Λάρισα: 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing και Branding του Τόπου

Παρασκευή, 22 Ιανουαρίου 2016

Αιολικά πάρκα και νησιωτικός χώρος: Η περίπτωση των νησιών των Κυκλάδων.

#ΣΕΝΤΕΛΕΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Μηχανικός Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Η πετρελαϊκή κρίση στις αρχές του 1970 αποτέλεσε τη θεμέλια λίθο για την ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.) και την συνειδητοποίηση από την πλειοψηφία του ανεπτυγμένου κόσμου, της ανάγκης για αλλαγή του ενεργειακού παραγωγικού μοντέλου αναγνωρίζοντας παράλληλα τις δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον μέσα από τις ορατές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
Η αξιοποίηση του αιολικού δυναμικού για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών αποτέλεσε μια από τις πρώτες μορφές έμπρακτης αναγνώρισης των κλιματικών αλλαγών, μέσα από την κατασκευή και λειτουργία αιολικών πάρκων. Η ανάπτυξη του τομέα της αιολικής ενέργειας έρχεται να ενισχυθεί μέσα από την υπογραφή, σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο συνθηκών, που υποχρεώνουν τα κράτη να λάβουν μέτρα για τη μείωση των αέριων ρύπων του θερμοκηπίου αξιοποιώντας τις εναλλακτικές πηγές ενέργειας.
Η Ελλάδα, χώρα με πλούσιο αιολικό δυναμικό παρουσιάζει μια ιδιαίτερη πρόκληση για τους σχεδιαστές σε ό,τι αφορά την χωροθέτηση αιολικών πάρκων και εδικά στα νησιωτικά της συμπλέγματα, όπως αυτό των Κυκλάδων, τα οποία χαρακτηρίζονται από ορισμένες ιδιαιτερότητες που με τη σειρά τους θέτουν προκλήσεις στην αναπτυξιακή διαδικασία των αιολικών πάρκων. Οι ιδιαιτερότητες αυτές περιλαμβάνουν στοιχεία που συνδέονται με τη ίδια την φύση των νησιών, όπως είναι η απομόνωση και η περιφερειακότητα, το μικρό μέγεθος και η έλλειψη υποδομών, σε συνδυασμό με το πλούσιο φυσικό περιβάλλον, την αρχιτεκτονική και πολιτιστική κληρονομιά. Ωστόσο, η ολοένα και μεγαλύτερες ενεργειακές τους απαιτήσεις ειδικά σε περιόδους αιχμής σε συνδυασμό με τη λειτουργία των ρυπογόνων και δαπανηρών Αυτόνομων Σταθμών Παραγωγής (Α.Σ.Π.), καθιστούν ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη εξεύρεσης εναλλακτικών λύσεων για την ικανοποίηση των ενεργειακών αναγκών.

Κρίσιμο ζήτημα, που αφορά εν γένει τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων, είναι ο συγκερασμός από την πλευρά του σχεδιαστή, εννοιών όπως η προστασία, η βιωσιμότητα και η αειφορία με εκείνων της αναπτυξιακής διαδικασίας και της ενεργειακής αποδέσμευσης από τα ορυκτά καύσιμα μέσα σε ένα ενιαίο σχεδιαστικό πλαίσιο.
Τέλος, παρουσιάζονται οι κυριότερες αιτίες που οδηγούν στην εμφάνιση φαινομένων του συνδρόμου Not In My Back Yard (N.I.M.B.Y.) αλλά και πρακτικές που μπορούν να τα αμβλύνουν, κυρίως μέσα από τη διαδικασία της διαβούλευσης, καθιστώντας τους πολίτες ενεργούς συμμέτοχους στο σχεδιασμό των αιολικών πάρκων.

1. Εισαγωγή
Η ανάγκη για αξιοποίηση και ανάπτυξη των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε) για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών μιας χώρας ή μιας γεωγραφικά ή διοικητικά προσδιορισμένης περιοχής, έχει αναγνωριστεί ήδη από την δεκαετία του εβδομήντα με τα επόμενα χρόνια που ακλουθούν να πυροδοτούν σημαντικές αλλαγές σε ό,τι αφορά την ενεργειακή νομοθεσία πολλών χωρών και στην αναθεώρηση μια νοοτροπίας που αναγνωρίζει ότι τα αποθέματα των συμβατικών καυσίμων είναι πεπερασμένα. Πρόκειται στην ουσία για μια αλλαγή σκέψης που ξεκινά από την πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973-1974 και ενισχύθηκε κατά τη δεύτερη (1979-1980). Σύμφωνα με τον Ross (2013), η κρίση που ξέσπασε μεταξύ των αραβικών κρατών του Οργανισμού Πετρελαιοπαραγωγών Εξαγωγικών Κρατών (Ο.Π.Ε.Κ.) προς τις χώρες που υποστήριζαν το Ισραήλ στον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ, συνέβαλε κατά ένα παράξενο τρόπο στο να καταστεί σαφές από τις χώρες που δέχονταν το εμπάργκο πετρελαίου ότι τα αποθέματα φυσικού αερίου και πετρελαίου δεν είναι ανεξάντλητα και επομένως θα πρέπει να αναλάβουν πολιτικές εξοικονόμησης ενέργειας. Κατέστει ακόμη κατανοητό, ότι το παρών ενεργειακό πρότυπο που ακολουθούσαν μέχρι εκείνη τη περίοδο και που εξαρτιόνταν αποκλειστικά από την χρήση των ορυκτών καυσίμων παρουσίαζε σημαντικές επιδράσεις στο περιβάλλον και την ποιότητα του, ειδικά στο ζήτημα των αέριων ρύπων, με συνέπεια να αναλάβουν δράση σε όλη την περίοδο που ακολούθησε μέχρι και σήμερα για τον περιορισμό των ποσοτήτων του διοξειδίου του άνθρακα και κατ' επέκταση στην μείωση των αρνητικών επιπτώσεων αυτού, που εκδηλώνονται μέσω του φαινομένου του θερμοκηπίου.

Σημαντικό βήμα προς τη κατεύθυνση αυτή, ήταν η συνειδητοποίηση εννοιών όπως η αειφορία, η βιωσιμότητα και η προστασία του περιβάλλοντος, οι οποίες έχουν ενταχθεί σημαντικά στα ενεργειακά πλάνα και σχετικά νομοθετήματα σχεδόν όλων των χωρών, γεγονός που έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη ενεργειακών εφαρμογών ήπιου χαρακτήρα, κάθε μορφής, εκμεταλλευόμενοι πηγές ενέργειας άφθονες και κυρίως φθηνές όπως ο ήλιος και ο αέρας. 
Είναι πλέον χαρακτηριστικό το γεγονός, ότι η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των χωρών τόσο σε παγκόσμιο όσο και εθνικό επίπεδο, αποτελεί κεντρικό ζήτημα στον ενεργειακό σχεδιασμό τους αλλά και το περιεχόμενο διεθνών συζητήσεων εδώ και τουλάχιστον 40 χρόνια. Πολύτιμη προς τον δρόμο αλλαγής του ρυπογόνου αυτού ενεργειακού προτύπου, υπήρξε η συμβολή των διεθνών συσκέψεων για το περιβάλλον, μέσα από τις οποίες έγινε κατανοητό ότι οι επιπτώσεις από την χρήση των υδρογονανθράκων είναι ένα παγκόσμιο φαινόμενο. 
Οι διεθνείς συζητήσεις ξεκινούν με την Διάσκεψη του Ρίο, συνεχίζουν με την υπογραφή του Πρωτόκολλου του Κυότο και καταλήγουν στη διάσκεψη του Γιοχανεσμπουργκ, συζητήσεις που θέτουν νομικά δεσμευτικούς στόχους και υποχρεώσεις για τα κράτη που τις υπέγραψαν, σε ό,τι αφορά το ποσοστό των ρύπων του θερμοκηπίου που μπορούν να παράγουν (Βούλγαρη, 2002; Διμέλλη, 2008). Ανάλογες είναι και οι δεσμεύσεις που τίθεται σε επίπεδο ευρωπαϊκών κρατώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.) μέσα από την έκδοση οδηγιών και νομοθετημάτων όπως είναι η Πράσινη Βίβλος COM(2006) 105 με τίτλο «Ευρωπαϊκή Στρατηγική για αειφόρο, ανταγωνιστική και ασφαλή ενέργεια»» και η Λευκή Βίβλος (COM (1997) 599 ) με τίτλο «Ενέργεια για το μέλλον».

Οι στόχοι που έχουν τεθεί σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο αφορούν και την Ελλάδα η οποία θα πρέπει να καλύψει ένα ποσοστό των ενεργειακών τις αναγκών μέσω της ενσωμάτωσης των τεχνολογιών Α.Π.Ε. ( 20% μέχρι το 2020 και μείωση κατά 4% των αέριων ρύπων σε σχέση με τα επίπεδα του 2005) (Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, 2010).

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία στις περιοχές εκείνες της χώρας όπου παρουσιάζεται το μεγαλύτερο εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό όπου θα πρέπει να υπάρξουν συντονισμένες κινήσεις (σε νομοθετικό και επενδυτικό πεδίο) που θα ευνοούν την ανάπτυξη των αιολικών εφαρμογών. Ωστόσο οι κινήσεις αυτές θα πρέπει να βασίζονται σε έναν εμπεριστατωμένο χωροταξικό σχεδιασμό ο οποίος θα ενσωματώνει στην εφαρμογή του όλα εκείνα τα στοιχεία του φυσικού και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος τα οποία τα αξιολογεί και θέτει την προστασία τους σε πρώτη προτεραιότητα, ενώ από την άλλη πλευρά θα σέβεται και θα προσαρμόζει στις διατάξεις του τις ανησυχίες και επιδιώξεις των τοπικών κοινωνιών.

2. Αιολική Ενέργεια
Η αιολική ενέργεια είναι σήμερα μια τεχνολογικά ώριμη, οικονομικά ανταγωνιστική και μια φιλική προς το περιβάλλον ενεργειακή επιλογή. Αιολική ενέργεια ονομάζεται η κινητική ενέργεια του ανέμου, η οποία προέρχεται από μετατροπή μέρους της ηλιακής ενέργειας. Η αιολική ενέργεια κατατάσσεται στις ήπιες μορφές ενέργειας διότι η μετατροπή της σε άλλες μορφές δεν συνοδεύεται με έκλυση των αερίων του θερμοκηπίου, ή άλλα τοξικά απόβλητα, με άμεση επίπτωση την υποβάθμιση του περιβάλλοντος. Δεδομένου ότι ο άνεμος δεν εμφανίζει πάντοτε την ίδια ένταση και φορά, ούτε προβλέψιμη περιοδικότητα, η αιολική ενέργεια χαρακτηρίζεται ως ενέργεια χαμηλής πυκνότητας και για το λόγω αυτό απαιτείται η ανέγερση μεγάλων κατασκευών για την αξιοποίησή της (Καλδέλλης, 1999). Πρόκειται στην ουσία, για μία στοχαστική μορφή ενέργειας, γεγονός που τονίζει την αδυναμία εξαγωγής ακριβών προβλέψεων σχετικά με την ένταση (ταχύτητα) και την διεύθυνση του ανέμου αλλά και για τον προσδιορισμό της περιοδικότητα του φαινομένου (Σουκισιάν, Τ. Προσβάσιμη την 5/5/2015 < http://hcmrseminars.ath.hcmr.gr/Presentations/General%20Intro_Soukissian.pdf >.)

Ενδεικτικά, τα πλεονεκτήματα της αιολικής ενέργειας μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:
Πρόκειται για μια «καθαρή» ενέργεια. Δεν έχει καμία επιβάρυνση για το περιβάλλον (κατά τη διάρκεια λειτουργία της) ενώ ο τρόπος παραγωγής ενέργειας μέσω αυτής χαρακτηρίζεται από απόλυτη ασφάλεια. Είναι ακόμη ιδιαίτερα φθηνή και φυσικά είναι ανεξάντλητη. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι η παραγωγή ενέργειας από μια ανεμογεννήτρια κατά τη διάρκεια λειτουργία της σε όλη τη ζωή της, παράγει ογδόντα (80) φορές περισσότερη ενέργεια από εκείνη που απαιτείται για την κατασκευή, λειτουργία και καταστροφή της, μετά το πέρας της ζωής της (Γερανάκη, 2009).
Η αιολική ενέργεια μπορεί να μειώσει το ενεργειακό κόστος ανά νοικοκυριό, μιας και η παραγωγή της, βασιζόμενη στην αξιοποίηση του ανέμου, δεν απαιτεί σημαντικές δαπάνες.
Πρόκειται για πηγές καθαρών μορφών ενέργειας. Η επίδραση τους στο περιβάλλον και τα υπάρχοντα οικοσυστήματα τόσο κατά τη διάρκεια εγκατάστασης όσο και κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους δεν θεωρείται σημαντική, σε σχέση με τα οφέλη που προσφέρουν. Το γεγονός ότι αντικαθιστούν ρυπογόνες συμβατικές μορφές παραγωγής ενέργειας, αποτελεί ένα πλεονέκτημα από μόνο του και για τον λόγο αυτό είναι ιδιαίτερα ελκυστικές στις περιβαλλοντικά επιβαρυμένες περιοχές χωρών (Χριστοφής, 2012).

Φυσικά υπάρχουν και αρκετά μειονεκτήματα όπως ότι:
Η αποδοτική λειτουργία ενός αιολικού πάρκου στηρίζεται στην συνεχή παρουσία ανέμων με υψηλές ταχύτητες. Για την παραγωγή ενέργειας σε σταθερές αποδόσεις σε συνθήκες μέτριας έντασης απαιτείται η κατασκευή μεγάλων αιολικών πάρκων, πράγμα που σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κρίνεται δυνατό, για λόγους σχεδιαστικούς και περιβαλλοντικούς. (Χριστοφής, 2012)
Κατά τη διάρκεια νηνεμίας, που δεν υπάρχει κίνηση των ανεμογεννητριών, απαιτείται η ύπαρξη εφεδρείας συμβατικών σταθμών για το σύνολο της εγκατεστημένης ισχύος
(Γερανάκη, 2009).
H αδυναμία ακριβούς πρόβλεψης της ταχύτητας και της διεύθυνσης των ανέμων. Το γεγονός αυτό μας υποχρεώνει να χρησιμοποιούμε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας κυρίως σαν εφεδρικές πηγές ενέργειας σε συνδυασμό πάντοτε με κάποια άλλη πηγή ενέργειας (π.χ. σύνδεση με ηλεκτρικό δίκτυο, παράλληλη λειτουργία με μονάδες Diesel κλπ) (Χριστοφής,2012)
Παρόλα τα όποια μειονεκτήματα, τα οφέλη που αποδίδονται σε κοινωνία, οικονομικά και περιβάλλον είναι πολλαπλά από την λειτουργία των αιολικών πάρκων και αναμένεται να συμβάλουν τα μέγιστα και στον νησιωτικό χώρο των Κυκλάδων.

3. Προκλήσεις στην ανάπτυξη των αιολικών πάρκων στις Κυκλάδες

Η ανάπτυξη αιολικών πάρκων στα νησιά των Κυκλάδων αποτελεί μια πρόκληση για τον σχεδιαστή μιας και στην περιοχή συντρέχουν ποικίλες συνθήκες που θέτουν εμπόδια σε αυτή (ανάπτυξη) ενώ παράλληλα οι ενεργειακές απαιτήσεις ειδικά σε περιόδους αιχμής όπως είναι η καλοκαιρινή, καταστούν αναγκαία την εύρεση μιας αποδοτικής λύσης με το μικρότερο παραγωγικό κόστος.

Το μικρό μέγεθος των νησιών αποτελεί από μόνο του ένα πολύ σημαντικό περιορισμό για την ανάπτυξη των αιολικών πάρκων, κατασκευές που δυνητικά-ανάλογα με το μέγεθος-απαιτούν αρκετό χώρο. Επιπλέον με τη σειρά του θέτει περιορισμούς και ως προς τη γειτνίαση των αιολικών πάρκων με προστατευόμενες περιοχές, πολιτιστικά και αρχαιολογικά μνημεία αλλά και οικισμούς και τμήματα παραθεριστικής κατοικίας. Ακόμη, λόγω του μεγέθους των πυλώνων, απαραίτητη είναι η διάνοιξη οδών, εκεί που δεν υπάρχουν, για τη μεταφορά τους στις περιοχές χωροθέτησης, διαμορφώνοντας εκ νέου προβλήματα αφού κάτι τέτοιο προκαλεί αλλοιώσεις στο τοπίο. Εξίσου σημαντική, είναι η ύπαρξη λιμενικών υποδομών που θα μπορέσουν να υποστηρίξουν όλη τη διαδικασία ελλιμενισμού και μεταφοράς των Α/Γ. Επιπρόσθετα, περιορισμοί τίθενται μέσω των τεχνικών περιορισμών που θέτει το ισχύον δίκτυο ηλεκτροδότησης, με τον διαχειριστή του συστήματος να περικόπτει την αιολική παραγωγή σε χρονικά σημεία που η ζήτηση είναι μικρότερη της παραγωγής (Σπιλάνης et.al, 2011). Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα που αφορά κατά βάση το πεδίο της αισθητικής, είναι οι οπτικές οχλήσεις που δημιουργούν τα αιολικά πάρκα, υποβαθμίζοντας την συνολικότερη εικόνα του νησιού. Τέλος, σημαντικά είναι τα προβλήματα συγκρούσεων γης, ειδικά με εκείνη του τουρισμού, που δημιουργεί νέα ζητήματα ανεύρεσης και εντοπισμού των κατάλληλων θέσεων που θα συνδυάζουν τα παραπάνω στοιχεία. Φυσικά υπάρχουν και άλλα ζητήματα που ανάγονται στην διαδικασία του σχεδιασμού των ΑΠΕ, που ωστόσο μπορούν να λυθούν και να ξεπεραστούν μέσω ενός εμπεριστατωμένου χωροταξικού σχεδιασμού.

Πέρα ωστόσο από τα παραπάνω προβλήματα, τα οποία πρέπει να αξιολογηθούν και να αναλυθούν εκτενώς μέσα από τον χωροταξικό σχεδιασμό, θα πρέπει να γίνει αναφορά και στις δυναμικές που εμφανίζονται από την κατασκευή και λειτουργία των αιολικών πάρκων στα νησιά. Η ανάπτυξη των τεχνολογιών Α.Π.Ε μπορεί να αποτελέσει μια πολύ σημαντική πρακτική, η οποία αναγνωρίζει το συγκριτικό πλεονέκτημα του ανέμου, το οποίο είναι ιδιαίτερα έντονο στις Κυκλάδες, μπορεί να αξιοποιήσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, προσφέροντας εργασία, τόσο κατά τη φάση κατασκευής όσο και λειτουργίας των σταθμών, μπορεί να μειώσει τα τιμολόγια ηλεκτρισμού για τους κατοίκους και φυσικά να οδηγήσει σε κατάσταση εφεδρείας τις ρυπογόνες και δαπανηρές πετρελαϊκές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Από την άλλη πλευρά, στα διασυνδεμένα νησιά, το πλεόνασμα ηλεκτρικής ενέργειας από τα αιολικά πάρκα, μπορεί να διατίθενται στο κεντρικό σύστημα (Feed in Tariff), επιφέροντας έσοδα στις τοπικές οικονομίες. Επιπλέον, σε ορισμένα νησιά θα μπορούσε να ακολουθηθεί το παράδειγμα πετυχημένων εφαρμογών σε ψώρες με μακρά παράδοση και εμπειρία στην ανάπτυξη των αιολικών πάρκων, όπως εκείνου της νήσου Samso στη Δανία (ESPON, 2013), όπου κατόρθωσε να αλλάξει όλο το παραγωγικό της μοντέλο προς εκείνο της ανανεώσιμη ενέργειας και να προσαρμόσει λόγω των απαιτήσεων που δημιουργεί η λειτουργία των αιολικών πάρκων, ειδικότητες που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπέφεραν από την ανεργία αλλά και να δημιουργήσει νέες, συνδεδεμένες άρρηκτα με το συγκεκριμένο ενεργειακό πρόγραμμα. Ωστόσο, για την εφαρμογή μιας τέτοιας πρακτικής απαιτείται η ανάπτυξη σχεδίων και πολιτικών που θα αναγνωρίζουν τις παραπάνω και παρακάτω ιδιαιτερότητες και θα τις εναρμονίζουν προς όφελος του τόπου και των πολιτών, ιδιαιτερότητες που πηγάζουν μέσα από την ίδια την φύση τη αιολικής ενέργειας.
Η ανάπτυξη των τεχνολογιών Α.Π.Ε. στο νησιωτικό σύμπλεγμα των Κυκλάδων αποτελεί μια επιδίωξη του κράτους που θεσμοθετείται μέσα από προγραμματικά και νομοθετικά κείμενα.
4
Ειδικότερα, η κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των νησιών μέσω της αξιοποίησης του αιολικού δυναμικού τους προωθείται τόσο στο επίπεδο του Ειδικού Πλαισίου για τις Α.Π.Ε. (Ν. 2464/2008), το οποίο αναγνωρίζει τις παραπάνω ιδιαιτερότητες και νομοθετεί για τα νησιά θεσπίζοντας ειδικά κριτήρια χωροθέτησης των αιολικών μονάδων στο νησιωτικό χώρο και θαλάσσιο (άρθρο 8 και 10). Προτάσεις προς τη ενεργειακή απελευθέρωση των νησιών από τους ρυπογόνους Αυτόνομους Σταθμούς Παραγωγής (Α.Σ.Π.) που ικανοποιούν σήμερα την ενεργειακή ζήτηση, παρουσιάζονται και μέσω του Επιχειρησιακού Προγράμματος για τη Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου που τονίζει πως η παραγωγή ενέργειας από Α.Π.Ε. αποτελεί έναν στρατηγικό στόχο, ο οποίος συμβάλει στην αντιμετώπιση των περιβαλλοντικών προβλημάτων ενώ αναγνωρίζει τα περιορισμένα αποθέματα φυσικών πόρων.

Σε ό,τι αφορά το διασυνδεδεμένο σύστημα των Κυκλάδων, η προκαταρκτική μελέτη του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (Α.Δ.Μ.Η.Ε) το 2014, προτείνει την διασύνδεση των νησιών σε τρεις φάσεις που αναμένεται να ολοκληρωθεί μέχρι το 2020. Η διασύνδεση αυτή περιλαμβάνει τη σύνδεση με υποβρύχια καλώδια του Λαυρίου με τη Σύρο, τη Μύκονο, την Πάρο και τη Νάξο και την ενίσχυση της διασύνδεσης της Άνδρου και της Τήνου.

3.1 Ιδιαιτερότητες του νησιωτικού χώρου

Προκειμένου να γίνουν αντιληπτές οι ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούν στα νησιωτικά συμπλέγματα και επομένως και στις Κυκλάδες θα πρέπει να γίνει μια σύντομη αναφορά στα χαρακτηριστικά εκείνα όπου προσδίδουν αυτόν τον νησιωτικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με τους Σπιλάνη, Κίζο, Κονδύλη και Μισαηλίδη (2005), η νησιωτικότητα εκφράζεται, μέσα από ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία, τα οποία μπορούν να κατηγοριοποιηθούν σε τέσσερα (4) βασικά σημεία. Το πρώτο έχει να κάνει με το μικρό μέγεθος των νησιών, τόσο από την πλευρά έκτασης τους, όσο και από την πλευρά της μικρής πληθυσμιακής δυναμικής τους. Το μικρό μέγεθος, συνεπάγεται σε περιορισμό σε φυσικούς πόρους, που μειώνουν τις δυνατότητες για την ανάπτυξη και προώθηση παραγωγικών δραστηριοτήτων, ενώ η αγορά στην οποία διατίθενται (πλην των εξαγωγών) είναι μικρή, ενώ χαρακτηρίζεται από την μικρή αγοραστική ικανότητα των εκεί κοινωνιών. Η απομόνωση είναι ένα πολύ σημαντικό ζήτημα για τα νησιά, ζήτημα που προκύπτει από τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά τους. Αποτέλεσμα υψηλά λειτουργικά κόστη, αυξημένο κόστος σε χρόνο και σε ενημέρωση. 
Στην περίπτωση των νησιωτικών συμπλεγμάτων όπως στην περίπτωση των Κυκλάδων, παρατηρούνται φαινόμενα «διπλής» νησιωτικότητας, λόγω εμφάνισης εξαρτήσεων των μικρότερων σε μέγεθος νησιών από το μεγαλύτερο. Τρίτο σημαντικό στοιχείο της νησιωτικότητας, είναι το ιδιόμορφο και εύθραυστο φυσικό και πολιτιστικό περιβάλλον. Το περιβάλλον αυτό, διαμορφώνεται ως αποτέλεσμα των παραπάνω παραγόντων, δηλαδή την απομόνωση και την ίδια την μορφολογική και περιβαλλοντική φυσιογνωμία των νησιών. Αυτό, συνεπάγεται τη διαμόρφωση πυρήνων μέσα στο νησιωτικό σύμπλεγμα, με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, πολύτιμα από τη άποψη της περιβαλλοντικής και οικολογικής του αξίας, ενώ από τη στιγμή που στους χώρους αυτούς δραστηριοποιούνται άνθρωποι, διαμορφώνεται και ένα πολιτιστικό περιβάλλον, που διαμορφώνει ήθη και τρόπους ζωής. Τέταρτο και τελευταίο στοιχείο θα πρέπει να θεωρηθεί η ιδιαίτερη βιωματική ταυτότητα των νησιών. Πρόκειται στην ουσία, για τον τρόπο που οι κάτοικοι των νησιών αλλά και οι επισκέπτες αντιλαμβάνονται τον χώρο στον οποίο ζουν, επισκέπτονται και δραστηριοποιούνται, μέσα από τα βιώματά τους . Εδώ είναι περισσότερο ψυχολογικοί ή συναισθηματικοί οι παράγοντες που λειτουργούν μέσα στους ανθρώπους και είναι υπαίτιοι για την δημιουργία μιας πολύ συγκεκριμένης εικόνας ή αντίληψης για τον πως είναι ή θα πρέπει να είναι η ιδιαίτερη φυσιογνωμία του νησιού, ενώ θέτει και ζητήματα διατήρησής της (Σπιλάνης et. al, 2005: 109-110). Τέλος, η έννοια της νησιωτικότητας περικλείει και αυτή της περιφερειακότητας. Η έννοια αυτή, βρίσκεται σε άμεση εξάρτηση με τη χωρική κατανομή των περιοχών και τη θέση τους στο χώρο, δημιουργώντας ανάλογα με την χρονική συγκυρία, ένα διαφορετικό αναπτυξιακό πλαίσιο για τις τοπικές κοινωνίες και την οικονομία. Επί της ουσίας, η «ένταση» του όρου περιφερειακότητα αντιπροσωπεύει τις σχέσεις εξάρτησης που υπάρχουν ή δημιουργούνται, αλλά και τις ευκαιρίες και δυνατότητες μιας περιοχής, που προκύπτουν εξαιτίας της απόστασης τους από ένα ή περισσότερα σημεία ενδιαφέροντος (Λαμπριανίδης, 2000 αναφέρεται στους Σπιλάνης et.al, 2005: 108 ). Να σημειωθεί πως οι παραπάνω παράγοντες στην πλειοψηφία τους είναι υπεύθυνοι για την εμφάνιση αντιδράσεων που εμπίπτουν στα πλαίσια του φαινόμενου Not In My Back Yard (N.I.M.B.Y.).

4. Τοπίο και Αιολικά Πάρκα

Μία από τις σημαντικότερες επιδράσεις από την εφαρμογή των αιολικών πάρκων σε μια περιοχή εγκατάστασης λογίζεται η οπτική όχληση που δημιουργούν ή ορθότερα η αισθητική αλλοίωση που προκαλούν στο τοπίο. Η εν λόγω επίδραση είναι και εκείνη που δημιουργεί τις περισσότερες αντιδράσεις σε τοπικό επίπεδο και η βασικότερη αιτία που τοπικοί παράγοντες εναντιώνονται στην χωροθέτησή τους. Αποτελεί λοιπόν, αντικείμενο μελέτης ο τρόπος με τον οποίο η σχεδίαση των αιολικών πάρκων θα μπορέσει να ενσωματώσει μια βιομηχανική εγκατάσταση όπως αυτή μέσα σε ένα περιβάλλον με τις δικές του αξίες και χαρακτηριστικά (πολιτισμικά, οικολογικά κ.α.), προξενώντας την μικρότερη δυνατή οπτική αλλοίωση.

Η αρχή σε μια τέτοια συζήτηση θα πρέπει να ξεκινήσει από την προσπάθεια να ορίσουμε ετυμολογικά την έννοια τοπίο. Με βάση την «Ευρωπαϊκή Σύμβαση του Τοπίου» ή «Σύμβαση της Φλωρεντίας»», που επικυρώθηκε από το ελληνικό κράτος με τον Ν.3827/2010, ως τοπίο ορίζεται «η περιοχή που αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος ως αποτέλεσμα της δράσης και αλληλεπίδρασης φυσικών ή/και ανθρωπογενών παραγόντων». Γενικότερα, η προσπάθεια απόδοσης ερμηνείας της έννοιας τοπίο είναι αρκετά πολύπλοκη, σύνθετη και πολυδιάστατη. Είναι αποτέλεσμα των διαφορετικών αντιλήψεων που έχει κανείς για τον χώρο, που με τη σειρά τους οδηγούν σε αναλύσεις που επηρεάζονται από την οπτική του κάθε ατόμου. Για παράδειγμα, διαφορετική είναι η ερμηνεία του τοπίου που δίνεται από έναν γεωγράφο και διαφορετική από έναν ιστορικό, γιατί διαφορετική είναι και η προσέγγισή του. Σε κάθε περίπτωση ιστορία, περιβάλλον και λειτουργίες που ασκούνται είναι οι τρεις βασικές συνιστώσες, που συνθέτουν την έννοια τοπίο. Αποτέλεσμα των διαφορετικών ερμηνειών αλλά και της αλληλεπίδρασης των παραπάνω συνιστωσών, είναι η εμφάνιση της ανάγκης κατηγοριοποίησης του τοπίου σε επιμέρους, έτσι ώστε να περιγραφθούν καλύτερα όλοι οι συνδυασμοί αυτών των συνιστωσών. Συναντούμε επομένως, το αστικό τοπίο, το αγροτικό τοπίο, το αρχιτεκτονικό τοπίο, το νησιωτικό τοπίο, το ηπειρωτικό τοπίο κ.α. Εξίσου σημαντικό είναι και το πολιτισμικό τοπίο, που εμπεριέχει την έννοια του μνημείου και ως εκ τούτου, δημιουργείται η ανάγκη προστασίας των στοιχειωδών χαρακτηριστικών του ανεξάρτητα της ανθρώπινης δραστηριότητας Συνοψίζοντας, το τοπίο είναι αποτέλεσμα της ανθρώπινης παρέμβασης, θα μπορούσε να πει κανείς πως είναι εξανθρωπισμένο. Από την άλλη πλευρά, έχει την ικανότητα να προσαρμόζεται στις διάφορες συνθήκες και παρεμβάσεις, και αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα βασικό επιχείρημα απέναντι σε εκείνους που προβάλλουν την δημιουργία μιας βιομηχανικής εγκατάστασης όπως ένα αιολικό πάρκο, ως μια δύναμη καταστροφική για αυτό (τοπίο) (Αράπογλου, Μ. 2015-προσωπική επικοινωνία).

Το ζήτημα της παρέμβασης - ο όρος παρέμβαση με αρνητική χροιά - στο τοπίο από την δημιουργία αναπτυξιακών έργων, άρα και τα αιολικά πάρκα, αποτελεί και θέμα, πέραν των θεμάτων προστασίας των ευαίσθητων περιβαλλοντικά-οικολογικά περιοχών, προσωπικής αισθητικής, κυρίως μιας άρνησης να απεμπολήσουμε μια εικόνα που έχουμε στο μυαλό μας, δοσμένη είτε μέσα από την διαβίωση μας εκεί, είτε μέσα από την προσωπική μας εμπειρία, είτε μέσα από τη εκπαίδευσή μας, που θεωρούμε ότι θα πρέπει να μείνει αναλλοίωτη ) (Αράπογλου, Μ. 2015-προσωπική επικοινωνία). Για τον λόγο αυτό, ο σχεδιαστής καλείται να δει τα πράγματα αποστασιοποιημένα και χωρίς συναισθηματισμούς, διαφορετικά δεν θα μπορέσει να προχωρήσει στο έργο του. Προστασία δεν θα πρέπει να σημαίνει μόνο, αυστηρή διαχείριση και απαγόρευση, αλλά διατήρηση σε συνδυασμό με την ανάπτυξη. Καθίσταται λοιπόν σαφές, πως ο χωροταξικός σχεδιασμός θα πρέπει να συμπεριλάβει στις διαδικασίες του τα παραπάνω στοιχεία, έτσι ώστε και πιο αποτελεσματικός να γίνει αλλά και να εγείρει τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αποτελεί αντικείμενο του χωροταξικού σχεδιασμού η καθιέρωση γενικών κριτηρίων (Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης για τις Α.Π.Ε., Ν. 2464/2008), με βάση τα οποία ο σχεδιασμός των αιολικών πάρκων θα μπορεί να εντάσσει ή να αναγνωρίζει τον παράγοντα τοπίο, ως ένα στοιχείο που θα πρέπει να βρίσκεται σε άμεσο εναρμονισμό με την ίδια τη φύση του αιολικού πάρκου και των συνιστωσών του, δηλαδή των συνοδευτικών εγκαταστάσεων. Το ερώτημα το οποίο ωστόσο αναδύεται έχει να κάνει με το κατά πόσον τα γενικά κριτήρια που προσδιορίζονται από το ειδικό χωροταξικό, μπορούν να αναγνωρίσουν τις ειδικότερες και ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε τοπίου ξεχωριστά, ανάγκες που μόνο σε περιφερειακό και τοπικό επίπεδο είναι γνωστές και άμεσα κατανοητές. Σύμφωνα με τον Ν. 3851/2010, μέσω του άρθρου 9 παρ. 2, ορίζεται ότι στην περίπτωση όπου δεν υπάρχουν εγκεκριμένα πολεοδομικά, χωροταξικά ή ρυθμιστικά σχέδια ή σχέδια χρήσεων γης τα οποία θα ρυθμίζουν τα θέματα χωροθέτησης των αιολικών πάρκων σε τοπικό επίπεδο, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη από τον σχεδιαστή οι διατάξεις του Ειδικού Πλαισίου Χωροταξικού Σχεδιασμού για τις Α.Π.Ε. Γίνεται ωστόσο κατανοητό, πως κάτι τέτοιο ελλοχεύει πολλούς κινδύνους σε ό,τι αφορά τα θέματα προστασίας και διατήρησης των ευαίσθητων οικολογικά περιοχών, μιας και ένας υπερκείμενος σχεδιασμός τέτοιας κλίμακας, δεν μπορεί να είναι σε θέση να προσδιορίσει τα ιδιαίτερα τοπικά περιβαλλοντικά, αρχιτεκτονικά ή πολεοδομικά χαρακτηριστικά των περιοχών εγκατάστασης των αιολικών πάρκων, με άμεσο κίνδυνο την υποβάθμιση τους. 
Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα, ακόμη και από αυτό που δημιουργεί η παραπάνω διατύπωση του νόμου, είναι η ίδια η απουσία χωροταξικών και πολεοδομικών σχεδίων, που δημιουργεί ένα καθεστώς ασάφειας προς το σχεδιαστή και μια αίσθηση ανησυχίας από τους τοπικούς πληθυσμούς, μιας και η απουσία ενός σχεδιαστικού πλαισίου σε επίπεδο οικισμών δίνει την αίσθηση της μη προστασίας και τη δυνατότητα ευκολότερης εκδήλωσης παρατυπιών από τους κατασκευαστές των πάρκων. Να τονισθεί πως στην περίπτωση του διασυνδεδεμένου συστήματος των Κυκλάδων, μόνο η Πάρος διαθέτει Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) το οποίο θεσμοθετήθηκε το 2012 (Φ.Ε.Κ. 148/ΑΑΠ/2012), ενώ για τέσσερα (4) νησιά (Άνδρος, Μύκονος, Νάξος και Τήνος), τα οικεία Γ.Π.Σ. είναι υπό εκπόνηση (Ρυθμιστικό Σχέδιο για τα Αιολικά Πάρκα στο Αιγαίο, 2012).

Πολύ σημαντικό ζήτημα ακόμη, πέραν του καθαρά τεχνικού μέρους, είναι και το επίπεδο στο οποίο πραγματοποιείται ο σχεδιασμός και γίνεται η λήψη των αποφάσεων. Εδώ από την ελληνική και διεθνή εμπειρία, συναντάμε δύο είδη λήψης αποφάσεων. Το πρώτο είναι εκείνο όπου οι αποφάσεις λαμβάνονται από το υψηλότερο επίπεδο προς ένα χαμηλότερο (top-down), όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας, δημιουργώντας τα προβλήματα που περιγράφθηκαν πιο πάνω και το δεύτερο είναι εκείνο, κατά το οποίο οι αποφάσεις λαμβάνονται σε τοπικό επίπεδο (bottom-up), όπου οι τοπικοί παράγοντες είναι σε θέση να καταρτίζουν σχέδια και προγράμματα οι ίδιοι, με την παρέμβαση των υψηλότερων κλιμάκιων εξουσίας να είναι περιορισμένη και τελικά η εφαρμογή τους (σχέδια, προγράμματα) να είναι επιτυχημένη μιας και σε τοπικό επίπεδο τα προβλήματα και οι ευαισθησίες της κάθε περιοχής καθώς και οι ιδιαίτερες συνθήκες είναι γνωστές και κυρίως, τα σχέδια αυτά απολαμβάνουν την αναγνώριση των εκεί πολιτών, ως αποτέλεσμα της κατάρτισης τους από ανθρώπους τους οποίους γνωρίζουν και τους οποίους οι ίδιοι έχουν επιλέξει και φυσικά οι ίδιοι οι πολίτες συμμετέχουν σε αυτά μέσω των διαδικασιών διαβούλευσης τόσο κατά τα πρώτα στάδια του σχεδιασμού όσο και κατά τη διάρκεια αξιολόγησης των περιβαλλοντικών επιπτώσεων (Danish Energy Agency, 2009).

5. Διαβούλευση και φαινόμενα N.I.M.B.Y.

Θα πρέπει να καταστεί σαφές πως η απόφαση ανέγερσης ενός έργου ή η ανάπτυξη μιας δραστηριότητας που αναμένεται να έχει μεγάλες επιδράσεις τόσο σε χωρικό και περιβαλλοντικό όσο και σε κοινωνικό-οικονομικό επίπεδο, εγείρει στην πλειονότητα των περιπτώσεων σημαντικές αντιδράσεις, προερχόμενες από τους κατοίκους των γειτνιαζουσών περιοχών του έργου καθώς και από τις τοπικές αρχές. Οι αντιδράσεις αυτές εμπίπτουν μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, το οποίο μπορεί να προσδιοριστεί ως φαινόμενο N.I.M.B.Y. «Ο όρος N.I.M.B.Y., όπως αποδίδεται στο λεξικό της Οξφόρδης (2006) είναι ένας χαρακτηρισμός για μια ειδική στάση εναντίωσης, που υιοθετείται από τους πολίτες, απέναντι σε μια δραστηριότητα που χωροθετείται στη περιοχή τους. Μια στάση, με την έννοια μια σταθερής συμπεριφοράς ή ένας τρόπος δράσης, αντιπροσωπευτικά της άποψης του ατόμου» (Καράλη, 2010: 4).

Μια τέτοια κατηγορία δραστηριοτήτων αποτελούν και τα αιολικά πάρκα, η ανέγερση των οποίων ειδικά στην περίπτωση των χερσαίων, προκαλούν τις τοπικές αντιδράσεις. Ποιες είναι ωστόσο οι αιτίες εκείνες, οι παράγοντες αυτοί που προξενούν την έντονη ανησυχία των τοπικών πληθυσμών και την έντονη αρνητική στάση τους απέναντι σε τέτοια αναπτυξιακά έργα; Η ανάλυση των αιτιών θα συμβάλει και στον προσδιορισμό αποτελεσματικών προτάσεων που θα μπορέσουν να μειώσουν τις αρνητικές επιδράσεις του φαινομένου.

Ειδικά σε ό,τι αφορά την ανέγερση των αιολικών πάρκων και δη σε μια περιοχή σαν αυτή των Κυκλάδων, με τα χαρακτηριστικά που περιγράφθηκαν προηγουμένως, μία από τις μεγαλύτερες ανησυχίες των πολιτών έχουν να κάνουν με την υποβάθμιση του τουριστικού προϊόντος, που αποτελεί και τον βασικότερο παραγωγικό τομέα της περιοχής. Είναι γεγονός, ότι η εγκατάσταση μιας ανεμογεννήτριας αποτελεί μια ηχηρή παρέμβαση μέσα στο τοπίο, διαμορφώνοντας μια διαφορετική «εικόνα». Αποτελεί δηλαδή μια οπτική-αισθητική όχληση. Αυτό για τους πολίτες σημαίνει υποβάθμιση αφού αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα του τοπίου τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του τουριστικού προϊόντος. Επίσης θεωρείτε, ότι εφόσον χωροθετηθούν αυτές οι δραστηριότητες τότε οι κάτοικοι δεν θα μπορούν να εμποδίσουν την χωροθέτηση άλλων ανεπιθύμητων δραστηριοτήτων με αποτέλεσμα να μειωθεί η ποιότητα ζωής τους (Καράλη, 2010). Επιπρόσθετα, οι μεγάλες οδικές χαράξεις που απαιτούν τα αιολικά πάρκα για τη μεταφορά των πυλώνων, φέρνουν αντιμέτωπους τους κατασκευαστές με τοπικές και μη, περιβαλλοντικές οργανώσεις, οι οποίες θεωρούν πως αποτελούν μια ηχηρή παρέμβαση, ισχυριζόμενοι πως οι χαράξεις αυτές δεν έχουν τον απαιτούμενο σχεδιασμό και την αδειοδότηση, εισβάλλοντας βάναυσα ακόμη και σε προστατευόμενες περιοχές. Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι η υποβάθμιση της αξίας της γης που συνορεύει με το εγκατασταθέν αιολικό πάρκο και ειδικά σε μια περιοχή όπου η κτηματομεσιτική αγορά παρουσιάζει έντονη δραστηριότητα ειδικά στο κομμάτι της παραθεριστικής κατοικίας. Βασικότερη ωστόσο αιτία για την εμφάνιση του φαινομένου N.I.M.B.Y. αποτελεί η δυσπιστία της τοπικής κοινωνίας, ως προς τους χρηματοδότες, η υψηλή ανησυχία από τους κινδύνους του έργου, οι περιορισμένες πληροφορίες σχετικά με τη χωροθέτηση του έργου, τους κινδύνους και τα οφέλη που θα προκύψουν κατά τη λειτουργία του πάρκου (Μυστριώτη, 2010). Μία ακόμη ανησυχία που εκφράζεται από τους κατοίκους, είναι σχετική με την ελάχιστη συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών στα οφέλη που προκύπτουν από την λειτουργία των αιολικών πάρκων και την αλόγιστη ανάπτυξη, κάτι που οφείλετε στην αναποτελεσματικότητα και τη χαλαρότητα του κρατικού μηχανισμού (Δαγκαλίδης, 2010).

Ωστόσο, σύμφωνα με τον Wolsinik, γενικότερα η ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας δεν εμφανίζει αντιδράσεις του φαινόμενου Ν.Ι.Μ.Β.Υ., ενώ επισημαίνει ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ της αποδοχής της αιολικής ενέργειας και της εγκατάστασης των ανεμογεννητριών. Δηλώνει ακόμη, ότι η αντίθεση είναι αποτέλεσμα των διαδικασιών που ακολουθούνται στο σχεδιασμό και αυτό είναι το σημείο όπου εγείρονται και οι περισσότερες αντιδράσεις (Wolsinik, 2000 αναφέρεται στους Καράλη et. al., 2011). Από τα παραπάνω γίνεται κατανοητό, πως δύο παράγοντες κατά κύριο λόγο μπορούν να επιδράσουν θετικά στην ανατροπή της αρνητική στάσης των πολιτών απέναντι στην ανάπτυξη των αιολικών πάρκων και αυτοί είναι σχετικοί με την άμεση και έγκυρη πληροφόρηση και την αναπτέρωση της εμπιστοσύνης τους απέναντι σε εκείνους που πραγματοποιούν το έργο είτε πρόκειται για το ίδιο το κράτος είτε για ιδιώτες. Πρόκειται στην ουσία για ια διαδικασία που ονομάζεται διαβούλευση.

Στο σημείο αυτό θα αναφερθούν ενδεικτικά ορισμένες ενέργειες πέρα από εκείνες που προβλέπονται από την σχετική νομοθεσία (ελληνική, Υ.Α. Η.Π. 37111/2021/2003), ενέργειες που προέρχονται από την διεθνή εμπειρία. Μία πρακτική που ακολουθείτε είναι η δημιουργία info kiosks στην περιοχή εγκατάστασης από τους κατασκευαστές όπου επιτρέπουν σε πολίτες και τοπικές αρχές να έχουν πλήρη πληροφόρηση σχετικά με το έργο. Παράλληλα, πραγματοποιούνται συζητήσεις μέσα από τις οποίες εκφράζονται οι ανησυχίες των κατοίκων, επισημαίνουν τις περιοχές που πρέπει να προστατευθούν ή υποδεικνύουν άλλες καταλληλότερες, συμμετέχοντας έμμεσα στο σχεδιασμό. Δεν είναι ακόμη λίγες οι περιπτώσεις όπου η νομοθεσία των κρατών (Ηνωμένο Βασίλειο), παροτρύνει η κατασκευή των αιολικών πάρκων να πραγματοποιείται από τοπικές τεχνικές εταιρείες, οι οποίες αξιοποιούν το τοπικό εργατικό δυναμικό, ενώ το σχεδιασμό αναλαμβάνουν άνθρωποι που προέρχονται μέσα από τις κοινωνίες της περιοχής εγκατάστασης, γνωρίζοντας τόσο τους ανθρώπους που ζουν εκεί, όσο και τις ανησυχίες τους. Είναι ακόμη, καλύτεροι γνώστες των ειδικών συνθηκών και ιδιαιτεροτήτων από περιβαλλοντική σκοπιά των περιοχών όπου προγραμματίζεται να γίνει το έργο (Renewable UK, 2014). Κάτι, τέτοιο, συμβάλει θετικά στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης που δείχνουν οι πολίτες προς τους σχεδιαστές του έργου. Μία ακόμη πρακτική που θα μπορούσε να περιορίσει τις αντιδράσεις και να συμβάλλει στην αλλαγή στάσης των κατοίκων είναι μέσω της εφαρμογής διαδικασιών που θα καταστήσουν δυνατή την εξάπλωση των οικονομικών οφελών και στους κατοίκους των περιοχών εγκατάστασης των αιολικών πάρκων. Για παράδειγμα, μια διαδικασία που εφαρμόζεται σε χώρες με παράδοση στην αιολική ενέργεια, είναι η παροχή κινήτρων για τη συμμετοχή των πολιτών στο αιολικό πάρκο ως μέτοχοι σε αυτό (Δανία) ή ακόμη και η νομοθετική δέσμευση των εταιριών διαχείρισης των ανεμογεννητριών (διαχειριστής ενέργειας) να παρέχουν ένα ποσοστό από την ενέργεια που παράγεται τις τοπικές κοινωνίες (Danish Energy Agency, 2015).

Πέραν όμως το παραπάνω πρακτικών, που κατά βάση πραγματοποιούνται στα πλαίσια της «καλής θέλησης» που μπορούν να δείξουν οι κατασκευαστές, απαιτείται και η παρουσία ενός ισχυρού νομοθετικού πλαισίου που θα μπορεί να διασφαλίζει τα παραπάνω, αλλά κυρίως θα παρέχει στον σχεδιαστή τα απαραίτητα εργαλεία που θα τον βοηθήσουν να πραγματοποιήσει ένα πραγματικά εμπεριστατωμένο χωροταξικό σχεδιασμό. Απαιτείται επιπλέον, μια bottom-up στρατηγική του σχεδιασμού των αιολικών πάρκων, αφού έτσι τα σχέδια που καταρτίζονται είναι περισσότερο «ενημερωμένα» σχετικά με τα περιβαλλοντικά και άλλα ζητήματα, ενώ η πραγματοποίηση τους δεν αφήνει τον τοπικό πληθυσμό αμέτοχο.

6. Συμπεράσματα
Η ανάπτυξη των αιολικών πάρκων για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών των περιοχών που διαθέτουν υψηλό εκμεταλλεύσιμο αιολικό δυναμικό, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση των Κυκλάδων, θεωρείται επιβεβλημένη, όχι μόνο από την άποψη της συμμόρφωσης στις διεθνείς και ευρωπαϊκές δεσμεύσεις της χώρας αλλά κυρίως από την πλευρά της μείωσης των περιβαλλοντικών οχλήσεων και επιβαρύνσεων των ρυπογόνων και δαπανηρών Α.Σ.Π. Από την άλλη πλευρά, ο σχεδιασμός των αιολικών πάρκων σε αυτά (νησιά) θα πρέπει να λάβει υπόψη του τις ιδιαιτερότητες, τα χαρακτηριστικά και τις απαιτήσεις του εύθραυστου νησιωτικού χώρου. Αποτελεί ίσως «ευθύνη» εκείνων που εμπλέκονται στο σχεδιασμό, είτε διαμορφώνοντας τον είτε εφαρμόζοντας τον, να σεβαστούν και να επιλύσουν τα προβλήματα που περιγράφηκαν, αξιοποιώντας το παρών νομοθετικό πλαίσιο αλλά και ενσωματώνοντας τη διεθνή εμπειρία. Περισσότερο όμως, απαιτείται ένας άλλου είδους σχεδιασμός και μια εκ βαθέων αλλαγή σε επίπεδο ειδικών διατάξεων του ενεργειακού και χωροταξικού σχεδιασμού που θα προστατεύουν και θα σέβονται τα ειδικά χαρακτηριστικά των νησιών σε συνδυασμό με την ενεργειακή τους ανάπτυξη. Η αρχή προς αυτή τη κατεύθυνση, μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη σύνταξη ρυθμιστικών και διαχειριστικών σχεδίων σε πολεοδομική κλίμακα, που θα προσδιορίζει επακριβώς τις περιοχές καταλληλότητας για τη χωροθέτηση των αιολικών πάρκων λαμβάνοντας υπόψη τις ανησυχίες και τις γνώμες πολιτών και τοπικών αρχών που αναμένεται να είναι και οι τελικοί αποδέκτες του έργου αλλά και των επιπτώσεων του, πριν από την οποιαδήποτε απόφαση για την πραγματοποίηση των έργων, διαμορφώνοντας μία ισχυρή σχεδιαστική βάση που θα θέτει κανόνες, επιδιώξεις και απαγορεύσεις.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (Α.Δ.Μ.Η.Ε.). (2014): «Δεκαετές Πρόγραμμα Ανάπτυξης Συστήματος Μεταφοράς Ενέργειας 2015-2024-Προκαταρκτικό Σχέδιο». Διεύθυνση Σχεδιασμού Ανάπτυξης Συστήματος. 
  • Βούλγαρη, Α. (2002): «Το Πρωτόκολλο του Κυότο και οι ελληνικές Δεσμεύσεις»». Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, Τμήμα Γενικής Διοίκησης. Αθήνα. 
  • Γερανάκη, Μ. (2009): «Μελέτη της Επίδρασης Συστήματος Αντλησιοταμίευσης στη Δυναμική Ασφάλεια του ΣΥΕ Ικαρίας»». Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Μηχανικών Υπολογιστών. Αθήνα. pp 10-11. 
  • Δαγκαλίδης, Α. (2010): «Αιολικά Πάρκα». Κλαδική Μελέτη  13. Μονάδα Οικονομικής Ανάλυσης, Τράπεζα Πειραιώς. 
  • Διμέλλη, Δ. (2008): «Οι Διεθνείς Διασκέψεις για το Περιβάλλον 7.». Οικολογική Συμπεριφορά των πόλεων. Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τομέας Πολεοδομίας Χωροταξίας. Αθήνα.pp 64-75.
  • Εθνικό  Σχέδιο   Δράσης  για  τις  Ανανεώσιμες  Πηγές  Ενέργειας.   (2010).   Υπουργείο Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής. 
  • Ειδικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού Αειφόρου Ανάπτυξης για τις ΑΠΕ (Ε.Π.Χ.Σ.Α.Α.).Ν.2464/2008.  (ΦΕΚ 2464 Β 3/12/2008):  «Έγκριση ειδικού πλαισίου χωροταξικού σχεδιασμού και αειφόρου ανάπτυξης για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και της στρατηγικής μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων αυτού». 
  • Ενεργειακό γραφείο Ίου- Αιγαίου-Χρηματοδοτικό πρόγραμμα του Πράσινου Ταμείου με τίτλο "Περιβαλλοντική  έρευνα-καινοτομία-επιδεικτικές δράσεις-διεθνής  συνεργασία  2012".(2012): «Ρυθμιστικό Σχέδιο για τον προσδιορισμό των βέλτιστων χωρικών κατανομών και συγκεντρώσεων αιολικών πάρκων και τη προστασία του τοπίου σε νησιά του Αιγαίου-Έκθεση της υφιστάμενης κατάστασης και προτάσεις» . 
  • Καλδέλλης, Ι. (1999): Διαχείριση της Αιολικής Ενέργειας. Εκδόσεις Σταμούλης. Αθήνα. 
  • Καράλη, Α. (2010): «Διαχείριση Αντιδράσεων του Κοινού: Η Περίπτωση των Αιολικών Πάρκων». Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Διεπιστημονικό-Διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Περιβάλλον και Ανάπτυξη». Αθήνα. pp 4-37 
  • Λαμπριανίδης,   Λ.   (2000):   Οικονομική  Γεωγραφία:   Στοιχεία  Θεωρίας  και  Εμπειρικά Παραδείγματα. Εκδόσεις Πατάκη. Αθήνα. Στο Σπιλάνης, I., Κίζος, Θ., Κονδύλη, Ι.,Μισαηλίδης, Ν. (2005): «Προσπελασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου»».Αειχώρος. Vol.4, No.1, Mάϊος. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας. pp 106-135. 
  • Μυστριώτη, Χ. (2010): «Διαχείριση Αντιδράσεων Κοινού: Η Περίπτωση των Λατομείων Μαρκόπουλου».    Εθνικό    Μετσόβιο    Πολυτεχνείο,    Διεπιστημονικό-Διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Περιβάλλον και Ανάπτυξη». Αθήνα. 
  • Ν.3827/2010. (φΕΚ 30 Α 25/2/2010): «Κύρωση της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Τοπίου»». 
  • Ν.3851/2010. (ΦΕΚ Α 85 4/6/2010): «Επιτάχυνση της ανάπτυξης των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και άλλες διατάξεις σε θέματα αρμοδιότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής». 
  • Σπιλάνης, I., Κίζος, Θ., Κονδύλη, Ι., Μισαηλίδης, Ν. (2005): «Προσπελασιμότητα και Ελκυστικότητα των Νησιών του Αιγαίου»». Αειχώρος. Vol.4, No.1, Mάϊος. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας. pp 106-135. 
  • Σπιλάνης, Ι., Ακριβοπούλου, Ι., Γάκης, Κ., Μιχαηλίδης, Γ., Νιάρχος, Α. (2011): «Ο Καλλικράτης στα Νησιά». Ε.Ε.Τ.Α.Α. p 100. Υ.Α. Η.Π. 37111/2021/2003: «Καθορισμός τρόπου ενημέρωσης και συμμετοχής του κοινού κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων και έργων και δραστηριοτήτων σύμφωνα με την παράγραφο 2 του αρθ. 5 του ν. 1650/86 όπως αντικαταστάθηκε με τις παραγράφους 2 και 3 του άρθ. 3 του ν. 3010/02»».
  • Χριστοφής, Κ. (2012): «Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας-Διδακτικές Σημειώσεις»». Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Διεπιστημονικό-Διατμηματικό πρόγραμμα μεταπτυχιακών σπουδών «Περιβάλλον και Ανάπτυξη». Αθήνα. pp 19-35.
Ξενόγλωσση
  • Danish Energy Agency. (2009): «Wind Turbines in Denmark»». pp 12-14.
  • Danish Energy Agency. (2015): {Energy Policy Toolkit on Physical Planning of Wind Power,Experiences from Denmark». 
  • Renewable UK. (2014): «Local Supply Chain Opportunities in Onshore Wind-Good Practice Guide».
  • The ESPON Programme. (2013): «Case studies-The development of Wind Energy on the Island of Samso»». Rerisk Regions at Risk of Energy Poverty-Updated Interim Reports: Case studies and Scenarios. EU. pp 15-19.
  • Wolisink, M. (2000): «WindPower and the NIMBY-myth: institutional capacity and the limited significance of Public Support». Renewable Energy 21. Amsterdam. The Netherlands. pp 49-64. Στο Καράλη, Α., Γκαράκης, Κ., Καλιαμπάκος, Δ., Δαμίγος, Δ. (2011): «Πρόσφατες Απόψεις για τη Δημόσια Αποδοχή των Θαλάσσιων Αιολικών Πάρκων στην Ελλάδα»». Ανεμολόγια. Vol 71. Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2012, Ε.Λ.Ε.Τ.Α.Ε.Ν. pp 22-29.
Αρθογραφία-Ιστοσελίδες
  • Ross, M. (2013): «Πως το εμπάργκο πετρελαίου το 1973 έσωσε τον πλανήτη, Ο ΟΠΕΚ έδωσε στον υπόλοιπο κόσμο την αρχική ώθηση για τον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής»». <URL: http://foreignaffairs.gr/articles/69521/michael-l-ross/pos-to-empargko-petrelaioy-to-1973-esose-ton-planiti?page=show> (Foreign Affairs The Hellenic Edition) (προσβάσιμη την 3/5/2015).
  • Σουκισιάν, Τ. «Στοχαστικότητα: Μελέτη, Μοντελοποίηση και Πρόβλεψη Φυσικών Φαινομένων»».Διαθέσιμο στο <URL :http://hcmrseminars.ath.hcmr.gr/Presentations/General%20Intro_Soukissian.pdf^, (προσβάσιμη την 5/5/2015).
Προσωπική επικοινωνία
  • Αράπογλου, Μ. (2015): Προσωπική επικοινωνία στις 3 Απριλίου 2015.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου