Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

Η Πολιτιστική Οικονομία ως εργαλείο διαχείρισης του ορεινού χώρου

η κοινωνική και οικονομική αξία του Γεφυριού της Πλάκας στην Ήπειρο

#ΣΤΕΛΛΑ ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Δρ. Αρχιτέκτονας, ΕΔΙΠ.Τμήμα Αγρονόμων Τοπογράφων Μηχανικών Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.
#ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΜΙΓΟΣ, Αν. Καθηγητής ΕΜΠ. Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.
#ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΛΙΑΜΠΑΚΟΣ, Καθηγητής ΕΜΠ.Σχολή Μηχανικών Μεταλλείων Μεταλλουργών Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο.

Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς αποτελεί βασικό στόχο της πολιτικής για τον χωροταξικό σχεδιασμό και την περιφερειακή ανάπτυξη, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Δεδομένου του αξιόλογου κτισμένου περιβάλλοντος της ορεινής Ελλάδας, η διαχείριση της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς αποκτά ιδιαίτερη αναπτυξιακή σημασία. Τα τελευταία χρόνια, το παγκόσμιο ενδιαφέρον στρέφεται από την τεκμηρίωση της ανάγκης προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στην σημασία της διαχείρισής της.
Στην κατεύθυνση της διαχείρισης, αναδεικνύεται ως στρατηγικός ο ρόλος της κοινωνικής και οικονομικής αποτίμησης της πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσα από κατάλληλες μεθόδους που έχουν αναπτυχθεί, στο πλαίσιο της Πολιτιστικής Οικονομίας. Οι μέθοδοι αποτίμησης των πολιτιστικών αγαθών αποτελούν βασικό εργαλείο διερεύνησης του κοινωνικού και οικονομικού οφέλους και κόστους που απορρέει από την οποιαδήποτε μεταβολή στην κατάσταση ενός πολιτιστικού αγαθού.Η υποβάθμιση ή η διατήρηση ενός αγαθού έχουν επιπτώσεις στην κοινωνική ευημερία. Η εκτίμηση των επιπτώσεων αυτών και η αποτίμησή τους σε χρηματικές μονάδες αποτελεί απαραίτητο εργαλείο σε μελέτες ανάλυσης κόστους-οφέλους και εκ των προτέρων αξιολόγησης διαχειριστικών σχεδίων. Παράλληλα, αποτελεί μέσο διερεύνησης των αξιών που η κοινωνία αποθέτει στα πολιτιστικά αγαθά και της κοινωνικής ελαστικότητας στην διοχέτευση δημόσιων πόρων για την προστασία των αγαθών αυτών.
Σκοπός της εργασίας είναι, να τεκμηριώσει την κοινωνική και οικονομική αξία του Γεφυριού της Πλάκας, στην Ήπειρο. 
Μέσα από την παρουσίαση και ανάλυση των αποτελεσμάτων πανελλήνιας έρευνας που πραγματοποιήθηκε από το ΕΜΠ, στόχος είναι η τεκμηρίωση της σημασίας των μεθόδων της Πολιτιστικής Οικονομίας, ως εργαλείου διαχείρισης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. 

Η μελέτη αποτίμησης της αξίας του Γεφυριού της Πλάκας έγινε με τη Μέθοδο της Υποθετικής Αξιολόγησης, η οποία αποτιμά αξίες μη-χρήσης, που κυρίως απορρέουν από τα πολιτιστικά αγαθά. Τα αποτελέσματα της έρευνας αναδεικνύουν τη σημασία του κτισμένου περιβάλλοντος για την κοινωνία. Η πλειονότητα εκφράζει βαθιά συγκίνηση και αίσθημα θλίψης για την κατάρρευση του γεφυριού, το οποίο αποτυπώνεται ως σημαντική πολιτιστική απώλεια για την Ήπειρο και την Ελλάδα συνολικά. Το κόστος αναστήλωσης είναι σημαντικό. Εντούτοις, αναδεικνύεται ότι ακόμη και εν μέσω περιόδου βαθιάς οικονομικής ύφεσης και έλλειψης δημοσίων πόρων, υπάρχει ισχυρή κοινωνική συναίνεση προκειμένου για την χρηματοδότηση του έργου αποκατάστασης. Η Μέθοδος Υποθετικής Αξιολόγησης αναδεικνύεται ως αξιόπιστο εργαλείο διερεύνησης των κοινωνικών τάσεων και επιλογών και, επομένως, κατάλληλη σε ότι αφορά ζητήματα διαχείρισης της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, ειδικά, αλλά και του χώρου συνολικά.

1. Εισαγωγή
Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, παρότι θεσμοθετημένη, δεν είναι πάντα δεδομένη. Σημαντική ανασταλτική παράμετρος αναδεικνύεται, συχνά, η έλλειψη οικονομικών πόρων. Το ζήτημα αποκτά επιπλέον σημασία, όταν οι πόροι είναι δημόσιοι και η διοχέτευσή τους στην προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς σημαίνει την, ταυτόχρονη, στέρησή τους από άλλα κοινωνικά αγαθά. Το ζήτημα της προστασίας ανάγεται, τελικά, σε ζήτημα διαχείρισης οικονομικών πόρων και, πρωτίστως, σε ζήτημα τεκμηρίωσης του παραγόμενου (από την προστασία) κοινωνικού οφέλους με οικονομικούς όρους. Στην κατεύθυνση αυτή συμβάλλει η Πολιτιστική Οικονομία.
Η ορεινή Ελλάδα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως κιβωτός παραδοσιακής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, δεδομένου του πλήθους των οικισμών και μνημείων της. Η πρόσφατη κατάρρευση του Γεφυριού της Πλάκας, στην Ήπειρο, εγείρει το ζήτημα της διερεύνησης της κοινωνικής νομιμοποίησης της αναστήλωσής του. Στην εργασία, παρουσιάζονται τα κύρια αποτελέσματα πανελλήνιας έρευνας του Ε.Μ.Π., η οποία αναδεικνύει κοινωνικές στάσεις και απόψεις για την αναστήλωση και τεκμηριώνει την κοινωνική αξία του εκφρασμένη σε χρηματικές μονάδες. Στην έρευνα χρησιμοποιήθηκε η Μέθοδος της Υποθετικής Αξιολόγησης, ως το πλέον κατάλληλο εργαλείο της Πολιτιστικής Οικονομίας, για την αποτίμηση ανάλογων πολιτιστικών αγαθών.

2. Η προστασία και η αξία των πολιτιστικών αγαθών
Η σημασία της προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς θεωρείται σε εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο δεδομένη και για το λόγο αυτό είναι θεσμοθετημένη1. Η προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, ειδικά, αποτελεί, επίσης, βασικό στόχο της πολιτικής για τον χωροταξικό σχεδιασμό και την περιφερειακή ανάπτυξη, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο (ΣΑΚΧ 1999, Εϋ 2011). Η μέχρι τώρα εμπειρία δείχνει ότι η ύπαρξη σχετικού νομοθετικού πλαισίου δεν αποτελεί ικανή συνθήκη, καθώς η προστασία των πολιτιστικών αγαθών εξαρτάται ισχυρά από την ύπαρξη (ή μη) επαρκούς χρηματοδότησης. Οι απαραίτητοι οικονομικοί πόροι για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί να είναι δημόσιοι και άρα να προέρχονται από το κοινό κοινωνικό ταμείο ή ιδιωτικοί, από ευεργέτες, χορηγούς ή επενδυτές. Σε κάθε περίπτωση, προκύπτει η ανάγκη τεκμηρίωσης του παραγόμενου κοινωνικού οφέλους από την προστασία των αγαθών του πολιτισμού, δεδομένου ότι οι πόροι είναι πεπερασμένοι. Έτσι, η κοινωνία βρίσκεται αντιμέτωπη με το δίλημμα να θυσιάσει μέρος των οικονομικών πόρων που θα διοχέτευε σε κάποια άλλα κοινωνικά αγαθά, προκειμένου να μη στερηθεί την ύπαρξη κάποιων πολιτιστικών αγαθών. Το ύψος των πόρων αυτών αντιστοιχεί, στην πράξη, στην απορρέουσα από τη διαφύλαξη των πολιτιστικών αγαθών κοινωνική ευημερία, η οποία, ωστόσο, δεν αντανακλά πάντοτε και τη συνολική, πραγματική αξία του αγαθού (Γιαννακοπούλου, 2012). Σε αυτή ανάλυση κόστους-οφέλους, τα δύο άκρα της εξίσωσης είναι εκφρασμένα σε διαφορετικά μεγέθη - ποσοτικά και ποιοτικά. Το κόστος της προστασίας, εκφρασμένο σε απόλυτα μετρήσιμες χρηματικές μονάδες συγκρίνεται με το παραγόμενο όφελος εκφρασμένο, σχεδόν πάντα, με ποιοτικούς όρους («αισθητική αξία», «ποιότητα ζωής» κ.λπ.). Φαίνεται, λοιπόν, πως η μη αποτελεσματική προστασία απορρέει και από την απουσία ενός κοινού κώδικα επικοινωνίας μεταξύ του εκτιμώμενου κόστους και του προσδοκώμενου οφέλους (Γιαννακοπούλου, 2012).
Σύμφωνα με τις αρχές της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, ένα αγαθό αποκτά αξία όταν χαρακτηρίζεται από σπανιότητα και χρησιμότητα. Η αξία, θεωρητικά, αντανακλάται στην τιμή αγοράς του αγαθού. Με βάση αυτή την προσέγγιση, αξία θεωρείται ότι έχουν μόνο τα αγαθά που πωλούνται στην αγορά. Αγαθά που δεν πωλούνται στην αγορά δεν μπορούν να έχουν οικονομική αξία. Σύμφωνα με τους Rizzo και Throsby (2006), τα πολιτιστικά αγαθά μπορούν να θεωρηθούν ως οικονομικά κεφάλαια (Capital assets), καθώς για τη δημιουργία τους αξιοποιήθηκαν φυσικοί και ανθρώπινοι πόροι και με αυτή την έννοια, ως οικονομικά κεφάλαια, αφού φέρουν τα χαρακτηριστικά του υλικού κεφαλαίου (Physical capital). Με οικονομικούς όρους, τα δημόσια αγαθά, περιγράφονται ως αγαθά μη-αποκλειόμενα (non excludable) και μη-ανταγωνιστικά (non rival) ενώ δημιουργούν και θετικές εξωτερικές οικονομίες στην κοινωνία. Εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, τα πολιτιστικά αγαθά δεν εντάσσονται στους μηχανισμούς της αγοράς. Αυτό, αφενός καθιστά την οικονομική τους αποτίμηση δύσκολη, αφετέρου οδηγεί, συνήθως, στην ελεύθερη (δίχως αντίτιμο) κατανάλωσή τους (Vecvagars, 2006, Noonan, 2002, Mason, 2005, Throsby, 2007, 2010). Στην πράξη, η αξία των πολιτιστικών αγαθών υποτιμάται ή, ακόμη χειρότερα, συχνά η ανυπαρξία τιμής ωθεί στην υπόρρητη «χρέωση» του αγαθού με τη μηδενική τιμή. Έτσι, ενώ η αξία των πολιτιστικών αγαθών χαρακτηρίζεται συχνά ως «ανεκτίμητη», η αγορά μεταφράζει αυτό το δεδομένο αντίστροφα: δηλαδή χωρίς τιμή άρα με μηδενική αξία (Γιαννακοπούλου, 2012).

3. Η Πολιτιστική Οικονομία
Η μη αποτίμηση της οικονομικής αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορεί να οδηγήσει σε εσφαλμένη κατανομή των οικονομικών πόρων και, τελικά, στην υποβάθμιση και καταστροφή σημαντικών πολιτιστικών αγαθών (Mourato and Mazzanti, 2002, Tuan and Navrud, 2008, Signorello and Cuccia, 2002, Saccone and Bertacchini, 2011, Γιαννακοπούλου, 2012). Σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα απαντά η Πολιτιστική Οικονομία, η οποία μέσα από τις μεθόδους και τα εργαλεία που αναπτύσσει, προσπαθεί να προσδιορίσει αν τα οφέλη που προκύπτουν από τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς υπερτερούν του απαιτούμενου κόστους, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί το κοινωνικό όφελος (Pagiola, 1999, Kling et al., 2000).
Η Πολιτιστική Οικονομία αποτελεί μετεξέλιξη της Περιβαλλοντικής Οικονομίας, η οποία άρχισε να αναπτύσσεται στις ΗΠΑ τις δεκαετίες '60-'70 και δέκα περίπου χρόνια αργότερα στην Ευρώπη αλλά και σε χώρες της Ασίας, της Λατινικής Αμερικής και της Αφρικής.Η έννοια της οικονομίας στα πολιτιστικά αγαθά εμφανίζεται, για πρώτη φορά, τη δεκαετία του '60, με το βιβλίο των Baumol και Bowen, με τίτλο: "PerformingArts: Theeconomicdilemma" (εκδ. 1966) (Hutter, 1996 και Vecvagars, 2006). Τη δεκαετία του '70 ιδρύεται ο οργανισμός «AssociationforCulturalEconomics» και ξεκινά η έκδοση του επιστημονικού περιοδικού JournalforCulturalEconomics. Η συστηματική ανάπτυξη της Πολιτιστικής Οικονομίας πραγματοποιείται, κυρίως, από τη δεκαετία του '80 και μετά.

3.1 Η Μέθοδος της Υποθετικής Αξιολόγησης (Contingent Valuation Method)
Η Πολιτιστική Οικονομία χρησιμοποιεί διάφορες μεθόδους αποτίμησης της αξίας των αγαθών. Μία από τις πλέον διαδεδομένες μεθόδους είναι η Μέθοδος της Υποθετικής Αξιολόγησης -ΜΥΑ (ContingentValuationMethod - CVM), η οποία μπορεί να αποτιμήσει την ολική οικονομική αξία ενός αγαθού, ήτοι τις αξίες χρήσης (usevalues) και τις αξίες μη-χρήσης (non-usevalues). Η αξία χρήσης προκύπτει από την πραγματική χρήση (άμεση ή έμμεση) του αγαθού (π.χ. πληρωμή εισιτηρίου για την επίσκεψη σε ένα μνημείο). Η αξία μη-χρήσης αφορά σε κίνητρα μη σχετιζόμενα με τη χρήση του αγαθού και περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες αξιών: α. Αξία κληροδοτήματος (Bequestvalue):Εκφράζει την προθυμία του ατόμου να καταβάλει ένα χρηματικό ποσό, προκειμένου να διατηρήσει ένα αγαθό προς όφελος των μελλοντικών γενεών. β. Αξία ύπαρξης (Existencevalue):Εκφράζει το ποσό, που προτίθεται να καταβάλει κάποιος, προκειμένου να προστατεύσει απλώς ένα περιβαλλοντικό αγαθό, χωρίς να προσβλέπει στη χρησιμοποίησή του. Επίσης, υφίσταται η αξία επιλογής (OptionValue), η οποία εκφράζει την προθυμία του ατόμου να διαθέσει ένα χρηματικό ποσό για να διατηρήσει ένα αγαθό, για το ενδεχόμενο μιας μελλοντικής χρήσης του.

Η ΜΥΑ εκτιμά με άμεσο τρόπο την οικονομική αξία ενός πολιτιστικού αγαθού εξαρτώντας την από τις εκφρασμένες προτιμήσεις μελών της κοινωνίας. Στηρίζεται στη δημιουργία μιας υποθετικής «αγοράς» (υποθετικό σενάριο) για την οποία οι ερωτώμενοι εκφράζουν τις προτιμήσεις τους. Πιο συγκεκριμένα, οι ερωτώμενοι καλούνται να δηλώσουν την προθυμία τους να καταβάλουν ορισμένο ποσό (WillingnessToPay) ή να δεχτούν ορισμένο ποσό ως αποζημίωση (WillingnessToAccept) προκειμένου να υλοποιηθεί μία συγκεκριμένη μεταβολή στην κατάσταση του πολιτιστικού αγαθού. Η αξία του αγαθού υπολογίζεται με τη βοήθεια τεχνικών όπως η Αντισταθμιστική Μεταβολή (ΑΜ) (Compensatingvariation) και η Ισοδύναμη Μεταβολή (IM) (Equivalentvariation). Η προθυμία πληρωμής ποσού (WTP) εκφράζει το μέγιστο ποσό που ο ερωτώμενος δηλώνει πρόθυμος να καταβάλει για τη βελτίωση του αγαθού (AM) ή για την αποφυγή της υποβάθμισης του αγαθού (ΙΜ) και η προθυμία αποδοχής ποσού (WTA) εκφράζει το ελάχιστο ποσό που ο ερωτώμενος δηλώνει ότι αποδέχεται ως αποζημίωση για να δεχτεί την υποβάθμιση του αγαθού (ΑΜ) ή για να παραιτηθεί της απαίτησής του για βελτίωση του αγαθού (ΙΜ) (HoyosandMariel 2010, Mitchell and Carson 1989, Hanemann 1994, Whittington 1998, SantagataandSignorello 2000, Venkatachalam 2004, Wattage 2002, Καλιαμπάκος και Δαμίγος,2008).

4. Η οικονομική αποτίμηση του Γεφυριού της Πλάκας
4.1 Το γεφύρι της Πλάκας στην Ήπειρο. Ιστορικά στοιχεία

Το Γεφύρι της Πλάκας κτίστηκε το 1866, στον Άραχθο ποταμό (N 39oE 020°), στον οικισμό Πλάκα της Κοινότητας Ραφταναίων (Δ. Τζουμέρκα) του Ν. Ιωαννίνων, στην Ήπειρο. Βρίσκεται σε απόσταση 86,5χλμ. από την εκβολή του ποταμού Άραχθου, σε υψόμετρο 250μ. περίπου. Το Γεφύρι συνέδεε τα χωριά των Τζουμέρκων με την Άρτα και τα Ιωάννινα. Είναι μονότοξο, με μήκος ανοίγματος τόξου 40μ. Δεξιά και αριστερά του τόξου υπάρχουν δύο ανακουφιστικά τοξωτά ανοίγματα, πλάτους 6,5μ. και 5μ., περίπου. Το συνολικό μήκος του Γεφυριού είναι 70μ. ενώ το πλάτος του είναι 4μ. στα βάθρα και 3,5μ. στο άνω μέρος του. Στα εγκαίνιά του το Γεφύρι κατέρρευσε για να ξαναχτιστεί 3 χρόνια αργότερα, το 1866. Κτίστης του Γεφυριού ήταν ο Κώστας Μπέκας, από τα Πράμαντα. Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το Γεφύρι διευκόλυνε την μετακίνηση των κατοίκων των Τζουμέρκων από τις ορεινές προς τις πεδινές περιοχές και τα πλουσιότερα χωριά του κάμπου, στα οποία οι κάτοικοι αναζητούσαν εργασία και προμήθειες τροφής. Το Γεφύριαποτελεί ιδιαίτερα αξιόλογο μνημείο της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Την 01/02/2015, μετά από ισχυρές βροχοπτώσεις στην περιοχή, το μεγαλύτερο τμήμα του Γεφυριού της Πλάκας κατέρρευσε.

4.2 Ταυτότητα της έρευνας
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα 10 Μαρτίου έως 10 Απριλίου 2015 από την ερευνητική ομάδα του ΜΕΚΔΕ του ΕΜΠ, στο πλαίσιο του μαθήματος «Περιβαλλοντική Οικονομία. Εφαρμογές σε Ζητήματα Ανάπτυξης Ορεινών Περιοχών», υπό την επίβλεψη του Δ. Καλιαμπάκου, Καθηγητή ΕΜΠ, και του Δ. Δαμίγου, Αναπλ. Καθηγητή ΕΜΠ .Ο πληθυσμός αναφοράς της έρευνας περιλάμβανε το σύνολο των ελληνικών νοικοκυριών, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 3.808.950, λαμβάνοντας υπόψη τα άτομα έχουν ελληνική υπηκοότητα βάσει της απογραφής της ΕΛΣΤΑΤ του έτους 2011 (9.904.286) και το μέσο μέγεθος του νοικοκυριού (2,6 άτομα). Για τους σκοπούς της έρευνας χρησιμοποιήθηκε ειδικά σχεδιασμένο ερωτηματολόγιο. Η συμπλήρωση των ερωτηματολογίων έγινε μέσω τηλεφωνικών συνεντεύξεων. Το σχεδιασθέν δείγμα αφορούσε σε 400 άτομα (για στατιστικό σφάλμα 5% και διάστημα εμπιστοσύνης 95%) και στο πραγματοποιηθέν σε συνολικά 410 άτομα. Οι ερωτώμενοι επιλέχθηκαν με τυχαία δειγματοληψία, χρησιμοποιώντας μια βάση τηλεφωνικών αριθμών με πάνω από 6,5 εκατ. εγγραφές και μια γεννήτρια τυχαίων αριθμών προκειμένου να εξασφαλισθεί η αντικειμενικότητα και η αντιπροσωπευτικότητα του δείγματος ως προς τα βασικά δημογραφικά χαρακτηριστικά του πληθυσμού ενδιαφέροντος και τη γεωγραφική του κατανομή.

4.3 Παρουσίαση των βασικών αποτελεσμάτων της έρευνας
4.3.1 Στάσεις και αντιλήψεις των ερωτώμενων

Αρχικά, διερευνήθηκε αν οι ερωτώμενοι είχαν ακούσει σχετικά με την κατάρρευση του Γεφυριού της Πλάκας. Η συντριπτική πλειονότητα (91%) απάντησε θετικά. Στη συνέχεια, οι ερωτώμενοι κλήθηκαν να δηλώσουν αν γνώριζαν για την ύπαρξη του Γεφυριού πριν ακούσουν για την κατάρρευσή του, καθώς και αν είχαν επισκεφθεί το Γεφύρι στο παρελθόν. Οι περισσότεροι (55,4%) ήξεραν το Γεφύρι νωρίτερα, ενώ ένα σημαντικό ποσοστό (21,2%), δεδομένου ότι το δείγμα ήταν πανελλαδικό, δήλωσε ότι το είχε επισκεφτεί. Οι ερωτώμενοι κλήθηκαν, επίσης, να δηλώσουν αν στον ελεύθερο χρόνο τους επιλέγουν να επισκέπτονται ιστορικά μνημεία, παραδοσιακούς οικισμούς κ.ά. Η πλειονότητα (69,5%) απάντησε θετικά.
Στη συνέχεια εξετάστηκε η στάση των ερωτώμενων σε ότι αφορά στα συναισθήματα που ένιωσαν στο άκουσμα της κατάρρευσης του Γεφυριού (Διάγραμμα 1). Προκύπτει ότι σε ποσοστό 90% περίπου, κυριάρχησαν έντονα αρνητικά συναισθήματα. Το συναίσθημα της θλίψης και της στενοχώριας συγκεντρώνει το μεγαλύτερο ποσοστό (59%) και ακολουθούν τα συναισθήματα της απογοήτευσης (10,3%), της οργής και του θυμού (6,1%), του αισθήματος ότι χάθηκε κάτι σημαντικό (αίσθημα απώλειας 5,9%) αλλά και του ξαφνιάσματος και της απορίας για την κατάρρευση ενός τόσο παλιού, ιστορικού μνημείου (5%). Ένα ποσοστό 11,1% δήλωσε ότι στο άκουσμα του συμβάντος δεν αισθάνθηκε τίποτα.

Όπως αποδεικνύεται από τους στατιστικούς ελέγχους, συσχέτιση εμφανίζεται μεταξύ των μεταβλητών «Προηγούμενη επίσκεψη» και «Συναισθήματα» (χ =12,811, df=6, p=0,046). Οι ερωτώμενοι που είχαν επισκεφθεί το Γεφύρι στο παρελθόν δήλωσαν, σε μεγαλύτερα ποσοστά, πιο έντονα αρνητικά συναισθήματα. Επίσης, όσοι δεν είχαν δει το Γεφύρι νωρίτερα δήλωσαν σε μεγαλύτερο ποσοστό ότι δεν ένιωσαν τίποτα. Προκύπτει επίσης, ότι όσοι γνώριζαν την ύπαρξη του Γεφυριού (ανεξάρτητα από το αν το είχαν επισκεφθεί ή όχι) δήλωσαν σε μεγαλύτερα ποσοστά πιο έντονα συναισθήματα θλίψης, απώλειας και θυμού(χ2=35,615, df=6, p=0,000). Επίσης, το 71% όσων δήλωσαν ότι στον ελεύθερο χρόνο τους επισκέπτονται μνημεία κ.λπ. δήλωσαν ότι ένιωσαν θλίψη και στενοχώρια ενώ το 6% δήλωσε ότι δεν ένιωσε τίποτα(χ =68,100, df=14, p=0,0000). Μεταξύ όσων δεν επισκέπτονται ανάλογους χώρους, τα αντίστοιχα ποσοστά φτάνουν το 53% και το 28%. Αυτό αποδεικνύει πως οι άνθρωποι που επιλέγουν να επισκέπτονται τόπους με στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς είναι περισσότερο ευαισθητοποιημένοι όταν αυτά αλλοιώνονται ή καταστρέφονται.
Οι αιτίες της κατάρρευσης του Γεφυριού θα τεκμηριωθούν επιστημονικά. Η έρευνα ωστόσο επιχείρησε να καταγράψει τις απόψεις των ερωτώμενων σχετικά με το τι πιστεύουν οι ίδιοι ότι οδήγησε ή συνέβαλε στην κατάρρευση του Γεφυριού. Στο Διάγραμμα 2 παρουσιάζονται οι απαντήσεις που δηλώθηκαν από τους ερωτώμενους ως η κυριότερη αιτία της κατάρρευσης.


Οι μισοί σχεδόν (47,3%) δήλωσαν ως πιο σημαντική αιτία την αδιαφορία της Πολιτείας και των αρμόδιων φορέων. Σε μικρότερο ποσοστό (29,5%), οι ερωτώμενοι θεωρούν ως πιο σημαντική αιτία τα ακραία καιρικά φαινόμενα στην περιοχή, σε ποσοστό 13%, περίπου, θεωρούν ότι ευθύνεται η παλαιότητα του Γεφυριού και η φυσική φθορά ενώ το 4% δηλώνει ως πιο σημαντική αιτία την αδιαφορία της κοινωνίας, γενικά, απέναντι στην προστασία και τη διατήρηση του συγκεκριμένου μνημείου. Ένα ποσοστό 5,5% δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ή δεν απαντά στο ερώτημα.
Στη συνέχεια, τέθηκαν στους ερωτώμενους τρεις φράσεις και τους ζητήθηκε να δηλώσουν αν συμφωνούν, ή όχι, με κάποια από αυτές. Οι τρεις φράσεις ήταν οι εξής:
1. Πιστεύω ότι το Γεφύρι της Πλάκας πρέπει να ξαναχτιστεί όσο πιο κοντά στην αρχική του μορφή, ακόμη και πέτρα-πέτρα στην παλιά τους θέση, για ιστορικούς και άλλους λόγους.
2. Πιστεύω ότι το Γεφύρι της Πλάκας δεν πρέπει να ξαναχτιστεί για να θυμίζει την αμέλεια της κοινωνίας και της πολιτείας.
3. Πιστεύω ότι το Γεφύρι της Πλάκας δεν πρέπει να ξαναχτιστεί γιατί υπάρχουν άλλες προτεραιότητες.
Επιπλέον, δινόταν στους ερωτώμενους η επιλογή «Δεν με εκφράζει καμία από τις παραπάνω φράσεις», σε περίπτωση που διαφωνούσαν με το σύνολο των επιλογών.
Η συντριπτική πλειονότητα των ερωτώμενων (86%) είναι υπέρ της άποψης ότι το Γεφύρι της Πλάκας πρέπει να ξαναχτιστεί. Το ποσοστό όσων αντιτίθενται στην αναστήλωση του Γεφυριού λόγω του ότι τα υπάρχουν άλλες προτεραιότητες είναι μικρό (6,6%). Το ποσοστό όσων πιστεύουν ότι το Γεφύρι δεν πρέπει να ξαναχτιστεί για παραδειγματισμό είναι ακόμη μικρότερο (2,2%). Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι η έρευνα έγινε μέσα σε συνθήκες βαθιάς οικονομικής κρίσης. Θα ήταν εξηγήσιμο, ακόμη και αναμενόμενο, να υπάρχει σημαντικό ποσοστό απαντήσεων που θα ιεραρχούσαν διαφορετικά τις πολλαπλές σημερινές κοινωνικές ανάγκες. Και όμως, η σχεδόν καθολική θετική στάση υπέρ της αναστήλωσης αποτελεί ισχυρή ένδειξη της μεγάλης σημασίας που αποδίδει η ελληνική κοινωνία στην αναστήλωση του Γεφυριού. Ιδιαίτερα σημαντικό εύρημα αποτελεί το γεγονός ότι η επιθυμία να ξαναχτιστεί το Γεφύρι δεν σχετίζεται με τον αν έχει ή όχι ο ερωτώμενος κάποιου είδους σχέση με την περιοχή της Ηπείρου (χ =1,541, df=3, p-value=0,673). Το στοιχείο αναδεικνύει ότι η επιθυμία αναστήλωσης του Γεφυριού ξεπερνά τον στενά τοπικό χαρακτήρα παρά το γεγονός ότι έχει αποδειχθεί πως οι πολιτιστικές αξίες έχουν έντονο το στοιχείο της τοπικότητας.
Η ερώτηση με την οποία διερευνήθηκε η προθυμία πληρωμής, των ερωτώμενων, για την αναστήλωση του Γεφυριού της Πλάκας, τέθηκε ως εξής:«Ας υποθέσουμε ότι προτείνεται ένα σχέδιο αναστήλωσης του Γεφυριού της Πλάκας από έναν ανεξάρτητο φορέα που θα ιδρυθεί ειδικά για το σκοπό αυτό, το οποίο θα περιλαμβάνει όλες τις απαραίτητες δράσεις που θα επαναφέρουν το Γεφύρι όσο πιο κοντά στην αρχική του μορφή. Αν εγκριθεί το σχέδιο αναστήλωσης του Γεφυριού της Πλάκας, θα υπάρχει ένα οικονομικό κόστος. Σε περίπτωση αδυναμίας κάλυψης του συνολικού κόστους του σχεδίου από το κράτος ή άλλη πηγή χρηματοδότησης, θα ήσασταν διατεθειμένοι να συνεισφέρετε στον ανεξάρτητο φορέα με μια εφάπαξ εθελοντική χρηματική συνεισφορά, με οποιοδήποτε ποσό;». Ο ερωτώμενος καλούνταν να απαντήσει εάν επιθυμεί να συνεισφέρει ή όχι και στη συνέχεια (αν ναι) να δηλώσει ελεύθερα το ποσό που προτίθεται να καταβάλλει (ερώτηση ανοιχτού τύπου - OpenEnded).
Σύμφωνα με την ανάλυση των αποτελεσμάτων της έρευνας, το 53,3% των ερωτώμενων δέχεται να συνεισφέρει στον ανεξάρτητο φορέα που θα ιδρυθεί ειδικά για την αναστήλωση του Γεφυριού με μια εφάπαξ εθελοντική χρηματική συνεισφορά, ενώ το 46,7% αρνήθηκε.Στη συνέχεια, οι ερωτώμενοι κλήθηκαν να αιτιολογήσουν τις απαντήσεις τους στην οικονομική ερώτηση (Διάγραμμα 3 και 4). 

Προκύπτει ότι, περίπου τα 2/3 των ερωτώμενων (64,1%) δηλώνουν ως βασικό λόγο προθυμίας πληρωμής την επιθυμία τους να συμβάλλουν στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας. Σημαντικό ποσοστό (18,9%) θέλει να συνεισφέρει οικονομικά ώστε να μείνει το Γεφύρι ως κληρονομιά για τις επόμενες γενιές. Το 4,5% περίπου, δηλώνει ότι θεωρεί σημαντικό να αποκατασταθεί το Γεφύρι ως κομμάτι του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής. Σε ποσοστό 5% περίπου, οι ερωτώμενοι δηλώνουν θετική προθυμία πληρωμής γιατί έχουν προσωπικούς δεσμούς με την περιοχή και σε ακόμη μικρότερο ποσοστό (2,3%) διότι θεωρούν ότι το Γεφύρι έχει, εν δυνάμει, αναπτυξιακή σημασία ως πόλος έλξης τουρισμού στην περιοχή. Οι λόγοι προθυμίας πληρωμής σχετίζονται, σε ποσοστό άνω του 90%, με τις καλούμενες «αξίες μη-χρήσης».


Όπως προκύπτει, ο κυριότερος λόγος άρνησης (57,1%) σχετίζεται με την αδυναμία πληρωμής λόγω χαμηλού εισοδήματος. Σε ποσοστό περίπου 12% η άρνηση πληρωμής σχετίζεται με την ύπαρξη πιο σημαντικών προβλημάτων στα οποία θα πρέπει να διατεθούν χρήματα κατά προτεραιότητα, ενώ ένα πολύ μικρό ποσοστό (1,1%) των ερωτώμενων αρνείται να συνεισφέρει θεωρώντας το προτεινόμενο σχέδιο μη ρεαλιστικό. Οι παραπάνω λόγοι άρνησης πληρωμής (αθροιστικά 70%) χαρακτηρίζονται ως «πραγματικές αρνήσεις». Επίσης, το 14,3% αρνείται γιατί θεωρεί ότι η αναστήλωση του Γεφυριού αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας, το 7% γιατί θεωρεί ότι τα χρήματα δεν θα χρησιμοποιηθούν για το σκοπό αυτό και το 5%, περίπου, επειδή πιστεύει πως πρέπει να πληρώσουν μόνο οι κάτοικοι της περιοχής. Τέλος, ποσοστό 3,7% δήλωσαν διάφορους άλλους λόγους (π.χ. πληρώνω αρκετά σε φόρους, να πληρώσουν μόνο όσοι διαθέτουν υψηλά εισοδήματα, κ.λπ.). Οι λόγοι αυτοί (αθροιστικά 30%)καλούνται ως «αρνήσεις διαμαρτυρίας», δηλ. δεν σχετίζονται με τη μη αναγνώριση της σημασίας του έργου αλλά με άλλους παράγοντες, οι οποίοι αν εξαλείφονταν θα αυξανόταν το ποσοστό αποδοχής της χρηματικής συνεισφοράς.

Το ποσοστό άρνησης λόγω αδυναμία πληρωμής εμφανίζεται εξαιρετικά υψηλό, συγκριτικά με άλλες παρόμοιες έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί πριν την οικονομική κρίση. Για παράδειγμα, σε αντίστοιχες έρευνες που υλοποιήθηκαν από το 2008 ως το 2011, το ποσοστό αυτό κυμαινόταν από 10%-25% κατά μέσο όρο ενώ το υψηλότερο ποσοστό που παρατηρήθηκε ήταν 32%, σε έρευνα που έγινε το 2011 (βαθύτερα μέσα στην κρίση) (Γιαννακοπούλου, 2012).Οι έρευνες που πραγματοποιούνται με τη ΜΥΑ εξαρτώνται και επηρεάζονται από το ευρύτερο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που υφίσταται κατά την περίοδο της έρευνας. Αυτό είναι εξάλλου και το ζητούμενο, δηλ. η αποτίμηση της οικονομικής αξίας ενός μη αγοραίου αγαθού στις συγκεκριμένες οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, μέσα στις οποίες, εξάλλου, θα ληφθεί και η απόφαση για τη διαχείριση του προβλήματος.

4.3.2 Χρηματικό ποσό εθελοντικής συνεισφοράς
Η εκτίμηση της μέσης τιμής και της διαμέσου, της προθυμίας πληρωμής, έγινε με τρεις στατιστικές προσεγγίσεις: α. μη παραμετρική εκτίμηση (εφαρμογή του εμπειρικού εκτιμητή Kaplan-Meier), β. παραμετρική εκτίμηση χωρίς διερευνητικές μεταβλητές και γ. παραμετρική εκτίμηση με διερευνητικές μεταβλητές. Βάσει του εκτιμητή Kaplan-Meier^) η μέση εφάπαξ εθελοντική συνεισφορά ισούται με 31,6€ (δ.ε. 95%: 25,5-37,9€) περίπου και η διάμεσος με 15,0€. Λαμβάνοντας υπόψη το ποσοστό αποδοχής της εθελοντικής συνεισφοράς, η μέση τιμή και η διάμεσος διαμορφώνονται σε 16,7€ και 8,0€, αντίστοιχα. Λόγω του σχετικά υψηλού ποσοστού μηδενικών ποσών (46,7%), η παραμετρική επεξεργασία των ποσών πληρωμής
WTP^) πραγματοποιήθηκε ακολουθώντας το μοντέλο των Reiser&Shechter (1999), ήτοι ενός spikemodel που προτάθηκε αρχικά από τον Kristrom (1997). Χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της εκτίμησης της μέγιστης πιθανοφάνειας (MLE), υπολογίστηκαν οι τιμές μ και σ, οι οποίες είναι 2,8473 και σ = 1,1086, αντίστοιχα. Με βάση τις τιμές αυτές και λαμβάνοντας υπόψη ότι το ποσοστό των ερωτώμενων του δείγματος της παρούσας έρευνας με μηδενική πρόθεση πληρωμής (WTP=0) είναι 46,7% (1 - p = 0,533) υπολογίστηκε η μέση τιμή και η διάμεσος, οι οποίες ανέρχονται σε 17,0€ και 9,2€, αντίστοιχα. Η παραμετρική εκτίμηση της μέσης προθυμίας πληρωμής με διερευνητικές μεταβλητές (γ) στηρίχθηκε επίσης λόγω του υψηλού ποσοστού μηδενικών απαντήσεων στην προσέγγιση των Reiser&Shechter (1999), βάσει του οποίου προέκυψε ότι η μέση προθυμία πληρωμής, αναφορικά με το ύψος του χρηματικού ποσού, ισούται με 14,2€ και η διάμεσος με 8,9€.
Για να υπολογιστεί η αθροιστική οικονομική αξία της αναστήλωσης του Γεφυριού της Πλάκας βάσει της προθυμίας πληρωμής από τα ελληνικά νοικοκυριά, ελήφθη υπόψη η μέση εφάπαξ εθελοντική συνεισφορά στον υποθετικό φορέα και το αντίστοιχο πλήθος των νοικοκυριών που αποτελούν τον πληθυσμό αναφοράς της έρευνας (3.808.950 νοικοκυριά). Τα αποτελέσματα, και για τρεις διαφορετικές στατιστικές προσεγγίσεις, παρουσιάζονται στον ακόλουθο Πίνακα 1.


Με βάση τα παραπάνω, η κοινωνική αξία του προτεινόμενου έργου, εκφρασμένη σε οικονομικούς όρους, ανέρχεται ως τάξη μεγέθους στα 60 εκατ. €. Η αξία αυτή υπερβαίνει κατά πολύ το καταρχήν εκτιμώμενο κόστος αναστήλωσης και, συνεπώς, αιτιολογεί με όρους ανάλυσης κοινωνικού κόστους - οφέλους την υλοποίηση του έργου.

5. Συμπεράσματα
Η κατάρρευση του Γεφυριού της Πλάκας κατέκλυσε με αρνητικά συναισθήματα τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας. Αποδεικνύεται, ότι το Γεφύρι ήταν ήδη, πριν την κατάρρευσή του, ένα πολιτιστικό μνημείο υπερτοπικού χαρακτήρα. Το στοιχείο αυτό, σε συνδυασμό με τη ζωντανή σχέση της ελληνικής κοινωνίας με την πολιτιστική κληρονομιά, συμβάλλει στη διαμόρφωση του σχεδόν καθολικού αιτήματος της ελληνικής κοινωνίας για την αναστήλωση του Γεφυριού (ποσοστό άνω του 85%), παρά το γεγονός ότι η χώρα δοκιμάζεται από μια πρωτοφανή οικονομική και ανθρωπιστική κρίση.
Το 53,3% των ερωτώμενων, σε εθνικό επίπεδο, επιθυμεί να συνδράμει με μια εφάπαξ εθελοντική συνεισφορά στην αναστήλωση του Γεφυριού. Το ποσοστό είναι σημαντικά υψηλότερο από τα επίπεδα που καταγράφονται σε αντίστοιχες έρευνες που πραγματοποιούνται, εντός της κρίσης, στην Ελλάδα. Η διαφορά μεταξύ της επιθυμίας αναστήλωσης και της προθυμίας χρηματικής συνεισφοράς, αναδεικνύει με έντονο τρόπο το ρόλο που διαδραματίζει η οικονομική κρίση, καθώς επί του συνόλου των ερωτώμενων το 25% και πλέον δηλώνουν ότι, θα ήθελαν να συνεισφέρουν οικονομικά αλλά αδυνατούν να το πράξουν λόγω χαμηλού εισοδήματος.
Η αθροιστική κοινωνική αξία της αναστήλωσης του Γεφυριού εκφρασμένη σε οικονομικούς όρους, με βάση το ποσοστό της προθυμίας πληρωμής, τη μέση εφάπαξ εθελοντική συνεισφορά και το πλήθος των νοικοκυριών που αποτελούν τον πληθυσμό αναφοράς της έρευνας εκτιμάται
9
σε 60 εκατ. €. Με βάση τη συντηρητική προσέγγιση που ακολουθήθηκε και τα υψηλά ποσοστά αδυναμίας πληρωμής, εύλογα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η αποτιμώμενη οικονομική αξία της αναστήλωσης του Γεφυριού θα ήταν αρκετά υψηλότερη υπό άλλες οικονομικές συνθήκες. Αυτό ωστόσο που ενδιαφέρει είναι η αναγνώριση των πραγματικών συνθηκών και η αποτίμηση της αξίας του Γεφυριού σε αυτές ακριβώς τις συνθήκες, υπό τις οποίες θα ληφθεί και η απόφαση για τη διαχείριση του προβλήματος. Με βάση, λοιπόν, τα συγκεκριμένα αποτελέσματα, η εκτιμώμενη αξία υπερβαίνει κατά πολύ το καταρχάς εκτιμώμενο κόστος αναστήλωσης και, συνεπώς, αιτιολογεί με όρους καθαρού κοινωνικού οφέλους την υλοποίηση του έργου.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1)Συμβάσεις σε εθνικό και διεθνές επίπεδο που αφορούν στην προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς:Σύμβαση για την Προστασία των Πολιτιστικών Αγαθών σε περίπτωση Ένοπλης Σύρραξης (Σύμβαση της Χάγης) (1954), ConventionConcerningtheProtectionoitheWorldCulturalandNaturalHeritage / Σύμβαση για την προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς (UNESCO, 1972), Σύμβαση για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης (Γρανάδα, 1985), The VeniceCharter: International Charter for the Conservation and Restoration of Monuments and Sites / Χάρτης της Βενετίας για την Διατήρηση και Αποκατάσταση Μνημείων και Τοποθεσιών (1964), Σύμβαση για την Προστασία της Αρχαιολογικής Κληρονομιάς (Συμβούλιο της Ευρώπης, 1969), Ευρωπαϊκός Χάρτης της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς - Διακήρυξη του Άμστερνταμ (1975).
(2)Ο οργανισμός έχει οργανώσει 17 διεθνή συνέδρια, στο αντικείμενο της Πολιτιστικής Οικονομίας, από το 1979.
(3)Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα της εργασίας «Αποτίμηση της αξίας αναστήλωσης του Γεφυριού της Πλάκας. Πανελλήνια έρευνα του Ε.Μ.Π.» που εκπονήθηκε από το ΕΜΠ και το ΜΕΚΔΕ του ΕΜΠ.

Βιβλιογραφία 
Ελληνόγλωσση
  • Γιαννακοπούλου Σ. (2012). Αποτίμηση της Παραδοσιακής Αρχιτεκτονικής των Ορεινών Περιοχών με Μεθόδους Περιβαλλοντικής Οικονομίας, Διδακτορική Διατριβή, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα.
  • Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1999). ΣΑΚΧ - Σχέδιο Ανάπτυξης του Κοινοτικού Χώρου. Προς τη χωρικά ισόρροπη και αειφόρο ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Υπηρεσία Επισήμων ΕκδόσεωντωνΕυρωπαϊκώνΚοινοτήτων, Λουξεμβούργο.
  • Καλιαμπάκος Δ. και Δαμίγος Δ. (2008). Οικονομικά του περιβάλλοντος και των υδατικών πόρων: Βασικές αρχές, Μέθοδοι αποτίμησης, Εφαρμογές. Διδακτικέςσημειώσεις. ΕΜΠ, Αθήνα.
  • Ξενόγλωσση
  • Batemanl.J., CarsonR.T., DayB., HanemannW.M., HanleyN., HettT., LeeM.J., LoomesG., MouratoS.,OzdemirogluE., PearceD.W, SugdenR. andSwansonJ. (2002). Economic Valuation with Stated Preference Techniques. Edward Elgar, Massachusetts. 
  • European Union (2011). Territorial Agenda of the European Union 2020 - Towards an Inclusive, Smart and Sustainable Europe of Diverse Regions. Informal Ministerial Meeting of Ministers responsible for Spatial Planning and Territorial Development, Hungary. 
  • Hanemann M. (1994). Valuing the Environment through Contingent Valuation. Journal of Economic Perspectives, Volume 8, N.4, p.19-43. 
  • Hoyos D., Mariel P. (2010). Contingent Valuation. Past, Present and Future. Prague Economic Papers 4. 
  • Hutter M. (1996). The Impact of Cultural Economics on Economic Theory. Journal of Cultural Economics 20: 263-268.
  • Kling R.K., Revier C.F., Sable K. (2004). Estimating the public good value of preserving a local historic landmark: the role of non-substitutability and citizen information. Urban Studies, 41(10): 2025-2041.
  • Kristrom B. (1997). Spike models in contingent valuation. American journal of agricultural economics, 79(3), pp. 1013-1023.
  • Mason R. (2005). Economics and Historic Preservation: A Guide and Review of the Literature.University of Pennsylvania, A Discussion Paper Prepared for the Brookings Institution Metropolitan Policy Program. 
  • Mitchell R.C., Carson R.T. (1989).Using Surveys to Value Public Goods: The Contingent Valuation Method, John Hopkins Press, Baltimore. 
  • Mourato S., Mazzanti M. (2002). Economic valuation of cultural heritage: evidence and prospects, in: M.de la Torre (Ed.), Assessing the Values of Cultural Heritage. Research Report, The Getty Conservation Institute, Los Angeles. 
  • Noonan D. (2002). Contingent Valuation Studies in the Arts and Culture: An Annotated Bibliography.The Cultural Policy Center, University of Chicago. 
  • Pagiola S. (1999). Valuing the benefits of investments in cultural heritage: The historic core of Split.World Bank Economists' Forum. Washington DC: World Bank. 
  • Reiser B, Shechter M (1999). Incorporating zero values in the economic valuation of environmental program benefits. Environmetrics, 10, pp. 87-101. 
  • Rizzo I., Throsby D. (2006). Cultural heritage: economic analysis and public policy. In Victor A.Ginsburgh and David Throsby (eds.), Handbook of the Economics of Art and Culture, 984-1016.Amsterdam: Elsevier/North-Holland.
  • Saccone D., Bertacchini E. (2011). Culture, Heritage and Economic Development - Empowering Developing Countries. EBLA Working Papers 201102, University of Turin. 
  • Santagata W., Singorello G. (2000). Contingent Valuation of a Cultural Public Good and Policy Design:The Case of "Napoli MuseiAperti". Journal of Cultural Economics 24: 181-204. 
  • Signorello G., Cuccia, T. (2002). Estimating and Capturing Non-market Use Value of Heritage Cities:The Case of Noto. In Rizzo, I. and Towse, R. (eds.), The Economics of Heritage: A Study in the Political Economy of Culture inSicily, Edward Elgar Publishing. 
  • Throsby D. (2007). Regional aspects of heritage economics: analytical issues and policy application.Australasian Journal of Regional Studies, 13(1): 21-30. 
  • Throsby D. (2010). Economic analysis of architectural heritage: What can economics tell us? In Proceedings of the Second International Symposium on Architecture Heritage Preservation and Sustainable Development, Tianjin: Tianjin University Press, pp. 3-4. 
  • Tuan T.H., Navrud S. (2008): Capturing the Benefits of Preserving Cultural Heritage. Journal of Cultural Heritage 9(3), pp. 326-337.
  • Vecvagars K. (2006). Valuing damages and losses in cultural assets after a disaster: concept paper and research options. Paper prepared as a consultancy for the ECLAC, under the World Bank/ECLAC Project M006 "Economic social and environmental impact of disasters: valuation as a tool for the reduction of disaster risk in developing countries", Mexico.
  • Venkatachalam L. (2004). The contingent valuation method: a review. Environmental Impact Assessment Review 24, 89-124.
  • Wattage P. (2002). Contingent Valuation Method. Effective Management for Biodiversity Conservation in Sri Lankan Coastal Wetlands: CVM I -Literature Review. 
  • Whittington D. (1998). Administering contingent valuation surveys in developing Countries. World Development, 26.


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου