Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2016

Υφιστάμενα παλαιά κτήρια στο Ελληνικό αστικό περιβάλλον.Τεχνο-οικονομική ανάλυση για την εξοικονόμηση ενέργειας

#ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΧ. ΤΕΣΣΑΣ, Οικονομολόγος, MSc Υπ. Διδάκτωρ Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Ιστορικά, η πλειοψηφία των μοντέρνων οικιστικών πολυώροφων κτιρίων στην Ελλάδα κατασκευάστηκαν στην περίοδο 1946-1980. Η αρχή της δεκαετίας τοπ 1950 ήταν μία δεκαετία στην οποία ένα νέο μοντέλο πολυώροφων κτιρίων άρχισε να κατασκευάζεται σε μεγάλη κλίμακα από επενδυτές. Αυτοί οι κατασκευαστές, εφαρμόζοντας το σχετικό εθνικό νόμο που θεσπίστηκε τη δεκαετία 1930, ήταν πρωτοπόροι στην κατασκευή αυτών των νέων κατοικιών, χωρίς επαρκή συνεργασία με αρχιτέκτονες. Ως αποτέλεσμα, σημαντικές αρχιτεκτονικές αρχές παραβλέφθηκαν και αντί αυτών λύσεις χαμηλής ποιότητας έγιναν το χαρακτηριστικό των κτισμάτων αυτής της
εποχής.
Η ενεργειακή απόδοση τους αναμένεται να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην εκπλήρωση των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του Πρωτοκόλλου του Κιότο για τη μείωση των εκπομπών του CO2 με οικονομικό τρόπο. Το υπάρχον κτιριακό απόθεμα υπολογίζεται σε 150 εκατομμύρια κατοικίες (τιμές 2006), με την Ελλάδα να έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά με 0,42 κατοικίες ανά άτομο. Στη χώρα μας, το 70% του κτιριακού αποθέματος αποτελείται από κτίρια που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες ή μικρά επαγγελματικά γραφεία τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% της εθνικής κατανάλωσης ενέργειας και περισσότερο από τα μισά έχουν χαρακτηριστεί ως πολυώροφα κτίρια. Στην παρούσα μελέτη, έχουν επιλεγεί για τον υπολογισμό της ενεργειακής τους απόδοσης και της οικονομικής τους βιωσιμότητας με την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας δύο κτίρια παρόμοιας αρχιτεκτονικής τυπολογίας που έχουν κατασκευαστεί μεταξύ της δεκαετίας του 1950 και 1970 στην Αθήνα και Λάρισα, αντίστοιχα. Σε αυτά τα κτίρια, δεν έχει εφαρμοστεί περιβάλλουσα μόνωση μέχρι σήμερα και το σύστημα θέρμανσης λειτουργεί αναποτελεσματικά.
Στην παρούσα μελέτη η οικονομική ανάλυση που εκτελέστηκε σχετίζεται με την εύρεση ενός τρόπου για τη βελτίωση της γενικής εξοικονόμησης ενέργειας και περιβαλλοντικής απόδοσης των κτιρίων. Η μέθοδοι οικονομικής αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας είναι η Καθαρή Τρέχουσα Αξία (NPV), ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης (IRR) και η Μειωμένη Περίοδος Αποπληρωμής (DPP). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που αποκτήθηκαν, βρέθηκε ότι η πιο αποτελεσματική μέθοδος εξοικονόμησης ενέργειας είναι η αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας του συστήματος θέρμανσης συμπεριλαμβανομένου ενός αυτόματου ελέγχου θερμοκρασίας.

1. Ερευνητικός σκοπός

Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να βρει έναν οικονομικά βιώσιμο τρόπο με τον οποίο οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (GHG), όπως το CO2, που παράγονται από ενεργειακές δραστηριότητες σε υπάρχοντα παλαιά κτίρια στο αστικό περιβάλλον της Ελλάδος, μπορούν να μειωθούν με την εφαρμογή μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας με τη χρήση εμπορικά διαθέσιμων τεχνολογιών.

Τα δύο κτίρια που επιλέχθηκαν για τη συγκεκριμένη έρευνα είναι παρόμοιας αρχιτεκτονικής τυπολογίας και έχουν κατασκευαστεί μεταξύ της δεκαετίας του 1950 και 1970 σε Αθήνα και Λάρισα αντίστοιχα. Σε αυτά τα κτίρια, δεν έχει εφαρμοστεί κάποιος τύπος περιβάλλουσας μόνωσης μέχρι σήμερα και το σύστημα θέρμανσης λειτουργεί αναποτελεσματικά. Η οικονομική ανάλυση που εκτελέστηκε στην παρούσα μελέτη σχετίζεται με την εύρεση ενός τρόπου για τη βελτίωση της γενικής εξοικονόμησης ενέργειας και περιβαλλοντικής απόδοσης των κτιρίων. Επίσης, οι μέθοδοι οικονομικής αξιολόγησης που χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας είναι η Καθαρή Τρέχουσα Αξία (NPV), ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης (IRR) και η Μειωμένη Περίοδος Αποπληρωμής (DPP).

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που αποκτήθηκαν, βρέθηκε ότι η πιο αποτελεσματική μέθοδος εξοικονόμησης ενέργειας είναι η αναβάθμιση της αποτελεσματικότητας του συστήματος θέρμανσης συμπεριλαμβανομένου ενός αυτόματου ελέγχου θερμοκρασίας.


2. Εισαγωγή

Η ενεργειακή απόδοση αναμένεται να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στην εκπλήρωση των στόχων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με τις δεσμεύσεις του Πρωτοκόλλου του Κιότο για τη μείωση των εκπομπών του CO2 με οικονομικό τρόπο. Το υπάρχον κτιριακό απόθεμα υπολογίζεται σε 150 εκατομμύρια κατοικίες (τιμές 2006), με την Ελλάδα να έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά με 0,42 κατοικίες ανά άτομο. Στη χώρα μας, το 70% του κτιριακού αποθέματος αποτελείται από κτίρια που χρησιμοποιούνται ως κατοικίες ή μικρά επαγγελματικά γραφεία τα οποία αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% της εθνικής κατανάλωσης ενέργειας και περισσότερο από τα μισά έχουν χαρακτηριστεί ως πολυώροφα κτίρια. Στην παρούσα μελέτη, δύο κτίρια έχουν επιλεγεί για τον υπολογισμό της ενεργειακής τους απόδοσης και της οικονομικής τους βιωσιμότητας με την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας. Ένα κτίριο βρίσκεται στη Λάρισα και ένα στην Αθήνα. Το κτίριο στη Λάρισα βρίσκεται σε κλιματική ζώνη Γ και το κτίριο στην Αθήνα σε κλιματική ζώνη Β. Και τα δύο έχουν κατασκευαστεί πριν από την εφαρμογή του Ελληνικού Κανονισμού Θερμομόνωσης (1979), και συνεπώς δεν έχει τοποθετηθεί κάποιο είδος θερμομόνωσης στα περιβλήματα τους.


3. Θέση του Προβλήματος

Ιστορικά, η πλειοψηφία των μοντέρνων οικιστικών πολυώροφων κτιρίων στην Ελλάδα κατασκευάστηκαν στην περίοδο 1946-1980. Η αρχή της δεκαετίας του 1950 ήταν μία δεκαετία στην οποία ένα νέο μοντέλο πολυώροφων κτιρίων άρχισε να κατασκευάζεται σε μεγάλη κλίμακα από επενδυτές («εργολάβοι αντιπαροχών»). Αυτοί οι κατασκευαστές, εφαρμόζοντας το σχετικό εθνικό νόμο που θεσπίστηκε τη δεκαετία του 1930, ήταν πρωτοπόροι στην κατασκευή αυτών των νέων κατοικιών, χωρίς όμως να έχουν επαρκή συνεργασία με αρχιτέκτονες. Ως αποτέλεσμα αυτού, σημαντικές αρχιτεκτονικές αρχές παραβλέφθηκαν και αντί αυτών παρουσιάστηκαν λύσεις χαμηλής ποιότητας οι οποίες έγιναν το χαρακτηριστικό των κτισμάτων αυτής της εποχής.
Η εξέταση της βιβλιογραφίας που εκτελέστηκε στην παρούσα μελέτη αποκάλυψε ότι η εξέταση της σύνθεσης των Ελληνικών Κτιριακών αποθεμάτων - τα οποία χαρακτηρίζονται από ενεργειακή αναποτελεσματικότητα - μέτρια εσωτερική ποιότητα αέρα και αυξημένες απώλειες θερμότητας, μία πιθανή βελτίωση περιβαλλοντικής απόδοσης αυτών των κτιρίων μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την εφαρμογή καλύτερης θερμομόνωσης και τη χρήση πιο αποτελεσματικών μεθόδων οι οποίες θα μειώσουν την συνολική κατανάλωση ενέργειας του κτιρίου.

Το υπό μελέτη κτίριο στην Αθήνα κατασκευάστηκε το 1956 (Σχήμα 1) και η συνολική επιφάνεια του κελύφους υπολογίζεται στα 1.150,72 τ.μ. Βρίσκεται στο κέντρο της πόλης και αποτελείται από ισόγειο και πέντε ορόφους. Το κτίριο δεν ανακαινίστηκε ποτέ, εκτός από μερικά διαμερίσματα, οι ιδιοκτήτες των οποίων αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αντικατάσταση των παραθύρων και των κουφωμάτων με αλουμίνιο με διπλό τζάμι. Μετά την επεξεργασία της ενεργειακής μελέτης με τη χρήση του λογισμικού TEE-KENAK (v1.28), το κτίριο ταξινομήθηκε σε κατηγορία Ζ. Οι ετήσιες ενεργειακές απαιτήσεις ήταν της τάξης των 190.60kWh/m2, κάτι που αντιστοιχεί σε 55.50 kg/m2 CO2.



Στον αντίποδα, η περίπτωση της Λάρισας αφορά ένα κτίριο τεσσάρων ορόφων που κατασκευάστηκε το 1978 (Σχήμα 2) και το περίβλημα του δεν έχει ανακαινιστεί μέχρι σήμερα. Η συνολική εξωτερική επιφάνεια είναι 1.267,32 τ.μ. και μετά την επεξεργασία της ενεργειακής μελέτης μέσω της χρήσης του λογισμικού ΤΕΕ-ΚΕΝΑΚ, αυτό το κτίριο είχε ταξινομηθεί ως κατηγορία Ζ με ενεργειακές απαιτήσεις που αγγίζουν τις 343.20 kWh/m2 και εκπέμποντας 97.80
kg/m2 CO2.

Η επιφάνεια του κελύφους του κτιρίου της Λάρισας είναι 16% μεγαλύτερη από αυτή στην Αθήνα και η αντίστοιχη διαφορά σε εκπομπές CO2 ανάμεσα στα δύο περιπτώσεις είναι 76,21% αυξημένη. Αυτό προκύπτει κυρίως εξαιτίας των κλιματικών συνθηκών της πόλης της Λάρισας η οποία βρίσκεται στην κλιματική ζώνη Γ (με 1601-2200 βαθμό-ημέρες θέρμανσης (HDD)) σε αντίθεση με το κτίριο στην Αθήνα το οποίο βρίσκεται σε κλιματική ζώνη Β (με 1101 -1600 HDD). Επίσης η μεγάλη διαφορά σε εκπομπές CO2 είναι αποτέλεσμα του προσανατολισμού των κτιρίων και της διαφορετικής ποιότητας υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή τους.

Όπως προαναφέρθηκε, θα πρέπει να σημειωθεί ότι κανένα από αυτά τα κτίρια δεν έχει ενσωματώσει κάποια τεχνολογία θερμομόνωσης. Έτσι οι ενεργειακές τους απαιτήσεις είναι πολύ υψηλές και εξαρτώνται από τις ετήσιες κλιματική συνθήκες. Για να αποκτηθούν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη γενική συμπεριφορά αυτών κτιρίων, υπολογίζονται οι ετήσιες Απαιτήσεις Καυσίμων (FR) και η μέση ετήσια Κατανάλωση Ηλεκτρισμού (EC). Τα δεδομένα που συλλέχθηκαν περιλαμβάνουν τις ετήσιες αναφορές εξόδων κάθε κτιρίου και την ανάδραση του ιδιοκτήτη όσον αφορά στους λογαριασμούς κατανάλωσης ρεύματος κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Το κτίριο στην Αθήνα έχει ένα κόστος FR ίσο με 8.750 €/έτος και EC ίσο με 5.250 €/έτος. Στην περίπτωση του κτιρίου στην Λάρισα, το ετήσιο κόστος FR είναι ίσο με 10,646.71 €/έτος ενώ το EC ίσο με 5.500 €/έτος.
4. Προτεινόμενη Λύση

Η προτεινόμενη λύση για την επίτευξη της βελτίωσης ενεργειακής απόδοσης και στα δύο κτίρια είναι η μείωση των απωλειών θερμικής ενέργειας και η ελαχιστοποίηση της συνολικής κατανάλωσης ρεύματος των διαμερισμάτων, και κατ επέκταση όλου του οικοδομήματος. Η απώλειες θέρμανσης μπορούν να επιτευχθούν με την εφαρμογή θερμομόνωσης σε ολόκληρο το περίβλημα (κέλυφος) του κτιρίου. Τέτοια κατασκευαστική τεχνολογία εφαρμόζεται τις τελευταίες δεκαετίες και είναι πολύ γνωστή για την εύκολη εφαρμογή της και την αποτελεσματικότητας της στην εξοικονόμηση ενέργειας. Ο τύπος μόνωσης που εξετάζεται σε αυτή τη μελέτη αφορά μόνον τους εξωτερικούς τοίχους εξαιτίας του γεγονότος ότι η μόνωση της οροφής ωφελεί μόνο τον τελευταίο όροφο και όχι ολόκληρο το κτίσμα. Λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα μέση τιμή των 35€/τ.μ., το αρχικό κόστος κεφαλαίου για τη μόνωση μπορεί να υπολογιστεί.

Η εξοικονόμηση ενέργειας η οποία μπορεί να επιτευχθεί μέσω της αναβάθμισης του συστήματος θέρμανσης με τη χρήση καυστήρα πετρελαίου νέας τεχνολογίας και έλεγχο εξισορρόπησης θερμοκρασίας, αποτελεί μία άλλη αποτελεσματική τεχνική που εφαρμόζεται σε παλαιά πολυώροφα κτίρια. Το κόστος εγκατάστασης για την αναβάθμιση του συστήματος θέρμανσης παρουσιάζεται στον Πίνακα 1. Η επιλογή ενός τέτοιου τύπου βελτίωσης είναι πολύ πιο οικονομική από την αντικατάσταση ολόκληρου του συστήματος θέρμανσης με ένα νέο το οποίο μπορεί να απαιτεί διαφορετικό καύσιμο όπως το φυσικό αέριο, επειδή η προσαρμογή του κόστους κατασκευής θα ήταν αρκετά υψηλότερη. Με τέτοια μέτρα, μπορεί να επιτευχθεί εξοικονόμηση ενέργειας της τάξης του 30% περίπου, ενώ η βελτίωση της απόδοσης ενέργειας θα είναι περίπου 20%.

Ένα άλλο αποτελεσματικό μέτρο το οποίο μπορεί εύκολα να εφαρμοστεί για τη μείωση της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας των δύο κτιρίων είναι η αντικατάσταση όλων των λαμπτήρων πυράκτωσης (των 75W και 100W) με νέους λαμπτήρες φθορισμού χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης (των 15W και 20W) σε όλα τα υπάρχοντα διαμερίσματα. Αν και το αρχικό κόστος αυτών των λαμπτήρων είναι αρκετά υψηλό (δείτε για παράδειγμα τον Πίνακα 1), η διάρκεια ζωής τους, είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τους λαμπτήρες πυράκτωσης. Σε αυτή τη μελέτη, θεωρείται ότι κάθε λαμπτήρας χρησιμοποιείται σε μία μέση ετήσια βάση για 1.095 ώρες. Η διάρκεια ζωής κάθε λαμπτήρα χαμηλής ενέργειας υπολογίζεται περίπου στα 9 έτη.

Σε αυτή το σημείο θα πρέπει να σημειωθεί ότι αν και η αντικατάσταση των παλαιών ηλεκτρικών συσκευών με νέες χαμηλής κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί άλλη μία αποτελεσματική μέθοδο για την επίτευξη της εξοικονόμησης ενέργειας, στην παρούσα έρευνα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτή η επιλογή.

5. Θεωρητικό Μοντέλο / Λύση Μεθοδολογία

Η μεθοδολογία που εφαρμόστηκε στην παρούσα ανάλυση βασίζεται πρώτον στη συλλογή όλων των δεδομένων εισαγωγής των υπαρχόντων κτιρίων και η ενσωμάτωση τους στο υπολογιστικό εργαλείο ΤΕΕ-ΚΕΝΑΚ (εκδ. 1,28) για την αξιολόγηση της ενεργειακής απόδοσης, πριν την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου/παρέμβασης εξοικονόμησης ενέργειας. Οι επιλογές των διαθέσιμων τεχνολογιών που μπορούν να εφαρμοστούν ως μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας υπολογίζονται και εξετάζονται μέσω του υπολογιστικού εργαλείου. Στη συνέχεια, εκτελείται μία λεπτομερής οικονομική ανάλυση για την αξιολόγηση των προτεινόμενων μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του υπολογισμού ειδικών οικονομικών δεικτών, όπως η Καθαρή Τρέχουσα Αξία (NPV), ο Εσωτερικός Βαθμός Απόδοσης (IRR) και η Μειωμένη Περίοδος Αποπληρωμής (DPP). Τέλος, εκτός των ανωτέρω, ορίζονται οι εκπομπές CO2 πριν και μετά την εφαρμογή των μέτρων ενεργειακής απόδοσης έτσι ώστε να δημιουργηθεί η τάξη μεγέθους επιρροής των παρεμβάσεων ενεργειακής απόδοσης στο περιβάλλον.


6. Ανάλυση αποτελεσμάτων

Στον Πίνακα 2 παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της ετήσιας ενεργειακής κατανάλωσης των δύο κτιρίων, πριν και μετά τις παρεμβάσεις για την βελτιστοποίηση της ενεργειακής αποδοτικότητας τους. Επίσης, στον Πίνακα 2 έχουν υπολογιστεί οι αντίστοιχες ετήσιες εκπομπές CO2 για την κάθε περίπτωση. Τα παρακάτω αποτελέσματα παρουσιάζουν μια φανερή βελτίωση στην εξοικονόμηση ενέργειας στην περίπτωση του υπό μελέτη κτιρίου στη Λάρισα.


Σύμφωνα με τα αποτελέσματα του Πίνακας 3, της οικονομικής ανάλυσης, στην περίπτωση του κτιρίου της Αθήνας τα ετήσια οφέλη βρέθηκαν να ισούνται με 13.475,57 €, ενώ στην περίπτωση του κτιρίου της Λάρισας είναι 12.844,45€. Η βελτίωση της απόδοσης του τελευταίου είναι 60% όσον αφορά στην κατανάλωση ενέργειας (kWh/m2) και του πρώτου είναι 35%. Επίσης, το αρχικό κεφάλαιο που επενδύθηκε είναι μεγαλύτερο για την ενεργειακή ανακαίνιση του κτιρίου στη Λάρισα (49.600,00€) από ότι στο κτίριο των Αθηνών (43.500,00€).


Όσον αφορά τις εκπομπές CO2, οι υπολογισμοί έδειξαν ότι υπάρχει 30% μείωση στο κτίριο στην Αθήνα και 60% στο κτίριο στη Λάρισα, ποσά τα οποία αντιστοιχούν και εκφράζονται σε 38,40 kg/m2 *έτος και 41 kg/m2 *έτος αντιστοίχως, γεγονός το οποίο δείχνει τη βελτίωση της περιβαλλοντικής απόδοσης των δύο κτιρίων.

Πάρα ταύτα, στην εξέταση της βιβλιογραφίας, παραμένει ανοιχτή και χωρίς σαφή απάντηση η συζήτηση εάν είναι πιο αποτελεσματικό να ανακαινισθεί ή να κατεδαφιστεί και να ξανακτιστεί το υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα για να βελτιωθεί η γενική ενεργειακή απόδοση όλων αυτών των ενεργειακά μη αποδοτικών κτιρίων. Με την ανακαίνιση, ένα μεγάλο μέρος συγκεντρωμένης ενέργειας εξοικονομείται για τη βελτίωση της συνολικής ενεργειακής δομής και δεν δημιουργείται νέα. Λιγότερα απορρίμματα και ζήτηση νέων υλικών έχουν σαν αποτέλεσμα χαμηλότερα επίπεδα συγκεντρωμένης ενέργειας για παραγωγή και μεταφορά. Επίσης, καθώς οι αναλογίες κατεδαφίσεων παλαιών κτιρίων θα πρέπει να αυξηθούν δραματικά ώστε να υπάρξει μία σημαντική επίπτωση στις συνολικές αποθεματικές εκπομπές, χωρίς αμφιβολία η ανακαίνιση παίζει ένα σημαντικό ρόλο στην ενεργειακή συντήρηση.

Υπάρχουν επιπλέον Μέτρα Εξοικονόμησης Ενέργειας (ECM) που μπορούν να εφαρμοστούν σε υφιστάμενα παλαιά κτίρια στα οποία μπορεί να επιτευχθεί η μέγιστη μείωση σε ενεργειακή κατανάλωση και εκπομπές CO2, εξαιρουμένων των ήδη προαναφερθέντων μέτρων/παρεμβάσεων όπως την εφαρμογή θερμομόνωσης, η αναβάθμιση του συστήματος θέρμανσης με έλεγχο εξισορρόπησης θερμοκρασίας και η αντικατάσταση του συστήματος φωτισμού. Ένα αντιπροσωπευτικό παράδειγμα είναι η χρήση διπλών τζαμιών ή η χρήση θερμοστατών χώρου ή η εξωτερική σκίαση μερικών μερών των κτιρίων (π.χ. παραθύρων). Όμως, το μειονέκτημα αυτών των μέτρων εξοικονόμησης ενέργειας είναι το αρχικό υψηλό τους κόστος και η δυσκολία εφαρμογής τους κατά την τοποθέτηση. Επίσης, η τυπολογία των υπαρχόντων παλαιών κτιρίων στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, όπως αυτά που εξετάστηκαν σε αυτή την έρευνα, δεν βοηθά στην εφαρμογή των ECM. Τα περισσότερα κτίρια έχουν κατασκευαστεί τις δεκαετίες μεταξύ 1950 και 1970 και έχουν πρόσοψη στους δρόμους χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις βασικές αρχές του βιοκλιματικού αρχιτεκτονικού σχεδιασμού.

7. Συμπεράσματα
Η παρούσα έρευνα εστίασε την μελέτη της στην αυξανόμενη κατανάλωση ενέργειας που πρόσφατα βιώνει η Ελλάδα κατά την διάρκεια των τελευταίων ετών. Έχει αποδειχθεί ότι υπάρχει τεράστιο περιθώριο εξοικονόμησης ενέργειας και εκπομπών ρύπων CO2 μέσω της δυναμικής που υπάρχει για την εφαρμογή μέτρων/παρεμβάσεων στο υφιστάμενο κτιριακό απόθεμα.

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν στην παρούσα ανάλυση, καταγράφηκαν μεγάλες διακυμάνσεις αποτελεσματικότητας ανάμεσα στα δύο κτίρια, κυρίως εξαιτίας της εφαρμογής της θερμομόνωσης στο κέλυφος του κτιρίου. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της διαφορετικής HDD ανάμεσα στις δύο περιοχές και συνεπώς των διαφορετικών θερμικών απαιτήσεων των δυο υφιστάμενων κτιρίων. Χωρίς αμφιβολία, η επιλογή της ανακαίνισης ενός κτιρίου αντί της ανακατασκευής του είναι ελκυστικότερη όσον αφορά στους προαπαιτούμενους οικονομικούς πόρους. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η εφαρμοζόμενες παρεμβάσεις βελτίωσης αναβαθμίζουν και τα δύο κτίρια από ένα ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο ενεργειακής κλάσης σε υψηλότερο και μετρίου επιπέδου, δηλαδή από τάξη Ζ σε Δ (135,70kWh/m2 ανά έτος) για τη Λάρισα και από τάξη Ζ σε τάξη Ε για την Αθήνα (125,20kWh/m2 ανά έτος), ενώ παράλληλα μειώθηκαν σημαντικά και οι εκπομπές CO2 από την κατανάλωση ενέργειας. Στην πράξη αυτή η μεταβολή αποτελεί τεράστια αναβάθμιση για το ίδιο το κτίριο, αλλά δεν είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να θεωρηθεί ως ιδανικό, όπως η επίτευξη της Β τάξης ή και κάποιας ανώτερης. Από την άλλη πλευρά όμως, η τεχνο-οικονομική αξιολόγηση που πραγματοποιήθηκε θέτει το επίπεδο προτεραιότητας της κατάλληλης παρέμβασης εξοικονόμησης ενέργειας σε διαφορετικά μέτρα, σύμφωνα με την αποδοτικότητα τους κόστους εγκατάστασης/εφαρμογής τους. Η παρούσα ανάλυση δείχνει επίσης ότι μια πολύ εύκολη και γρήγορη μέθοδος για να μειωθεί η κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος είναι η αντικατάσταση των λαμπτήρων πυρακτώσεως με λαμπτήρες φθορισμού χαμηλής ενεργειακής κατανάλωσης. Η επιλογή αυτής της κατηγορίας λαμπτήρων και όχι κάποιας άλλης (πχ. λαμπτήρες τύπου LED) γίνεται λόγω του ιδιαίτερα χαμηλού κόστους που υπάρχει αυτή την στιγμή στην αγορά.

Ως συμπέρασμα, η προσαρμογή του προτύπου κανονισμού κτιρίων της ΕΕ στον ΚΕΝΑΚ (Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων) είναι ένα βήμα προς τα εμπρός για την Ελλάδα εξαιτίας του γεγονότος ότι τέτοιες πράξεις πιθανόν να επιφέρουν καλύτερες πρακτικές και συμπεριφορές εντός των υφιστάμενων παλαιών πολυώροφων κτιρίων στα κύρια αστικά κέντρα της χώρας, όπως η ανακαίνιση ή ανακατασκευή τους. Αν και ο ΚΕΝΑΚ εφαρμόστηκε μερικώς (όχι για όλους τους τύπους κτιρίων) μέχρι το 2011, το 2012 εντάχθηκε σε πλήρη ισχύ και εφαρμόστηκε για οποιαδήποτε ακίνητο εντός της εθνικής επικράτειας.

Ολοκληρώνοντας την παρούσα μελέτη, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η τυπολογία των πολυώροφων πολυκατοικιών προσφέρει μία καλή ευκαιρία για την εξοικονόμηση ενέργειας και την βελτίωση της εσωτερικής άνεσης των κατοίκων (σταθερή θερμοκρασία χωρίς μεταβολές με ικανοποιητικό φυσικό αερισμό χώρων). Απαιτείται περεταίρω έρευνα άλλων παραμέτρων, όπως η χρήση άλλων βιολογικών υλικών μόνωσης (π.χ. μαλλί), καθώς και ο συνδυασμός τους με επιπλέον μέτρα ελαχιστοποίησης απωλειών ενέργειας, ή πιθανότητα κάποιου αρχιτεκτονικού επανασχεδιασμού των υφιστάμενων κτιρίων σύμφωνα με τις αρχές του βιοκλιματικού σχεδιασμού, ή εδραίωση ενός μαθηματικού μοντέλου λήψης αποφάσεων έτσι ώστε να υπάρχει γρήγορη και εύκολη επιλογή του βέλτιστου μέτρου/παρέμβασης εξοικονόμησης ενέργειας, με απώτερο σκοπό την ολοκλήρωση μίας ανακαίνισης που να είναι οικονομικά βιώσιμη για τον επενδυτή/ιδιοκτήτη του ακινήτου.

Αναφορές
  • Balaras, C., Dascalaki, E., Geissler, S. et al., 2003. EPA-ED Benchmarking for Existing European Dwelling. Athens: NOA.
  • Balaras, C., Droutsa, K., Dascalaki, E. et al., 2004. Deterioration of European apartment buildings. Energy and Buildings, 2005, 37(1), pp. 517-527.
  • Balaras, C., Droutsa, K., Dascalaki, E. et al., 2004. Heating energy consumption and resulting environmental impact of European apartment buildings. Energy and Buildings, 2005, 37(1),
  • pp.429-442.
  • Balaras, C., Gaglia, A., Georgopoulou, E., Mirasgedis, S., Sarafidis, Y., Lalas, P.D., 2007. European residential buildings and empirical assessment of the Hellenic building stock, energy consumption, emissions and potential energy savings. Building and Environment, 2007, 42(3), pp.1298-1314. Athens: NOA.
  • Blengini, G.A., 2008. Life cycle of buildings, demolition and recycling potential: A case study in Turin, Italy. Building and Environment, 2009, 44(2), pp.319-330.
  • Dascalaki, E., Balaras, C., Droutsa, P. et al., 2007. DATAMINE: Acknowledgement and analysis of technical data for the existing building stock and their energy efficiency. Athens: NOA. Available in Greek.
  • Filippidis, D., 1984. Modern Greek architecture. Athens: Melissa. Available in Greek.
  • Kitou, E., Fernandez, R., Gugele, B. et al., 2009. Annual European Community greenhouse gas inventory 1990-2007 and inventory report 2009. Technical Report, 2009, 4, pp.102-271. Copenhagen: EEA.
  • Murphy, L., Meijer, F., 2011. Improving the energy performance of the European housing stock. Green, 1, pp.14-17. Munich.
  • Nikolaidis, Y., Pilavachi, P., Chletsis, A., 2009. Economic evaluation of energy saving measures in a common type of Greek building. Applied Energy, 2009, 86, pp.2550-2559.
  • Papadopoulos, A.M., Theodosiou, T.G., Karatzas, K.G., 2002. Feasibility of energy saving renovation measures in urban buildings. The impact of energy prices and the acceptable payback period time criterion. Energy Build, 2002, 34(5), pp. 455-466.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου