Δευτέρα, 7 Μαΐου 2012

ΛΑΡΙΣΑ: Αλλαγή πλεύσης με οδηγό την πολιτιστική κληρονομιά

#ΜΑΡΙΑ-ΡΑΛΛΟΥ ΤΕΛΛΑΚΗ, Αρχιτέκτονας Μηχανικός ΑΠΘ
1.   Εισαγωγή: Αλλαγή πλεύσης
Η πόλη  της Λάρισας πρέπει να επαναπροσδιορίσει το ρόλο της ως πρωτεύουσα της Περιφέρειας Θεσσαλίας και τη θέση της  στον  ελληνικό και  βαλκανικό χώρο.  Μετά  την  απότομη ανάπτυξη των  δεκαετιών από  το ’60 ως το ’90, είναι  ο καιρός  η  πόλη   να   στοχεύσει   σε  μια   πιο   συνεπή, μακροχρόνια  και   βιώσιμη  ανάπτυξη.  

Μια   ανάπτυξη  που   να διασφαλίζει  την   εναρμόνιση  ή   ταυτόχρονη  πραγματοποίηση  της   επιθυμητής   οικονομικής   εξέλιξής   της,   της απαιτούμενης κοινωνικής συνοχής του συνόλου της, της προσδοκώμενης ποιότητας ζωής της κοινότητάς της καθώς και της επιτακτικής προστασίας του οικοσυστήματός της. Με άλλα  λόγια, η πόλη  έχει ανάγκη την αλλαγή στρατηγικής έτσι ώστε να  αυξηθούν οι  ήδη  υπάρχουσες και  να  προσελκυσθούν νέες  επενδύσεις, να  γίνει  ισότιμη η  συμβίωση στην κοινότητά της και να ευαισθητοποιηθούν οι πολίτες της για  την προστασία των εναπομεινάντων αποθεμάτων του περιβαλλοντικού και πολιτιστικού πλούτου της και τη διατήρηση του για  τις επόμενες γενιές.

Αναπόσπαστο  μέρος   αυτής   της   στρατηγικής  πρέπει  να   αποτελεί,  πρώτον,  ο  επαναπροσδιορισμός  της ταυτότητας της πόλης  τόσο ως προς  τους  ίδιους τους  πολίτες της όσο και προς  εξωτερικούς παράγοντες, και, δεύτερον αλλά  ισότιμης βαρύτητας και με την  ίδια  κατεύθυνση, η αλλαγή ή βελτίωση  της επιθυμητής εικόνας της πόλης  και  η προώθησή της.  Ακολουθώντας αυτές  τις  δύο  τακτικές, η πόλη  μπορεί να  αποκτήσει μια  εικόνα και  μια  πολιτιστική σημασία οι οποίες  λειτουργώντας ιδανικά δύνανται να  προσδώσουν στην  πόλη  προστιθέμενη συμβολική και κατόπιν οικονομική αξία,  η οποία μπορεί να  αυξήσει  το  κύρος  της  Λάρισας ως κατάλληλος τόπος  επενδύσεων, εργασίας ή κατοικίας ή ακόμα και ως τουριστικό προορισμό. Η διακριτή τοποθέτηση της πόλης, τόσο χωρικά όσο και νοηματικά, προσδίδει στον τόπο  θετικά  μηνύματα τα οποία μπορούν να λειτουργήσουν ως πηγές  για  την ταυτότητα των πολιτών, την υπερηφάνεια τους, το αίσθημα της κοινότητας και την κοινωνική συνοχή. [Berci, 2002]

 
Η εισήγηση αυτή  εξετάζει  το ρόλο  που  μπορεί να  παίξει  η πολιτιστική κληρονομιά σε μια  στρατηγική η οποία περιλαμβάνει τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της Λάρισας και την  αλλαγή και προώθηση της εικόνας της με κύριο  στόχο  την  επίτευξη  μιας  βιώσιμης ανάπτυξης για  την  πόλη.  Έτσι, το πρώτο  μέρος  αφορά στην  αναζήτηση του ρόλου  της πολιτιστικής κληρονομιάς στη βιώσιμη ανάπτυξη μέσω βιβλιογραφικής έρευνας, μελετώντας τις αντίστοιχες αναφορές των  διεθνών συμβάσεων της  βιωσιμότητας και  της  κληρονομιάς και  αναλύοντας τις  αλληλοεξαρτώμενες σχέσεις  των  δύο  στοιχείων και  τα αποτελέσματα που  μπορούν να  δώσουν. 

Στη  συνέχεια παρουσιάζεται η περίπτωση μελέτης, η Λάρισα, ως προς  την αιτία επιλογής της, την ιστορία και τα μνημεία της αλλά  και ως προς  τη δυναμική που επιδεικνύει για  την προσδοκώμενη εξέλιξή της. Με αυτόν τον τρόπο, η εισήγηση καταλήγει σε προτάσεις που  αφορούν στις λύσεις  που  είναι  δυνατόν να  δώσει η πολιτιστική κληρονομιά, τόσο στην  υλική-αρχιτεκτονική της υπόσταση όσο και  στην  άυλη,  για  την  ενίσχυση της  αίσθησης ταυτότητας  των  πολιτών και  τη  βελτίωση   της  εικόνας της  πόλης. Σημαντική προϋπόθεση, όμως,  για  την  εφαρμογή των  δύο  παραπάνω τακτικών αποτελεί ο επαναπροσδιορισμός της θέσης της Λάρισας στη Θεσσαλία και στην ευρύτερη περιοχή.

2.   Ο ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς στη βιώσιμη ανάπτυξη

2.1 Αναφορά της πολιτιστικής κληρονομιάς στις συμβάσεις της βιώσιμης ανάπτυξης

Στην  έκθεση του Brundtland  (‘Our Common Future’ Report), ο ορισμός της βιώσιμης ανάπτυξης αναφέρεται ως εξής:
‘Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν είναι  μια σταθερή  κατάσταση αρμονίας, αλλά αντιθέτως μία διαδικασία αλλαγής στην οποία η εκμετάλλευση των αποθεμάτων, η κατεύθυνση των επενδύσεων, ο προσανατολισμός της τεχνολογικής ανάπτυξης, και οι θεσμικές  αλλαγές πραγματοποιούνται  σύμφωνα με τις μελλοντικές όσο και με τις σύγχρονες ανάγκες’ [Brundtland, 1987].
Αν  και  δεν  υπάρχει άμεση  αναφορά στην  πολιτιστική κληρονομιά στο  σύνολο της  έκθεσης,  τα  στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς μπορούν  να  θεωρηθούν ως  ‘αποθέματα’  παρόμοιου  τύπου. Συνεπώς, η  διαχείρισή τους πρέπει να κατευθύνεται από ενέργειες που συμπεριλαμβάνονται στις λέξεις-κλειδιά ‘βιώσιμη  προστασία’ – μια ιδέα που περιλαμβάνει τις αξιώσεις  τόσο για τις τωρινές όσο και για  τις μελλοντικές γενιές.
Παρομοίως,  στη   Δήλωση   του   Ρίο   (‘Rio  Declaration’),   η  πολιτιστική  κληρονομιά  δεν   αναφέρεται  ούτε   ως προϋπόθεση  ούτε   σαν   βασικό  στοιχείο  για   τη   βιώσιμη  ανάπτυξη.  Παρ’   ολ’  αυτά,   στην   τελευταία  αρχή  της βιωσιμότητας, Αρχή  22, υπογραμμίζεται η σπουδαιότητα της ταυτότητας και του πολιτισμού των τοπικών κοινοτήτων και η σημαντικότητα της υποστήριξής τους από τις κυβερνήσεις. [Rio Declaration, 1992]
Διευρύνοντας τον  ορισμό της  βιώσιμης ανάπτυξης πέρα  από  τη συγκέντρωση γύρω  από  τα οικοσυστήματα και συμπεριλαμβάνοντας τη διάσταση της ανάπτυξης των ανθρώπινων οικισμών, το ‘Habitat II’ αναφέρεται στις πόλεις  ως κέντρα του  πολιτισμού και  της  πολιτισμικής προαγωγής και  προωθεί την  ποικιλομορφία τους.  Επιπλέον, η έκθεση δηλώνει ξεκάθαρα στην παράγραφο 11 τη σπουδαιότητα της αποκατάστασης και διατήρησης των μνημείων και γενικά των κτιρίων και των χώρων ιστορικής, πολιτιστικής, θρησκευτικής και πνευματικής αξίας.  [Habitat II, 1996]
Συνοψίζοντας, όσον  αφορά στον  πολιτισμό και  την  πολιτιστική κληρονομιά, οι  πρώτες  εκθέσεις  σχετικά με τη βιώσιμη ανάπτυξη επικεντρώνουν την  προσοχή τους  στην  κοινωνική αξία  του  πολιτισμού χωρίς  να  προσδιορίζουν σαφώς  το ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς στη βιώσιμη ανάπτυξη των πόλεων.

2.2 Οι σχέσεις της πολιτιστικής κληρονομιάς και της βιώσιμης ανάπτυξης
Στις  μέρες  μας,  η πολιτιστική κληρονομιά δεν  είναι  πια  μόνο  μια  μνήμη ή μία  πολιτιστική αναφορά, ή ακόμα ένα ς τόπος  ή ένα αντικείμενο. Η κληρονομιά κινείται προς  ευρύτερα και εκτενέστερα σενάρια, όπου  μεταμορφώνεται συχνά σε καθοδηγητική δύναμη για  το εμπόριο, τα επαγγέλματα, την ψυχαγωγία και την πολιτική. [Green Lines, 2010]


Παρόμοια πορεία ακολουθεί και η βιώσιμη ανάπτυξη, καθώς έχει πια  προχωρήσει πέρα  από  τις γνωστές  θέσεις που περιγράφονται στις διατάξεις της. Ο ρόλος  του πολιτισμού και  των κοινωνικών θεμάτων έχουν  διευρύνει τον  αρχικό ορισμό όπου  το περιβάλλον και η οικονομία έπαιζαν κυρίαρχο ρόλο.  [Heritage, 2010] Όπως  επιχειρηματολογεί και ο Mike Hulmes, ‘η κλιματική αλλαγή έχει εξελιχθεί από ένα σημαντικό φυσικό φαινόμενο σε ένα κοινωνικό, όσον αφορά στη διαδικασία της αναμόρφωσης του τρόπου που σκεφτόμαστε για τους εαυτούς μας, τις κοινωνίες μας και τη θέση της ανθρωπότητας στη Γη’. [Hulmes, 2009]
Σε αυτό  το πλαίσιο, το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στην  ανθρώπινη ανάπτυξη και στην  κοινωνική διάσταση της βιωσιμότητας όπου   ο  πολιτισμός και  η  κληρονομιά παίζουν έναν   αδιαπραγμάτευτο ρόλο.  Οι  επιβεβαιώσεις στη Δήλωση  του  Ρίο  και  στο  ‘Habitat  II’  σχετικές  με  την  προστασία της  ποικιλομορφίας των  πολιτισμών μας  και  των πόλεών  μας   συνοδεύεται  από   την   αναφορά  του  ‘Εγγράφου  της  Νάρα  στην   Αυθεντικότητα  των   μνημείων  της Παγκόσμιας Κληρονομιάς’  πως  ‘η προστασία και  η  ενίσχυση της  πολιτιστικής διαφορετικότητας  στον  κόσμο  μας πρέπει να προωθείται ενεργά ως μια ουσιαστική πλευρά της ανθρώπινης ανάπτυξης’. [Nara, 1994]
Στην  ίδια  κατεύθυνση, το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει προσδιορίσει επίσης  τη σχέση μεταξύ  της κληρονομιάς και της βιώσιμης ανάπτυξης σε όλες τις διαστάσεις της κυρίως  σε δύο συμβάσεις, την  ‘Ευρωπαϊκή Σύμβαση για  το Τοπίο’ του 2000 και  το ‘Πλαίσιο της Σύμβασης για  την  Αξία  της Πολιτιστικής Κληρονομιάς για  την  Κοινωνία’ στο Φάρο  το 2005.
Πιο   συγκεκριμένα,  στη  Σύμβαση  για   το  Τοπίο,   ‘ο  ορισμός  της   βιώσιμης  ανάπτυξης  κατανοείται  ως  την ολοκληρωτική  ενσωμάτωση των  περιβαλλοντικών,  πολιτιστικών, κοινωνικών  και  οικονομικών  διαστάσεων με  ένα ενιαίο και συνολικό τρόπο, ο οποίος είναι  η εφαρμογή τους σε ολόκληρη την περιοχή’. [Landscape, 2000]
Από  την  άλλη  μεριά,  στη Σύμβαση του Φάρο  η ‘βιώσιμη  ανάπτυξη’ προσεγγίζεται κυρίως  ως προς  την κοινωνική της διάσταση, όπως υπονοείται και από  τον τίτλο  της. Η σχέση ανάμεσα στις δύο έννοιες αναπτύσσεται στην αρχή πως ‘οι αξίες  και  οι δυνατότητες της πολιτιστικής κληρονομιάς πρέπει να  χρησιμοποιηθούν ως μια  πηγή για  τη βιώσιμη ανάπτυξη και  την  ποιότητα ζωής σε μία  συνεχώς εξελισσόμενη κοινωνία’. Επιπλέον, η σύμβαση επισημαίνει το ρόλο της πολιτιστικής κληρονομιάς ‘στις διαδικασίες της βιώσιμης ανάπτυξης και της προώθησης της πολιτισμικής διαφορετικότητας, για  τη δημιουργία μιας ειρηνικής και δημοκρατικής κοινωνίας’. [Faro, 2005]
Συνεπώς, αν και η κληρονομιά συχνά είναι  ιδωμένη μέσα από  την πολιτιστική της ερμηνεία, η βι ώσιμη  ανάπτυξη ανάγει τις έννοιες της κληρονομιάς σε μια άλλη  διάσταση, καθώς  εγκαθιστά πλήρεις σχέσεις με οικονομικούς, περιβαλλοντικούς και κοινωνικούς τομείς .
Όσον  αφορά στην υλική  πολιτιστική κληρονομιά, και πιο συγκεκριμένα στην αρχιτεκτονική κληρονομιά, αυτές οι σχέσεις γίνονται ακόμα δυνατότερες, καθώς  η διάβρωση των μνημείων δεν είναι  αποτέλεσμα μόνο  της γήρανσης των υλικών ή των  περιβαλλοντικών δράσεων σε αυτά.  Παράγοντες όπως  η παγκόσμια και  τοπική ρύπανση, η κλιματική αλλαγή, η φτώχεια, η θρησκεία, ο τουρισμός, το εμπόριο, οι ιδεολογίες, ο πόλεμος, βρίσκονται τώρα  στην κορυφή της αναζήτησης νέων προσεγγίσεων, σκέψεων και προοπτικών για  την κληρονομιά. [Heritage, 2010]


2.3 Ο ρόλος της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στη βιώσιμη ανάπτυξη των πόλεων
Σε αυτή  τη σύνδεση, η αρχιτεκτονική κληρονομιά εκτός από το να επηρεάζεται αρκετά από  τις παγκόσμιες αλλαγές και γεγονότα, μπορεί επίσης να εκφραστεί στην ανάπτυξη και συγκεκριμένα στη βιωσιμότητα των πόλεων.
Εξετάζοντας  το   ρόλο   της   αρχιτεκτονικής  κληρονομιάς  στις   τρεις   διαστάσεις  της   βιώσιμης  ανάπτυξης  τα συμπεράσματα συνοψίζονται ως εξής:
•?    Περιβαλλοντική διάσταση: Μέχρι  πρόσφατα η προσοχή στην  αρχιτεκτονική κληρονομιά είχε κυρίως  αναφερθεί στα  τεχνικά  προβλήματα  συντήρησης  του   υλικού  των   υπαρχόντων  κτιρίων,  για   παράδειγμα,  αυτών  που εκτίθενται στον κίνδυνο από χημικούς ρυπαντές στα αστικά περιβάλλοντα. [Tweed, 2007]
Παρ’ όλ’ αυτά,  τα αρχαιολογικά και αρχιτεκτονικά μνημεία και σύνολα άρχισαν να θεωρούνται τόσο ως τμήματα της πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτότητας μιας  περιοχής όσο και ως περιβαλλοντικά αποθέματα. Εκτός από  το προφανές πως οι αρχαιολογικοί χώροι  αποτελούν περιβαλλοντικά στοιχεία προσφέροντας βιώματα ενός τοπίου, μέσα   από   τη  γνώση   των   προηγούμενων  στρατηγικών  διαβίωσης  με  όρους   περιβαλλοντικής  αφομοίωσης, μπορούμε να διδαχτούμε πώς να λύσουμε  τα τωρινά και μελλοντικά προβλήματα της υπερβολικής κατανάλωσης, για  παράδειγμα, σχετικά  με την ανακύκλωση και την επαναχρησιμοποίηση υλικών [Solli, 2000], μία τάση που έχει αρχίσει να διαδίδεται ιδιαίτερα αναφορικά με τους τρόπους της φυσικής δόμησης των παραδοσιακών κατοικιών.
•?    Οικονομική διάσταση: Αν και οι εγγενείς αξίες της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς βασίζονται στο φυσικό υλικό  των μνημείων, οι εξωγενείς  αξίες τους προσδιορίζονται από  ιθύνοντες και ενδιαφερόμενους, όπως οι κάτοικοι, οι ειδικευμένοι  επιστήμονες,  οι  επαγγελματίες  και   φυσικά  οι  τουρίστες,  οι  οποίοι  εκτιμούν  τα   μνημεία  και ενδιαφέρονται για τη σημασία και την προστασία τους. [San Antonio,
Σήμερα,  ο  ρόλος   των   ιστορικών  κτιρίων  στην   προώθηση  της   οικονομικής  ανάπτυξης  μέσω   της   αστικής αναζωογόνησης είναι  ευρέως  γνωστός. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά, των ιστορικών κυρίως  πόλεων, προσελκύει τουρίστες, επενδυτές  και  επαγγελματίες οι  οποίοι ενισχύουν την  πρόοδο και  την  ανάπτυξη της  τοπικής και εθνικής  οικονομίας. [Tweed, 2007] Επομένως, αφού  ο πολιτιστικός τουρισμός αποτελεί μια  υπαρκτή και  πολύ σημαντική πηγή  εισοδήματος για   τις  τοπικές   και  εθνικές  οικονομίες,  η  ανάπτυξή  του  μπορεί να  ενισχυθεί. Παρ΄όλ’  αυτά,  ο στόχος  της οικονομικής ανάπτυξης μέσω του πολιτιστικού τουρισμού είναι  απαραίτητο να επικεντρωθεί  στο   θέμα   του   βιώσιμου  πολιτιστικού  τουρισμού,  όπου   οι  ενέργειες  για   την   προστασία  και αποκατάσταση  της   πολιτιστικής  κληρονομιάς  δε   θα   πρέπει  να   συμβιβάζονται  με   τα   οικονομικά  οφέλη. Προγράμματα όπως  το PICTURE  στο Ηνωμένο Βασίλειο  προωθούν αυτή  την  κατεύθυνση, την  οποία η Jansen- Verbeke  έθεσε  το  2010  διερωτώμενη  ‘πώς  θα  μπορούσαν  οι  πολιτικές  για   τη  διατήρηση  της  πολιτιστικής  κληρονομιάς να  ενσωματωθούν με βιώσιμο τρόπο στο μοντέλο της ανάπτυξης της τοπικής οικονομίας’. [Jansen- Verbeke, 2010]
•?    Κοινωνική  διάσταση:  Αυτή   η  διάσταση  είναι   η  πιο   σχετική   με  την   ανάγκη να  θεωρηθεί   η  αρχιτεκτονική κληρονομιά μέρος  της  βιώσιμης ανάπτυξης και  πιο  συγκεκριμένα με  την  ιδέα  της  ισότητας τόσο  μεταξύ  των γενεών,  σύμφωνα με την οποία η σημερινή γενιά συντηρεί το πολιτιστικό κεφάλαιο προς  όφελος  των επόμενων, αλλά  και μεταξύ  της ίδιας γενιάς. Το κτιστό  περιβάλλον μεταφέρει σημαντικά μηνύματα από  τη μία  γενιά στην άλλη, και εξυπηρετεί ως ένας θησαυρός από  πολιτισμικά νοήματα. Όμως,  όπως  αναφέρει και ο David Lynch στην
‘Εικόνα  της Πόλης’, ‘κάθε πολίτης έχει βαθιές  σχέσεις με κάποια μέρη της πόλης,  και η εικόνα του έχει διαποτιστεί
με μνήμες και  νοήματα’.  [Tweed, 2007] Έτσι, η διατήρηση της  ποικιλίας αυτών των  εικόνων μέσα  στις  πόλεις ικανοποιεί τη συνθήκη της ισότητας μέσα στην ίδια σύγχρονη γενιά.

Επιπροσθέτως, ο υλικός  πολιτισμός ως κληρονομιά θεωρείται πως  παρέχει μια  φυσική αναπαράσταση και πραγματικότητα στην  εφήμερη και  ασταθή έννοια της  ‘ταυτότητας’.  ‘Η κληρονομιά δίνει  νόημα στην  ανθρώπινη ύπαρξη  μεταφέροντας  τις  ιδέες  των   άχρονων  αξιών   και  των   αδιάκοπτων  συγγενειών  οι  οποίες   ενισχύουν  την ταυτότητα’  [Tweed,  2007]. Η  αρχιτεκτονική κληρονομιά δημιουργεί την  αίσθηση   ενός  τόπου, το  πνεύμα του  - το πνεύμα του τόπου - το οποίο ενισχύει τη συλλογική μνήμη των πολιτών και τη θέλησή τους να συγκεντρώνονται και να συμμετέχουν στις στρατηγικές και τις δράσεις για  τη βιώσιμη ανάπτυξη των κοινοτήτων τους.
Η μεγαλύτερη πρόκληση είναι  η ενοποίηση της ταυτότητας του τόπου, της βιωσιμότητας των πόλεων και της παγκοσμιοποίησης.  Η   βιωσιμότητα  οποιουδήποτε  τόπου  εξαρτάται  από   έναν    αριθμό  παραγόντων  οι   οποίοι συνεισφέρουν στη ζωτικότητα, την ποιότητα και την ταυτότητά του.
Ο ανταγωνισμός των πόλεων επιβάλλει νέες ατζέντες  για  τις πόλεις  του μέλλοντος: το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στο  πώς  θα  βελτιωθεί   η  αλληλεπίδραση  μεταξύ  της  αστικής αναζωογόνησης,  της  οικονομικής ανάπτυξης και  της κοινωνικής ανανέωσης έτσι ώστε να επιτευχθεί μια πιο περιεκτική και ρεαλιστική ανάπτυξη της πόλης.
Σε  αυτό  το  πλαίσιο της  αστικής ανάπτυξης,  πρόσφατα,  η  εγκυρότητα του  παρόντος ορισμού για  τη  βιώσιμη ανάπτυξη έχει τεθεί σε αμφισβήτηση από  διεθνείς οργανισμούς, όπως  η UNESCO και  η Παγκόσμια Σύνοδος για  τη Βιώσιμη  Ανάπτυξη, ακαδημαϊκούς και  ερευνητές. Σύμφωνα με αυτούς ‘η οικονομική ανάπτυξη, ο κοινωνικός συνυπολογισμός και  η περιβαλλοντική ισορροπία, δεν  αντανακλούν πλέον  όλες τις διαστάσεις των  κοινωνιών μας’. Έτσι, προτείνουν την προσθήκη της διάστασης του πολιτισμού στις πολιτικές που έχουν  στόχο τη βιώσιμη ανάπτυξη.
Κατά συνέπεια των παραπάνω, πριν την έναρξη της 4ης Παγκόσμιας Συνόδου της UCLG (United Cities and Local Governments)  που  έγινε  στην  Πόλη  του  Μεξικού  το  Νοέμβριο του  2010,  η  αντίστοιχη  Επιτροπή Πολιτισμού της ανέπτυξε μια  Δήλωση  Πολιτικής με τίτλο  ‘Ο πολιτισμός ως ο Τέταρτος Πυλώνας της Βιώσιμης  Ανάπτυξης’. Η Δήλωση αυτή προτείνει ότι:
1. Η προώθηση του πολιτισμού στη βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να επιτευχθεί με:
α.   Την   ανάπτυξη  του   ίδιου  του   πολιτιστικού  τομέα   (κληρονομιά,  δημιουργικότητα,  πολιτιστική  βιομηχανία, πολιτιστικός τουρισμός, χειροτεχνίες)
β.  Τη διασφάλιση πως  ο πολιτισμός θα  έχει  τη θέση που  του  αξίζει  σε όλες  τις  πολιτικές, ιδιαίτερα σε εκείνες  που σχετίζονται με την  εκπαίδευση, την  οικονομία, την  επιστήμη, την  επικοινωνία, το  περιβάλλον, την  κοινωνική συνοχή και τη διεθνή συνεργασία.
2. Ο κόσμος  δεν  αντιμετωπίζει μόνο  οικονομικές, κοινωνικές, ή περιβαλλοντικές προκλήσεις: η δημιουργικότητα, η γνώση,  η διαφορετικότητα και η ομορφιά είναι  αναπόφευκτες βάσεις  για  διάλογο για  την ειρήνη και την πρόοδο καθώς αυτές οι αξίες είναι  εγγενώς συνδεδεμένες με την ανθρώπινη ανάπτυξη και ελευθερίες.
3. Η  ανάγκη για  διαπολιτισμικό διάλογο ο οποίος αποτελεί μία  από  τις  μεγαλύτερες προκλήσεις του  ανθρώπινου γένους  και   για   δημιουργικότητα  αναγνωρίζεται  ως  μία   ανεξάντλητη  πηγή  θρέψης  της  κοινωνίας  και   της οικονομίας. Έτσι, έχουμε  καθήκον να  προωθήσουμε τη συνέχεια των ιθαγενών τοπικών πολιτισμών. Παλιές παραδόσεις συναντούν τη  νέα  δημιουργικότητα κάθε  μέρα   στις  πόλεις   ανά   τον  κόσμο  συνεισφέροντας  στη διατήρηση της ταυτότητας και της διαφορετικότητας. [UCLG, 2010]

3.   Η περίπτωση μελέτης: Λάρισα

Η Λάρισα είναι  πρωτεύουσα της Περιφέρειας Θεσσαλίας με πληθυσμό 200.000 κατοίκων που ζουν και εργάζονται στην πόλη.  Ο πραγματικός πληθυσμός, σύμφωνα με την τελευταία απογραφή (2011) υπολογίζεται στους 163.380 κατοίκους. Η  πόλη  είναι   το  εμπορικό, διοικητικό, πολιτιστικό και  συγκοινωνιακό κέντρο   της  ευρύτερης περιοχής.  Ο  κύριος εθνικός  οδικός και σιδηροδρομικός άξονας Βορρά-Νότου διασχίζει την πόλη  ενώ συγχρόνως η Λάρισα συνδέεται με τη Δυτική  Ελλάδα και την Ήπειρο.
Η  πόλη   αποτελεί  ένα   από   τα  δυναμικότερα  σύγχρονα  αστικά κέντρα της  χώρας  ενώ  τη  δεκαετία  του  ’60 παρουσίασε  τον   υψηλότερο  ρυθμό   ανάπτυξης  στην   Ελλάδα.  Το  αποτέλεσμα  αυτής   της  ραγδαίας  αύξησης   του πληθυσμού της ήταν  εμφανές κατά  τη δεκαετία του ’80 όταν  η Λάρισα είχε  ήδη  ακολουθήσει μια  άναρχη εξάπλωση προς  τον  περιβάλλοντα κάμπο και  είχε  χάσει  την  ταυτότητα και  την  προηγούμενη φυσιογνωμία της.  Η  πόλη  δε διαφέρει από  την πλειονότητα των ελληνικών πόλεων σχετικά  με την ανάπτυξή τους μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο  και το τέλος του Εμφυλίου, όταν και πραγματοποιήθηκαν μεγαλεπήβολα σχέδια ανοικοδομήσεων.
Η Λάρισα δεν  είναι  ιστορική πόλη  ούτε αποτελεί τουριστικό προορισμό. Αντιθέτως, είναι  το τυπικό παράδειγμα του   ελληνικού   μοντέλου   αστικοποίησης   κατά    τη   διάρκεια   του    20ου   αιώνα.   Εκτενώς    κατεστραμμένη   από βομβαρδισμούς, πολεμικές επιχειρήσεις και σεισμούς, η πόλη  ανοικοδομήθηκε σχεδόν πλήρως στο κέντρο  της θάβοντας το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της κάτω από καινούριες πολυκατοικίες θυσιάζοντάς την στο βωμό της ανάπτυξης.

Η επιλογή της Λάρισας για  τη μελέτη  του ρόλου  που  μπορεί να  παίξει  η πολιτιστική κληρονομιά στην  ενίσχυση της ταυτότητας και εικόνας της πόλης,  στην αλλαγή της προώθησής της και εν γένει τη βιώσιμη ανάπτυξή της βασίζεται σε δύο κύρια χαρακτηριστικά της:
1. Τη δυναμικότητα που  επιδεικνύει η πόλη  τόσο ως πρωτεύουσα της Θεσσαλίας όσο και ως προς  τη γεωγραφική της θέση, και την προσπάθειά της να αναπτυχθεί με ένα πιο βιώσιμο τρόπο στον 21ο αιώνα.
2. Το γεγονός πως  η πόλη  αποτελεί το  ιδανικότερο παράδειγμα εξέλιξης  των  ελληνικών πόλεων τον  20ο  αιώνα, η οποία, όμως, ενώ έχει χάσει ολοκληρωτικά την παλιά της εικόνα,  διατηρεί ελάχιστα αλλά  πανελλαδικής εμβέλειας μνημεία που μαρτυρούν αδιαπραγμάτευτα τη λαμπερή διαχρονική της ιστορία.

Συνεπώς,  η  περίπτωση  της  Λάρισας  είναι   μια   πρόκληση  για   την   αναζήτηση  του   ρόλου   της  πολιτιστικής κληρονομιάς σε  πόλεις  οι  οποίες   φαίνονται εντελώς  καινούριες και  όπου  η  μεταβλητή της  κληρονομιάς δεν  έχει θεωρηθεί ποτέ ως αποφασιστική για την οικονομία και την ανάπτυξή τους.

4.   Η ιστορία και τα μνημεία της πόλης  σήμερα

Η Λάρισα παρουσιάζει μια μακραίωνη ιστορία από  την Παλαιολιθική και την πρώιμη Νεολιθική εποχή.  Η πόλη  ήταν το κέντρο  της Θεσσαλίας ήδη  από  την  αρχαιότητα όπως  έχει αποδειχθεί από  τις αρχαιολογικές μαρτυρίες. Η λαμπρή αρχαία, ελληνιστική και  ρωμαϊκή Λάρισα αντανακλάται στο σύγχρονο αστικό  περιβάλλον με δύο  σπουδαία θέατρα που αποκαλύφθηκαν στο κέντρο  της πόλης.  Παρουσιάζουν το πρώτο  και πιο σημαντικό κρίκο  σύνδεσης της μοντέρνας πόλης  με το μακρινό παρελθόν της.
Κατά  την παλαιοχριστιανική περίοδο η Λάρισα ήταν  μια μεγάλη επισκοπική πόλη  η οποία όμως κατά  την κύρια βυζαντινή  και   την   υστεροβυζαντινή  περίοδο  συρρικνώθηκε  σημαντικά  και   πήρε   τη  μορφή πόλης-κάστρου. Η Βυζαντινή Λάρισα σήμερα  προσδιορίζεται από  τα ερείπια δύο  μεγάλων βασιλικών της παλαιοχριστιανικής περιόδου, μία από τις δύο ορατή, δύο λουτρών από την ίδια  περίοδο, τα απομεινάρια της κεντρικής δεξαμενής που τροφοδοτούσε με νερό την πόλη και τα ερείπια ενός ναού με το νεκροταφείο του της κύριας βυζαντινής περιόδου.
Κατά  τη  διάρκεια της  Οθωμανικής περιόδου, η  Λάρισα έγινε  ξανά  ο  κόμβος και  το  κέντρο  της  οικονομικής, διοικητικής, στρατιωτικής και κοινωνικής ζωής στη Θεσσαλία. Η πόλη  επεκτάθηκε σημαντικά με την εγκατάσταση του τούρκικου πληθυσμού ενώ οι περισσότεροι χριστιανοί έφυγαν προς  τα βουνά. Η πόλη  εφοδιάστηκε με πολλά δημόσια κτίρια συμπεριλαμβανομένων πολλών τζαμιών και άλλων  θρησκευτικών κτισμάτων, λουτρών και  με ένα Μπεζεστένι. Αν  και  τα  κατάλοιπα αυτής  της  εποχής περιορίζονται στη διατήρηση του  Μπεζεστένι, ενός  μεγάλου λουτρού, ενός ολόκληρου τζαμιού και  των  ερειπίων ενός  δεύτερου, η δομή  και  πολλά στοιχεία των  χαράξεων εκείνης  της περιόδου είναι  αντιληπτά μέσα στη σύγχρονη πόλη.
Μετά  την  απελευθέρωση από  τους  Οθωμανούς το  1881, κατά  τη  διάρκεια της  νεώτερης εποχής, πολλά τζαμιά, δημόσια  κτίρια  και   σπίτια  κατεδαφίστηκαν  καθώς   οτιδήποτε  παλιό   θεωρούταν  τούρκικο  και   επομένως  δεν αντιστοιχούσε στο νέο ενιαίο ελληνικό αρχιτεκτονικό στυλ που  το κράτος προωθούσε σε όλη την επικρ άτεια.  Έτσι, ένα νέο σχέδιο  δημιουργήθηκε για  την πόλη  της Λάρισας με μεγάλες πλατείες και φαρδιούς δρόμους. Η πόλη  καθαρίστηκε από  τους βρόμικους δρόμους και νέα συστήματα υγιεινής εφαρμόστηκαν στο κέντρο.  
Η Λάρισα μέχρι  το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο  ήταν  μία ανθηρή πόλη  με καινούριους κατοίκους οι οποίοι είχαν αρχίσει να οργανώνουν τη μοντέρνα αστική ζωή  τους.  Η  κατοχή, ο λιμός,  οι  βομβαρδισμοί και  οι  σεισμοί  κατέστρεψαν το  κέντρο  της  πόλης.  Τότε, νέα  σχέδια προγραμματίστηκαν από  τα οποία ελάχιστα εφαρμόστηκαν. Από  τη δεκαετία του ’60 και μετά, το κέντρο  της Λάρισας ανοικοδομήθηκε χωρίς  καμία οργάνωση ή  πρόγραμμα. 
Μέχρι  τις  αρχές  του  ’80 η παλιά Λάρισα είχε  εξαφανιστεί σχεδόν ολοκληρωτικά. Τα μικρά σπίτια και  καταστήματα που  σώθηκαν από  τον  πόλεμο ή οι ταπεινές κατοικίες που χτίστηκαν αμέσως  μετά την κατοχή αντικαταστάθηκαν με μεγάλες πολυκατοικίες για  να φιλοξενήσουν όλο και περισσότερους νέους κατοίκους που έφταναν συνεχώς, κυρίως  από  το Θεσσαλικό κάμπο.
Όπως    αναφέρθηκε  προηγουμένως,  η   πλειονότητα  των   ιστορικών  μαρτυριών   έχει   θαφτεί    κάτω   από   τις πολυκατοικίες που  κυριαρχούν στο κέντρο  της πόλης.  Η εικόνα που  παρουσιάζει η Λάρισα με ένα ολοκληρωτικά ανοικοδομημένο αστικό κέντρο  δε διευκολύνει το σαφή ορισμό της αρχιτεκτονικής της κληρονομιάς.
Συνοψίζοντας, λοιπόν, το  πιο  αξιοσημείωτο μνημείο στο  κέντρο   της  πόλης   είναι   το  Α’  Αρχαίο  Θέατρο, που χρονολογείται τον 4ο αιώνα π.Χ. και είναι  ένα από  τα ελάχιστα θέατρα στην Ελλάδα που  βρίσκεται στην καρδιά ενός αστικού κέντρου. Υπάρχει επίσης  το  Β’ Αρχαίο Θέατρο και  σημαντικά μνημεία από  τη  Βυζαντινή  και  Οθωμανική περίοδο. Μαζί με αυτά,  διατηρούνται στον ιστό της πόλης  αστικά σπίτια και καταστήματα των αρχών του 20ου αιώνα, λίγα  από αυτά  διατηρητέα (6), και ένα βιομηχανικό συγκρότημα Μύλων  από  την ίδια  περίοδο.
Συγχρόνως, υπάρχουν διάσπαρτα στους δρόμους της πόλης  μικρά, ισόγεια ή μονώροφα, σπίτια των δεκαετιών του ’40 και του ’50 που αντιστάθηκαν στην απότομη και ραγδαία ανοικοδόμηση του ’60, ’70 και του ’80 και στέκονται μέχρι και  σήμερα.   Μέσα  σε αυτό  το  υπεροικοδομημένο περιβάλλον του  κέντρου αυτές  οι  ταπεινές κατοικίες αποτελούν επίσης  στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς της πόλης.  Επιπλέον, το μεγαλύτερο ποσοστό της βόρειας συνοικίας του κέντρου,  τα   Ταμπάκικα-Αμπελόκηποι,  αποτελείται  από   μικρά  σπίτια  των   αρχών  του   20ου   αιώνα  στα   οποία κατοικούσαν οι εργάτες αλλά και οι ιδιοκτήτες των μικρών βιοτεχνιών που βρίσκονταν εκεί.
Αν  και  η Λάρισα λοιπόν κατέχει  ένα  πολύ  σημαντικό ιστορικό υπόβαθρο, η  πόλη  δεν  έχει  προωθηθεί, μέχρι σήμερα,  με βάση  τον πολιτιστικό της πλούτο και τη διαχρονική ιστορία της. Η πόλη  δεν είναι  ευρέως γνωστή ούτε για τον  πολιτισμό της ούτε για  τα μνημεία της, αλλά  για  τη γεωργία, τη διασκέδαση και  το εμπόριό της. Το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοίκων έχει βασικές  γνώσεις για  την ιστορία της πόλης  και θεωρούν πως η αρχιτεκτονική κληρονομιά της Λάρισας προέρχεται κυρίως  από  την αρχαιότητα. Τα δύο αρχαία θέατρα και το συγκρότημα των Μύλων  του Παπά αποτελούν τα  πιο  διαδεδομένα μνημεία ενώ  τα  υπόλοιπα σχεδόν αγνοούνται  από   τους  περισσότερους κατοίκους. [Tellaki, 2011]

Διάγραμμα 1: Κατά τη γνώμη σας, για ποιο λόγο είναι γνωστή η Λάρισα στην Ελλάδα;

Διάγραμμα 2: Κατά τη γνώμη σας, ποιων εποχών μνημεία διαθέτει η Λάρισα;
Διάγραμμα 3: Ποια από τα παρακάτω μνημεία γνωρίζετε;

5.   Η δυναμική της σύγχρονης Λάρισας

Τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου  αιώνα, η σύγχρονη κοινωνία της Λάρισας προσπάθησε να βελτιώσει  την ποιότητα της αστικής της ζωής. Νέα σχέδια και μια καινούρια εικόνα για  την πόλη  προωθήθηκε κατά  τα τέλη της δεκαετίας του ’80 τα  οποία εφαρμόστηκαν στα  τέλη  του  ’90. Ο κύριος πυρήνας του  κέντρου της  πόλης  άλλαξε  προ ς το καλύτερο. Οι πεζοδρομήσεις στο  εμπορικό κέντρο   και  οι  αναπλάσεις στην  καρδιά της  παλιάς αγοράς στο  Φρούριο βελτίωσαν αισθητά την καθημερινότητα των πολιτών και τη γενική εικόνα της πόλης.

Η   Λάρισα  παραμένει  το  κέντρο   της   Θεσσαλίας  καθώς   είναι   ο  διοικητικός,  οικονομικός,  κοινωνικός  και συγκοινωνιακός κόμβος της Κεντρικής Ελλάδας. Παρ’  όλ’ αυτά,  ο δυναμικός της χαρακτήρας πρέπει να διαμορφωθεί σε μια πιο βιώσιμη πορεία για να εγγυηθεί μια διαρκή ανάπτυξη για την πόλη.
Οι νέες προσπάθειες πρέπει να  προσανατολιστούν στην  ενίσχυση του ενδιαφέροντος των  πολιτών για  την  πόλη τους. Από  το ’60 και μετά νέοι κάτοικοι ήρθαν στη Λάρισα για  να εργαστούν και να ζήσουν εδώ. Όμως,  καμία ηθική ή συναισθηματική  σύνδεση  δε  δημιουργήθηκε  μεταξύ   αυτών  και  της  πόλης,   με  συνέπεια,  τη  μη  φροντίδα  για   τη διατήρηση της παλιάς φυσιογνωμίας. Η ανοικοδόμηση ήταν  πιο επικερδής ενώ οι νέες πολυκατοικίες αντανακλούσαν το  σύγχρονο τρόπο ζωής  στην  πόλη.  Έτσι,  σήμερα   που  ο  πληθυσμός της  Λάρισας παρουσιάζει  ομαλή   αύξηση  σε σταθερή  πορεία, είναι  η κατάλληλη στιγμή να ενισχυθεί το αίσθημα της ταυτότητας των πολιτών αυτών προς  την πόλη τους έτσι ώστε να νοιαστούν για τη μη καταστροφή της και την ανάπτυξή της.

Η   δημιουργία  ενός   εμφανούς  και   αντιληπτού  δικτύου  μεταξύ   των   μνημείων  της   πόλης   με   οικο λογικά χαρακτηριστικά θα μπορούσε να κεντρίσει το ενδιαφέρον των πολιτών για  την ιστορία τους και συνεπώς για  την πόλη τους. Η ολιστική προσέγγιση όσον αφορά στα μνημεία και η ενσωμάτωση του καθενός στο πλαίσιο του δικτύου μπορεί να  δώσει  βιώσιμες   οικονομικά, κοινωνικά και  περιβαλλοντικά λύσεις  για  το  καθένα από   αυτά.   Τα  μνημεία και γενικότερα  η  ιστορία  της   πόλης   πρέπει  να   ενσωματωθούν  στην   καθημερινότητα  των   κατοίκων  έτσι  ώστε  να αντιληφθούν τη σπουδαιότητά τους. Οι πολίτες είναι  απαραίτητο να κατανοήσουν τα οφέλη  σε όλες τις κλίμακες των συμφερόντων τους, τα οποία μπορούν να επέλθουν από  την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και την ανάπτυξη των απαραίτητων υποδομών.

6.   Ταυτότητα, εικόνα και θέση της Λάρισας

Σε αυτό το πλαίσιο, ο δυναμικός χαρακτήρας και η εικόνα της Λάρισας μπορούν να ενισχυθούν και να προωθηθούν με την  ανάδειξη της διαχρονικής ιστορίας της πόλης  σε brand name το οποίο μπορεί να  προσελκύσει επισκέπτες, νέους κατοίκους και επενδυτές για  να  επισκεφτούν, να ζήσουν ή να  δουλέψουν στην  πόλη  η οποία ευημερεί  στον  ίδιο  τόπο εδώ και 8000 χρόνια. Αυτό το γεγονός δύναται να μετατρέψει την πόλη  σε πρωτεύον πολιτιστικό κέντρο  της Θεσσαλίας  και της Κεντρικής Ελλάδας και σε κύριο  κόμβο  για  την τουριστική ανάπτυξη της Περιφέρειας. Η κεντροβαρής θέση της Λάρισας στο Θεσσαλικό κάμπο μπορεί να  προσελκύσει τους  τουρίστες να  μείνουν στη Λάρισα και  να  προσεγγίσουν όλους τους ενδιαφέροντες προορισμούς σε σύντομο χρόνο.
Είναι  ευκαιρία για  την  πόλη  λοιπόν, η οποία στοχεύει  σε μια  πιο  βιώσιμη ανάπτυξη μέσα  στον  21ο αιώνα, να χρησιμοποιήσει την  ανάδειξη της  πολιτιστικής της  κληρονομιάς τόσο  για  το  σχηματισμό της  νέας  της  εικόνας όσο κυρίως  για τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητάς της.

Σχέδιο 1: Γραφική αναπαράσταση του ρόλου της πολιτιστικής κληρονομιάς στη στρατηγική ανάπτυξης

6.1 Επαναπροσδιορισμός της ταυτότητας
Για  να  γίνει  το  πολιτιστικό και  γενικά το  κέντρο  της  Θεσσαλίας και  της  Κεντρικής Ελλάδας, η Λάρισα πρέπει να μετατραπεί σε μια ανοιχτή και φιλόξενη πόλη με συγκεκριμένη ταυτότητα και κύρος.
Κύριος  άξονας για  τον  επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της πόλης  πρέπει να  είναι  η ενίσχυση της ‘ψυχής της πόλης’, ‘l’ame de la cite’, σύμφωνα με τον Aldo Rossi, η οποία αντιπροσωπεύει το δομικό πυρήνα της. ‘L’ame de la cite’ γίνεται η  ιστορία  της  πόλης,   ο  διακριτός  και  συγχρόνως  αποφασιστικός  της  χαρακτήρας,  η  μνήμη  της  [Rossi, μεταφρ.1991].

Πιο συγκεκριμένα, για  την ενίσχυση της αίσθησης ταυτότητας των πολιτών με την πόλη τους προτείνονται τα εξής:
•    Αναδιοργάνωση του κέντρου της πόλης  και  οργάνωση του ιστορικού κέντρου της σε διακριτά επίπεδα για  την καλύτερη κατανόηση και αντίληψη του αστικού χώρου της πόλης  ως προς την αρχιτεκτονική της κληρονομιά.
•    Δημιουργία δικτύου μνημείων σε διοικητικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτιστικό και  τουριστικό επίπεδο και ενοποίηση των αρχαιολογικών χώρων και μνημείων με εύκολα  αντιληπτές, ελκυστικές  και οικολογικές διαδρομές,συνδέσεις και πληροφόρηση.
•    Παρουσίαση της  διαχρονικής  ιστορίας της  πόλης   και  της  σπουδαιότητας αυτού του  γεγονότος, έτσι  ώστε  οι πολίτες να  συνειδητοποιήσουν πως  είναι   τα  ζωντανά κομμάτια του  παζλ  της  ιστορίας της  πόλης   τους.  Μία παρόμοια  κίνηση μπορεί να  ξεκινήσει   με  πληροφορίες σε πανό στα  κεντρικά σημεία   της  πόλης   ή  δημόσιες εκδηλώσεις επισημαίνοντας τους λόγους της σπουδαιότητας της ιστορίας της και των μνημείων της ενώ μπορεί να ολοκληρωθεί με την εντελώς νέα παρουσίαση των μνημείων στο κοινό  και τη συμμετοχή του σε αυτή.
•    Άνοιγμα των μνημείων στο κοινό  με εκδηλώσεις, πληροφόρηση και παρακολούθηση επί τόπου των εργασιών για τη  συντήρησή  τους,   τονίζοντας  τις  ιδιαίτερες  δυσκολίες  που   συναντώνται  κατά   τη  διάρκεια  τους  και   την προτροπή για  εθελοντική εργασία σε διάφορες θέσεις. Η ευαισθητοποίηση και  η προτροπή για  συμμετοχή των πολιτών  σε  κάθε  δράση  και   δυσκολία  κατά   τη  διάρκεια  των   εργασιών.  Απόλυτη  διαφάνεια  και   συνεχής ενημέρωση για  το πρόγραμμα, το χρονοδιάγραμμα και το κόστος των εργασιών.
•    Ενίσχυση  της   συλλογικής  μνήμης.  Στην   πράξη,  η   αξιοποίηση  των   στοιχείων  τα   οποία  είναι   ικανά  να συγκεντρώσουν τις ατομικές μνήμες όλων  των πολιτών μπορούν να αναδημιουργήσουν τη συλλογική μνήμη της πόλης.  Αυτά  τα στοιχεία μπορεί να είναι  κτίρια του απώτερου και πρόσφατου παρελθόντος, εκδηλώσεις οι οποίες να  λαμβάνουν χώρα  σε συγκεκριμένα σημεία  της πόλης,  επαγγέλματα τα οποία χάθηκαν πρόσφατα αλλά  έχουν ακόμα τις  ρίζες  τους  μέσα  στο  σύγχρονο αστικό  ιστό,  κλπ.  Προφανώς,  όμως,  αυτές  οι  ενέργειες μπορούν  να βοηθήσουν στην ανάκτηση των αναμνήσεων κυρίως  των μεγαλύτερων σε ηλικία πολιτών. Τι γίνεται με τους νέους ανθρώπους οι οποίοι θα διαμορφώσουν τη νέα μελλοντική ταυτότητα της πόλης;  Θα ήταν  θεμιτό  να  συνδεθούν και να αφομοιώσουν την υπάρχουσα συλλογική μνήμη της πόλης  και ταυτόχρονα να δημιουργήσουν τις βάσεις για  τη δική τους ενιαία μνήμη μέσω νέων κοινών εκδηλώσεων.
•    Υπενθύμιση κάποιων πλεονεκτημάτων της ποιότητας ζωής του παρελθόντος, μαζί  με τα σφάλματα (και τις αιτίες τους) τα οποία προκάλεσαν αυτή  τη βίαιη αλλαγή στην ποιότητα, έτσι ώστε να αποφευχθούν στο μέλλον. 

6.2 Στρατηγική  προώθησης της εικόνας
Ένας  συγκεκριμένος σχεδιασμός εκστρατείας για  την  προώθηση της  πόλης  πρέπει να  αναπτυχθεί βασισμένος στα δυνατά σημεία  της και  τις ευκαιρίες που  παρουσιάζει. Με άμεση  ή έμμεση  αναφορά η πολιτιστική κληρονομιά της πόλης  προσφέρει σημαντικές δυνατότητες στην πόλη  για  τη βελτίωση  της εικόνας της, την προώθησή της αλλά  και τον επαναπροσδιορισμό της θέσης της χωροταξικά.
Ειδικότερα, για την προβολή της Λάρισας μπορούν να εφαρμοστούν τα εξής:
•    Η  πολιτιστική κληρονομιά της  πόλης  μπορεί να  προωθηθεί ως  ένα  νέο  brand name για  την  πόλη.  Η  άμεση αναφορά στη διαχρονική ιστορία της μαζί  με τα υπόλοιπα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, όπως  η πεζοδρόμηση του  κέντρου, η χρήση  του  ποδηλάτου, το  αγροτικό υπόβαθρο κλπ.  στα  οποία η  πολιτιστική κληρονομιά έχει έμμεση συμμετοχή, προσφέρουν ιδέες για brand names.

-     Ιστορία:  Έχει αποδειχθεί πως η Λάρισα ήταν  το πιο σημαντικό σταυροδρόμι της Κεντρικής Ελλάδας διαχρονικά από  την προϊστορία μέχρι  σήμερα.  Η μακριά ιστορία της πόλης  είναι  ένα από  τα πιο  σημαντικά χαρακτηριστικά της καθώς  είναι  μία  από  τις λίγες  πόλεις  στην  Ελλάδα που  παρουσιάζουν αδιάλειπτη κατοίκηση στον  ίδιο  τόπο για  8000 χρόνια, ένα στοιχείο το οποίο πρέπει να αναδειχθεί και  να προωθηθεί τόσο προς  τους πολίτες της πόλης όσο   και   στον   κάθε   επισκέπτη  της.   Περισσότερο  όμως,   με  αυτόν  τον   τρόπο,  νέοι   επενδυτές  μπορούν  να προσελκυσθούν καθώς  υπάρχουν ενδείξεις  πως η Λάρισα ήταν,  είναι  και είναι  ικανή να  είναι  το πιο  σημαντικό κομβικό  σημείο   εμπορίου  και   γενικά  των   οικονομικών  ανταλλαγών  καθώς   αποτελεί  το   συγκοινωνιακό, διοικητικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο  της ευρύτερης περιοχής.

-     Πεζοδρομήσεις – Ποδήλατα:  Η  Λάρισα ήταν  η πρώτη   πόλη  στην  Ελλάδα που  πεζοδρόμησε το  εμπορικό της
κέντρο  και  από  τότε  έγινε  παράδειγμα προς  μίμηση για  τις  υπόλοιπες ελληνικές πόλεις.   Η  πεζοδρόμηση του κέντρου της πόλης  ήταν  ένα πιλοτικό πρόγραμμα το οποίο απέδωσε τα μέγιστα στο τέλος. Η πόλη  τιμήθηκε με το ‘1ο βραβείο Πολεοδομίας και Χωροταξίας’ το 2008 στην Ελλάδα, ένα γεγονός το οποίο δεν έχει προβληθεί όσο θα έπρεπε,  ενώ ακόμα, καθώς  είναι  αρκετά πρόσφατο, μπορεί να  χρησιμοποιηθεί για  την  προώθηση της πόλης.  Σε αυτή  την ιδέα,  η πολιτιστική κληρονομιά έχει έναν  έμμεσο ρόλο, καθώς μπορεί να συμμετέχει με την παρουσίαση των  πεζοδρομημένων δρόμων γύρω   από   τα  μνημεία και  με  την  ενίσχυση αυτών  των  πεζοδρομήσεων με  τη δημιουργία ενός δικτύου για πεζούς και ποδήλατα γύρω  από τα μνημεία.

-     Αγροτικό  παρελθόν,  παρόν  και   μέλλον:   Η   ιστορία  και   η  πρόσφατη  πραγματικότητα  αποδεικνύει  πως   ο Θεσσαλικός κάμπος και ειδικότερα η πεδιάδα της Λάρισας είναι  η πιο παραγωγική στην Ελλάδα. Η ζωή εδώ ήταν πάντα κυρίως   αγροτική και  η  μεγάλες εύφορες   πεδιάδες προσέφεραν ευημερία για  πολλούς αιώνες.   Η  πόλη πρέπει να στρέψει  το ενδιαφέρον της στην εκμετάλλευση της καλλιεργήσιμης γης με σύγχρονα μέσα έτσι ώστε να προσελκύσει νέους αγρότες να ασχοληθούν με αυτή και να δημιουργήσουν πρωτοποριακές καλλιέργειες οι οποίες θα  μπορούν να  ανοίξουν μια  νέα  κατεύθυνση επίσης  έξω από  τα σύνορα της  Ελλάδας. Η χρησιμοποίηση ενός brand name για  τη διαχρονική ποιότητα των  προϊόντων, μαζί  με την  αύξηση  των  Προϊόντων Προστατευμένης Προέλευσης, θα βοηθήσει τόσο στην προώθηση των προϊόντων αυτών όσο και στην  προσέλκυση τουριστών στην περιοχή που  να  ενδιαφέρονται για  τη γευσιγνωσία των  εδεσμάτων αλλά  και  για  την  εμπειρία της συμμετοχής στην  παραγωγή των προϊόντων αυτών. Η ανάπτυξη οικισμών στη Θεσσαλία (μικρών ή μεγαλύτερων) βασίστηκε στη συνεχή μετακίνηση των πληθυσμών τόσο από  τις πόλεις  στην ύπαιθρο (κατά  την προϊστορική και οθωμανική περίοδο – κυρίως  των  χριστιανών) όσο και  από  την  ύπαιθρο στις πόλεις  (μετά  την  απελευθέρωση και  κατά  τη διάρκεια του 20ου αιώνα μέχρι  σήμερα).  Αυτό το γεγονός οδηγεί στο συμπέρασμα πως οποιαδήποτε αναπτυξιακή πορεία που  σχεδιάζεται για  τις πόλεις  της Θεσσαλίας και τη Λάρισα πρέπει να  είναι  σε πλήρη ισορροπία με την ανάπτυξη της υπαίθρου και των περι-αστικών περιοχών καθώς  δε γνωρίζουμε προς  τα ποια κατεύθυνση θα είναι η επόμενη τάση μετακίνησης.

•    Πρωτοποριακές και  οικολογικές ιδέες  μπορούν να  εφαρμοστούν στην  αποκατάσταση και  τη  διαχείριση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της  πόλης  εκσυγχρονίζοντας την  εικόνα και  την  επιθυμητή πορεία της  πόλης  και προσελκύοντας επενδυτές.

•    Αναδεικνύοντας και προωθώντας την πόλη  ως το Πολιτιστικό Κέντρο  της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας αλλά και της Περιφέρειας Θεσσαλίας, μέσω ενεργειών για  την πολιτιστική κληρονομιά της πόλης  αλλά κυρίως  μέσω του ενδιαφέροντος για  την πολιτιστική κληρονομιά ολόκληρης της Περιφερειακής Ενότητας και της Περιφέρειας. Πιο συγκεκριμένα, η  πόλη,  ως  πρωτεύουσα της  Θεσσαλίας, μπορεί να  προωθηθεί και  να  αναδειχθεί σε πρωτεύον πολιτιστικό κέντρο  της  Περιφέρειας, αναπτύσσοντας άμεσες  συνδέσεις με τις  τρεις  μεγάλες πόλεις  αλλά  και  με μικρότερους οικισμούς.

Η   ιδέα   της   τουριστικής  ανάπτυξης  της   Λάρισας  μπορεί  να   ακούγεται  λίγο   παράξενη  σήμερα   για   τους περισσότερους πολίτες και  ιθύνοντες, είναι  όμως  αλήθεια πως  οι δυνατότητες της πόλης  είναι  εντυπωσιακές. Η Λάρισα δεν είναι  κατάλληλη για  μαζικό τουρισμό και ειδικότερα κατά  τους θερινούς μήνες.  Παρ’  όλ’ αυτά,  αυτό το γεγονός δεν  μπορεί να  αποκλείσει την  πόλη  από  την  ανταγωνιστική πίτα  της τουριστικής βιομηχανίας στην Ελλάδα. Η πόλη  προσφέρει το κατάλληλο έδαφος για  την  ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού, όπως  ο συνεδριακός και ο αστικός, ενώ σε σχέση με όλη τη Θεσσαλία, τον πολιτιστικό, το θρησκευτικό, τον αθλητικό, τον τουρισμό περιπέτειας και  τον  περιβαλλοντικό  τουρισμό με  αφετηρία τις  συνεχώς αυξανόμενες δράσεις στον Όλυμπο, τον Πηνειό ποταμό και την ευρύτερη περιοχή. [E.O.T., 2005]

Επιπλέον, η πόλη  μπορεί να λειτουργήσει ως το κέντρο  για  την τουριστική ανάπτυξη της Περιφερειακής Ενότητας Λάρισας αλλά   και  της  Θεσσαλίας. Η  θέση  της  στο  κέντρο   της  Περιφέρειας εφοδιάζει  την  πόλη   με  όλες  τις απαραίτητες  συγκοινωνιακές  συνδέσεις, εκτός  από   το  αεροδρόμιο το  οποίο, όμως,  βρίσκεται πολύ  κοντά σε απόσταση 75 χλμ.  Επίσης,  έχει  το  πλεονέκτημα να  περιβάλλεται από  τους  πιο  σημαντικούς προορισμούς. Τα Μετέωρα  και  ο Όλυμπος, με το κύρος  των  Μνημείων Παγκόσμιας Κληρονομιάς, τα  πρώτα από  το 1988 και  ο δεύτερος  είναι    στην   προτεινόμενη  λίστα   από   το   2003,   το   διάσημο  Πήλιο,    η   λίμνη  Πλαστήρα  και   ο αναπτυσσόμενος Κίσσαβος βρίσκονται μέσα σε μια στενή περίμετρο γύρω  από τη Λάρισα. Έτσι, η πόλη,  ως κέντρο αυτής  της περιμέτρου, μπορεί να μετατραπεί σε σημείο  εκκίνησης για  εξορμήσεις και επισκέψεις σε όλους  αυτούς τους προορισμούς. 
Μέσω της προώθησης της διαμονής στη Θεσσαλία για  τουλάχιστον 3-4 μέρες, ένας επισκέπτης, διαμένοντας στη Λάρισα για  αυτό  το χρονικό διάστημα, μπορεί να  προσεγγίσει όλα  αυτά  τα μέρη  σε σύντομο χρόνο  και   με  ποικίλα  μέσα.   Μια   ευκαιρία  η  οποία  είναι   αδύνατη  από   τις  άλλες   πόλεις   της  Θεσσαλίας. Επιπροσθέτως, η διαφοροποίηση και  η θεματική εξειδίκευση δύναται  να  επιμηκύνει τις  τουριστικές περιόδους κατά  τη διάρκεια όλου  του χρόνου ενώ συγχρόνως θα μοιράσει την  ‘τουριστική πίτα’  σε περισσότερα κομμάτια. Έτσι, περισσότερες επενδύσεις μπορούν να προσελκυσθούν και ο ανταγωνισμός θα αναζωογονηθεί με αποτέλεσμα τη βελτίωση  της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών και προϊόντων.

•    Η προώθηση της πόλης  ως το κύριο  αγροτικό κέντρο  της περιοχής μπορεί να  οργανώσει καλύτερα την  προβολή
της διαχρονικής ποιότητας των  θεσσαλικών προϊόντων. Η γεωργία αποτελούσε για  αιώνες  την  κύρια πηγή εισοδήματος στην  περιοχή. Από  την  αρχαιότητα η  οργάνωση της  περιοχής ήταν  η  ακόλουθη: η  γη  όλης  της Θεσσαλίας καλλιεργούταν και οι παραγωγοί πουλούσαν τα προϊόντα τους κυρίως  στην  αγορά της Λάρισας και τις αγορές των άλλων  μεγάλων πόλεων.

Βέβαια,    τα   σύνορα  της   αγοράς  σήμερα    έχουν    διευρυνθεί  και   οι   δυνατότητες  είναι    αυξημένες.   Μέσω πρωτοποριακών και  βιολογικών καλλιεργειών η  πάντα εύφορη πεδιάδα της  Θεσσαλίας μπορεί να  κάνει  την Περιφέρεια ένα  διάσημο αγροτικό κέντρο,  όχι  μόνο  της  Ελλάδας, αλλά  και  των  Βαλκανίων και  της ευρύτερης περιοχής μέσω της οργανωμένης προώθησης των  προϊόντων της. Η επιστροφή στην  καλλιέργεια της γης  μπορεί να  παίξει  το ρόλο  ενός  κινήματος και  να  προσελκύσει όλο  και  περισσότερους νέους  αγρότες, πολλοί από  τους οποίους έχουν  στην ιδιοκτησία τους μια επαρκή αγροτική περιουσία. Οι μνήμες από  την καλλιέργεια της γης στη Θεσσαλία είναι  ακόμη νωπές  στους  μεγαλύτερους. Αυτό  το πλεονέκτημα μπορεί να  ενισχυθεί έτσι ώστε οι νέοι αγρότες να  διδαχθούν τους  παραδοσιακούς τρόπους καλλιέργειας ενώ μαζί  με τη νέα  και  εξειδικευμένη γνώση τους μπορούν να δώσουν μια νέα ώθηση στα οικονομικά προβλήματα της περιοχής.

Χάρτης 1: Η Λάρισα ως κέντρο για την τουριστική ανάπτυξη της Θεσσαλίας
7.   Επίλογος

Η   ανάδειξη  και   διαχείριση  της   πολιτιστικής  κληρονομιάς   απαιτεί   συγκεκριμένες  ρυθμίσεις  και   σχεδιασμό. Αναμφίβολα  κάθε   ενέργεια  που   αναφέρεται  στην   πολιτιστική  κληρονομιά  πρέπει  να   διέπεται  από   ειδικ ούς κανονισμούς και  να  ενσωματώνεται σε ένα  γενικό διαχειριστικό πλαίσιο. Συνοψίζοντας τους  κύριους στόχους ενός διαχειριστικού σχεδίου για  την πολιτιστική κληρονομιά τα ακόλουθα είναι  αναγκαία:
 
α. Προστασία των μνημείων β. Ανάδειξη των μνημείων
γ. Καθιέρωση προστατευόμενων και ουδέτερων ζωνών δ. Αστικές αναπλάσεις
ε. Χωροταξική αναδιοργάνωση  [Περιφέρεια Θεσσαλίας, 2008]


Ένα  παρόμοιο διαχειριστικό σχέδιο  μπορεί να  εφαρμοστεί και  στην  πόλη  της  Λάρισας ώστε η πολιτιστική της κληρονομιά να  παίξει  το ρόλο  οδηγού για  τη νέα  πορεία της πόλης.  Η ανάγκη της πόλης  για  μια  μακροχρόνια και βιώσιμη ανάπτυξη  είναι   επιτακτική στη  σημερινή εποχή.   Η  πόλη  χρειάζεται να  στραφεί και  να  εκμεταλλευτεί τα διακριτά πλεονεκτήματά της, τα οποία εκτός από  την κεντροβαρή θέση της περιλαμβάνουν τη μακραίωνη ιστορία της, τα  πανελλαδικής -και  όχι  μόνο-  εμβέλειας μνημεία της,  τις βραβευμένες αστικές  αναπλάσεις της  και  το διαρκή και αυξανόμενο δυναμισμό της.
Με εργαλείο την  πολιτιστική κληρονομιά της Λάρισας, η κεντρική ιδέα  της  προτεινόμενης στρατηγικής αφορά στην επίτευξη  της ανάπτυξης της πόλης  τόσο στον οικονομικό αλλά  και στον κοινωνικό και περιβαλλοντικό τομέα.  Με βασικές  τακτικές την  αλλαγή της εικόνας της πόλης  και  της προώθησής της και  την  ενίσχυση της ταυτότητάς της, η κληρονομιά της  πόλης  σε συνδυασμό με τα  υπόλοιπα προτερήματά της  προσφέρουν τη δυνατότητα εξέλιξης  στους παραπάνω τομείς με τους εξής τρόπους:
 
1. Στον οικονομικό τομέα :  Με τη βελτίωση  της εικόνας της πόλης  και  των  δυνατοτήτων της έτσι ώστε να  αυξηθούν οι υπάρχουσες και να προσελκυσθούν νέες επενδύσεις στην πόλη.
2. Στον κοινωνικό τομέα : Με την ενίσχυση της αίσθησης της ταυτότητας στους πολίτες αλλά  και στην ίδια  την πόλη  έτσι
ώστε  οι  πολίτες να  αναπτύξουν το  ενδιαφέρον τους  για  την  πόλη   τους  και  να  συμβάλλουν  συλλογικά στη βελτίωση  της ζωής της κοινότητας και του μέλλοντός της.
3. Στον περιβαλλοντικό τομέα : Με την  ανάπτυξη οικολογικής συνείδησης και γνώσης σε όλο τον  πληθυσμό έτσι ώστε οι πολίτες  να   ευαισθητοποιηθούν  για   τα   θέματα  της   προστασίας  του   περιβάλλοντος,  να   συμμετέχουν  στην ανακύκλωση,  να   οργανώσουν  σχετικές   δράσεις  και   να  εντείνουν  τις  πιέσεις   τους   προς   τις  αρχές   για   την πραγματοποίηση περιβαλλοντικών προγραμμάτων.

Συνεπώς, η Λάρισα, με αφετηρία την  ανάδειξη και  την  προώθηση της  ιδιαίτερης πολιτιστικής της κληρονομιάς τόσο  προς  τους  ίδιους τους  κατοίκους της  αλλά  και  προς  τους  επισκέπτες, μπορεί να  διαγράψει μια  καινούρια και φιλόδοξη πορεία στην ευρύτερη περιοχή της Περιφέρειας Θεσσαλίας, της Κεντρικής Ελλάδας και ολόκληρης της χώρας. Βοηθώντας στην ενίσχυση της ταυτότητας και της εικόνας της πόλης  η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να προσελκύσει επενδυτές, επισκέπτες και κατοίκους έτσι ώστε να εγγυηθούν τη βιώσιμη, μακροχρόνια και διαρκή ανάπτυξή της.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου