Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2012

Ο πολεοδομικός σχεδιασμός υπό το πρίσμα της ποιότητας της αστικής ζωής

Αλ.Δέφνερ
#Α.Μ. Δέφνερ
#Ε.Γ. Ψαθά 

Εργαστήριο Τουριστικού Σχεδιασμού, Έρευνας και Πολιτικής, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Το ζήτημα της ευημερίας και οι τρόποι για την επίτευξή της βρίσκονται σταθερά στο επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης, με ρίζες στην αρχαιοελληνική φιλοσοφία. Όπως και αν οριστεί η ποιότητα ζωής (π.ζ.), η βελτίωσή της θεωρείται ως επιδίωξη του ανθρώπου καιαυτό που καθορίζει το επίπεδό της είναι η επάρκεια των συνθηκών διαβίωσης.

O πολεοδομικός σχεδιασμός παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διαμόρφωση του συλλογικού επιπέδου της π.ζ. εφόσον επεμβαίνει στο επίκεντρό του, δηλαδή στις συνθήκες διαβίωσης. Οι πόλεις αποτελούν το σκηνικό της καθημερινότητας για το 75% του παγκόσμιου πληθυσμού, και η επίδρασή τους στις συνθήκες ζωής των κατοίκων τους είναι καθοριστική. Η μορφή, η δομή και οι σύνθετες πολεοδομικές λειτουργίες παίζουν μεγάλο ρόλο στις ανθρώπινες δραστηριότητες: επηρεάζουν το χώρο και το χρόνο των κατοίκων καθώς και τη μεταξύ τους σχέση με σημαντικές επιπτώσεις στην εργασία, την υγεία, τον ελεύθερο χρόνο και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναβάθμιση της π.ζ. βρίσκεται πάντα ανάμεσα στους στόχους κάθε μικρής ή μεγάλης πολεοδομικής παρέμβασης, από τη στρατηγική πολεοδομική οργάνωση μέχρι την ανάπλαση μιας πλατείας.

Ωστόσο, οι πολεοδομικές παρεμβάσεις δεν πετυχαίνουν πάντα το στόχο αυτό, καθώς, εκτός από το να παρέχουν δυνατότητες, ορισμένες φορές θέτουν περιορισμούς στην π.ζ. των κατοίκων. Αυτή η 'ασυνήθιστη', ίσως, διαπίστωση αποτυπώνεται στις σύγχρονες πόλεις και τα προβλήματα που παρουσιάζουν, τα οποία συχνά αποδίδονται στην έλλειψη πολεοδομικού σχεδιασμού. Συχνά όμως, είναι τα αποτελέσματα λανθασμένων, μη αποτελεσματικών, ή απλά ξεπερασμένων πολεοδομικών πολιτικών. Αυτό συμβαίνει εν μέρει επειδή η π.α.ζ., παρά τη συνεχή επίκλησή της, παραμένει ως όρος μάλλον ασαφής και η σχέση των προσδιοριστικών της παραγόντων με τις πολεοδομικές παραμέτρους είναι συγκεχυμένη.


Στην παρούσα εργασία παρουσιάζονται οι βασικοί παράγοντες διαμόρφωσης της π.α.ζ. και επισημαίνονται οι παράγοντες εκείνοι που επηρεάζονται από τον πολεοδομικό σχεδιασμό. Εξετάζεται επίσης η προώθηση, ή αντίθετα η παρεμπόδιση, των επιμέρους παραγόντων της π.α.ζ από τις πολεοδομικές πρακτικές, με παράθεση συγκεκριμένων παραδειγμάτων.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η αστικοποίηση, είτε ως αποτέλεσμα κοινωνικών μετασχηματισμών είτε ως συνέπεια της παραγωγικής αναδιάρθρωσης, έχει οδηγήσει σε μια πρωτοφανή συγκέντρωση πληθυσμών στον πεπερασμένο χώρο των πόλεων. Η πιεστική ζήτηση για στέγαση που προκύπτει, σε συνδυασμό με την επιθυμία για τη μέγιστη δυνατή εκμετάλλευση του διαθέσιμου χώρου μπορεί να οδηγήσει σε δυσλειτουργίες και λανθασμένες πολεοδομικές επιλογές. Τα ζητήματα αυτά, βρίσκονται διαχρονικά στο επίκεντρο του αντικειμένου του πολεοδομικού σχεδιασμού από την εμφάνιση του μέχρι σήμερα (Bartetzky and Schalenberg, 2009).

Εστιάζοντας στις σύγχρονες πόλεις οι πρόσφατες τάσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό και στις αστικές πολιτικές προκαλούν την αναθεώρηση των αντιλήψεων και των στάσεων των πολιτών απέναντι στην πόλη ως πεδίο κοινωνικής δραστηριοποίησης και αλληλεπίδρασης. Ταυτόχρονα, τα τρέχοντα αστικά προβλήματα που απασχολούν τον πολεοδομικό σχεδιασμό, όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, κ.ά., εγείρουν κρίσιμα ερωτήματα αναφορικά με την ποιότητα της αστικής ζωής.

Το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της πόλης ορίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο κάθε πολίτης τοποθετείται, δρα και αλληλεπιδρά. Έτσι, τα ατομικά χαρακτηριστικά του καθενός επεμβαίνουν στη διαμόρφωση της συνολικής αστικής λειτουργίας, ενώ τα πολεοδομικά χαρακτηριστικά διαμορφώνουν με τη σειρά τους την καθημερινότητα των ατόμων, σε μία δυναμική σχέση αλληλεξάρτησης. Υπό αυτή τη θεώρηση, οι παράγοντες που καθορίζουν την ικανοποίηση των ατόμων από την καθημερινότητα, την πόλη και τη γειτονιά τους βρίσκονται σε άμεση συνάρτηση με τους προσδιοριστικούς παράγοντες της ατομικής και συλλογικής π.ζ. Η σύνθετη αυτή σχέση είναι το αντικείμενο της παρούσας εργασίας.

2. ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ Π.Α.Ζ.
Η π.α.ζ. δεν ορίζεται ως η μέση π.ζ. των κατοίκων μιας πόλης, αλλά υπολογίζεται στη βάση των ευκαιριών και των δυνατοτήτων που προσφέρονται σε αυτούς προκειμένου να πετύχουν ένα καλό επίπεδο ατομικής π.ζ. Εκείνες, επομένως, οι πόλεις που καλλιεργούν τους παράγοντες της ατομικής π.ζ. είναι εκείνες που χαρακτηρίζονται από υψηλότερο επίπεδο π.α.ζ. Ο βαθμός επίτευξης αυτών των παραγόντων σχετίζεται άμεσα με τις υποδομές και το σχεδιασμό της πόλης (Psatha et al, 2011).

Αν και δεν υφίσταται ένα εδραιωμένο και μοναδικό σετ προσδιοριστικών παραγόντων για την ατομική π.ζ., ως κυριότεροι κοινά αποδεκτοί παράγοντες μπορούν να αναφερθούν η σωματική και ψυχική υγεία, τα αισθήματα αυτοεκτίμησης και ευτυχίας, η οικογένεια και οι φίλοι, το εισόδημα, η απασχόληση, η εκπαίδευση, ο ελεύθερος χρόνος, η ελευθερία επιλογών, η κοινωνική ένταξη, το αίσθημα ασφάλειας και το περιβάλλον διαβίωσης (Ψαθά και Δέφνερ, 2011).

Η προβολή των παραπάνω παραγόντων στο συλλογικό επίπεδο της πόλης, οδηγεί στους σημαντικότερους παράγοντες και για την π.α.ζ: υπηρεσίες υγείας, χώροι πράσινου και αναψυχής, δημόσιοι χώροι, ευκαιρίες απασχόλησης, κοινωνικά δίκτυα, ευκαιρίες εκπαίδευσης και επιμόρφωσης, πόροι ελεύθερου χρόνου, εγκληματικότητα και κοινωνικο-οικονομική δομή (Psatha et al, 2011).
Υπάρχουν όμως και επιπλέον παράγοντες που επιδρούν στην π.α.ζ. χωρίς να προκύπτουν από αντίστοιχους ατομικούς. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται ο κυκλοφοριακός φόρτος, το επίπεδο εξυπηρέτησης των δημοσίων υπηρεσιών, η ποιότητα του αστικού χώρου και ζητήματα που συχνά ξεφεύγουν της προσοχής των ερευνητών όταν εξετάζεται η π.α.ζ, όπως το κλίμα, η προσβασιμότητα των δημοσίων χώρων (ιδιαίτερα για τα άτομα με αναπηρία), και οι κοινωνικές υποδομές για τις ευάλωτες ομάδες.

Προβάλλοντας τους προσδιοριστικούς παράγοντες για την ατομική π.ζ στο επίπεδο της πόλης και συμπληρώνοντας τους επιπλέον παράγοντες για την π.α.ζ. που εμφανίζονται στη βιβλιογραφία, προκύπτουν οι 10 κατηγορίες κριτηρίων αξιολόγησης της π.α.ζ. που έχουν προτείνει οι Ψαθά και Δέφνερ για τις ελληνικές πόλεις και φαίνονται στον Πίνακα 1



3. ΠΟΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ ΚΑΙ Π.Α.Ζ.
Η επάρκεια, η προσβασιμότητα και η ποιότητα των δημοσίων χώρων της πόλης αναδεικνύονται προσφάτως ως κρίσιμοι παράγοντες για την π.α.ζ. (Beck, 2009' Minton, 2009' U.N. Human Settlements Programme, 2011).Οι καλά σχεδιασμένοι και καλά συντηρημένοι δημόσιοι χώροι υψηλής ποιότητας συνεισφέρουν στην έλξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της πόλης, και προσδίδουν μακροπρόθεσμη θετική αξία από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη (Ψαθά και Δέφνερ, 2012' Beck, 2009' Florida, 2002' Rogerson, 1999). Σε επίπεδο γειτονιάς, οι καλοσυντηρημένοι δημόσιοι χώροι δίνουν το κίνητρο για χρήση τους και κατ' επέκταση για παραγωγική κοινωνική αλληλεπίδραση (CABE Space, 2005b' Gehl, 2008).

Αντίθετα, οι ανεπαρκώς συντηρημένοι δημόσιοι χώροι υποβαθμίζουν με την παρουσία τους τη γειτονιά τους, τόσο αισθητικά όσο, κυρίως, προκαλώντας αντικεινωνική συμπεριφορά, βανδαλισμούς και παραβατικότητα. Η εικόνα της εγκατάλειψης που προκύπτει διαχέει την εντύπωση μιας παρακμάζουσας αστικής περιοχής, η οποία αποθαρρύνει τους πιθανούς νέους κατοίκους και επενδυτές (CABE Space, 2005a). Όταν οι δημόσιοι χώροι χαρακτηρίζονται από χαμηλή ποιότητα, οι περίοικοι αποφεύγουν την παραμονή τους σε αυτούς και περιορίζουν τη χρήση τους μόνο στις απολύτως απαραίτητες λειτουργίες (π.χ. περπάτημα μέχρι τη στάση του λεωφορείου από ανάγκη, αλλά όχι περπάτημα για βόλτα από επιλογή), γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την κοινωνική απομόνωση. Παρά την αναμφισβήτητη, όμως, σημασία των δημοσίων χώρων για την π.α.ζ., η παραμέλησή τους είναι συνηθισμένο φαινόμενο στις ευρωπαϊκές πόλεις
(Beck, 2009).

Εστιάζοντας σε επίπεδο γειτονιάς, έχει αποδειχτεί ότι η ικανοποίηση από την περιοχή κατοικίας συμπεριλαμβάνεται στα σημαντικότερα κριτήρια για τη συνολική ικανοποίηση από τη ζωή (Verlet and Devos, 2009). Η ικανοποίηση των αστών από τη γειτονιά τους φαίνεται ότι διέρχεται μέσα από την κοινωνική δικτύωση και την ασφάλεια που προσφέρει αυτή (Rojas, 2010). Η σχέση μεταξύ πολεοδομικών χαρακτηριστικών και ικανοποίησης από τη γειτονιά, έχει διερευνηθεί μεν διαχρονικά, καταλήγοντας όμως σε αντιφατικά συμπεράσματα. 

Μια σημαντική δυσκολία για την εδραίωση σχετικού θεωρητικού υπόβαθρου έγκειται στην έντονη συσχέτιση μεταξύ των χωρικών και κοινωνικο-οικονομικών χαρακτηριστικών της γειτονιάς. Ο κοινωνικός διαχωρισμός, όντας παρών σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό στις περισσότερες πόλεις, οδηγεί στο χαρακτηρισμό των επιμέρους περιοχών κατοικίας με βάση, κυρίως, το προφίλ των κατοίκων (Parkes et al,
2002).

4. ΟΙ ΝΕΕΣ ΑΣΤΙΚΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Οι αστικοί δημόσιοι χώροι (δ.χ.) θεωρούταν ανέκαθεν ως ένα μέσο για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης στις πόλεις. Καθώς η διαθεσιμότητά τους βοηθά στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων ενισχύοντας το κοινωνικό κεφάλαιο των αστικών περιοχών, η πρόβλεψή τους συμπεριλαμβανόταν παραδοσιακά στους στόχους των δημοτικών αρχών. Οι πόλεις, γενικά, προωθούσαν τη χρήση των δ.χ. τους από τους κατοίκους και τους επισκέπτες με υπερηφάνεια (Muehlman, 2005).

Προσφάτως, όμως, έχει παρατηρηθεί μια αντιστροφή αυτής της λογικής μέσω της αντιμέτωπισης των δ.χ. ως αγαθά που μπορούν να αποφέρουν κέρδος και της ιδιωτικοποίησής τους. Η συνεχιζόμενη αυτή τάση, όμως, ακόμη και αν οδηγήσει σε οικονομική ανάπτυξη (γεγονός αναπόδειχτο), δεν μπορεί να εγγυηθεί τη βελτίωση της π.α.ζ. αφού δεν αφορά το σύνολο των κατοίκων. Η συνεχιζόμενη εμπορευματοποίηση και ιδιωτικοποίηση των δ.χ. έλκει τους αστούς που έχουν τη δυνατότητα και την προθυμία να πληρώσουν για την επίσκεψη στους ιδιωτικούς χώρους αναψυχής, ενώ για τους υπόλοιπους η χρήση τους παραμένει από προβληματική έως αδύνατη (Lloyd and Auld,
2011).

Το γενικό αίτημα για ασφάλεια και καθαριότητα χρησιμοποιείται ως μέσο και στις περιπτώσεις οικιστικής ανάπτυξης μεγάλων περιοχών, συνήθως πρώην βιομηχανικών, όπου η πρόσβαση στις νέες χρήσεις (ως επί το πλείστον εμπορικά κέντρα, χώροι αναψυχής και πολυτελή συγκροτήματα κατοικιών) είναι αυστηρά ελεγχόμενη και σπανίως δωρεάν (Minton, 2009). Οι ιδιάζοντες αυτοί ιδιωτικοί χώροι 'δημόσιας χρήσης' κάθε άλλο παρά χαρακτηρίζονται από δημόσιο χαρακτήρα, εφόσον αποκλείονται από τη χρήση τους συγκεκριμένες ομάδες πολιτών, στηλιτεύεται η ελεύθερη πρόσβαση και περιορίζεται η κοινωνική αλληλεπίδραση (Nemeth and Schmidt, 2011).

Το ζήτημα της διαχείρισης των εναπομεινάντων δ.χ. και οι αρμοδιότητες των τοπικών κυβερνήσεων σχετίζεται επίσης με τις πολιτικές αυτές. Ιδιαίτερα σε χώρες όπως το Η.Β. και οι Η.Π.Α., 'παραδοσιακές' αρμοδιότητες των δήμων, όπως η καθαριότητα και η συντήρηση των δ.χ. έχουν εκχωρηθεί στον ιδιωτικό τομέα εγείροντας ζητήματα ποιότητας των υπηρεσιών αλλά και δημοκρατικότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις ιδιωτικές εταιρείες αναλαμβάνουν έργα αναπλάσεων σε κεντρικές περιοχές με στόχο την τόνωση της εμπορικότητας εισπράττοντας ως αμοιβή τους δημοτικούς φόρους. Το είδος των παραγόμενων από τα έργα αυτά 'δημοσίων χώρων', όπου μόνο οι δυνητικοί αγοραστές είναι επιθυμητοί, αντιμετωπίζεται ήδη με έντονο σκεπτικισμό (Minton, 2009).

Αν και τα έργα αναπλάσεων εξωραΐζουν υποβαθμισμένες περιοχές, η συνεισφορά τους στην αναβάθμιση της π.ζ. στην πόλη δεν είναι πάντα ξεκάθαρη. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου στις 'αναβαθμισμένες' περιοχές οι ανεπιθύμητες ομάδες του πληθυσμού απομακρύνονται με εξειδικευμένες πολιτικές, όπως π.χ. με την ψήφιση κανονιστικών δημοτικών αποφάσεων στις Η.Π.Α. που απαγορεύουν την επαιτεία, τον ύπνο και την ξεκούραση στο έδαφος δημοσίως (U.S National Coalition for the Homeless, 2012).

Η άποψη ότι ο χώρος και ο σχεδιασμός του επιδρούν στο βαθμό κατά τον οποίο οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το δ.χ. και αλληλεπιδρούν είναι τεκμηριωμένη από πολλούς ερευνητές. Διαφορετικές αστικές μορφές παίζουν διαφορετικούς λόγους στη διάρθρωση των σχέσεων μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού στις πόλεις. Αυτό είναι αναμενόμενο, καθώς οι δημόσιοι χώροι από το σχεδιασμό και την κατασκευή τους συντίθεται εσκεμμένα από διάφορα όρια που οριοθετούν τις λειτουργίες και άρα επιδρούν άμεσα στη χρήση και την κοινωνική αξιοποίησή τους.

Ο Whyte διακρίνει κάποια χαρακτηριστικά της αστικής μορφής που ενθαρρύνουν τη συγκέντρωση και παραμονή των ατόμων στο δημόσιο χώρο. Τα στοιχεία που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον (τον ήλιο, το νερό και τη βλάστηση) πρωτοστατούν, καθώς εξωραΐζουν και 'μαλακώνουν' το χτισμένο περιβάλλον. Άλλα στοιχεία που προσελκύουν τον κόσμο είναι τα σημεία πώλησης φαγητού και κυρίως τα καθίσματα και οι περιοχές ανάπαυσης. Επιπλέον στοιχεία που ευνοούν τη συνάθροιση είναι η τέχνη, συνήθως υπό μορφή εικαστικών ή παραστατικών τεχνών (π.χ. υπαίθρια γλυπτά ή μίμοι και κλόουν), οι καλές κλιματικές συνθήκες, η προσφερόμενη θέα και η παρουσία ευκολιών (π.χ. χώρων στάθμευσης) σε μικρή απόσταση (Whyte, 1980).

Ο σχεδιασμός των δ.χ. έχει σημαντικό ρόλο και στην κοινωνική αλληλεπίδραση, εφόσον διαμορφώνει τις δυνατότητες συνάντησης, οπτικής και ακουστικής επαφής και συνεύρεσης των ανθρώπων, δίνοντας το κίνητρο για κοινωνική επαφή. Συναντήσεις μεταξύ γειτόνων, συναδέλφων, ή και αγνώστων στην πλατεία, στον πεζόδρομο ή στο πάρκο βοηθούν στη σύσφιξη των κοινωνικών σχέσεων και την ενδυνάμωση του κοινωνικού ιστού, ενώ προσφέρει ευκαιρίες για κινητοποίηση και έμπνευση από τους άλλους. Ακόμη και η απλούστερη μορφή κοινωνικής αλληλεπίδρασης, δηλαδή η οπτική και ακουστική επαφή με άλλους ανθρώπους, αποτελεί το σημαντικότερο από τα 'αξιοθέατα' που προσφέρουν οι δημόσιοι χώροι (Gehl, 2008' Lloyd and Auld, 2011).

Η προσέλκυση πολιτών στο δ.χ. φαίνεται πως συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια. Όπως επισημαίνει η Jacobs, δρόμοι πολυσύχναστοι και ζωντανοί είναι και φαίνονται πιο ασφαλείς από δρόμους που είναι απλά καλά αστυνομευόμενοι. Αντίθετα, εκεί που η τάξη επιτυγχάνεται με αστυνομία και φρουρούς και όχι χάρη στην παρουσία του κόσμου η ασφάλεια είναι εύθραυστη (Jacobs, 1961).
Αυτή η διαπίστωση παραμένει επίκαιρη και βρίσκει ακόμη εφαρμογή σε κέντρα πόλεων όπως η Αθήνα. Έχοντας ακολουθήσει ένα συγκεντρωτικό μοντέλο ανάπτυξης, η Αθήνα βρέθηκε με ένα κέντρο στα όρια του κορεσμού κατά τη δεκαετία του '80. Τα έντονα προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και κυκλοφοριακής συμφόρησης αποδόθηκαν σε μεγάλο βαθμό στην υπερ-συγκέντρωση δραστηριοτήτων και το ζήτημα της αποκέντρωσης των υπηρεσιών επανέρχεται από τότε συχνά στο προσκήνιο. Σήμερα, και ενώ κάποιες από τις σχετικές προτάσεις έχουν υλοποιηθεί, (π.χ. η μεταφορά του Υπουργείου Παιδείας στο Μαρούσι και η μεταφορά των περισσότερων λειτουργιών της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στου Ζωγράφου), υπάρχει έντονη αμφισβήτηση της σκοπιμότητας αυτών των πολιτικών. Οι δραματικές αλλαγές στο μείγμα χρήσεων γης και πληθυσμού που έχουν σημειωθεί αναδεικνύουν πλέον την παραμονή των υπηρεσιών στο κέντρο ως ένα μέτρο ενάντια στην περαιτέρω υποβάθμιση των άλλοτε πολυσύχναστων κεντρικών περιοχών, αφού μπορούν να συνεισφέρουν στην παρουσία και κυκλοφορία πολιτών, τουλάχιστον κατά τις εργάσιμες ώρες (Λευκή Βίβλος για τη Διακυβέρνηση, 2012' www.cityofathens.gr).

Το σύγχρονο φαινόμενο των «περιφραγμένων κοινοτήτων» (gated communities) έχει να κάνει επίσης με το ζήτημα της ασφάλειας. Πίσω από την ανάπτυξη και την προώθηση αυτής της τάσης κρύβεται η απαξίωση του δημόσιου χώρου και η επικράτηση του φόβου, καθώς οι κάτοικοι των πόλεων επιδιώκουν να 'κρυφτούν' πίσω από ψηλούς τοίχους ώστε να αισθανθούν ασφαλείς (Atkinson and Flint, 2004). Αν και οι περιφραγμένοι χώροι υποτίθεται ότι στοχεύουν στην τόνωση του αισθήματος ασφάλειας και άρα στην αναβάθμιση της π.ζ. των χρηστών τους, στην πραγματικότητα η ύπαρξή τους φανερώνει την επικράτηση του φόβου στην αστική ζωή και άρα την υποβάθμιση της π.ζ. στην πόλη.Επιπλέον, η ύπαρξή τους επιδεινώνει δυνητικά την εγκληματικότητα, καθώς αναδεικνύει πιο έντονα τις κοινωνικές ανισότητες και την αντιπαλότητα των τάξεων στην αστική κοινωνία (Gadecki and Smigiel, 2009). Η πρόσφατη περίπτωση του έφηβου
Αμερικανού που σκοτώθηκε εξαιτίας λάθους εκτίμησης από το φύλακα μιας περιφραγμένης κοινότητας στις Η.Π.Α. επιβεβαίωσε με τραγικό τρόπο το σχετικό σκεπτικισμό.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Οι πρόσφατες τάσεις στον πολεοδομικό σχεδιασμό και τις αστικές πολιτικές επαναπροσδιορίζουν τη λειτουργία της πόλης ως δυναμικού σχηματισμού κοινωνικής αλληλεπίδρασης, ενώ οι σχέσεις μεταξύ της πόλης και των πολιτών αναθεωρούνται. Καθώς όμως οι πόλεις αποτελούν το σκηνικό της καθημερινότητας δισεκατομμυρίων ανθρώπων παγκοσμίως, τα σύγχρονα αστικά ζητήματα και η αντιμετώπισή τους έχουν μεγάλη επίδραση στην π.ζ. των αστών. Ζητήματα όπως η περιβαλλοντική υποβάθμιση, η κυκλοφοριακή συμφόρηση, οι χώροι πράσινου, οι δημόσιοι χώροι και η εγκληματικότητα καθώς και οι σχετικές με αυτά πολιτικές δεν επηρεάζουν απλά την π.α.ζ.μ αλλά σε μεγάλο βαθμό τη διαμορφώνουν.

Αναφορικά με την π.ζ., ένα κρίσιμο ζήτημα της σχετικής έρευνας αφορά στον ορισμό και προσδιορισμό της έννοιας, μέσω της επιλογής των κατάλληλων προσδιοριστικών παραγόντων. Η υφιστάμενη απροσδιοριστία της έννοιας αντανακλάται και σε επίπεδο πόλης, εφόσον ούτε για την π.α.ζ. έχει καθιερωθεί κοινά αποδεκτό σετ κριτηρίων αξιολόγησης. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιες παράμετροι της αστικής ζωής που αναμφισβήτητα επιδρούν στην ποιότητά της, οι οποίοι και μπορούν να θεωρηθούν ως οι σημαντικότεροι προσδιοριστικοί παράγοντες. Αυτοί περιλαμβάνουν τα κοινωνικο¬οικονομικά χαρακτηριστικά, την ποιότητα του περιβάλλοντος, τους πράσινους και δημόσιους χώρους, τους πόρους αναψυχής και την ασφάλεια.

Ανάμεσα στους προαναφερθέντες παράγοντες ένας από τους σημαντικότερους αλλά και πιο παραμελημένους αφορά στην ποιότητα, επάρκεια και προσβασιμότητα των δημόσιων χώρων. Οι τρέχουσες σχετικές αστικές πολιτικές έχουν αμφιλεγόμενη επίδραση στην π.α.ζ. Είτε επειδή οι κοινωνικοί μετασχηματισμοί είναι συχνά ταχύτεροι από τη χάραξη και την εφαρμογή των αστικών πολιτικών, είτε επειδή οι εφαρμοζόμενες πολιτικές στοχεύουν σε συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες, αγνοώντας άλλες, υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες οι πολεοδομικές επιλογές υπονομεύουν αντί να προάγουν την π.ζ. των πολιτών. Οι νέες πολιτικές για τα κέντρα των πόλεων, οι πολιτικές διαχείρισης των δημόσιων χώρων και η οικιστική ανάπτυξη του τύπου των περιφραγμένων κοινοτήτων συμπεριλαμβάνονται σε αυτά τα παραδείγματα.
Η καλύτερη κατανόηση των ζητημάτων που αφορούν στην π.ζ. και η εδραίωση συγκεκριμένων προσδιοριστικών παραγόντων είναι ιδιαίτερα σημαντικά βήματα προκειμένου να αποφεύγονται αστοχίες των αστικών πολιτικών ώστε ο πολεοδομικός σχεδιασμός να παραμένει προσκολλημένος στο στόχο του, δηλαδή στη διαρκή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των πολιτών.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου