Παρασκευή, 27 Οκτωβρίου 2017

«Διαβάζοντας» την πόλη: Διερεύνηση της αναγνωσιμότητας των Ιωαννίνων μέσα από παρατήρηση και συνεντεύξεις


#ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Εντεταλμένος Διδάσκων, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
#ΓΑΡΥΦΑΛΛΙΑ ΚΑΤΣΑΒΟΥΝΊΔΟΥ
Εντεταλμένη Διδάσκουσα, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

O Kevin Lynch στο κλασικό του βιβλίο The Image of the City [Η εικόνα της πόλης] (1960) εισάγει ένα ψυχολογικό εργαλείο - τον νοητικό χάρτη - στη μελέτη της πόλης, προτείνοντας πέντε αντιληπτικά στοιχεία συγκρότησης της αστικής μορφής (διαδρομή, όριο, περιοχή, κόμβος, τοπόσημο). 
Ο Λυντς δίνει έμφαση στην έννοια της «αναγνωσιμότητας» της εικόνας της πόλης, και περιγράφει στο βιβλίο την ερευνητική διαδικασία που ακολούθησε προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα ποια είναι η περιβαλλοντική εικόνα που έχουν για την πόλη τους οι κάτοικοι τριών αμερικανικών μεγαλουπόλεων (Βοστώνη, Τζέρσεϊ Σίτυ, Λος Άντζελες). 
Ο ίδιος και οι συνεργάτες του βασίστηκαν σε προφορικές συνεντεύξεις με κατοίκους των τριών πόλεων, τις απαντήσεις των οποίων απέδωσαν γραφικά σε διαγράμματα, κωδικοποιώντας την αντίληψη του αστικού χώρου με βάση τα πέντε στοιχεία. Η ανάλυση των σκαριφημάτων αυτών χρησίμευσε τόσο για μια σύνθεση των απόψεων με στόχο την περιγραφή μιας γενικής, συλλογικής εικόνας της πόλης, όσο και για τη σύγκριση των περιβαλλοντικών εικόνων των κατοίκων με την αντίστοιχη ανάλυση που έκαναν οι ίδιοι οι ερευνητές ως επαγγελματίες πολεοδόμοι.

Στα πλαίσια του μαθήματος «Αρχιτεκτονική και Πόλη», που διδάσκεται στο δεύτερο έτος σπουδών του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και συγκεκριμένα στην ενότητα που αφορά θεωρίες και έρευνες για την αντίληψη της πόλης, οι φοιτητές κλήθηκαν να εργαστούν πάνω στην εργασία πεδίου με τίτλο «‘Διαβάζοντας’ την πόλη των Ιωαννίνων». Ακολουθώντας το λεξιλόγιο που προτείνει ο Λυντς στο ως άνω βιβλίο, στην άσκηση οι φοιτητές συνέκριναν την προσωπική περιήγηση στην πόλη, την επιτόπια παρατήρηση και καταγραφή σε σκίτσα και διαγράμματα, με άτυπες συνεντεύξεις, καθώς και σκίτσα, από κατοίκους / χρήστες της πόλης. Οι σπουδαστές διαχειρίστηκαν έτσι μια σειρά από ερωτήματα, όπως: ποιες είναι οι πιο σημαντικές ροές ή διαδρομές στην πόλη, αν συνιστά σαφείς, διακριτές περιοχές, ποια είναι τα σημεία αναφοράς στον αστικό ιστό, και τέλος, αν τα Ιωάννινα είναι μια πόλη με «ισχυρή περιβαλλοντική εικόνα», όπως την ορίζει ο Λυντς, μια διακεκριμένη αστική ταυτότητα.

Στην ανακοίνωση θα παρουσιαστεί η μεθοδολογία της άσκησης, το υλικό που παράχθηκε και θα συγκριθεί ο διδακτικός στόχος της άσκησης με την ευρύτερη θεωρία για τη συγκρότηση της «εικόνας της πόλης», με έμφαση στην έννοια της αναγνωσιμότητας της πόλης.

1. Εισαγωγή
Το θεωρητικό μάθημα «Αρχιτεκτονική και Πόλη» διδάσκεται στο δεύτερο έτος σπουδών του Τμήματος Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, και κατά το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 η δομή και το περιεχόμενο του μαθήματος είχε ως βασικούς στόχους αφενός να εισάγει τους φοιτητές και τις φοιτήτριες στην ιστορία της πόλης και την ιστορία του αστικού σχεδιασμού και κυρίως να φέρει σε επαφή τους φοιτητές και τις φοιτήτριες με την έννοια του αστικού φαινομένου ως πεδίου μελέτης του αστικού σχεδιασμού, της επιστημονικής αυτής κατηγορίας στο ενδιάμεσο της πολεοδομίας και της αρχιτεκτονικής. Επιπρόσθετα, στόχος ήταν να έρθουν οι συμμετέχοντες σε επαφή με άλλους επιστημονικούς λόγους, εκτός της αρχιτεκτονικής, που επίσης έχουν ως αντικείμενο το αστικό φαινόμενο, για την κατανόηση της διεπιστημονικής προσέγγισης ως προϋπόθεσης για τον σχεδιασμό της πόλης. Έμφαση δόθηκε στην εβδομαδιαία κριτική ανάλυση επιλεγμένων αναγνωσμάτων, θεμελιακών κείμενων σχετικών με το θέμα, τόσο προερχόμενων από την αρχιτεκτονική και τις αστικές σπουδές, όσο και από άλλα πεδία σκέψης (πολιτισμική γεωγραφία, αστική κοινωνιολογία, μεταδομισμός), καταδεικνύοντας τις μεταξύ τους σχέσεις, αλληλεπιδράσεις αλλά και διακριτά όρια.

Ένα από αυτά τα κείμενα ήταν και ένα κεφάλαιο από το κλασικό βιβλίο του αμερικανού πολεοδόμου Kevin Lynch The Image of the City [Η εικόνα της πόλης] το οποίο εκδόθηκε το 1960 και δυστυχώς παραμένει ακόμη αμετάφραστο στη γλώσσα μας. Συγκεκριμένα, δόθηκε προς ανάγνωση και κριτική συζήτηση το κεφάλαιο όπου προτείνονται τα πέντε στοιχεία της οπτικής εικόνας της πόλης (διαδρομή, όριο, κόμβος, περιοχή, τοπόσημο) ως λεξιλόγιο ανάγνωσης της πόλης, δίνονται οι ορισμοί τους και αποσαφηνίζονται τα χαρακτηριστικά τους μέσα από συγκεκριμένα παραδείγματα πόλεων (Lynch 1960, 46-90). Το εποπτικό υλικό (φωτογραφίες, σκίτσα, διαγράμματα) του κειμένου βοηθά στην κατανόηση των σκέψεων του συγγραφέα.

Το The Image of the City, το μικρό αυτό βιβλίο, είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα πιο επιτυχημένα όλων των εποχών: αποτελεί την συμπύκνωση της αλλαγής παραδείγματος στον τρόπο προσέγγισης του σχεδιασμού της πόλης. Ο Λυντς ήταν ο πρώτος της γενιάς του που διατύπωσε με σαφήνεια την ανάγκη της πολεοδομίας να ενδιαφερθεί και να διαπραγματευτεί αυτό που ο ίδιος ονομάζει «οπτική μορφή» της πόλης. Πέρα από χαράξεις, χρήσεις, χωρικές κατανομές και δείκτες, το αστικό περιβάλλον έχει συγκεκριμένες «αισθητηριακές ποιότητες» οι οποίες οφείλουν να ενδιαφέρουν τον σχεδιασμό και επηρεάζονται από αυτόν.

Είναι ενδιαφέρον να δει κανείς πώς ο Λυντς, με μια μη τυπική ακαδημαϊκή μόρφωση, έφτασε τελικά να γίνει ο στοχαστής που θα άλλαζε την πολεοδομία όπως ήταν γνωστή έως τότε. Γεννημένος από Ιρλανδούς καθολικούς γονείς το 1918 στο Σικάγο, ήταν μαθητής σε σχολείο όπου εφαρμοζόταν η διδακτική του μεταρρυθμιστή John Dewey, φιλοσόφου και «επαναστάτη» παιδαγωγού που έφερε στην αμερικανική βασική εκπαίδευση την έμφαση στον πειραματισμό και την έρευνα, τη σημασία της εμπειρίας του περιβάλλοντος και της μάθησης μέσω της πράξης (“learning by doing”) (Sarkis 2013). Το 1935, ο Λυντς έγινε δεκτός και φοίτησε δύο χρόνια στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Yale, αλλά προτίμησε να την εγκαταλείψει για να μαθητεύσει δίπλα στον Frank Lloyd Wright στο Taliesin. Η φοίτησή του στο Yale, όπου εκείνη την εποχή επικρατούσε η προσέγγιση Beaux-Arts, τον απογοήτευσε, και αργότερα θα περιέγραφε το πρόγραμμα σπουδών στην Αρχιτεκτονική του Yale ως «το πιο συντηρητικό και οπισθοδρομικό» της εποχής εκείνης (Banerjee και Southworth 2002, 12). Στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο στρατολογήθηκε, και μεταπολεμικά, ως βετεράνος (επωφελούμενος του νόμου G.I. bill), έγινε δεκτός, σε ηλικία 27 πλέον ετών, στο Τμήμα Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Massachusetts Institute of Technology, όπου διακρίθηκε ως φοιτητής και τελικά παρέμεινε ως δάσκαλος για σχεδόν 40 χρόνια.

Καθοριστική στιγμή για τον Λυντς ήταν η υποτροφία που πήρε το 1952 από το Ίδρυμα Ford για να ταξιδέψει για έναν χρόνο στην Ιταλία και να μελετήσει την οπτική μορφή της ιταλικής πόλης. Αντίθετα από πολλούς αρχιτέκτονες που έκαναν το grand tour, τον «μεγάλο γύρο» στα πολιτιστικά μνημεία της Ευρώπης, εκείνος εστίασε στο πώς οι άνθρωποι κινούνται μέσα στους χώρους και τους χρησιμοποιούν. Δεν ενδιαφερόταν για τα κτήρια αυτά καθαυτά αλλά για τον τρόπο που τα κτήρια ενθαρρύνουν συγκεκριμένες χρήσεις και καθοδηγούν την αισθητηριακή πρόσληψη της πόλης (Sarkis 2013). Τα ταξιδιωτικά του ημερολόγια μας δείχνουν τον εκπληκτικό βαθμό ανάλυσης του αστικού χώρου των ιταλικών πόλεων που επισκεπτόταν και τη διεισδυτικότητα της παρατήρησής του.

Επιστρέφοντας στη Βοστώνη, ο Λυντς ήταν ένας «εντελώς αλλαγμένος άνθρωπος», όπως μαρτυρούν οι φίλοι και συνεργάτες του (Banerjee και Southworth 2002, 20). Λίγο αργότερα, μια ερευνητική υποτροφία από το Ίδρυμα Rockefeller θα επιτρέψει τον Λυντς, σε συνεργασία με τον ζωγράφο Gyorgy Kepes, που εκείνη την εποχή είναι κοσμήτορας του Τμήματος, να ξεκινήσουν την έρευνά τους για την «οπτική εικόνα» των αμερικανικών πόλεων. Ασχολήθηκαν με τρεις πόλεις, τις οποίες επέλεξαν σε καθαρά πραγματιστική βάση και χωρίς διεξοδική ανάλυση, όπως παραδέχεται ο ίδιος ο Λυντς σε ένα από τα τελευταία του κείμενα, το «Αναστοχασμοί πάνω στο Η εικόνα της πόλης»: τη Βοστώνη («διότι βρισκόμασταν εκεί και διότι μας άρεσε»), το Νιου Τζέρσεϊ («διότι υποπτευόμασταν ότι δεν έχει καθόλου χαρακτήρα») και το Λος Άντζελες («ταυτισμένη ως πόλη του αυτοκινήτου») (Lynch 1985, 248).

Βάση της έρευνας ήταν η ώσμωση ανάμεσα στην αστική ανάλυση και τις επιστήμες της συμπεριφοράς. Για τον Λυντς η εικόνα της πόλης είναι η νοητική εικόνα που έχουν για αυτήν οι κάτοικοί της, οι άνθρωποι που την περπατούν, την βλέπουν, ζουν μέσα σε αυτήν. Κυριότερη σημασία για τη σχέση αυτή μεταξύ των κατοίκων, των χρηστών της πόλης, και του αστικού περιβάλλοντος είναι για τον Λυντς η ικανότητα της πόλης να είναι εύκολα αντιληπτή, ως προς τη δομή της, και να παρέχει οπτική ικανοποίηση στους κατοίκους. Αυτήν την ιδιότητα ονομάζει στην έρευνα του «αναγνωσιμότητα» [legibility], την οποία ορίζει ως «την ευκολία με την οποία τα μέρη της πόλης αναγνωρίζονται και μπορούν να οργανωθούν σε ένα σαφές μοτίβο [pattern]» (Lynch 1960, 2-3). Ο Λυντς έδωσε έμφαση στη σχέση της αναγνωσιμότητας μιας πόλης με τη γενική ευημερία των κατοίκων της: μια καθαρή συλλογική, νοητική εικόνα, ένας «νοητικός χάρτης» όπως τελικά θα τον ονόμαζε, βοηθά να κατευθύνονται οι κάτοικοι στις καθημερινές τους ασχολίες και δραστηριότητες. Ο ρόλος του αστικού σχεδιαστή είναι να κάνει την πόλη «αναγνώσιμη» νοητικά με το κάνει τις αντιληπτικά αδύνατες περιοχές υλικά και οπτικά πιο τακτοποιημένες και αναγνώσιμες.

Σε αυτήν την έννοια, την αναγνωσιμότητα, εστιάστηκε και η ενότητα του μαθήματος «Αρχιτεκτονική και Πόλη» που δομήθηκε γύρω από το ανάγνωσμα του κειμένου και την εκπόνηση της άσκησης πεδίου, την οποία περιγράφουμε στην παρούσα εισήγηση, με μεταφορά της μεθοδολογίας στη συγκεκριμένη πόλη (τα Ιωάννινα).

2. Ζητούμενα και μεθοδολογία
Η μέθοδος της έρευνας του Λυντς ήταν πολυτροπική. Μια ομάδα συνεργατών ανέλαβε τη χαρτογράφηση της οπτικής εικόνας κάθε μίας πόλης, βασισμένη σε επιτόπια παρατήρηση - περιηγήσεις, καταγραφή, φωτογράφηση -, και απόδοση σε μορφή διαγράμματος των πέντε στοιχείων συγκρότησης της εικόνας αυτής. Τα διαγράμματα, συγκρινόμενα μεταξύ τους, δείχνουν εξαιρετικά εποπτικά τις διαφορές μεταξύ των τριών πόλεων. Μια άλλη ομάδα συνεργατών ασχολήθηκε με την εικόνα που έχουν οι ίδιοι οι κάτοικοι για την πόλη τους. Για τη διερεύνηση αυτή, πραγματοποίησαν δομημένες συνεντεύξεις σε περιβάλλον γραφείου, ζήτησαν από τους συμμετέχοντες να σχεδιάσουν δικά τους διαγράμματα, αλλά επίσης έκαναν δουλειά πεδίου, περπατώντας στην πόλη μαζί με τα άτομα που συμμετείχαν στην έρευνα και καταγράφοντας τις διαδρομές, στάσεις και λεκτικές παρατηρήσεις τους.

Όπως εξηγεί με ειλικρίνεια ο Λυντς, στόχος της έρευνας δεν ήταν να συλλέξει δεδομένα από τους κατοίκους που να στοιχειοθετούν μια «αντικειμενική» συλλογική νοητική εικόνα. Πώς άλλωστε θα μπορούσε να υποστηρίξει κάτι τέτοιο όταν οι άνθρωποι που συμμετείχαν στη διαδικασία των συνεντεύξεων ήταν μόλις τριάντα (30). Όπως όμως λέει χαρακτηριστικά, «αυτό που είναι μέσα στο μυαλό των ανθρώπων είναι ένα άπιαστο πράγμα. Οι περιβαλλοντικοί ψυχολόγοι έχουν πολύ απασχολημένοι με το να διαπληκτίζονται για τα σχετικά πλεονεκτήματα των διαφόρων τρυκ για να εισέλθουν σε αυτό το συναρπαστικό βασίλειο». Όμως, το θέμα για εκείνον ήταν άλλο: «Αν μια επαρκής ποικιλία από εργαλεία χρησιμοποιηθούν, συγκροτείται μια συνθετική εικόνα που δεν είναι μακριά από την αλήθεια. Βέβαια, μπορεί να είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου, του οποίου η βάση είναι κρυμμένη πολύ πιο κάτω, αλλά η κορυφή δεν παύει να είναι κορυφή ενός πραγματικού παγόβουνου, σε κάθε περίπτωση» (Lynch 1985, 249). Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν ήταν η «συλλογή δεδομένων» αλλά το άνοιγμα της συζήτησης για αυτό που διέφευγε της προσοχής στις συζητήσεις για την πόλη: ότι η πόλη δεν είναι ένα φυσικό αντικείμενο (μόνο), αλλά όπως κάθε κατοικημένος χώρος, είναι ένας «σημαίνων χώρος» για τους κατοίκους της (Barthes 1967), επομένως η μορφή της μας ενδιαφέρει κυρίως ως προς τη σημασία της για την καθημερινή ζωή μέσα σε αυτήν.

Στη δική μας περίπτωση, βασικά ζητούμενα της άσκησης, που, σημειωτέον, είχε διάρκεια μόλις μιας εβδομάδας, ήταν, θα λέγαμε, η έμπρακτη κατανόηση της μεθόδου του Λυντς: μετά από την ανάγνωση του κειμένου, δόθηκε στους φοιτητές και τις φοιτήτριες η άσκηση του να δοκιμάσουν τη δική τους «ανάγνωση» της πόλης των Ιωαννίνων, συνδυάζοντάς την με μια ενδεικτική διερεύνηση της άποψης των κατοίκων.

Για το πρώτο μέρος της άσκησης, οι οδηγίες που τους/τις δόθηκαν ήταν η χαρτογράφηση, μετά από επιτόπια παρατήρηση και φωτογράφηση, της πόλης των Ιωαννίνων, με στόχο την ανάλυση του αστικού ιστού ακολουθώντας την ταξινόμηση που προτείνει ο Λυντς. Συγκεκριμένα, οι φοιτητικές ομάδες κλήθηκαν να παράξουν ένα διάγραμμα της πόλης που να δείχνει την οργάνωση / μορφή της, χρησιμοποιώντας ως εργαλεία τα περίφημα «πέντε στοιχεία» (διαδρομή, όριο, κόμβος, περιοχή, τοπόσημο). Ακολουθώντας τη μέθοδό του, οι ομάδες συνδύασαν την περιήγηση, παρατήρηση, φωτογράφηση, καταγραφή σε σκίτσα και διαγράμματα, και στη συνέχεια τη σύνθεση όλων αυτών σε μια πινακίδα, την οποία και παρουσίασαν μέσα στην τάξη.

Τα ερωτήματα που καθοδήγησαν την επιτόπια έρευνα ήταν:
Ποιες είναι οι πιο σημαντικές ροές / διαδρομές στην πόλη;
Αποτελείται από σαφείς, διακριτές περιοχές;
Πόσο εύκολα προσανατολίζεται κανείς στην πόλη; Τι βοηθά και τι όχι στον προσανατολισμό;
Ποια είναι τα σημεία αναφοράς στον αστικό ιστό;
Είναι τελικά τα Γιάννενα μια πόλη με ισχυρή περιβαλλοντική εικόνα;
Το δεύτερο μέρος της άσκησης ήταν οι συνεντεύξεις με κατοίκους / χρήστες της πόλης. Ζητήθηκε να πάρουν συνέντευξη από τρία (3) τουλάχιστον άτομα (κατά προτίμηση διαφορετικής ηλικίας, φύλου, εκπαίδευσης, κλπ.) για το πώς προσλαμβάνουν την πόλη. Προτείναμε εμείς ως διδάσκοντες μερικές ερωτήσεις που θα μπορούσαν να θέσουν οι φοιτητές στα άτομα αυτά:
Πώς θα χαρακτήριζες τα Γιάννενα; Τι το ιδιαίτερο έχει αυτή η πόλη;
Θα μπορούσες να κάνεις ένα πολύ απλό σκίτσο της πόλης (ή του κέντρου της);
Μπορείς να περιγράψεις με λεπτομέρειες, σαν να δίνεις οδηγίες σε κάποιον ξένο, την πιο συνηθισμένη διαδρομή που κάνεις (π.χ. από το σπίτι στη δουλειά ή στο σχολείο); Μπορεί να είναι με τα πόδια, με το αυτοκίνητο, ή με συνδυασμό τους.
Ποια στοιχεία στην πόλη είναι τα πιο χαρακτηριστικά της; Μπορεί να είναι κτήρια, ανοικτοί χώροι, ή και μικρής κλίμακας στοιχεία - επιγραφές, καταστήματα κλπ.
Τα αποτελέσματα των συνεντεύξεων ζητήθηκε να συμπυκνωθούν σε ένα κείμενο, το πολύ 500 λέξεων, ή και πάνω στην ίδια την πινακίδα με το διάγραμμα της πόλης, αν αυτό ήταν εφικτό.

3. Νοητική χαρτογράφηση
Οι εργασίες των φοιτητών  αφορούσαν, στο πρώτο σκέλος της άσκησης, τη νοητική χαρτογράφηση της πόλης των Ιωαννίνων. Για την παραγωγή του «νοητικού χάρτη», όπως τον ονομάζει ο Λυντς, θα λέγαμε ότι η μέθοδος που προτείνει δεν διαφοροποιείται από άλλες διαδικασίες χαρτογράφησης. Το φτιάξιμο των νοητικών χαρτών περιλαμβάνει τις τρεις διαδικασίες μετάφρασης που είναι οικείες σε σχεδόν όλες τις μορφές χαρτογραφίας, δηλαδή την κλίμακα, την προβολή σε οριζόντιο επίπεδο και την συμβολοποίηση (Monmonier 1977). Στη δική μας περίπτωση, οι δευτεροετείς φοιτητές και φοιτήτριες είχε σημασία να κατανοήσουν ότι το ζητούμενο της άσκησης δεν ήταν η παραγωγή «χάρτη» (πόσο δε μάλλον «πολεοδομικού»): δεν επρόκειτο για χάρτη αλλά για διάγραμμα, δηλαδή για μία διδιάστατη απεικόνιση του αστικού ιστού στην οποία οι ίδιοι μπορούσαν να παρέμβουν, τονίζοντας, δίνοντας έμφαση σε μερικά σημεία και αποσιωπώντας άλλα, ακόμη και διαστρεβλώνοντας, αρκεί να μπορούσε να αποδοθεί, μέσα από το διάγραμμα αυτό, το ζητούμενο, δηλαδή η οπτική μορφή της πόλης μέσω της προτεινόμενης ταξινόμησης.

Ειδικά μέσα από την εμπειρία του Lynch, επανέρχονται «εργαλεία» παραγωγής και εκφραστικά μέσα τα οποία σταδιακά, αλλά εμπρόθετα, εγκαταλείφθηκαν ή και απορρίφθηκαν από τα πεδία των αρχιτεκτονικών σπουδών κατά τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως με την επέλαση της ηλεκτρονικής απεικόνισης και σχεδίασης· της ενθουσιώδους οικειοποίησης των νέων αναπαραστατικών μέσων. Μαρτυρώντας έμμεσα τη σχέση της με μια εικαστική προσέγγιση και επεξεργασία των αστικών προσλαμβανουσών, επηρεασμένη πιθανώς από τη συνεργασία με τον Kepes, η σχεδιαστική κωδικοποίηση της αντιληπτής πόλης προκύπτει κατά τον Lynch απρόσκοπτα και πηγαία, σχεδόν ως μορφή αυτόματης γραφής, παραπέμποντας στις τοποθετήσεις του σουρεαλισμού. Πρόκειται για ένα σκίτσο άνευ κλίμακας μεν, από σαφώς εκγυμνασμένο και έμπειρο χέρι δε. Αποτελεί μάλλον μια επιτηδευμένα παραμορφωτική εικόνα που διογκώνει διαστασιολογικά όσα αποπειράται να τονίσει εμφατικά, και ρηξικέλευθα παρακάμπτει τα υπόλοιπα. Φαίνεται να μην αντέχει επαναληπτικές επεξεργασίες, ή καλύτερα, να μη τις ανέχεται. «Γίνεται» με μιας και αντέχει κριτικής. Προέρχεται από μια εποχή που η επαφή του μέσου πολίτη με τον πραγματικό χάρτη της πόλης και την αεροφωτογραφία εν γένει ήταν σπάνια, και μάλιστα απαιτούσε συστηματική αναζήτηση από επαγγελματικό περιβάλλον. Αυτό κείται σε ευθεία αντιπαράθεση με το σύγχρονο καθεστώς όπου ο χάρτης της πόλης, πολιτικός και γεωγραφικός, δορυφορικός ή γραμμικός, είναι διαρκώς διαθέσιμος, ανανεώσιμος και διαχειρίσιμος από τον καθένα μας και παντού, άυλος μα ορατός, στην επιθυμητή ανά πάσα στιγμή και αναπροσαρμόσιμη κλίμακα, μέσω φορητών συσκευών που πλέον διαθέτει ο μέσος πολίτης.

Κι όμως η αναπαραστατική μέθοδος Lynch δε φαίνεται να χρειάζεται τις διευκολύνσεις αυτές, και αντίθετα εμφανίζεται να τροφοδοτείται από την προσωπική εμπειρία, την επαναληπτική πρακτική της καθημερινότητας στην πόλη, τον περίπατο και την περιδιάβαση, και να παραμένει εκεί στο νου, έτοιμη να αποδοθεί. Είναι με άλλα λόγια τόσο εύκολη και τόσο δύσκολη, για μια εποχή, τη δική μας, στην οποία η διεκπεραιωτική ανάλυση, ή μάλλον αγγαρεία, αποτελεί σχεδόν μονόδρομο ως προς τον τρόπο παραγωγής οιουδήποτε έργου. Για την προσέγγιση Lynch η πραγματική γεωμετρία της πόλης καταρρίπτεται ως περιττή πληροφορία, και συναφή στοιχεία, όπως το διάβασμα των διοικητικών ορίων της πόλης, παραμένει ως άσκοπη λεπτομέρεια. Η διαισθητικής φύσης «πληροφορία» ενυπάρχει στον καταγράφοντα, στο «χαρτογράφο», είναι κατεξοχήν αυτοβιογραφική.

Ακριβώς οι παραπάνω είναι και οι επιπλοκές ή δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι σπουδαστές εν γένει ως προς τη σύντομη άσκηση πεδίου. Ακόμη και αν είχαν ήδη βιώσει την πόλη κατά ένα ολόκληρο ημερολογιακό έτος, ώστε να καθίστανται εξίσου γνώστες αλλά και να παραμένουν ξένοι μα ενθουσιώδεις εξερευνητές της στα πρώτα βήματα της ενήλικης ζωής τους, ένιωσαν ότι όφειλαν να αποζητήσουν την ενίσχυση των σύγχρονων αναπαραστατικών μέσων. Η χειρόγραφη απόδοση του Lynch φάνηκε απόξενη - αν όχι παράξενη - υποπερίπτωση, ίσως και αρνητικώς νοούμενη «γραφική» εξαίρεση. Παραμένει ένα βιβλίο που το κείμενο διατρέχει μια ρέουσα στήλη σκίτσων και διαγραμμάτων σε άσπρο-μαύρο, ως άλλο προσωπικό σημειωματάριο ή ως ιδιωτικό sketchbook, παρά ως σχολαστική ή επιστημονική μελέτη. Περιλαμβάνει μια σειρά κύριων απεικονίσεων που κάνει οριακά χρήση κάποιων έτοιμων γεμισμάτων «στένσιλ», περιορίζοντας στο ελάχιστο τα εκφραστικά μέσα, τις αναπαραστατικές εξάρσεις. Αυτή επακριβώς η χειρωνακτική διάθεση του συγγραφέα φάνηκε να αφοπλίζει. Ήταν αναμενόμενο, δεδομένου του πολυετούς αγώνα διδασκόντων αρχιτεκτόνων να παρακάμψουν, όπως διατυπώθηκε παραπάνω, την παράδοση των αναλογικών μέσων, για χάριν των υπολογιστικών προγραμμάτων και μεθόδων. Όχι τυχαία συνεπώς, το «ελεύθερο» σχέδιο έρχεται εδώ σε ευθεία αντιπαράθεση με το άλλο, το συνεπώς ανελεύθερο.

Σε μια δεύτερη φάση παρότρυνσης και ενθάρρυνσης, οι φοιτητές κατάφεραν να λύσουν - λιγότερο ή περισσότερο - τα δεσμά τους, και να προσεγγίσουν πιο «απελεύθερα» την πρόκληση της απόδοσης των Ιωαννίνων. Εδώ κείται και σημαντικό μερίδιο αξίας της «άσκησης», που αντιστρέφει τις εμπεδωμένες παραγωγικές διαδικασίες και επαναφέρει το άμεσο και το καταληκτικό προϊόν, το αυτοτελές και το εν μέρει αδιάσειστο τεκμήριο. Η ανάγνωση της πόλης οφείλει να είναι προσωπική και ούτως παραμένει μάλλον αδιαπραγμάτευτη.

Οι ιχνογραφήσεις και επανεκτυπώσεις δορυφορικών χαρτών και οι επιστημονικοφανείς επεξεργασίες αεροφωτογραφιών έδωσαν σταδιακά τη θέση τους σε πιο φαντασιακές απόπειρες. Έγινε σαφές ότι η αναζήτηση αφετηρίας σε «αντικειμενικές» πληροφοριακές βάσεων επέτεινε τη δυσκολία σύλληψης και εισαγωγής υποκειμενικότερων αποδόσεων. Πυροδοτήθηκαν έτσι πιο ευρηματικά «εγχειρήματα» διαφοροποίησης από το γεωμετρικά ορθό, που συνέχιζε να ταλανίζει ως παράγων αναίρεσης, ως αναστολέας ιδιοποίησης της σχεδιαστικής πρόκλησης, ως εμπόδιο ιδιοποίησης της πόλης καθαυτής. Το φαινομενικά απλούστερο όλων, το από μνήμης σκιτσάρισμα ενός αισθαντικού «σκελετού» της πόλης εν λευκώ, παρέμεινε ως ονειρικός στόχος και ως χίμαιρα για την πλειονότητα. Προσπαθώντας αναπαραστατικά αλλά και νοητικά να ισορροπήσουν ανάμεσα στο απολύτως «τεχνικό» και στο ανεπαρκές, το προφανές ή το απλοϊκό, οι σπουδαστές έκαναν τα πρώτα, καίριας σημασίας και ιδιαίτερης βήματά τους για να απορροφήσουν, να χωνέψουν, να ερμηνεύσουν, να αποδώσουν, να συμβολίσουν και να απεικονίσουν την πόλη που βιώνουν· το νοητικό άστυ.

Βρισκόμαστε ακριβώς σε μια χρονική περίοδο που αυτή η επαν-ανακάλυψη των απολεσμένων αρετών και εν γένει των εκλιπουσών ή μάλλον αναντικατάστατων δυνατοτήτων που παρείχαν οι παραδοσιακότερες μέθοδοι αναπαράστασης, όπως το σκίτσο, το δια χειρός διάγραμμα, έχει επανέλθει στο επίκεντρο της αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης. Αναγνωρίζονται πλέον διεθνώς και με έντονο τρόπο τα ελλείμματα που κληρονόμησε συγκεκριμένα η απόρριψη ή ο σνομπισμός προς αυτά τα μέσα, επακριβώς μέσα από την αδιαφιλονίκητη πτώχευση του νοητικού περιεχομένου των μεταγενέστερων σπουδαστικών έργων, και τις προφανείς ελλείψεις ως προς τα μέσα νοητικής επεξεργασίας των σχεδιαστικών προκλήσεων. Η άσκηση Lynch ήταν καίριας αναγκαιότητας στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης αυτής.

4. Συνεντεύξεις
Οι απαντήσεις που πήραν οι φοιτητικές ομάδες, στις μικρής έκτασης συνεντεύξεις με κατοίκους των Ιωαννίνων στα πλαίσια της άσκησης, εμφανίζουν κάποια, πολύ σημαντικά, κοινά χαρακτηριστικά. Και αυτό συμβαίνει παρά τις διαφοροποιήσεις τόσο μεταξύ των ατόμων που απάντησαν στις ερωτήσεις όσο και μεταξύ των ερευνητών, επιβεβαιώνοντας έτσι την υπόθεση του Λυντς για τη δυνατότητα ανίχνευσης μιας συνολικής «εικόνας της πόλης» από τη μεριά των κατοίκων. Είναι επίσης ενδιαφέρον ότι, αν και οι κάτοικοι προφανώς δεν είχαν γνώση των «πέντε στοιχείων», φαίνεται ότι αντιλαμβάνονται την πόλη με βάση άξονες, περιοχές και σημεία αναφοράς, κατ’ αναλογία με τις «περιοχές», «διαδρομές» και «τοπόσημα» που αποτελεί το λεξιλόγιο του Λυντς. Βασικά στοιχεία οργάνωσης της εικόνας των Ιωαννίνων όπως προκύπτει από τις συνεντεύξεις είναι διακριτά σημεία μέσα στον ιστό, όπως κεντρικές πλατείες, δημόσια κτήρια, αλλά και πάρκα και χώροι πρασίνου. Οι κάτοικοι αναφέρουν επίσης συγκεκριμένες περιοχές της πόλης όπως το Κάστρο ή την αγορά, ως διακριτές μονάδες μέσα στον ιστό. Στην κατηγορία των διαδρομών, τα πράγματα είναι λιγότερο σαφή, αφού εκτός από την λεωφόρο Δωδώνης, οι άλλοι δρόμοι της πόλης δεν φαίνεται να έχουν ισχυρή περιβαλλοντική εικόνα. Εξαίρεση αποτελεί ο βασικός δρόμος μέσα στο ιστορικό κέντρο (οδός Ανεξαρτησίας) που ταυτίζεται με την έννοια της ιστορικότητας, της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής κλπ. Την έννοια του «τοπόσημου» φαίνεται ότι ενσαρκώνουν πολλά διαφορετικά στοιχεία: από το Ρολόι της πόλης, μέχρι το Τζαμί, αλλά και το κτήριο της Περιφέρειας Ηπείρου, ακόμη και συγκεκριμένα καταστήματα. Η διαφορετικότητα στην κλίμακα, χρήση και μορφολογία των «τοπόσημων» που αναφέρουν οι κάτοικοι ταιριάζει απόλυτα με τον ορισμό που δίνει ο Λυντς στο βιβλίο, όπου τονίζει ότι «ο αριθμός των τοπικών στοιχείων που γίνονται τοπόσημα φαίνεται να εξαρτάται τόσο από το πόσο οικείο είναι το περιβάλλον για τον παρατηρητή όσο και από τα στοιχεία τα ίδια» (Lynch 1960, 83). Πράγματι, στις περιπτώσεις που το άτομο που απαντάει στις ερωτήσεις είναι σχετικά νεοφερμένος/η στην πόλη (π.χ. νέος φοιτητής), τα σημεία αναφοράς που θέτει είναι τα πιο «τουριστικά» στοιχεία, όπως το Ρολόι ή το Κάστρο, ενώ οι γηγενείς, νέοι και πιο ηλικιωμένοι, δεν διστάζουν να αναφέρουν σημεία αναφοράς που λειτουργούν ως τέτοια χωρίς να ανήκουν στην «επίσημη» εικόνα της πόλης.

Αν όμως ένα στοιχείο κυριαρχεί σε όλες τις συνεντεύξεις είναι η λίμνη των Ιωαννίνων, η Παμβώτιδα, την οποία φέρνουν στις συνεντεύξεις ως στοιχείο προσανατολισμού, ως στοιχείο αναφοράς, ως στοιχείο διαδρομής αλλά κυρίως ως στοιχείο «ταυτόσημο» θα λέγαμε με την πόλη την ίδια. Η φυσική ομορφιά της λίμνης, το σύμπλεγμα που δημιουργεί με τα γύρω βουνά, η έντονη βλάστηση, αλλά και το κλίμα που δημιουργεί η τοπογραφία και η παρουσία του νερού, στις συνεντεύξεις εκθειάζεται ως το χαρακτηριστικό που κάνει τα Ιωάννινα να είναι μια «ξεχωριστή» πόλη. Όπως προτείνει ο Roland Barthes, η λίμνη, η μάζα νερού που στεφανώνει την πόλη, πρέπει να εξερευνηθεί ως μια περίπτωση αστικού στοιχείου με «βαθιά εικόνα», δηλαδή ενός στοιχείου με φαντασιακή λειτουργία. Όπως γράφει ο Barthes, γνωρίζουμε ότι οι πόλεις που αντιστέκονται περισσότερο στη σημασιοδότηση, και οι οποίες επιπλέον συχνά παρουσιάζουν δυσκολίες προσαρμογής για τους κατοίκους τους, είναι ακριβώς οι πόλεις που δεν έχουν νερό, οι πόλεις χωρίς παραλία, χωρίς ένα σώμα νερού, χωρίς μια λίμνη, χωρίς ένα ποτάμι, χωρίς ένα ρεύμα νερού· όλες αυτές οι πόλεις παρουσιάζουν δυσκολίες στη ζωή, στην αναγνωσιμότητα» (Barthes 1970). Στα Ιωάννινα συμβαίνει, λοιπόν, ακριβώς το αντίθετο: η παρουσία της λίμνης σημασιοδοτεί την πόλη με μια ξεχωριστή ταυτότητα, της «πόλης πάνω στη λίμνη», και κάνει τους κατοίκους της να αισθάνονται και αυτοί «προικισμένοι» και ξεχωριστοί με το να κατοικούν σε μια ιδιαίτερη πόλη.

5. Συμπεράσματα
Η ερευνητική διαδικασία για την ανάγνωση της πόλης των Ιωαννίνων, που αναλύθηκε παραπάνω, μπορεί να αποτιμηθεί κατά δύο έννοιες: από τη μια, ως προς τα ίδια τα αποτελέσματά της, τα ευρήματά της, και, από την άλλη, από παιδαγωγική σκοπιά, από την άποψη δηλαδή του ρόλου που είχε η εκπόνηση της άσκησης μέσα στο μάθημα και τους εκπαιδευτικούς στόχους.

Ως προς την πρώτη έννοια, προφανώς μία έρευνα διάρκειας μίας εβδομάδας δεν ήταν εξαντλητική, ούτε και αντιπροσωπευτική ως προς το δεύτερο κομμάτι της, αυτό των συνεντεύξεων. Παρόλα αυτά, οι νοητικοί χάρτες που παρήγαγαν οι φοιτητικές ομάδες συγκλίνουν προς ορισμένα, αρκετά σαφή, θα έλεγε κανείς, χαρακτηριστικά της εικόνας των Ιωαννίνων. Τα στοιχεία αυτά είναι: καταρχήν η πολυλειτουργική παρουσία της λίμνης, ως τοπόσημου, ως ορίου, ως διαδρομής· η έντονη ιστορική διαστρωμάτωση του αστικού ιστού στο κέντρο, με τον εντοπισμό πολλών μεμονωμένων στοιχείων (κτήρια) αλλά και ολόκληρων περιοχών με ιστορικό χαρακτήρα· η ποικιλία και πολυμορφία των δημόσιων χώρων, πλατειών και πάρκων που προσφέρει η πόλη· και, τέλος, η δυνατότητα προσανατολισμού που δίνουν τα τοπόσημα ως «αντίβαρο» σε έναν αστικό ιστό που δεν έχει κανονικότητα. Σε σχέση με τη μέθοδο του Λυντς, τα παραπάνω αποτελέσματα κατατάσσουν τα Ιωάννινα στην κατηγορία πόλεων με ισχυρή περιβαλλοντική εικόνα, σαφή ταυτότητα και αναγνωσιμότητα. Και αυτό, παρά την μακροσκοπική έλλειψη οργάνωσης στο διδιάστατο επίπεδο, δηλαδή, πολύ απλά, στον χάρτη της πόλης. Επιβεβαιώνεται έτσι η υπόθεση του Λυντς ότι μία προσέγγιση της πόλης που διερευνά την οπτική της μορφή, μας παρέχει πολύτιμες πληροφορίες που διαφεύγουν τις συνήθεις πολεοδομικές αναλύσεις που είτε αναλύουν τον ιστό ως διάγραμμα είτε βασίζονται σε δείκτες και μεγέθη. Ως προς τη δεύτερη φάση της άσκησης, δηλαδή τις συνεντεύξεις, επιβεβαιώνεται και πάλι ο Λυντς ότι μια πόλη με ισχυρή περιβαλλοντική εικόνα παρέχει στους κατοίκους της ικανοποίηση και ευχαρίστηση. Η πολύ μεγάλη πλειονότητα των σχολίων που έκαναν οι κάτοικοι είχαν θετικό πρόσημο, και κυρίως τόνιζαν την ιδιαιτερότητα της πόλης και την περηφάνειά τους να είναι κάτοικοί της.

Σε επίπεδο θεωρητικό, ενδιαφέρον έχει επίσης να συγκρίνουμε τα αποτελέσματα της άσκησης με τις κριτικές που έχει δεχτεί κατά καιρούς η μεθοδολογία του Λυντς. Ο Μπαρτ, παραδείγματος χάριν, αναγνωρίζει ότι ο Λυντς είναι ο μόνος που εκείνη την εποχή αντιλαμβάνεται τη σχέση σημειολογίας και πόλης, αλλά εκφράζει τις αντιρρήσεις του: «[Α]πό τη μια, υπάρχει ένα ολόκληρο λεξιλόγιο σημασιών στη δουλειά του (για παράδειγμα, δίνει πολλή προσοχή στην αναγνωσιμότητα της πόλης, και αυτή είναι μια πολύ σημαντική έννοια για εμάς) και, ως καλός σημειολόγος, έχει την αίσθηση των διακριτών μονάδων: έχει προσπαθήσει να επανα-ανακαλύψει στον αστικό χώρο τις ασυνεχείς μονάδες οι οποίες, μέσα σε όρια, κατά κάποιον τρόπο μοιάζουν με τα φωνήματα και τα σημαντήματα. Τις μονάδες αυτές τις ονομάζει διαδρομές, όρια, περιοχές, κόμβους, σημεία αναφοράς. Αυτές είναι κατηγορίες νομάδων που θα μπορούσαν άμεσα να γίνουν σημειωτικές κατηγορίες. Αλλά, από την άλλη, παρά το λεξιλόγιο, ο Λυντς έχει μια έννοια της πόλης που παραμένει περισσότερο Gestalt παρά στρουκτουραλιστική» (Barthes 1970). Θα λέγαμε ότι όντως η προσέγγιση του Λυντς παραμένει σε επίπεδο Gestalt χωρίς να υπεισέρχεται σε σημειολογική ανάλυση. Αυτή όμως ακριβώς είναι και η ειδοποιός διαφορά της ανάλυσής του: η αναζήτηση ενός «λεξιλογίου» της πόλης δεν είναι απλώς μια θεωρητική διερεύνηση, αλλά μια πρόταση για στροφή της πρακτικής στο ζήτημα της μορφής της πόλης, που την εποχή του ήταν ζήτημα ταμπού. Ο τρόπος με τον οποίο ο Λυντς μάς έδειξε τον σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ πολεοδομικού σχεδιασμού και αρχιτεκτονικής μορφής, χάραξε πραγματικά τον δρόμο για τον «αστικό σχεδιασμό» ως διακριτή κατηγορία μέσα στις αρχιτεκτονικές σπουδές.

Κατά τη δεύτερη, επομένως, άποψη, αυτή του παιδαγωγικού ρόλου της άσκησης, είναι ακριβώς αυτή η κατανόηση, της σημασίας, περιεχομένου και εργαλείων του αστικού σχεδιασμού που θεωρήσαμε ότι επιτεύχθηκε μέσω της εκπόνησης της εργασίας. Η «μάθηση μέσα από την πράξη» - η παρατήρηση, καταγραφή, χαρτογράφηση, συζήτηση με τους κατοίκους και εν συνεχεία η απόδοση όλων αυτών σε μια συνθετική πινακίδα - σε ένα, κατά τα άλλα, θεωρητικό μάθημα βοήθησε στην εμπέδωση του αναγνώσματος και της συνολικής θεωρίας, και πιστεύουμε ότι μετέδωσε στις φοιτήτριες και τους φοιτητές, ακόμη στο δεύτερο έτος των σπουδών τους, την αγάπη για το αντικείμενο της πόλης, που ακόμη στις αρχιτεκτονικές σπουδές στην Ελλάδα δεν φαίνεται να έχει βρει το βηματισμό του.

*Στην άσκηση συμμετείχαν οι φοιτήτριες και οι φοιτητές του 2ου έτους στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων Πανεπιστημίου Ιωαννίνων: 
Αθανασοπούλου Ελένη, Αντωνιάδη Κωνσταντίνα, Βάρφη Ναταλία, Βασιλείου Ηλίας, Γιαννικοπούλου Χαρά, Ευκολίδου Δήμητρα, Καμπά Στεφανία, Καρακώστας Σπύρος, Κοντάκος Τάκης, Κρουστάλλη Ματούλα, Μαμιδάκη Ελένη, Μαριόγλου Εβίτα, Μηλιώνη Βασιλεία, Μόκκα Αλκμήνη, Μπαλλής Κωνσταντίνος, Μπενέκου
Μαρία-Νεφέλη, Σαριδάκη Γεωργία, Σιώρου Βενετία, Τραχανά Κατερίνα, Χειμαριού Άννα. 
Τους και τις ευχαριστούμε όλους και όλες θερμά για τη συνεργασία.

Βιβλιογραφία
  • Appleyard, D., Lynch, Κ., και Myer, John R. (1964) The View from the Road, Cambridge, MA: MIT Press.
  • Barthes R. (1970) “Semiologie et urbanisme”, Architecture d’ Aujourd’hui 153.
  • Lynch, K. (1985) “Reconsidering The Image of the City”, στο Banerjee T. και Southworth Μ. (2002) City
  • Sense and City Design: Writings and Projects by Kevin Lynch, Cambridge, MA: MIT Press.
  • Lynch, Κ. (1960) The Image of the City, Cambridge, MA: MIT Press.
  • Monmonier, M. (1977) “Maps, Distortion, and Meaning”, Association of American Geographers Papers. 
  • Sarkis, H. (2013) “Disoriented: Kevin Lynch, around 1960”, στο Dutta Α. (2013) A Second Modernism: MIT, Architecture, and the ‘Techno-Social’Moment, Cambridge, MA και Λονδίνο: MIT Press.
*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου