Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2012

Αναδιαμορφώνοντας την ταυτότητα της Αθήνας: τηλεοπτικές σειρές και εφημερίδες free press


#ΖΕΡΒΟΥ ΑΓΓΕΛΙΚΗ, Αρχιτέκτων μηχανικός, Πανεπιστήμιο Πατρών 2008 
Master in Architecture and Urban Culture, Universitat Politecnica de Catalunya &Centre de Cultura Contemporania de Barcelona 2009-2010 
ΠΜΣ Πολιτιστική Διαχείριση, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Το θέμα που διαπραγματεύεται η εισήγηση είναι το πώς οι τηλεοπτικές σειρές και τα free press έντυπα ευρείας κυκλοφορίας διαμορφώνουν την εικόνα της πόλης και την αντίληψη των κοινωνικών συνόλων για τις πολλαπλές πραγματικότητές της, και πως συμβάλλουν στη διαμόρφωση της αστικής ταυτότητας της πόλης και των κατοίκων της.
Έχοντας σαν κύριο άξονα την πόλη της Αθήνας, η εισήγηση εξετάζει τη σχέση της με τα τηλεοπτικά και έντυπα μέσα, την εικόνα της πόλης που προβάλλουν και την αντιμετώπιση των αλλαγών στο κτισμένο περιβάλλον και την κοινωνική δομή της πόλης κατά τη μετα-Ολυμπιακή περίοδο. Στόχος είναι να καταδειχθεί η συμβολή των μέσων αυτών σε μια διαφορετική θεώρηση της αστικής πραγματικότητας της Αθήνας και στην ενεργητική διαχείριση της επανασύνδεσης χρήστη και αστικού περιβάλλοντος.
Επικεντρώνοντας στην ανάλυση συγκεκριμένων τηλεοπτικών σειρών που προβλήθηκαν μεταξύ 2007 και 2009 (Υπέροχα Πλάσματα, Σε Είδα, Άγρια Παιδιά) και στις εφημερίδες free press (Athens Voice και Lifo) που ξεκίνησαν να κυκλοφορούν λίγο πριν το 2004, στόχος της εισήγησης αυτής είναι η ανάδειξη ερωτημάτων και θεμάτων σχετικά με την πόλη της Αθήνας που αφορούν στη δημιουργία μιας νέας αστικής - πολιτισμικής ταυτότητας για την πόλη και τους κατοίκους της, της διαδικασίες επανα-κατοίκησης και εξυγίανσης περιοχών του ιστορικού κέντρου και τις αλλαγές στο μοντέλο κατοίκισης που έχουν επιφέρει, και τους συσχετισμούς μεταξύ τηλεόρασης και έντυπων μέσων της πόλης. Παρατηρώντας μια έμφαση στα εξωτερικά γυρίσματα, στη χρήση πραγματικών χώρων της πόλης, στην ενασχόληση με πλήθος θεμάτων που αφορούν την καθημερινότητα της και σε μια συνεχή προσπάθεια χαρτογράφησης των στοιχείων που χαρακτηρίζουν την Αθήνα σήμερα, αναγνωρίζεται μια μεταβολή στη σχέση των κατοίκων με την πόλης τους βασιζόμενη στην κατανόηση και την αποδοχή των ιδιαιτεροτήτων, των «ελαττωμάτων» και των «γκρίζων» περιοχών
της.

1. Εισαγωγή

Η τηλεόραση είναι ένα μέσο ιδιαίτερα ισχυρό, με ιδιαίτερη επιρροή στην καθημερινή ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων ανα τον κόσμο τα τελευταία 50 χρόνια. Διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στις ζωές των θεατών της συνδέοντας κοινωνικές ομάδες, πολιτισμούς, ανθρώπους και γεγονότα και προσφέροντας ποικιλία επιλογών και δυνατοτήτων. Ένα μεγάλο μέρος της διερεύνησης και της γνώσης μας σχετικά με τον κόσμο συντελείται διαμέσου των μέσων μαζικής επικοινωνίας , και ιδίως της τηλεόρασης, ανοίγοντας έναν ορίζοντα πολύ ευρύτερο απ'όσο είχαν στη διάθεση τους οι άνθρωποι τους προηγούμενους αιώνες. Σαν ένα μαζικό μέσο, που απευθύνεται στο ευρύ κοινό, η τηλεόραση έχει θεωρηθεί από πολλούς μελετητές^ίΒΚθ, McRobbie, Hartley) ως ένα από τα κατ'εξοχήν μεταμοντέρνα μέσα, και στοιχεία των θεωριών του μεταμοντερνισμού χρησιμοποιούνται συχνά για την περιγραφή και ανάλυση της τηλεοπτικής(και συνολικά της μιντιακής) κουλτούρας των αναπτυγμένων χωρών. Ένα από τα στοιχεία αυτά αποτελεί η ανάδυση της χρήσης των πρακτικών πολιτιστικής κατανάλωσης ως βασικό τρόπο συγκρότησης μιας αίσθησης ταυτότητας. 
Όπως αναφέρει ο Jonathan Bignell:
«χαρακτηριστικά   τηλεοπτικών   προγραμμάτων   φαίνεται  να   συνδέονται   με περιγραφές πολιτισμικών σπουδών που επικεντρώνονται στον ευέλικτο, ρευστό και αποσπασματικό χαρακτήρα της   σύγχρονης ταυτότητας[...] Η απορρόφηση των υποκειμένων από την τηλεοπτική και μιντιακή κουλτούρα πιο γενικά σημαίνει ότι οι μιντιακές επιλογές και οι ταυτότητες που καθορίζονται  από  πρακτικές τηλεοπτικής κατανάλωσης μετατρέπονται  σε  συντεταγμένες καθορισμού του κοινωνικού ρόλου του ατόμου» (2007: 168-169). H τηλεόραση έχει ισχυρούς δεσμούς με την αστική κατάσταση (Buonanno, 2008:23) και τείνει να είναι πλούσια σε αστικές εικόνες και θεματολογία αφού οι περισσότερες τηλεοπτικές εταιρείες εδρεύουν σε πόλεις και κατευθύνουν το ενδιαφέρον τους σε αστικά ζητήματα (Clark, 2003:125), προβάλλοντας και σχολιάζοντας αστική καθημερινότητα και τρόπους ζωής. Παράλληλα οι παγκόσμιες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών έχουν επιφέρει αλλαγές στο χαρακτήρα και το ρόλο των πόλεων, καθιστώντας τον πολιτισμό και την πολιτισμική ταυτότητα κεντρικούς άξονες ανάπτυξης και στρατηγικής προβολής. Σε αυτή τη νέα περίοδο η συγκρότηση των ταυτοτήτων και οι καταναλωτικές πρακτικές συνδέονται στενά με συγκεκριμένα αστικά περιβάλλοντα και συσχετίζονται με την επανεμφάνιση «της έννοιας του αστικού ως ένας διακριτός τρόπος ζωής που περιλαμβάνει την κατανάλωση, την αρχιτεκτονική και τις ψυχαγωγικές δραστηριότητες»(Evans, 2003:422). Μέσα στο πλαίσιο αυτό οι στρατηγικές προβολής και branding των πόλεων στηρίζονται αφενός, σε μια ρητορική αναγνώρισης και προώθησης της τοπικής ιδιαιτερότητας και πολυμορφίας,  και αφετέρου στην προσπάθεια δημιουργίας και ανάδειξης των «διηγήσεων» που δίνουν νόημα σε μια πόλη και την διαφοροποιούν από άλλες πόλεις υπογραμμίζοντας τα κύρια πλεονεκτήματα, το στυλ και την κουλτούρα της(Torisu, 2006:340).
 "Οπως αναφέρει ο Momaas:
«οι μάρκες αντλούν τη θελκτικότητα τους σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι εισάγουν μια συγκεκριμένη τάξη και συνοχή στην πολυμορφική πραγματικότητα γύρω μας.[...]Από αυτή την οπτική  οι μάρκες δεν είναι απλώς μια πηγή διαφοροποίησης,    αλλά    και    ταυτότητας,    αναγνώρισης,    συνέχειας    και συλλογικότητας»(παράθεση του Momaas, στο Evans, 2003:420). Οι ποικίλες εκδηλώσεις του αστικού πολιτισμού όπως οι τηλεοπτικές σειρές και οι εφημερίδες free press που εξετάζονται στην παρούσα εισήγηση, λειτουργώντας σαν εργαλεία στρατηγικής προβολής της Αθήνας, παρέχουν έναν σύνδεσμο μεταξύ των διαφοροποιούμενων ατομικών και συλλογικών ταυτοτήτων, επανασυνδέοντας τον χώρο της πόλης με ένα κοινωνικό και πολιτισμικό αίσθημα του ανήκειν(Evans, 2003:421).

2. Τηλεοπτικές αφηγήσεις και αστικό περιβάλλον
Τα τηλεοπτικά προγράμματα χρόνια τώρα πληροφορούν το κοινό τους ανά τον κόσμο σχετικά με ζητήματα της αστικής ζωής, εμπλουτίζουν το φαντασιακό του γύρω από τις πόλεις και προσθέτουν νέα επίπεδα στην αστική εμπειρία. Οι θεατές εκτίθενται σε εικόνες , δραστηριότητες και διαλόγους σχετικά με το lifestyle, τις καθημερινές πρακτικές και τους τρόπους συμπεριφοράς. Συνολικά προωθείται ο αστικός τρόπος ζωής, διαδίδονται οι τάσεις της «αστικής» μόδας και εξερευνούνται οι σχέσεις που καθορίζουν τις αστικές κοινότητες.
Ένα ακόμα σημαντικό σημείο είναι η ανάδειξη της τηλεόρασης ως το κεντρικό αφηγηματικό σύστημα του 20ου αιώνα(Buonanno, 2008:71). Τα αφηγηματικά συστήματα κατέχουν κεντρική θέση στη διαδικασία σχηματισμού των κοινωνιών και των κοινωνικών σχέσεων μέσα σε αυτές εδώ και αιώνες. Λειτουργώντας σαν ένα σημείο αναφοράς για τον σύγχρονο κόσμο, ένα εργαλείο κοινωνικοποίησης που αναπαριστά της κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις της κάθε εποχής, τα αφηγηματικά συστήματα παρέχουν κώδικες κοινωνικής συμπεριφοράς(Κωνσταντοπούλου, 2009:134). Η συγκρότηση αφηγήσεων και ιστοριών είναι λοιπόν αναγκαίο εργαλείο ανακατασκευής μιας κατανοητής αναπαράστασης συλλογικών βιωμάτων, και οι τηλεοπτικές αφηγήσεις έχουν μεγάλη πολιτισμική σημασία αφού αποτελούν το μέσο με το οποίο η κοινωνία αναπαρίσταται στον ίδιο της τον εαυτό. Οι τηλεοπτικές σειρές προσφέρουν στο κοινό τους μια σύγχρονη αντανάκλαση καθημερινών καταστάσεων του αστικού περιβάλλοντος και συχνά περιλαμβάνουν στοιχεία ρεπορτάζ πόλης και συνδιαλλαγής με τους χρήστες της, τοποθετώντας τις πιο κοντά στην πραγματικότητα της πόλης και δημιουργώντας περισσότερους συσχετισμούς με το κοινό. Τα αφηγηματικά συστήματα της σύγχρονης εποχής -τόσο οι τηλεοπτικές αφηγήσεις, όσο και οι νεότερες «διαμεσικές» αφηγήσεις (transmedia storytelling, Scolari, 2009)- πέρα από τα συμβολικά νοήματα που αναφέρονται παραπάνω, δημιουργούν και οικονομική αξία. Οι «διαμεσικές» αφηγήσεις δημιουργώντας μια μετάλλαξη των κλασσικών μεθόδων branding στην οποία η μάρκα δεν βρίσκεται πλέον μέσα στην αφήγηση αλλά είναι πλέον η ίδια η αφήγηση, αναδεικνύονται σε «σημαντικές αφηγηματικές εμπορικές μάρκες που εκφράζονται μέσα από διαφορετικά μέσα, γλώσσες και επιχειρηματικές περιοχές.
Ξεκινώντας γύρω στο 1950, η ευρύτερη κατηγορία των τηλεοπτικών σειρών έχει υποστεί πολλές διαφοροποιήσεις στη μορφή και την προσέγγιση των θεμάτων της και έχει αναπτύξει ποικίλα είδη και τρόπους κατηγοριοποίησης. Από τις πρώτες αμερικάνικες σαπουνόπερες «Ντάλας» και «Δυναστεία» που βρήκαν ανταπόκριση παγκοσμίως λόγω του «συναισθηματικού ρεαλισμού»(Ang, 1985:80) και τις βρετανικές σειρές «κοινωνικού ρεαλισμού» (Cooke, 2003:34) για τις οποίες ο σαφής χωρικός και κοινωνικός προσδιορισμός έχει ιδιαίτερη σημασία, ο προσανατολισμός των πιο σύγχρονων σειρών στρέφεται στην κατανάλωση του μητροπολιτικού lifestyle. Σειρές όπως το «Sex and the City» παρουσιάζουν τη συγκρότηση ταυτοτήτων μέσα από την κατανάλωση συγκεκριμένων εικόνων, αντικειμένων και συνηθειών, και το δανεισμό στοιχείων και πρακτικών από όλες τις πολιτισμικές ομάδες της Νέας Υόρκης. Η συγκεκριμένη σειρά-σημείο αναφοράς και μίμησης για πολλές μεταγενέστερες- χαρτογραφεί την πόλη της Νέας Υόρκης μέσω των διηγήσεων των πρωταγωνιστών της, ενώ χρησιμοποιώντας πραγματικούς χώρους (μπαρ, καφέ, καταστήματα κλπ) λειτουργεί σαν μηχανισμός marketing της πόλης καθιστώντας την ίδια τη Νέα Υόρκη έναν φυσικό χώρο προς κατανάλωση(Zieger, 2004:96-111).

3. Η περίπτωση της Αθήνας
Τα τελευταία 15 χρόνια είναι μια συνεχής περιπέτεια μεταμορφώσεων για την Αθήνα. Προσπαθώντας να δημιουργήσει το ολυμπιακό-διεθνές πρόσωπο της, η πόλη θέλει να αλλάξει την εικόνα της και να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα που θα την τοποθετήσει στον χάρτη των Ευρωπαϊκών μητροπόλεων. Μέσα από δυναμικές εικόνες στην τηλεόραση και τον τύπο και διάφορες εκθέσεις και εκδηλώσεις προσανατολισμένες στα έργα ανάπλασης, το θέμα της πολεοδομικής μεταμόρφωσης της Αθήνας μεταφέρεται από το επίπεδο των επιστημονικών συζητήσεων στο ευρύ κοινό με την λογική του lifestyle(Παγώνης, 2005:105). Οι διαδικασίες αυτές αναδεικνύουν τον επαναπροσδιορισμό των αρχών και των στόχων του πολεοδομικού σχεδιασμού, από τη βελτίωση του περιβάλλοντος και της ποιότητας ζωής των χρηστών του στην δημιουργία της εικόνας της πόλης.
Μια ακόμα σημαντική εξέλιξη αφορά την πληθυσμιακή σύσταση της πόλης. Ο ελληνικός πληθυσμός της σταθεροποιείται μετά από 170 χρόνια αύξησης ενώ την ίδια στιγμή η Αθήνα έρχεται αντιμέτωπη με το φαινόμενο της πολύ-πολιτισμικότητας με την άφιξη οικονομικών μεταναστών από χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής. Οι αλλαγές αυτές έχουν επιφέρει μεταβολές στους δυο καθοριστικούς συντελεστές διαμόρφωσης της αστικής ταυτότητας των Αθηναίων: την υλική πραγματικότητα του αστικού χώρου και τον τρόπο αντίληψης του από τους κατοίκους, και έχουν οδηγήσει σε μια πιο ψύχραιμη και ώριμη αποτίμηση της σχέσης των νεώτερων γενεών με την πόλη τους (Δραγώνας, 2005:175).
Δείγματα αυτής της αστικής συνείδησης και ταυτότητας συναντώνται σε πολλούς εκφραστικούς τομείς που αναφέρονται στα ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία της πόλης. Ένας από αυτούς τους τομείς είναι οι τηλεοπτικές σειρές(εικόνα 1). Τα τελευταία χρόνια (με επίκεντρο το διάστημα 2007-2009, πριν αρχίσει να διαφαίνεται η κρίση) παρουσιάστηκε στην ελληνική τηλεόραση μια νέα τάση τηλεοπτικών σειρών που επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους στη ζωή στην πόλη. Οι σειρές αυτές παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό εξωτερικών γυρισμάτων σε διαφορετικούς χώρους και περιοχές της Αθήνας τοποθετώντας την ίδια την πόλη σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Πέρα από τις αλλαγές στο κτισμένο περιβάλλον της πόλης, οι σειρές αυτές, φτιαγμένες από νέους δημιουργούς(σεναριογράφοι, σκηνοθέτες, παραγωγοί 25-40 ετών) πραγματεύονται τις ζωές των νέων ανθρώπων στην Αθήνα και δείχνουν την αλλαγή στη σχέση τους με την πόλη.

Εικόνα 1. Λογότυπα σειρών

3.1. «Υπέροχα Πλάσματα»: Πολιτιστική κατανάλωση και αστική ταυτότητα
Ένα δείγμα της τάσης αυτής ήταν η σειρά «Υπέροχα Πλάσματα»(Alpha 2007-2008), που πραγματεύεται τη ζωή τριών φίλων γύρω στα 35 που ζουν στο κέντρο της Αθήνας και εργάζονται για τη μουσική βιομηχανία και τον τύπο. Η δράση της σειράς συγκεντρώθηκε κυρίως στην περιοχή του Γκαζιού και επεκτάθηκε στο ευρύτερο ιστορικό κέντρο της Αθήνας (εικόνα 2). Όλοι οι εξωτερικοί δημόσιοι χώροι που χρησιμοποιήθηκαν για τα γυρίσματα της σειράς ήταν δημοφιλείς, πολυσύχναστοι και εύκολα αναγνωρίσιμοι από το μεγαλύτερο μέρος του Αθηναϊκού κοινού, ενώ η ταυτότητα των ιδιωτικών χώρων(καφέ, μπαρ κλπ) προσδιοριζόταν σαφώς από σενάριο και σκηνοθεσία.


Η ευρύτερη περιοχή Γκάζι-Κεραμεικός ήρθε στο προσκήνιο γύρω στο 2000 σαν περιοχή ενδιαφέροντος και πειραματισμού καλλιτεχνικών ομάδων και gay κοινοτήτων, για να ακολουθήσουν στη συνέχεια θέατρα, γκαλερί, νέα εστιατόρια, μπαρ και κλαμπ. Σταδιακά, και μετά τα εγκαίνια του σταθμού του μετρό Κεραμεικός το 2007, τα εναλλακτικά στέκια έδωσαν τη θέση τους σε μια ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της περιοχής και τη μετατροπή της στο νέο θεματικό πάρκο νυχτερινής ζωής της πόλης. Ταυτόχρονα, τα τελευταία χρόνια την περιοχή επιλέγουν ως τόπο κατοικίας μεσοαστοί, συνήθως επιστήμονες και καλλιτέχνες οι αποκαλούμενοι <<νεοαστοί>>(neo-bohemia, Lloyd, 2010), διαμένοντας σε νεόδμητα συγκροτήματα της λογικής των loft που διαφημίζονται ως η νέα αστική αρχιτεκτονική. Και επειδή η Αθήνα ουδέποτε διέθετε αντίστοιχο πλούτο βιομηχανικών κτηρίων με τις αμερικανικές μεγαλουπόλεις για να δώσουν τη θέση τους σε lofts (Διαλεισμάς, 2010), τα lofts κατασκευάστηκαν από το μηδέν στη θέση των μικρών εγκαταλελειμμένων κατοικιών της περιοχής του Γκαζιού. Τα «Υπέροχα Πλάσματα»προβλήθηκαν τη χρονιά που εγκαινιάστηκε ο νέος σταθμός του μετρό και το Γκάζι είναι η βασική περιοχή δράσης τους. Οι πρωταγωνιστές μένουν σε διαμερίσματα τύπου loft και συχνά περνούν το χρόνο τους στην περιοχή, τριγυρίζουν στους δρόμους γύρω από τη νέα πλατεία του μετρό και επισκέπτονται εστιατόρια, μπαρ και πολιτιστικούς χώρους στο πλαίσιο έρευνας για το περιοδικό lifestyle με το οποίο συνεργάζεται ο ένας πρωταγωνιστής, ενώ η δεύτερη πρωταγωνίστρια εργάζεται για τον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9,84 (εικόνα 3) . Θα μπορούσαμε επομένως να πούμε ότι η σειρά μετατρέπεται σε μια διαφημιστική καμπάνια για το Γκάζι, ενισχύοντας την ήδη υπάρχουσα τάση ανάπτυξης της περιοχής και αποτελώντας έναν ακόμα πόλο ανάδειξης της ως το νέο «hot spot» της Αθήνας. H συνεισφορά της σειράς των «Υπέροχων Πλασμάτων» στη ενίσχυσης θετικής ατμόσφαιρας για το Γκάζι, που είχε ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη προσέλκυση κόσμου και δραστηριότητας άρα και μεγαλύτερο οικονομικό κέρδος για την περιοχή, είναι αδιαμφισβήτητη.

Όπως αναφέρθηκε και νωρίτερα ο μεταμοντερνισμός σηματοδοτεί τη συγκρότηση ταυτοτήτων που δεν προσδιορίζονται από βιολογικές, φυλετικές ή γεωγραφικές παραμέτρους αλλά από πρακτικές πολιτισμικής κατανάλωσης. Στη σύγχρονη εποχή οι ταυτότητες συγκροτούνται εν μέρει από καταναλωτικές επιλογές και πολιτιστικά γούστα: τι μουσική ακούμε, τι βιβλία διαβάζουμε, τι ταινίες παρακολουθούμε, τι ρούχα φοράμε, ποια είναι τα χόμπυ μας κλπ. Η διαδικασία αυτή επεκτείνεται και στους χώρους όπου διαδραματίζονται αυτές οι επιλογές- σε ποια μέρη/περιοχές διασκεδάζουμε, από ποια καταστήματα ψωνίζουμε κλπ- επενδύοντας τους χώρους αυτούς με συμβολική αλλά και οικονομική αξία, και καθιστώντας τους ένα ακόμα σημαντικό στοιχείο ταυτότητας. Οι πολιτιστικές επιλογές και οι χώροι που τις εκτελούμε είναι πλέον ένας τρόπος απόκτησης ταυτότητας(Storey, 1999:136). Η τηλεόραση και τα άλλα μέσα πληροφόρησης και ψυχαγωγίας συμβάλουν σημαντικά στη συγκρότηση των ταυτοτήτων αυτών προωθώντας και αναδεικνύοντας συμπεριφορές και τρόπους ζωής. Τηλεοπτικές σειρές όπως το "Sex and the City" ενθαρρύνουν το κοινό τους να «επαναδημιουργήσουν τις δικές τους δημόσιες ταυτότητες εξασκώντας καταναλωτικές επιλογές»(Zieger, 2004:96) οι οποίες χαρτογραφούνται στον πραγματικό χώρο της Νέας Υόρκης, μετατρέποντας την πόλη σε ένα ακόμα στοιχείο, ένα ακόμα χαρακτηριστικό των ταυτοτήτων αυτών. Με τον τρόπο αυτό, η σειρά προωθεί την ίδια την πόλη και τις περιοχές της σαν μια ακόμα καταναλωτική επιλογή, σαν ένα ακόμα προϊόν προς κατανάλωση, μαζί με τα παπούτσια του Manolo Blahnik και τους καφέδες του Starbucks.

«Μετά από μια εβδομάδα στην Αθήνα, ο Θεσσαλονικιός φίλος του Μπίλυ, έμαθε ότι τα υπέροχα πλάσματα της Αθήνας έχουν πιεί καφέδες στο Zonar's, χώρισαν μπροστά στο θέατρο «Αποθήκη» στους Ψυρρή και τα ξανάφτιαξαν στο Σινέ Παρί στην Πλάκα, έφαγαν στα «Μπακαλιαράκια» και τη «Ράτκα», διασκέδασαν στο θρυλικό «+Soda» της Ερμού, είδαν τα πρώτα έργα του μετρό στην Πανεπιστημίου, και σήμερα είναι έτοιμα να νοικοκυρευτούν». «Υπέροχα Πλάσματα», Επεισόδιο 2 Μέσα από τέτοιες αφηγήσεις και διαλόγους των «Υπέροχων Πλασμάτων», η σειρά είναι μια απόπειρα κατασκευής της νέας αστικής ταυτότητα αυτής της νέας γενιάς των Αθηναίων με βάση τις πολιτισμικές τους επιλογές και δραστηριότητες    και τους συγκεκριμένους χώρους που αυτές πραγματοποιούνται μέσα στην πόλη της Αθήνας. Το γεγονός ότι καθημερινές τους συνήθειες αλλά και σημαντικές στιγμές της ζωής τους συνδέονται με συγκεκριμένα θέατρα, σινεμά, κλαμπ αλλά και με σημεία και γεγονότα της πόλης που χαρακτηρίζουν την πολιτιστική ζωή της τα τελευταία χρόνια, και η χωροθέτηση τους στο ιστορικό κέντρο της, δείχνει τη σημασία των πολιτισμικών αυτών πρακτικών στη συγκρότηση    της    συλλογικής    (αστικής)    ταυτότητας    αυτής    της    γενιάς    που αυτοπροσδιορίζεται ως «παιδιά του κέντρου» (Γιαννακόπουλος, 2010:125). Γίνεται επίσης εμφανής η σημασία που εξακολουθεί να διαδραματίζει το ιστορικό κέντρο της Αθήνας για τους κατοίκους της και την ταυτότητα τους, ακόμα και μετά την εξάπλωση της πόλης στο ευρύτερο λεκανοπέδιο της Αττικής μετά το 2000 και παρ'όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το κέντρο τα τελευταία χρόνια.

«Κάνουμε γιόγκα και ρέικι. Τρώμε σούσι και τάπας. Κάνουμε τα μαλλιά μας ράστα, χορεύουμε σάμπα και ρούμπα και πίνουμε mojito και caipirinia. Τόσοι πολλοί ξένοι πολιτισμοί στο κέντρο της Αθήνας. Τους ακούμε; Τους βλέπουμε; Ή μας απορρόφησε το lifestyle και γίναμε οι βλάκες που κοροϊδεύαμε;». «Υπέροχα Πλάσματα», επεισόδιο 6
«Πακιστανικά εστιατόρια στη Σωκράτους, η συνοικία των μαύρων στην Κυψέλη, τα κινέζικα μαγαζιά και η Τούρκικη συνοικία στο Γκάζι. Το lifestyle τα ανακαλύπτει, τα λατρεύει και μετά τα σκοτώνει». «Υπέροχα Πλάσματα», επεισόδιο 6 Με όλους τους πρωταγωνιστές της σειράς αναμεμειγμένους στον τομέα των δημόσιων σχέσεων και της βιομηχανία του lifestyle της πόλης, οι τρεις φίλοι είναι πάντα παρόντες σε πολιτιστικά events, πάρτυ, συναυλίες, εκθέσεις κλπ, και καλούνται τα δοκιμάσουν και να σχολιάσουν καθετί καινούργιο που έρχεται στην πόλη, χωρίς ταυτόχρονα να ξεχνούν και τις παλιές, «κλασσικές» συνήθειες και τα αγαπημένα μέρη που αποτελούν σημεία αναφοράς για τη ζωή τους και τη σχέση τους με την Αθήνα. Από μικρά κινέζικα εστιατόρια και σούσι-μπαρ μέχρι παλιομοδίτικες ταβέρνες και φτηνά-αλλά διάσημα- hot dog στην πλατεία Μαβίλη , από αμερικάνικες αλυσίδες εστιατορίων μέχρι νέα ελληνικά γκουρμέ εστιατόρια και από συμβούλους feng-shui μέχρι παλιά σινεμά στο κέντρο, οι Αθηναίοι έχουν πλέον μια ευρεία γκάμα επιλογών για να επιλέξουν. Η Αθήνα έχει έρθει ευρέως αντιμέτωπη τα τελευταία χρόνια με το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας, με μετανάστες από την Ασία και την Αφρική να προστίθενται στους προηγούμενους και κατά κάποιον τρόπο κατοχυρωμένους πληθυσμούς από την Ανατολική Ευρώπη. Η ενσωμάτωση των πολιτισμών αυτών στη ζωή της πόλης γίνεται συχνά μέσω των μηχανισμών του lifestyle και της πολιτιστικής βιομηχανίας. Η πόλη τώρα περιλαμβάνει μια ευρύτερη γκάμα επιλογών προερχόμενων από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες, που τοποθετούνται σε συγκεκριμένες περιοχές και μετατρέπονται από μέσα ενημέρωσης και πολιτιστικές βιομηχανίες σε χώρους νέων αστικών εμπειριών. Οπως αναφέρει ο Evans:
«οι πόλεις προκειμένου να δείξουν τον πολυπολιτισμικό τους πλούτο και τη συμπερίληψη διαφορετικών πολιτισμών, επανα-προσδιορίζουν τις μειονοτικές συνοικίες που ως τώρα συνδέονταν με την εγκατάλειψη και την παρακμή, μέσω τεχνικών   προώθησης   που   σχετίζονται  με  την  πολιτιστική   δραστηριότητα»
(2003:421).

Παρ' όλα αυτά η πραγματική ενσωμάτωση των πολιτισμών αυτών και οι κοινωνικές και χωρικές διαφοροποιήσεις που επιφέρουν, μακριά από τις κλισέ και φολκλόρ προσεγγίσεις του lifestyle, είναι ένα από τα ζητήματα που θα καθορίσει την αστική πραγματικότητα τα επόμενα χρόνια.

3.2. «Σε Είδα»: η Athens Voice και ο ρόλος των free press στην Αθήνα
Ένα δεύτερο δείγμα ήταν η σειρά «Σε Είδα»(Alpha 2007-2008) βασισμένη στην ομώνυμη στήλη της εφημερίδας «Athens Voice». Η σειρά αποτελείτο από 14 αυτοτελή επεισόδια κάθε ένα από τα οποία αναπτύχθηκε από διαφορετικό σεναριογράφο και σκηνοθέτη με βάση αγγελίες της εν λόγω στήλης. Η δράση της σειράς αυτής συγκεντρώθηκε στην ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας (εικόνα 4). Οι επιλογές των χώρων σε κάθε επεισόδιο ήταν σύμφωνες με τη γενική οδηγία της παραγωγής για εύκολα αναγνωρίσιμους χώρους και έντονη την παρουσία της πόλης, η οποία εκφράζεται εντονότερα στο κέντρο της όπου η κίνηση ανθρώπων και η αρχιτεκτονική των κτιρίων ενισχύουν την αισθητική και τη ζωντάνια της

Η στήλη Σε Είδα είναι ένα δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ αγνώστων μέσα στην πόλη, που μετατρέπει τις σελίδες της εφημερίδας σε έναν πίνακα μηνυμάτων, κάθε ένα από τα οποία εμπεριέχει έναν συγκεκριμένο(και συνήθως δημόσιο)χώρο μέσα στην πόλη. Έτσι κάθε εβδομάδα δημιουργείται ένας διαφορετικός, αποσπασματικός χάρτης της πόλης, πολλαπλές συνδέσεις ανθρώπων και χώρων. Ταυτόχρονα η μεταφορά των αγγελιών της στήλης στην τηλεόραση προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο διασυνδέσεων μεταξύ της πόλης και των χρηστών της, επανα-διανέμοντας τις ιστορίες σε ένα ακόμα ευρύτερο κοινό (εικόνα 5).

Μια σημαντική σύνδεση που δημιουργείται με τη σειρά αυτή, είναι αυτή με την εφημερίδα Athens Voice. H Athens Voice είναι η πρώτη free press εφημερίδα που ξεκίνησε να κυκλοφορεί στην Αθήνα λίγο πριν το 2004, και σύμφωνα με την ομάδα σύνταξης ξεκίνησε σαν μια ανάγκη της πόλης και των κατοίκων της να ανακαλύψουν νέους τρόπους έκφρασης (Μπιρμπίλη, 2005:8) και αποτελεί «καθρέφτη μητροπολιτικής ζωής, οδηγό επιβίωσης και δίκτυο επικοινωνίας για τους αναγνώστες-πολίτες μιας σύγχρονης, ιλιγγιώδους, άναρχης, σύνθετης πόλης όπως είναι πια η Αθήνα» (Γεωργελές, 2005:6). Η συντακτική ομάδα της Athens Voice αποτελείται από γνωστούς δημοσιογράφους, συγγραφείς, καλλιτέχνες, αρχιτέκτονες, και φωτογράφους με έδρα την Αθήνα και τα θέματα που διαπραγματεύεται συνολικά η εφημερίδα καλύπτουν πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα της επικαιρότητας, καλλιτεχνικά θέματα, πολιτιστικά δρώμενα και ψυχαγωγία, προσανατολισμένα στο αστικό περιβάλλον της Αθήνας. "Όπως αναφέρει ο αρχισυντάκτης Φώτης Γεωργελές:

«Η A.V. είναι ένα νέο είδος. Δεν είναι εφημερίδα, δεν είναι περιοδικό, δεν είναι οδηγός πόλης, δεν είναι news magazine, δεν είναι lifestyle, δεν είναι νεανικό έντυπο, δεν είναι γυναικεία, δεν είναι ανδρική. Δεν είναι Μόνο. Είναι πολλά μαζί [...]Η A.V. εφηύρε ένα νέο κοινό, τον πολίτη της μητρόπολης, τον ενεργό, δραστήριο, απαιτητικό, βιαστικό, με πολλά πρόσωπα, ανάγκες και επιθυμίες κάτοικο της σύγχρονης μεγαλούπολης. Τα πολλά, συχνά αντιφατικά μεταξύ τους, πρόσωπα της σύγχρονης ζωής δημιούργησαν το έντυπο με τα πολλά πρόσωπα» (2005:6).

Ολόκληρο το περιεχόμενο της Athens Voice είναι αφιερωμένο στην πόλη και τους κατοίκους και τη σκιαγράφηση της ταυτότητας τόσο της σύγχρονης Αθήνας όσο και των σύγχρονων Αθηναίων, με στήλες όπως «Athens id», «city lover», «athens voices» κλπ, αλλά και με εκτενή αφιερώματα σε διάφορες περιοχές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, αρχιτεκτονικούς διαγωνισμούς, πάρκα, πλατείες και άλλους δημόσιους χώρους καθώς και με άρθρα που αναδεικνύουν και σχολιάζουν κοινωνικά, πολιτικά ή χωρικά ζητήματα της πόλης. Ανά τακτά χρονικά διαστήματα ολόκληρα τεύχη αφιερώνονται στους 30/50...100 "λόγους που αγαπάμε την Αθήνα ΤΩΡΑ" ή στα "best of Athens", σε μια προσπάθεια καταγραφής εκείνων των χαρακτηριστικών και των λόγων που κάνουν την Αθήνα ένα ενδιαφέρον και συναρπαστικό μέρος για να ζει κανείς. Αυτά τα αφιερώματα από τη μία αφορούν σε νέα σημαντικά αρχιτεκτονικά ή πολεοδομικά έργα, πολιτιστικά δρώμενα και φεστιβάλ, μόδα, νέους δημιουργούς, νέες κοινωνικές ομάδες και μετανάστες και τη συνδιαλλαγή τους με την πόλη, και από την άλλη αφορούν "κλασσικές" ελληνικές και αθηναϊκές ποιότητες και αξίες που κατά κάποιον τρόπο σχετίζονται με την "παράδοση" και το παρελθόν της πόλης είτε με θετική είτε με αρνητική σημασία. Συνδυάζοντας αυτά τα «τοπικά» με τα «διεθνή» χαρακτηριστικά, η εφημερίδα επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα ταυτότητα για την Αθήνα που αποτελείται τόσο από μοναδικά ιδιοσυγκρασιακά στοιχεία προερχόμενα από το παρελθόν και την ιστορία της πόλης, όσο και από νέα στοιχεία που τοποθετούν την πόλη στο διεθνή μητροπολιτικό χάρτη. Μέσα από αυτή τη συνεχή διαδικασία χαρτογράφησης και προώθησης της πόλης και τη μετατροπή όλων των περισσότερο ή λιγότερο σημαντικών στοιχείων καθημερινής ζωής σε ουσιαστικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας της πόλης, η Athens Voice (αλλά και η αντίστοιχη της και μεταγενέστερη Lifo) δημιουργεί και διατηρεί μια θετική ενέργεια και διάθεση για την Αθήνα στους αναγνώστες-κατοίκους και συμβάλλουν στη συγκρότηση της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης.

«Η A.V. ξεκίνησε σαν μια ανάγκη. Ανάγκη που είχε η πόλη και οι κάτοικοί της να ανακαλύψουν νέους τρόπους έκφρασης. Ήταν μια εφημερίδα που γεννήθηκε λίγο πριν το 2004, ακριβώς σε μια εποχή που η Αθήνα μεταμορφωνόταν. Αυτή η σφοδρή αλλαγή στο σώμα της πόλης, ο μετασχηματισμός της σε μεγαλούπολη, ζητούσε και μια "τέχνη της πόλης" για να εκφραστεί»(Μπιρμπίλη, 2006). Οπως αναφέρει ο John Storey(1999:137), η εφημερίδα «προσφέρει τα τεχνικά μέσα αναπαράστασης μιας κοινότητας [.] με την παράθεση των ιστοριών της, παρουσιάζει τη δική της φανταστική κοινότητα, προσκαλώντας τον αναγνώστη να κάνει λογική χρήση αυτού που μπορεί να παρουσιάζεται ως μια αυθαίρετη αλληλουχία αντικειμένων. Με τον τρόπο αυτό, μιμείται και ενισχύει το είδος της φαντασίας που είναι απαραίτητο προκειμένου να αισθανθεί κάποιος μέλος μιας φανταστικής κοινότητας. Επίσης η ίδια η πράξη της ανάγνωσης μιας εφημερίδας ενισχύει και αναπαράγει την αίσθηση του ανήκειν σε μια κοινότητα». Αυτή η φανταστική κοινότητα εδώ είναι «η μητροπολιτική φυλή της Αθήνας» που «μυρίζει φωταγωγό»(Μπιρμπίλη, 2006). Είναι λοιπόν εμφανές το πώς οι εφημερίδες free press λειτουργούν εδώ σαν ένα ακόμα μέσο προώθησης της Αθήνας, των Αθηναίων αλλά και του αθηναϊκού τρόπου ζωής, ένα ακόμα στοιχείο που ενισχύει το brand name της πόλης αρχικά για τους ίδιους τους κατοίκους της αλλά και για τον υπόλοιπο κόσμο.

4. Συμπεράσματα
Στο πλαίσιο της διαμεσολαβούμενης κοινωνίας του 20ου και 21ου αιώνα (Hartley, 1999:57), η κουλτούρα σαν "συλλογικός τρόπος ζωής" παρουσιάζεται σαν μια σημαντική και συχνά συγκρουσιακή πηγή αναπαραστάσεων και οι πόλεις μετατρέπονται σε ένα "οπτικό ρεπερτόριο κουλτούρας" με την αίσθηση μιας κοινής γλώσσας επικοινωνίας (Zukin, 2995:265). Έτσι ο σχεδιασμός της εικόνας και της πολιτισμικής ταυτότητας της πόλης αναδεικνύεται στο νέο πεδίο αναφοράς πολεοδομικών και αισθητικών ενεργειών που διαμορφώνουν το δημόσιο χώρο της. 
Στην περίπτωση της Αθήνας, οι διαδικασίες αυτές δεν συνίστανται αποκλειστικά στη δημιουργία κάτι νέου, αλλά σε μια διαφορετική θεώρηση του υφιστάμενου, μια «αποστασιοποίηση μεταξύ χρήστη και περιβάλλοντος και την ενεργητική διαχείριση της επανασύνδεσης τους με άλλους όρους(Παγώνης, 2005:108). 
Οι τηλεοπτικές σειρές και τα έντυπα που αναλύθηκαν παραπάνω, μέσα από μια θετική/χιουμοριστική στάση, προσπαθούν να επανα-προσεγγίσουν και να επανα-κατανοήσουν την πόλη τους. Μετατρέποντας "γκρίζα" στοιχεία και αμφισβητούμενες πλευρές της Αθήνας σε πλεονεκτήματα και ουσιαστικά χαρακτηριστικά που συγκροτούν την μητροπολιτική ταυτότητα της Αθήνας μακριά από παλιά στερεότυπα και μύθους, αποτελούν απόδειξη της αλλαγής στη σχέση των κατοίκων με την πόλη και την καθημερινή εμπειρία του χώρου της, αλλά και χρήσιμα εργαλεία στρατηγικής προβολής και προώθησης της.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου