριστικά της χωρικής γνώσης είναι ότι οι εκτιμήσεις κοντινότερων ή γνώριμων αποστάσεων παρουσιάζουν την εντύπωση σε ένα άτομο ότι είναι μεγαλύτερες από ότι στην πραγματικότητα, σε αντίθεση με χωρικά πλαίσια που βρίσκονται σε μακρινή μη γνώριμη κατάσταση

3. Χαρακτηριστικά Γνωστικών Χαρτών

Οσον αφορα τα χωτικα χαρακτηρισιτκα της μελέτης των γνωστικών χαρτών επικεντρώνεται στο αστικό περιβάλλον, δίχως να σημαίνει ότι οι γνωστικοί χάρτες περιορίζονται σε αυτο, αλλά εξαιτίας της έντονης αστικής ζωής και εμπειρίας ενός ανθρώπου, οι διαδικασίες σχηματισμού των γνωστικών χαρτών είναι έντονα επηρεασμένες από τα χαρακτηριστικά και τη λειτουργία της πόλης. Το γεγονός αυτό εξηγεί και την τάση του ανθρώπου να προσδίδει έμφαση στα έντονα στοιχεία του αστικού περιβάλλοντος όπως: μνημεία, συμβολικά κτήρια, δομή του οδικού δικτύου, κτλ, κατά τον σχηματισμό των γνωστικών αναπαραστάσεων του περιβάλλοντος. Κατα συνεπεαι, βασικό χαρακτηριστικό της δυνατότητας ενός ατόμου για το σχηματισμό γνωστικών χαρτών του αστικού περιβάλλοντος είναι η αναγνωρισιμότητα (legibility), δηλαδή η δυνατότητα του ατόμου αναγνώρισης των αστικών χαρακτηριστικών, η οποία συχνά αναφέρεται και ως εικονικότητα (imageability, Lynch, 1960), με την πρόσθετη ερμηνεία ότι περιλαμβάνει και τη δυνατότητα των αστικών χαρακτηριστικών να βοηθούν στο σχηματισμό νοητικών εικόνων (αστικές αναπαραστάσεις).

Βασικά στοιχεία που συντελούν στην αναγνωρισιμότητα του αστικού περιβάλλοντος και κατά συνέπεια στο σχηματισμό γνωστικών χαρτών είναι (Εικόνα 2, Lynch, 1960: 46-90):

τα μονοπάτια (paths) αφορούν κάθε είδους διαδρόμου κίνησης, π.χ. οδικού δικτύου.
τα άκρα (edges) που περιλαμβάνουν γραμμικά διαχωριστικά στοιχεία μεταξύ διαφορετικών χαρακτηριστικών του αστικού περιβάλλοντος, π.χ. όχθες ποταμού.
οι περιοχές (districts) αφορούν τμήματα μιας πόλης, ανεξαρτήτως μεγέθους, με διακριτό και αναγνωρίσιμο χαρακτήρα ή ταυτότητα, π.χ. Quartier Latin στο Παρίσι.
οι κόμβοι (nodes) περιλαμβάνουν τα στρατηγικά και δημοφιλή σημεία μιας πόλης π.χ. πλατείες κτλ.
τα ορόσημα (landmarks) περιλαμβάνει τα στοιχεία μεγάλης σημασιολογικής κλίμακας, διακριτά, δημοφιλή και συμβολικού συνήθως χαρακτήρα, π.χ. το υψηλότερο κτήριο μιας πόλης, ένα μουσείο, ένας αρχαιολογικός χώρος, κτλ.

Η κατηγοριοποίηση κατά τον Lynch (1960) όσον αφορά τα βασικά στοιχεία αναγνωρισιμότητας ενός αστικού χώρου επιβεβαιώνονται από πολλές μελέτες (Aragones & Arredondo, 1985 • Magana, 1978) και αποτελούν σημαντικά συστατικά ενός γνωστικού χάρτη (Gifford, 1997). Μια ακόμη διάκριση των συστατικών αναγνωρισιμότητας με βάση τη μορφή χωρικής γνώσης είναι (Συγκολλίτου, 1997: 99):
η γνώση διαδρομών (route knowledge) αναφέρεται κυρίως στην άμεση εμπειρία κατεύθυνσης.
η γνώση πεδίου (survey knowledge)
είναι περισσότερο αναπαραστατική, δηλαδή αναφέρεται στις σχέσεις μεταξύ διαφόρων τοποθεσιών.

Το αποτέλεσμα του σχηματισμού ενός γνωστικού χάρτη με τα αντίστοιχα χαρακτηριστικά του είναι η σημαντική επιρροή του στις διαδικασίες διαμόρφωσης χωρικής συμπεριφοράς . Η έννοια της χωρικής συμπεριφοράς περιλαμβάνει τον τρόπο ζωής ενός ατόμου, την εξοικείωση του με το περιβάλλον, την κοινωνική του τάξη, καθώς και την κοινωνική του εμπλοκή. Ο τρόπος ζωής ενός ατόμου επηρεάζει την εμπειρία σε συγκεκριμένα τμήματα της πόλης που το άτομο συνήθως δραστηριοποιείται με αποτέλεσμα να αποκτά μεγαλύτερη εξοικείωση και να τα θεωρεί περισσότερο σημαντικά όσον αφορά την προσωπική του καθημερινότητα. Η εξοικείωση με ένα χωρικό πλαίσιο, π.χ. περιοχή κατοικίας, προσφέρει καλύτερη χωρική προσαρμογή συμπεριφοράς από ότι σε άτομα με λιγότερη εξοικείωση . Η κοινωνική τάξη είναι παράγοντας που συνδέεται θετικά με το εύρος και τις λειτουργίες των γνωστικών χαρτών  και οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι οι οικονομικοί περιορισμοί ελαττώνουν τη χωρική κινητικότητα των λιγότερο εύπορων, με αποτέλεσμα να περιορίζεται και η δυνατότητα εμπλοκής τους με ένα περιβάλλον . Τέλος, η κοινωνική εμπλοκή αφορά τις κοινωνικές σχέσεις που πραγματοποιούνται σε ένα χώρο π.χ. γειτονιά και οι οποίες καθορίζουν το είδος και το βαθμό των κοινωνικών δραστηριοτήτων .




4. Η Γνωστική βάση διαμόρφωσης Αστικών Εικόνων

Το αντικείμενο της μελέτης των διαδικασιών ανάπτυξης περιβαλλοντικών αναπαραστάσεων αναπτύχθηκε κυρίως κατά τη δεκαετία του '70, ιδιαίτερα με το ερευνητικό έργο του Piaget (1965/ 1972/1974). Κατά τον Piaget, η γνώση εξελίσσεται μέσα από διαδοχικά στάδια, ξεκινώντας από το εγωκεντρικό (το σύνολο της γνώσης επικεντρώνεται γύρω από το 'εγώ'), το ετεροκεντρικό (υπάρχει ένας σχετικός χώρος ανεξάρτητος από το 'εγώ' και συνδέεται με απλές έννοιες και σχέσεις) και το γεωκεντρικό στάδιο (υπάρχει ένας απόλυτος χώρος ανεξάρτητος από το 'εγώ' και τα στοιχεία του περιβάλλοντος παρουσιάζουν αναπτυγμένες συσχετίσεις, δομή και έννοια). Η θεωρία αυτή του Piaget επιβεβαιώνεται από άλλες μελέτες  , ενώ άλλες προσθέτουν και νέα δεδομένα . Κατά τους Spencer και Darvizeh, η ακολουθία ανάπτυξης της διαδικασίας περιβαλλοντικής αναπαράστασης παρεμβάλλεται από μια αναπτυξιακή εξέλιξη που περιλαμβάνει τη χρήση διαφορετικών ειδών χωρικών στοιχείων όπως: το ορόσημο, μεταφορικό δίκτυο, κτλ. Η χρήση χωρικών στοιχείων κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αναπαράστασης είναι άλλοτε απλή και σύμφωνη με τα στάδια του Piaget, ενδέχεται όμως να είναι διαφορετική για το κάθε άτομο τόσο σε ένταση όσο και σε λειτουργία. Στην απλή περίπτωση ένα άτομο ενδέχεται να συνδέει απλοϊκά π.χ. μια σειρά οροσήμων μεταξύ τους, δίχως απαραίτητα πλούσιο γνωστικό και χαρτογραφικό περιεχόμενο. Στην πιο συνθέτη περίπτωση, το άτομο είναι δυνατόν να αναπτύξει μια σειρά συσχετίσεων και εννοιών, διαμορφώνοντας έτσι μια πληρέστερη χωρική δομή , η οποία αυξάνεται (όσον αφορά την ποιότητα περιεχομένου και συσχετίσεων μεταξύ των στοιχείων) ανάλογα με το βαθμό εμπειρίας και εξοικείωσης με το χωρικό αυτό πλαίσιο. Η δομή αυτή ονομάζεται και δομή γνώσης και περιλαμβάνει ένα σύνολο συμβολικών δομών που σχηματίζει το κάθε άτομο για το περιβάλλον του. Οι δομές αυτές αποτελούνται από σημασιολογικά δίκτυα που περιλαμβάνον σύνολα κόμβων που αντιστοιχούν στις έννοιες και σύνολα δικτύων που αντιστοιχούν στις σχέσεις .

Αναμφισβήτητο συμπέρασμα είναι ότι η γνώση του χώρου είναι αποτέλεσμα μιας ανάπτυξης της γνωστικής ικανότητας του ανθρώπου και είναι διαδικαστικής φύσης. Τη στιγμή που ένα άτομο αναπτύξει τις ικανότητες αυτές, είναι δυνατόν να διαμορφώσει με σχετική άνεση συμβολικές και αφηρημένες έννοιες και συσχετίσεις, να αποκτήσει μια πληρέστερη αντίληψη των χαρακτηριστικών του περιβάλλοντος καθώς και να αναπτύξει σύνθετους συσχετισμούς μεταξύ των στοιχείων τους Κατά τους Smith, Pellegrino και Golledge (1982) "η γνώση που έχει το άτομο για το περιβάλλον αποτελεί συνάρτηση συσσωρευμένων και συγκροτημένων αντιληπτικών βιωμάτων, τα οποία αντιπροσωπεύουν τις διάφορες φάσεις αλληλεπίδρασης μεταξύ του συγκεκριμένου οργανισμού και του περιβάλλοντος. Κατά συνέπεια, η διαδικασία απόκτησης της γνώσης βασίζεται σε επεισόδια από τα οποία προκύπτει μια πιο γενικευμένη και ανεξάρτητη από τις συγκεκριμένες συνθήκες δομή γνώσης" 
Η διαδικασία του προσανατολισμού και της συνεπαγόμενης χωρικής μετακίνησης επικεντρώνεται συνήθως σε χαρακτηριστά του περιβάλλοντος που λειτουργούν ως σημεία αναφοράς τα οποία ένα άτομο ενθυμείται και κατανοεί προφανώς τις μεταξύ τους σχέσεις έτσι ώστε να δημιουργήσει μια εσωτερική αναπαράσταση αυτών, ένα γρήγορο γνωστικό χάρτη, διαμορφώνοντας έτσι κατευθύνσεις, πιθανές διαδρομές και συνολικά μιας κατάσταση αντίληψης του χωρικού προσανατολισμού. Η αύξηση των σημείων αναφοράς ή γενικότερα των χωρικών πληροφοριών ως συνέπεια για παράδειγμα της συχνής εμπειρίας και εξοικείωσης με ένα χωρικό πλαίσιο.

Μια μελέτη αναπτύσσει και εμβαθύνει περισσότερο στα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος και τον ρόλο τους κατά τη διαδικασία περιβαλλοντικής αναπαράστασης . Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, ο άνθρωπος βασίζεται αρχικά στα ορόσημα του χώρου, δηλαδή στα χαρακτηριστικά του σημάδια που αντιπροσωπεύουν τα σημεία αναφοράς κάθε λειτουργίας μέσα στο περιβάλλον. Έπειτα ακολουθεί μια εξελικτική διαδικασία από τα ορόσημα στους δρόμους και κατόπιν στις αναπαραστάσεις διάταξης.

Η έμφαση της σημασίας της επεξεργασίας των χωρικών πληροφοριών στις διαδικασίες περιβαλλοντικής αναπαράστασης επισημαίνεται επίσης και σε μελέτες της γνωστικής χαρτογράφησης. Πιο συγκεκριμένα, σε μια μελέτη του Αμερικανού ψυχολόγου S. Kaplan (1973), σχετικά με τη λειτουργική φύση της επεξεργασίας πληροφοριών, επισημαίνει ότι η επιβίωση σε οποιοδήποτε μη γνώριμο περιβάλλον σημαίνει αναγνώριση των χωρικών συνθηκών, ενεργοποίηση των εμπειριών του παρελθόντος, πρόβλεψη μελλοντικών γεγονότων, καθώς και χωρική αφαίρεση και γενίκευση . Ακόμη, με βάση το οικολογικό μοντέλο του Gibson (1966) και τη θεωρία δικτύου του Hebb (1949/1963), ο Kaplan υπογραμμίζει τη χωρική σημασία παραγόντων όπως η γειτνίαση, η εγγύτητα, η αλληλουχία και η αναπαράσταση.

Μια διαφορετική προσέγγιση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αναπαράστασης είναι αυτή του Kosslyn (1980) σύμφωνα με την οποία οι οπτικές (νοητικές) εικόνες αποτελούνται από μεταβατικές δομές, παρουσιάζονται σε αντίστοιχους χωρικούς φορείς και είναι χαρακτηριστικές των επιφανειακών αναπαραστάσεων, οι οποίες προκύπτουν από τις πιο αφηρημένες αναπαραστάσεις που βρίσκονται στο επίπεδο της μνήμης μακράς διάρκειας (Κοσμόπουλος, 1994). Οι εικόνες αυτές είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν σε μια ποικιλία χωρικών περιστάσεων. Ακόμη, κατά τον Kosslyn (1980), μια γνωστική περιγραφή των παραστάσεων περιλαμβάνει δυο είδη δομών:

τις δομές δεδομένων
οι οποίες καθορίζονται από τις ιδιότητες του σχήματος, του περιεχομένου και της οργάνωσης.
τους φορείς
οι οποίοι καθορίζονται μέσω της αναφοράς στη διαδικασία σχηματισμού τους και στην προσβατότητά
τους.

Ο περιγραφές αυτές επιδέχονται δυο μορφές επεξεργασίας :

την επεξεργασία σύγκρισης
μεταξύ δυο δομών δεδομένων ή μέρος αυτών καταλήγοντας σε αποφάσεις και αποτελέσματα αυτής της σύγκρισης όσον αφορά π.χ. τον βαθμό ομοιότητας τους, κτλ.
την επεξεργασία μετασχηματισμού

οι οποίες περιλαμβάνουν μετασχηματισμό αλλαγών περιεχομένου μιας ορισμένης δομής δεδομένων ή μετασχηματισμό παραγωγής, δηλαδή αντικατάσταση ή συμπλήρωση στις ήδη υπάρχουσες δομές δεδομένων με καινούργιες.
Το περιβάλλον λοιπόν, ή καλύτερα τα διάφορα περιβάλλοντα, διεγείρουν τις ανθρώπινες αισθήσεις με τα ποικίλα ερεθίσματα τους και με αυτό τον τρόπο προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες για την κατανόηση των συνθηκών του εκάστοτε περιβάλλοντος. Ωστόσο, η διαδικασία της αντίληψης δεν αποτελεί μια μορφή αίσθησης, αλλά το αποτέλεσμα μιας διανοητικής επεξεργασίας ως συνέπεια ενός αισθητού ερεθίσματος (Συγκολλίτου, 1997). Ακόμη, είναι σημαντικό σημείο της αντίληψης ότι ο άνθρωπος είναι μέρος του περιβαλλοντικού συστήματος που επιχειρεί να αντιληφθεί (Ittelson, 1976), εφόσον βρίσκεται σε μια διαρκή αλληλεξάρτηση με το περιβάλλον του και είναι αδύνατον να διαχωριστεί κατά την αντιληπτική διαδικασία. Πρακτικά, η εικόνα μιας πόλης έχει ως βάση ένα σύνθετο γνωστικό χάρτη, δηλαδή μια διαδικασία απεικόνισης του περιβάλλοντος με σκοπό μια αποτελεσματική λειτουργία εντός του φυσικού αυτού πλαισίου (π.χ. κίνηση) και τη διαμόρφωση ενός γενικού πλαισίου αναφοράς για περαιτέρω κατανόηση και συσχέτιση εννοιών σε σχέση με το περιβάλλον.
Κατά αυτή την έννοια, ο Lynch (1960) υποστηρίζει πως οι περιβαλλοντικές εικόνες εξυπηρετούν στην εγκατάσταση μιας συναισθηματικής ασφαλής σχέσης ανάμεσα στους ανθρώπους και το περιβάλλον τους λειτουργώντας σαν καθοριστικοί παράγοντες δραστηριότητας και γνώσης, σαν στοιχεία μνήμης που συνδέουν μια ομάδα και σαν χωρικές αναφορές προκαλώντας εξοικείωση. Η εικόνα της πόλης αντιπροσωπεύει μια γνωστική εξελικτική σχέση και διαδικασία του ατόμου με το περιβάλλον του, κατά την οποία η διαμόρφωση ενός γνωστικού χάρτη αντιπροσωπεύει μια εσωτερική νοηματική αντανάκλαση του φυσικού περιβάλλοντος (γνωστική απεικόνιση).
Η πρωταρχική ανάγκη διαμόρφωσης ενός γνωστικού χάρτη είναι ο προσανατολισμός, μια πράξη που αρχικά βασίζεται στη δράση και είναι εγωκεντρική . Ο προσανατολισμός κατά την παιδική ηλικία πραγματοποιείται με την χρήση σχημάτων που καθορίζονται με βάση το ανθρώπινο σώμα και την κίνηση μέσα στο χώρο . Ένα ενδιαφέρον σημείο που αναδεικνύει το σημαντικό ρόλο της γνωστικής διαδικασίας σε σχέση με τον περιβάλλον προκύπτει από μια έρευνα του Piaget (1960) κατά την οποία μελετώντας το εγωκεντρικό σύστημα αναφοράς των παιδιών προσχολικής ηλικίας, παρατήρησε ότι τα σημεία του χώρου δεν ήταν σταθερά στις αναμνήσεις τους και επομένως δεν ήταν εφικτό να "σχηματίσουν" μια αναπαράσταση του περιβάλλοντος στο σύνολο του. Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κατά την προσχολική ηλικία, η οποία αποτελεί τη βάση του ατόμου για περαιτέρω ανάπτυξη της γνωστικής του ικανότητας, οι γνωστικές απεικονίσεις και αντιλήψεις είναι τυπολογικές. Σύμφωνα με τον Shemyakin (1962) η εξέλιξη της περιβαλλοντικής απεικόνισης διαχωρίζεται σε δυο τύπους :

Χάρτες διαδρόμων 
Απεικόνιση από νοητή "ιχνογράφηση" μιας διαδρομής στο χώρο.
Μορφολογικούς χάρτες
Απεικόνιση γενικής μορφής ή σχήματος της θέσης αντικειμένων.

Η εξελικτική ανάπτυξη της ικανότητας ενός ατόμου για απεικόνιση του περιβάλλοντος επιβεβαιώνεται από πολλές μελέτες , οι οποίες συμπεραίνουν ότι η αντίληψη του χώρου ούτε έμφυτη είναι, ούτε μαθαίνεται (διδάσκεται), αλλά διαμορφώνεται από το ίδιο το άτομο (από παιδική ηλικία) μέσω της αλληλεπίδρασής του με το περιβάλλον.
Η χρήση του όρου "γνωστική" ή "περιβαλλοντική εικόνα" επικεντρώνεται στο ζήτημα του γνωστικού χάρτη που είναι απαραίτητος για τη διαμόρφωση εννοιών για την ορθή προσαρμογή του στο περιβάλλον, περιλαμβάνοντας μια σειρά ψυχολογικών διαδικασιών μέσω των οποίων ένα άτομο λαμβάνει, κωδικοποιεί και αποκωδικοποιεί πληροφορίες σχετικά με τις αντίστοιχες τοποθεσίες και ιδιότητες των φαινομένων του καθημερινού χωρικού περιβάλλοντος του .

Η έννοια του όρου "χάρτης" είναι μεταφορική, δηλαδή ένα άτομο συμπεριφέρεται σαν να υπάρχει πραγματικά ένας χάρτης, δίχως βέβαια οι νοητικοί χάρτες να παρουσιάζουν μια δομή όπως αυτή των πραγματικών, ωστόσο εμφανίζουν διαφόρους μετασχηματισμούς αυτών. Ο Canter (1977) διακρίνει τέσσερις διαφορετικούς κατηγορίες μετασχηματισμών ενός πραγματικού χάρτη από ένα άτομο οι οποίοι είναι οι εξής:
Προσανατολισμού (δημιουργία νέων κατευθύνσεων)
Σμίκρυνσης (μικρότερο σε έκταση από το πραγματικό)
Προβολής (διαμόρφωση οπτικής γωνίας στην πανοραμική - bird's eye view)
Συμβολισμού (συμβολικές αναπαραστάσεις της πραγματικότητας)

Όσον αφορά το περιεχόμενο ενός γνωστικού χάρτη, απαραίτητου για την καθημερινή χωρική συμπεριφορά, περιλαμβάνει δυο γενικές κατηγορίες στις οποίες συγκαταλέγονται οι :

Πληροφορίες του αστικού χώρου (π.χ. αποστάσεις, κατευθύνσεις, κτλ.) που ανταποκρίνονται στην ανάγκη γνώσης της θέσης ενός ατόμου στον χώρο σε σχέση με τα υπόλοιπα στοιχεία του χώρου αυτού.
Πληροφορίες σχετικά με τις ιδιότητες ή σχέσεις του χώρου, δηλαδή τα χαρακτηριστικά στοιχεία είτε περιγραφικού περιεχομένου, είτε αξιολογητικού.

Αντίστοιχα, οι βασικές λειτουργίες ενός γνωστικού χάρτη, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνει :
Χωρικό εντοπισμό (τοποθέτηση, χωρική συσχέτιση, διάκριση, κτλ.).
Σκόπιμες κινήσεις ανάμεσα στα σημεία του χώρου.
Πρόβλεψη μελλοντικών περιστατικών.
Αξιολόγηση των προβλέψεων.
Αποφάσεις που βασίζονται σε προβλέψεις και αξιολογήσεις.

Βασικό σημείο αποτελεί το γεγονός ότι η ομοιότητα όλων των παραπάνω ψυχολογικών διαδικασιών μεταξύ π.χ. δυο διαφορετικών ανθρώπων έγκειται σε μια συνάρτηση του βαθμού της ομοιότητας και δομής της εμπειρίας τους. Η κοινή εκτίμηση των φυσικών και κοινωνικών καταστάσεων ενός χώρου οδηγεί σε μια αντίστοιχη κοινή σημασία που με τη σειρά της δημιουργεί μια πρώτη μορφή "κοινωνικότητας". Η προσέγγιση αυτή ότι οι χώροι αντιπροσωπεύουν κοινές καταστάσεις εμπειρίας  οφείλεται στις ομοιότητες των αντιληπτικών συστημάτων του ανθρώπου και με αυτόν τον τρόπο αποτελούν στοιχείο κοινωνικής συνδιαλλαγής και αίσθησης.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο, το αποτέλεσμα της ανθρώπινης αντίληψης και αξιολόγησης, δηλαδή η απόδοση νοημάτων στο χώρο, δημιουργεί τις αντίστοιχες προσδοκίες από τους χώρους αυτούς και επομένως συνθέτει μια κοινωνική δομή με ποικίλους ρόλους και κανόνες. Οι ρόλοι αυτοί που είτε αντιλαμβάνονται είτε κατέχουν οι άνθρωποι σε ένα περιβάλλον θα επηρεάσουν τόσο τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται αυτό το περιβάλλον όσο και το αποτέλεσμα της αντίδρασης τους. Ανεξαρτήτως της επιλογής δραστηριοποίησης, η χρήση ενός χώρου προαπαιτεί την αναγνώριση και προσαρμογή στους ρόλους και κανόνες που περιλαμβάνει. Η κοινωνική διάσταση αυτής της δραστηριοποίησης του ανθρώπου σε ένα χώρο είναι αναπτυξιακή, δηλαδή είναι μέρος μιας ευρύτερης εξέλιξης της ψυχολογικής σχέσης ανθρώπου και περιβάλλοντος. Σύμφωνα με τον Canter (1988), για μια αποτελεσματική κοινωνική δραστηριότητα είναι βασική προϋπόθεση η αναγνώριση τριών διαδικασιών :

Προσανατολισμός σε στόχους 
Η αναγνώριση ότι κάθε άνθρωπος ευρισκόμενος σε ένα χώρο δημιουργεί ένα σκοπό, δηλαδή ο χώρος λειτουργεί σαν ένα εργαλείο επίτευξης των προσωπικών του στόχων που οδηγούν σε πια πληθώρα ατομικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων.
Η απόδοση του νοήματος 
Η κατανόηση που κάθε άτομο αποδίδει στη σημασία των πράξεων του και το συμπέρασμα ότι το νόημα του φυσικού περιβάλλοντος συνεισφέρει ή αφαιρεί, στο νόημα των ανθρωπίνων πράξεων που λαμβάνουν χώρα σε ένα περιβάλλον.
Η δομή των καταστάσεων 

Προλαμβάνει το σύνολο των κοινωνικών κανόνων και αντιλήψεων που επικρατούν σε μια ειδική κατάσταση που περιβάλει την ανθρώπινη δραστηριότητα. Σημαντικό συμπέρασμα ότι οι σημασίες και αιτίες των ανθρωπίνων πράξεων είναι δυνατόν να θεωρηθούν ότι είναι το αποτέλεσμα, εν μέρει, των φυσικών ιδιοτήτων των καταστάσεων που λαμβάνουν χώρα.

Ένα σημαντικό ερώτημα βέβαια παραμένει: με πιο τρόπο ένα άτομο διαχειρίζεται από την μια τις ατομικές του εμπειρίες και στόχους ενώ από την άλλη συμμετέχει στην ανάπτυξη ενός κοινωνικού συνόλου; Ο προβληματισμός αυτός εν μέρει υποδηλώνει ένα θεωρητικό διαχωρισμό του ατόμου και αυτό του συνόλου και αυτό είναι προφανώς αδύνατο διότι οι πράξεις ενός ατόμου είναι μέρος της γενικότερης κοινωνικής διαδικασίας και κατά συνέπεια κοινωνικής δραστηριότητας. Συνδετικό στοιχείο αυτού του δεσμού αποτελεί ο φυσικός χώρος που παρά τις ατομικές διαφορές μεταξύ των ατόμων, ο χώρος με τις φυσικές του ιδιότητες αντιπροσωπεύει μια κοινή και με ξεχωριστή ταυτότητα ύπαρξης ανεξάρτητη εν γένει από ατομικές διαφορές. Το στοιχείο του χώρου αποτελεί σε μεγάλο βαθμό το συνδετικό υλικό της κοινωνικότητας ενός τόπου. Αν και οι στόχοι ενός ανθρώπου αντιπροσωπεύουν μια κάπως προσωπική διάσταση, παρόλο την ενδεχόμενη κοινωνική επιρροή τους, η απόδοση σημασίας και αξιολόγησης των οποιωνδήποτε ατομικών δραστηριοτήτων αποτελούν μια πράξη κοινωνική εφόσον πραγματοποιούνται σε ένα χώρο κοινό, κοινωνικό και σημασιολογικά ενδιάμεσο.

5. Αστική Ταυτότητα: η έννοια της γνωστικής αλληλεπίδρασης με τον αστικό χώρο
Η έννοια της αστικής ταυτότητας βασίζεται σε ένα μεγάλο βαθμό στην αντίστοιχη έννοια του "κοινωνικού χώρου"  ο οποίος υποδηλώνει μια χωρική ιεραρχία εντός της οποίας κοινωνικές ομάδες αλληλεπιδρούν η μια με την άλλη. Μια διαφορετική και πρωτότυπη προσέγγιση του κοινωνικού χώρου προσθέτει η  οποία υποστηρίζει πως το νόημα των αστικών στοιχείων προκύπτει ως αποτέλεσμα της χρήσης τους. Για παράδειγμα, η χρήση του κεντρικότερου ίσως στοιχείου μιας πόλης, η πλατεία, δεν αντιπροσωπεύει μόνο χώρο αναψυχής αλλά συγχρόνως επιτρέπει και την αναβίωση ενός συλλογικού παρελθόντος . Η έννοια του συναισθηματικού νοήματος μιας πλατείας οφείλεται στο ότι αποτελεί από την μια ένα φυσικό περιβάλλον και από την άλλη λειτουργεί σαν ένας κοινωνικός χώρος έντονου συμβολισμού (Noschis, 1984). Υπό αυτή την έννοια, ο "τόπος" ορίζεται ως "το σύνολο ενσωματωμένων συμπεριφορών οι οποίες αποσκοπούν σε ένα συγκεκριμένο καθήκον ή σκοπό όπως φαίνεται, π.χ. από κάποιο στιγμιότυπο στο χώρο της αγοράς" 

Σημαντικό στοιχείο διαμόρφωσης της αστικής ταυτότητας αποτελεί το φυσικό περιβάλλον (τοπίο), ειδικά το κέντρο της πόλης που παρουσιάζει μια ιδιαίτερη έλξη. Το κέντρο μιας πόλης συνήθως περιλαμβάνει τα περισσότερα και πιο δυναμικά φυσικά στοιχεία όπως δημόσια κτήρια, εμπορικά κέντρα, κτλ. Η έμφαση του κοινωνικού άρα και κεντρικού χαρακτήρα ενός περιβάλλοντος οφείλεται κυρίως στην ανάγκη κοινωνικοποίησης και συναναστροφής του ανθρώπου με το περιβάλλον κοινωνικό του σύνολο Αν και τα φυσικά χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης αυτής περιοχής μιας πόλης, από το οποίο προκύπτουν τα πιο συλλογικά κοινωνικά σύμβολα και απεικονίσεις, μιας συνήθως υποβαθμισμένης σημασίας πηγή αστικής ταυτότητας αποτελεί η αντίστοιχη ταυτότητα αστικής κατοικίας. Πρόσθετα σε αυτό αποτελεί και η σχέση κέντρου και περιφέρειας όσον αφορά την κοινωνική συναναστροφή. Η περιοχή κατοικίας διαφέρει ως προς τα χαρακτηριστικά της από το κέντρο εφόσον η διαμονή έγκειται στην ύπαρξη οικειότητας και σχετικής ησυχίας. Η ανεξαρτησία αυτή της κατοικίας και η τακτική επαφή με την αστική κοινωνική ζωή είναι προϋποθέσεις απαραίτητες για την αστική ισορροπία . Μια μελέτη στην πόλη Τουλούζη της Γαλλίας  ανέδειξε το συμπέρασμα ότι οι κοινωνικές απορυθμίσεις και οι διάφορες επιπτώσεις τους στα άτομα, στην συνοικιακή ζωή και αστική συλλογικότητα, συνδέεται άμεσα με την ανεπάρκεια των δεσμών και τις δυσκολίες της κοινωνικής και χωρικής ολοκλήρωσης των συνοικιών μέσα στην πόλη .

Μια διαφορετική μελέτη σχετικά με την στεγαστική ανάπτυξη στην Γαλλική πόλη Nantes υποστηρίζει πως το υπάρχον στεγαστικό πλαίσιο και οι αντίστοιχες κοινωνικές δομές έχουν σοβαρές επιπτώσεις στη συμπεριφορά των κατοίκων . Σημαντική επίσης είναι η θέση του Medam (1977) ο οποίος υποστηρίζει πως η κατοικία έχει χάσει μέρος της σημασίας που είχε στο παρελθόν, όχι μόνο σαν συνέπεια των αλλαγών στη δομή της οικογένειας αλλά και εξαιτίας της συνεχούς παροχής εικόνων μέσω κυρίως των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης που συντέλεσαν στην τροποποίηση του παραδοσιακού νοήματος της κατοικίας (Κοσμόπουλος, 2000). Ακόμη, οι Murard και Zylberman (1976) μελετώντας την πόλη σαν προϊόν καταναλωτισμού παρουσίασαν μια νέα οπτική 'στεγαστικής πολιτικής' όπου ο χώρος αποτελεί αντικείμενο σκόπιμου χειρισμού ως μέσω κοινωνικού ελέγχου. "Απορρύθμιση, κοινωνική δυσφορία, κοινωνική πίεση, ομοιογένεια, ομοιομορφία, μονοτονία, 'μονολειτουργικότητα', είναι μερικές από τις όψεις που εμπλέκονται από την κοινωνιολογική σκοπιά της αστικής ισορροπίας". Η κοινωνική πίεση είναι συχνά το αποτέλεσμα της καταπίεσης που ασκείται από μια ομάδα ατόμων στα μέλη της και έχει ως συνέπεια διάφορες μορφές ενόχλησης ή δυσαρέσκειας. Στις κοινωνικές σχέσεις δεν ασκείται πίεση όταν οι συνθήκες της συλλογικής ζωής δεν προκαλούν άμεσα ενόχληση και εξάρτηση. Οι κυριότερες προϋποθέσεις πίεσης και έντασης είναι η ομοιομορφία και ο τοπικός διαχωρισμός. Υπάρχει μια σχεδόν άμεση σχέση ανάμεσα στην απομόνωση ενός ομοιόμορφου αστικού τομέα και στην κοινωνική πίεση που ασκείται στους κατοίκους της .

Η συμβολή του γνωστικού χάρτη στο σχηματισμό της αστικής ταυτότητας έγκειται στα φυσικά χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος τα οποία επιλέγονται και ανακαλούνται στην μνήμη ενός ανθρώπου σχετικά με το τοπικό αστικό κοινωνικό περιβάλλον, καταλήγοντας έτσι σε τρία βασικά στοιχεία της περιβαλλοντικής εικόνας : 
α) την ταυτότητα, 
β) τη δομή και 
γ) το νόημα. Καθοριστικοί επίσης παράγοντες εικονικότητας (imageability) και κατά συνέπεια σχηματισμού ενός χάρτη αποτελούν : 
α) το μέγεθος, 
β) το σχήμα και 
γ) η επιφάνεια. Βέβαια, πέραν των οπτικών που σαφώς κυριαρχούν στη διαμόρφωση της εικόνας μιας πόλης, εξίσου σημαντικοί παράγοντες αποτελέσουν και : 
α) ο ήχος και 
β) η όσφρηση.

Ένα ακόμη βασικό σημείο καθοριστικό του ρόλου ενός γνωστικού χάρτη στη διαμόρφωση της αστικής ταυτότητας αποτελεί η έννοια του κοινωνικού χώρου που διαμορφώνει μια αντίληψη οργάνωσης σε διαφορετικές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής του ανθρώπου (οικογένεια, γειτονιά, κοινωνία) και διανοητικών επιπέδων (συμπεριφοράς, γνώσης, κουλτούρας, κτλ.). Επίσης, η παραδοχή ότι ο κοινωνικός χώρος διαφέρει για κάθε κοινωνική ομάδα όπως και ότι τα προσωπικά χαρακτηριστικά επηρεάζουν την ικανότητα ενός ατόμου προσαρμογής στο περιβάλλον, η κοινωνική αυτή πραγματικότητα δημιουργεί μια "αίσθηση χωρικής ταυτότητας", δηλαδή μια διαφορετικότητα όσον αφορά τις χωρικές διαδικασίες και αποτέλεσμα της περιβαλλοντικής αντίληψης (Collins, 1969 • Sanoff, 2000).

Αναμφισβήτητα λοιπόν, ο αστικός χώρος περιλαμβάνει ένα σύνθετο κοινωνικό σύνολο βασικά στοιχεία του οποίου είναι:
η αστική βάση (built heritage)
οι επιμέρους κώδικες (urban codes)
η ιστορική και πολιτιστική κληρονομιά (cultural context)

6.   Η συμβολική διάσταση προβολής των Αστικών Εικόνων
Η εικόνα της πόλης ανάλογα με τη σημασία που τις προσδίδεται ενσαρκώνει μια ανεξάντλητη πηγή απεικονίσεων από ένα απλό σχήμα μέχρι σύνθετες εννοιολογικές μορφές. Συνήθως όμως, η εικόνα αποτελεί μια "συμβολική ενότητα", ως μέρος ενός σημασιολογικού πολύπλοκου και ειδικού συνόλου. Σημειολογικά, η εικόνα της πόλης δεν αντιπροσωπεύει το σημαινόμενο  της λέξης πόλη (Eco, 1988), αλλά η 'έννοια' της πόλης χαρακτηρίζει το σημαινόμενο του γλωσσολογικού σημαίνοντος  της λέξης 'πόλη'. (Barthes, 1974). Έτσι, η εικόνα δεν είναι ούτε σημειακός φορέας, ούτε σημαινόμενο, ούτε καθαρό σημαίνον. Εκφράζει παρά μια σχέση μεταξύ του σημαίνοντος και του σημαινόμενου (Ledrut, 1974), ο τύπος της οποίας διαμορφώνει και τα χαρακτηριστικά ενός συμβολικού σύστηματος.

Σε γενικές γραμμές, η εικόνα της πόλης είναι το οργανωμένο σύνολο όλων των συγκεκριμένων "υπο¬συνόλων" που αποσκοπούν στο να την εκφράσουν (Eco, 1986) . Η εικόνα της πόλης λοιπόν συντίθεται σχεδόν πάντα από μια πλευρά σημασιολογική και μια σημαίνουσα, ενώ δεν αντιπροσωπεύει την έννοια της πόλης, δηλαδή η λέξη "πόλη", αλλά η ίδια η παράσταση της πόλης.

Αντίστοιχα, το σημαινόμενο, δηλαδή το περιεχόμενο της εικόνας της πόλης περιλαμβάνει ένα σύνολο συγκεκριμένων στοιχείων, δίχως περιορισμούς σε μια έννοια ή σε έναν ορισμό. Τα στοιχεία που συνθέτουν μια εικόνα έχουν μια φανταστική αξία στον βαθμό που αποτελούν τα μέσα μιας ενσάρκωσης και όχι μιας περιγραφής. Η εικόνα της πόλης προσεγγίζει περισσότερο το "σχήμα" (schema, Lee, 1968), που εμπεριέχει αναφορά και εκδήλωση.

Σύμφωνα με την φαινομενολογική ψυχολογία, στα πλαίσια μιας εικόνας, ο άνθρωπος προσδίδει νόημα σε κάτι εν διαμέσου μιας ύλης που έχει μια "διαμηνυτική" λειτουργία (σημείο επαφής σημειολογικού και ψυχολογικού). Η απεικόνιση κάθε μορφής αποτελεί μια διανοητική εργασία, αλλά και αντιπροσωπεύει μια σημασιολογική σχέση και επομένως ένα συναισθηματικό αποτέλεσμα. Η εικόνα γενικά, περιλαμβάνει σχεδόν πάντα συναίσθημα, που είτε οδηγεί προς ένα στόχο ή αντιθέτως απομακρύνεται από αυτό, αναμφισβήτητα λοιπόν παρουσιάζει μια συναισθηματική φόρτιση. Αυτός είναι και ο βασικότερος λόγος που κατέχει σημαντική επιρροή στην συμπεριφορά του ανθρώπου. Βέβαια η εικόνα της πόλης εκφράζει λιγότερο την πόλη από ότι αυτή καθαυτή η σφαιρική σχέση του ανθρώπου με την πόλη. Έτσι, η πόλη είναι η ίδια ένα σύμβολο, ο συμβολισμός της οποίας εκδηλώνεται χάρη στην εικόνα που γίνεται αντιληπτή μέσα από την περιγραφή της ('αφήγηση', Κοσμόπουλος, 2000: 263), ενώ διακρίνεται και εκφράζεται για τον κάθε άνθρωπο μέσα από διάφορα κυρίως διανοητικά σχήματα που συμβολικά αντιπροσωπεύουν τις πτυχές της εκάστοτε πόλης. Ο συμβολισμός της εικόνας της πόλης είναι διπλός, από την μια πλευρά εκφράζει ενώ από την άλλη εκφράζεται. Οι δυο αυτές πτυχές της εικόνας της πόλης είναι άρρηκτα δεμένες και αλληλένδετες.

Βέβαια, η έννοια του περιβάλλοντος εισάγει ένα περιοριστικό στοιχείο στην εικόνα της πόλης, διότι τα πλαίσια συμπεριφοράς δεν εξαντλούν τις πρακτικές του χώρου και η οποιαδήποτε προσαρμογή σε αυτά δεν χαρακτηρίζει την ολότητα της αντίληψης. "Οι εικόνες της πόλης όταν είναι συλλογική πραγματικότητα παίζουν ένα ρόλο στις πρακτικές διαμέσου των οποίων η πόλη σχηματίζεται, αλλάζει, εξελίσσεται ή συντηρείται, αποκρυσταλλώνεται ή συντηρεί το εαυτό της" .

Σχετικά με τα χαρακτηριστικά της εικόνας της πόλης, μια πρώτη βασική διάκριση περιλαμβάνει τρία στοιχεία (Lynch, 1960):

Ταυτότητα
Βασίζεται στα χαρακτηριστικά εκείνα του περιεχομένου της που καθιστούν ικανή τη διάκρισής της κυρίως λόγω αντιληπτικών ιδιαιτεροτήτων και δυνατοτήτων που παρουσιάζουν.
Δομή 
Βρίσκεται στη δυναμικότητα του περίγυρού της, δηλαδή των "συμφραζομένων" (context) του περιεχομένου που υπόκειται σε μια χωρική ή παραδειγματική σχέση με άλλα περιεχόμενα.
Σημασία

Αντιπροσωπεύει μια ελεύθερη σχέση και μετάφραση σε σχέση με τον παρατηρητή (open-work, Eco,1962/1989).

Η προσέγγιση αυτή του Lynch (1965) της εικόνας της πόλης πραγματοποιείται μέσα από μια ψυχό-βιολογική προοπτική, δηλαδή αντιμετωπίζει την εικόνα με την γενική λειτουργία της προσαρμογής στο περιβάλλον. Για τον λόγο αυτό, η έννοια της "αναγνωρισιμότητας" του περιβάλλοντος αποτελεί μια βασική συνθήκη χωρικής αφομοίωσης και σχηματισμού της εικόνας διαμέσου της οποίας οργανώνονται πλαίσια συμπεριφοράς. Στις πόλεις, η προσαρμογή σε ένα περιβάλλον δεν είναι άμεση και οι απαιτήσεις ή ανάγκες ενός ατόμου είναι πιθανόν να αντιμετωπίσουν ανεπιθύμητα χαρακτηριστικά προκαλώντας έτσι διάφορα ψυχολογικά και προσαρμοστικά προβλήματα τόσο σε ατομικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Η εικόνα της πόλης είναι απαραίτητο συστατικό αναφοράς και ταυτότητας με τον ίδιο τρόπο που η εικόνα του ανθρώπινου σώματος προσδίδει ένα σχήμα αναγκαίο για τη διαμόρφωση της ατομικής ταυτότητας.

Η πόλη ως ένα πολυσύνθετο περιβάλλον σε συνεχή εξέλιξη είναι δυνατόν να θεωρηθεί σαν μια "σημαίνουσα αστική πραγματικότητα" με την σημασία των στοιχείων της να οφείλεται στην ανθρώπινη εμπειρία, πιο συγκεκριμένα την αστική εμπειρία. Η διάσταση αυτή είναι αντίθετη από την ιδέα πόλη - αντικείμενο και επικεντρώνεται περισσότερο στο ζήτημα του αστικού φαινόμενου, δηλαδή στο αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης της πόλης με τους κατοίκους της. "Σε μια κοινωνία και αντίστοιχα σε μια 'ανθρώπινη' κατάσταση που ορίζονται από τον τρόπο παραγωγής του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού (χωροχρονικό πλαίσιο) και τα αποτελέσματα του πάνω στην αστυφιλία και την πολεοδόμηση - σαν ειδική πολιτισμική συμπεριφορά - το πεδίο της αστικής εμπειρίας δομείται με ένα ορισμένο τρόπο". Το ζήτημα λοιπόν της αστικής εμπειρίας αντιμετωπίζεται σαν ολότητα αστικών σημασιών, κατά τον Canter  αποτελεί το "αστικό βίωμα" όπου το περιβάλλον και η αστική κοινωνία είναι ενωμένα.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου