Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2012

Η σημασία του Αθλητισμού στην αστική ανασυγκρότηση και ο ρόλος του μεγέθους ( των γεγονότων, των πόλεων και των γηπέδων )


#Α. Μ. Δέφνερ

Εργαστήριο Τουριστικού Σχεδιασμού, Έρευνας και Πολιτικής, Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας & Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πολυτεχνική Σχολή, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Το κύριο αντικείμενο της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της σημασίας του αθλητισμού στην ανασυγκρότηση των πόλεων. Ορισμένοι από τους παράγοντες που προσδιορίζουν αυτή τη σχέση είναι η συμβολή των μεγάλων γεγονότων (και της προβολής τους) στην οικονομική ανάπτυξη, η αύξηση του αστικού τουρισμού, η εμπλουτισμένη εικόνα της κοινότητας, η πρόκληση συμπληρωματικής ανάπτυξης, τα οφέλη στο συλλογικό ηθικό των κατοίκων ('ψυχικό εισόδημα' σύμφωνα με τον John Crompton). Αναφορικά με τις οικονομικές και/ή κοινωνικές επιπτώσεις σημαντικών αθλητικών γεγονότων, υπάρχουν τόσο θετικές εκτιμήσεις όσο και κριτικές αναλύσεις (οι τελευταίες αφορούν και την εφαρμογή της ανάλυσης των οικονομικών επιπτώσεων).
Διερευνάται, επίσης, ο ρόλος του μεγέθους (των γεγονότων, των πόλεων και των γηπέδων) στη σχέση αθλητισμού και αστικής ανασυγκρότησης. Τα μεγάλα γήπεδα σίγουρα βοηθούν στη διεκδίκηση μεγάλων γεγονότων, αλλά ίσως η αποτελεσματικότερη ερμηνεία των επιπτώσεων των μεγάλων γεγονότων να μην στηρίζεται στον οικονομικό παράγοντα. 
Γενικότερα αυτό αποτελεί και έναν από τους λόγους για τους οποίους οι προσπάθειες επίλυσης της σημερινής κοινωνικο-οικονομικής κρίσης θα πρέπει να μην ξεκινάνε από τους αριθμούς. Άρα, θα διερευνηθεί αν η απάντηση στους βασικούς λόγους διεκδίκησης μεγάλων γεγονότων (κυρίως από 'μικρότερες' χώρες και πόλεις) βρίσκεται σε άλλους παράγοντες εκτός από την οικονομική και χωρική ανάπτυξη.
Η παγκοσμιοποίηση έχει εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις πόλεις για επιρροή, διάκριση στην αγορά, προσέλκυση επενδύσεων, επισκεπτών, εξειδικευμένου προσωπικού, αλλά και σημαντικών γεγονότων. Βεβαίως, οι πόλεις για να είναι ανταγωνιστικές πρέπει να αναπτύσσονται. Ωστόσο, πρέπει αναγκαστικά να είναι και μεγάλες; Στο πλαίσιο αυτό, το μάρκετινγκ πόλης έχει καταστεί στρατηγικό εργαλείο προώθησης των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων μιας πόλης. Οι συνηθέστερες στρατηγικές μάρκετινγκ είναι η υιοθέτηση ενός brand (ιδιαίτερου χαρακτηριστικού της ταυτότητας της πόλης, μπορεί να είναι και μια ομάδα), η κατασκευή πρωτοποριακών κτιρίων (και γηπέδων) και η διοργάνωση μεγάλων γεγονότων.
Αφετηρία της εναλλακτικής ερμηνείας αποτελεί το βιβλίο Soccernomics των S. Kuper και S. Szymanski (2009), ενδεικτικό παράδειγμα επιτυχημένης 'ποπ' μελέτης που χαρακτηρίζει πολλούς επιστημονικούς κλάδους: η απάντηση στους λόγους διεκδίκησης μεγάλων γεγονότων (κυρίως από 'μικρότερες' χώρες και πόλεις) ίσως να βρίσκεται κυρίως στη νέα πολιτική της ευτυχίας. Σε σχέση με αυτήν την προσέγγιση γίνεται μια αξιολόγηση των επιπτώσεων των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Στην καλή ταινία Field of Dreams (1989) του Phil Alden Robinson ο Kevin Costner ακούει μια φωνή: 'if you build it, he will come' (με άλλα λόγια η κατασκευή ενός γηπέδου, θεωρείται ότι 'κάνει καλό') (Kuper και Szymanski, 2009; 236). Ωστόσο, όπως διερωτώνται και οι Rosentraub κ.ά. (1994): if you build it, will jobs come? (εάν κατασκευαστεί ένα γήπεδο θα δημιουργήσει θέσεις εργασίας;).

Η ύπαρξη μεγάλων γηπέδων θεωρείται ότι συμβάλει στη διεκδίκηση μεγάλων γεγονότων. Ωστόσο, η αποτελεσματικότερη ερμηνεία των επιπτώσεων των μεγάλων γεγονότων μοιάζει να μην στηρίζεται στον οικονομικό παράγοντα. Αυτό αποτελεί και έναν από τους λόγους για τους οποίους οι προσπάθειες επίλυσης της σημερινής κοινωνικο¬οικονομικής κρίσης θα πρέπει να μην ξεκινάνε από τους αριθμούς. Άρα, ίσως η απάντηση στους βασικούς λόγους διεκδίκησης μεγάλων γεγονότων (κυρίως από 'μικρότερες' χώρες και πόλεις) βρίσκεται σε άλλους παράγοντες εκτός από την οικονομική και τη χωρική ανάπτυξη.

Αναφορικά με το γενικότερο ζήτημα του ρόλου του αθλητισμού στην ανασυγκρότηση των πόλεων, υπάρχουν τόσο θετικές εκτιμήσεις όσο και κριτικές αναλύσεις (οι τελευταίες αφορούν και την εφαρμογή της ανάλυσης των οικονομικών επιπτώσεων). Σε αυτή τη διαδικασία προκύπτει ένα βασικό ερώτημα για το ρόλο του μεγέθους των πόλεων. Η παγκοσμιοποίηση έχει εντείνει τον ανταγωνισμό ανάμεσα στις πόλεις για επιρροή, διάκριση στην αγορά, προσέλκυση επενδύσεων, επισκεπτών, εξειδικευμένου προσωπικού, αλλά και σημαντικών γεγονότων. Βεβαίως, οι πόλεις για να είναι ανταγωνιστικές πρέπει να αναπτύσσονται. Ωστόσο, πρέπει αναγκαστικά να είναι και μεγάλες;

Στο πλαίσιο αυτό, το μάρκετινγκ και branding πόλης έχει καταστεί στρατηγικό εργαλείο προώθησης των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων μιας πόλης. Οι συνηθέστερες στρατηγικές μάρκετινγκ είναι η υιοθέτηση ενός brand (ιδιαίτερου χαρακτηριστικού της ταυτότητας της πόλης), η κατασκευή πρωτοποριακών κτιρίων και η διοργάνωση μεγάλων γεγονότων (Λιούρης και Δέφνερ, 2012). Κτίρια μπορούν να θεωρηθούν και τα γήπεδα, ενώ brand μιας πόλης μπορεί να είναι και μια ομάδα.

2. ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΔΙΟΡΓΑΝΩΣΗ ΜΕΓΑΛΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
Οι ευκαιρίες από τη διοργάνωση μεγάλων γεγονότων μπορούν να συνοψιστούν σε τέσσερις παράγοντες: α) η δημιουργία νέων τοπόσημων στον αστικό χώρο και κτιρίων για την υποδοχή και την εξυπηρέτηση του γεγονότος (Essex και Chalkley, 1998), β) η πρόσβαση σε νέες αγορές και νέους πόρους, για παράδειγμα χρηματοδότηση διαμέσου χορηγιών και διάφορες μορφές συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και μάρκετινγκ αγαθών και αναμνηστικών που σχετίζονται με το γεγονός (Zhang Li και Zhao Simon Xiaobin, 2009), γ) ο επαναπροσδιορισμός της θέσης της διοργανώτριας πόλης στην παγκόσμια αστική ιεραρχία διαμέσου της βελτίωσης των διεθνών της σχέσεων, της ενίσχυσης της οικονομικής και κοινωνικής της θέσης και της επιτάχυνσης της αστικής ανάπτυξης (Derudder κ.ά., 2003), και δ) η δημιουργία, προβολή και εδραίωση της ταυτότητας της πόλης διαμέσου της κάλυψης από τα Μ.Μ.Ε., των επισκέψεων των τουριστών, της δημόσιας συμμετοχής και της στήριξης από την τοπική κοινωνία (Gold και Gold, 2008).


3. ΜΕΓΑΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ
Η βασική πηγή σε αυτό το τμήμα είναι το εξαιρετικό βιβλίο Soccernomics των Kuper και Szymanski (2009), που αποτελεί ενδεικτικό παράδειγμα επιτυχημένης 'ποπ' μελέτης που χαρακτηρίζει πολλούς επιστημονικούς κλάδους (Deffner, 2011). Υπάρχουν πολλές 'επαρχιακές' πόλεις (κυρίως βιομηχανικές) των οποίων οι ομάδες έχουν κερδίσει Ευρωπαϊκό κύπελλο: Αμβούργο, Ντόρτμουντ, Γλασκόβη (Celtic & Rangers), Μπέρμινχαμ (Aston Villa), Νότινγχαμ, Μασσαλία, Αϊντχόβεν, Ρότερνταμ (Feyenoord), Πόρτο (Kuper και Szymanski, 2009: 134).

Αντιθέτως, ομάδες των επτά μεγαλύτερων μητροπολιτικών περιοχών της Ευρώπης δεν έχουν κερδίσει ποτέ Ευρωπαϊκό κύπελλο: Κων/πολη, Παρίσι, Μόσχα, Αγία Πετρούπολη, Βερολίνο, Αθήνα (Kuper και Szymanski, 2009: 134). Το Λονδίνο μετά από το 1971 τα κατάφερε πάλι το 2012 με την Chelsea. Άλλες πρωτεύουσες με ομάδες χωρίς Ευρωπαϊκό κύπελλό είναι οι: Ρώμη, Λισαβόνα (από το 1962 με την Benfica), Βερολίνο. Μια ειδική περίπτωση πρωτεύουσας αποτελεί το Άμστερνταμ εφόσον ο Ajax έχει κερδίσει τέσσερις φορές το Κύπελλο Πρωταθλητριών Ευρώπης (Kuper και Szymanski, 2009: 135, 136).
Για την Μεγάλη Βρετανία αξίζει να γίνουν δυο παρατηρήσεις: α) η ανακήρυξη Εθνικών Πόλεων Αθλητισμού, για παράδειγμα Γλασκόβη, Μπέρμινγχαμ, Σέφιλντ (Gratton κ.ά., 2001: 39), και β) η ιδιαιτερότητα των παραθαλάσσιων πόλεων, για παράδειγμα το Σαουθάμπτον ως ιστιοπλοϊκό κέντρο της Μ. Βρετανίας, γεγονός που έχει επιπτώσεις, κυρίως λόγω των ειδικών γεγονότων, στο θαλάσσιο τουρισμό (Anderson και Edwards,2001: 149).

Οι κύριοι λόγοι για τους οποίους βιομηχανικές πόλεις μετατρέπονται σε ποδοσφαιρικές πόλεις είναι: α) η αύξηση του πληθυσμού στα τέλη του 19ου αι. συνέβαλε στην αύξηση του πλούτου και την ίδρυση ομάδων, β) η μεταπολεμική οικονομική ανάπτυξη - παραδείγματα αποτελούν οι πόλεις Μιλάνο, Τορίνο, Βαρκελόνη, Μόναχο, Ρουρ (περιοχή), Μάντσεστερ, Νιουκάστλ (που συνήθως έχουν μια μόνο ισχυρή ομάδα σε μια περίοδο), και γ) το απότομο τέλος της βιομηχανοποίησης οδήγησε στην αναγκαιότητα αύξησης της υπερηφάνειας των κατοίκων (civic pride) διαμέσου του ποδοσφαίρου - διαφορετική είναι η κατάσταση σε πανεπιστημιακές πόλεις όπως την Οξφόρδη (Kuper και Szymanski, 2009:139-144).

Μεταξύ 1970 και 1981 παρατηρείται μια άνοδος των ομάδων των 'μικρών' πόλεων. Χαρακτηριστικά παραδείγματα πόλεων που οι ομάδες τους έπαιξαν σε τελικούς είναι : Μενχενγκλάντμπαχ (260,000), Σεντ Ετιέν (175,000), Μάλμε (240,000), Μπριζ (115,000). Τα κύρια αίτια της πτώσης των ομάδων των 'μικρών' πόλεων μετά το 1981 είναι: α) η δυσκολία κλεισίματος τηλεοπτικών συμβολαίων σε σύγκριση με τις ομάδες των μεγαλύτερων πόλεων που έχουν μεγαλύτερο κοινό, β) το άνοιγμα (κυρίως της Ιταλίας) σε ξένους παίκτες, γ) ο Νόμος του Μπόσμαν του 1995 που έδωσε τη δυνατότητα ελεύθερης μετακίνησης σε επαγγελματίες ποδοσφαιριστές σε χώρες της ΕΕ μετά τη λήξη του συμβολαίου τους, δ) η δυνατότητα ανακαίνισης γηπέδων από ομάδες είτε με πλούσιους ιδιοκτήτες είτε με πολλούς οπαδούς (Kuper και Szymanski, 2009: 144-147).

Η πτώση των ομάδων των μεσαίων πόλεων συνήθως συνδυάζεται με τη χρεωκοπία των ιδιοκτητών, για παράδειγματα: Fiorentina, Parma, Leeds, Deportivo La Coruna, Valencia. Ωστόσο, υπάρχουν ομάδες άλλων μεσαίων πόλεων που γνώρισαν την πτώση με λιγότερο θόρυβο: Celtic, Rangers, Ajax, Nottingham. Η κυριαρχία των ομάδων των ισχυρών 'επαρχιακών' πόλεων ξεκίνησε το 1982. Οι πληθυσμοί των πόλεων είναι σημαντικοί όπως φαίνεται και από τα παραδείγματα των πολεοδομικών συγκροτημάτων της Μασσαλίας (1,4 εκ.), του Πόρτο (1,3 εκ.), του Λίβερπουλ (820,000), του Αϊντχόβεν (750,000) και της πόλης του Ντόρτμουντ (600,000). Η κατασκευή των νέων γηπέδων προωθείται κυρίως από τις δημοφιλέστερες ομάδες. Οι νέες κυρίαρχες ομάδες προέρχονται από πολεοδομικά συγκροτήματα μεταξύ 2 και 4 εκ. κατοίκων: Μιλάνο, Μάντσεστερ, Μόναχο, Μαδρίτη (η μόνη πρωτεύουσα). Ίσως το να έχει μια ομάδα έδρα μια μεγάλη πρωτεύουσα να αποτελεί πλέον στρατηγικό ενεργητικό στοιχείο που μπορεί να ερμηνευθεί με βάση το νόμο του Zipf και συνδυάζεται με οικονομικό πλούτο (οι ιδιοκτήτες είναι κυρίως ξένοι) και, συνήθως, νέο γήπεδο: Παρίσι (Paris St Germain), Λονδίνο (Arsenal, Chelsea). [Kuper και Szymanski, 2009: 149-155].

Το 2012 ήταν η χρονιά δυο ομάδων πρωτευουσών (Chelsea, Atletico Madrid). το σχετικό ερώτημα που προκύπτει είναι: μήπως έφτασε η ώρα του Παναθηναϊκού;

4. ΜΕΓΑΛΑ ΓΗΠΕΔΑ
Η Αμερικανική ιδέα ότι τα γήπεδα θα φέρουν ανάπτυξη έχει επεκταθεί και στην Ευρώπη (Kuper και Szymanski, 2009: 236). Αυτό δεν συμβαίνει στο ίδιο βαθμό με το franchise στον αθλητισμό, δηλαδή το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες έχουν τη διάθεση να μεταφέρουν την ομάδα σε οποιαδήποτε πόλη τους προσφέρει την καλύτερη συμφωνία Σύμφωνα με τον Euchner (1993), στον ανταγωνισμό μεταξύ μια εταιρίας (ομάδας) και μιας πόλης 'η πόλη είναι σαν τον πυγμάχο με τα παπούτσια του καρφωμένα στο πάτωμα'.

Στις ΗΠΑ το 1997 υπήρχαν 113 επαγγελματικά franchise ομάδων των major leagues (ράγκμπι, μπέιζμπολ, χόκεϊ, μπάσκετ). Περίπου 70 νέα γήπεδα των major leagues κατασκευάστηκαν μεταξύ 1989-2009. Το συνολικό κόστος των 20 εκ. δολαρίων καλύφτηκε περίπου κατά 50% από τους φορολογούμενους. Οι ενδιαφερόμενοι να πείσουν το κοινό να χρηματοδοτήσει ένα γήπεδο στις ΗΠΑ συνήθως ανέθεταν σε οικονομολόγους να εκπονήσουν μια μελέτη οικονομικών επιπτώσεων. Σχεδόν πάντοτε οι μελέτες αυτές ισχυρίζονταν ότι το γήπεδο θα έκανε πλούσιους τους φορολογούμενους (Kuper και Szymanski, 2009: 236-238).

Σύμφωνα με τον Zirin (2008) η κατασκευή δημόσια χρηματοδοτούμενων γηπέδων μετατράπηκε σε υποκατάστατο για οτιδήποτε έμοιαζε με πολεοδομική πολιτική. Ο κεντρικός ισχυρισμός του Baade, ενός από του σημαντικότερους μελετητές της επίδρασης των γηπέδων στην οικονομική ανάπτυξη, είναι ότι η δημόσια επένδυση στα γήπεδα δεν παρέχει καλή επιστροφή στους φορολογούμενους (1996• Baade και Rye, 1988α•1988β•
1990).

Σε τελική ανάλυση, ένα mall ή ένα cineplex θα έφερνε περισσότερα έσοδα στην τοπική κοινωνία. Οι περισσότεροι επισκέπτες παίρνουν ένα hot dog και μια μπύρα, βλέπουν τον αγώνα και φεύγουν (Kuper και Szymanski, 2009: 240). Τα γήπεδα συμβολίζουν την καλή κατάσταση των πολιτών (civic health). Το ερώτημα είναι αν η ανάπτυξη των γηπέδων αποτελεί μια λύση για τις πόλεις, τότε ποιο έπρεπε να ήταν το πρόβλημα (Schimmel, 2001:
260-1).

Στις ΗΠΑ γενικά θεωρείται ότι η Τοπική Αυτοδιοίκηση πρέπει να κάτι για τα γενικότερα κοινωνικά προβλήματα (βία, εγκληματικότητα, ανεργία) παράλληλα με τα τοπικά προβλήματα (οικονομική διαχείριση, υποδομές) των οποίων η φύση δεν είναι τοπική, αλλά η αντίδραση είναι συνήθως νέες κατασκευές με τον ανάλογο 'χειρισμό' των χρήσεων γης. Αυτό αποτελεί, σύμφωνα με τον Molotch (1993), την κύρια ιδιαιτερότητα των αστικών προβλημάτων στις ΗΠΑ.

Αναφορικά με τη χωροθέτηση ενός νέου γηπέδου παρατηρούνται τρία κύρια σενάρια: α) στο κέντρο της πόλης (Cardiff Millenium), β) στην άκρη της πόλης (Amsterdam ArenA), και γ) σε μια γειτονιά με προβλήματα (Stade de France, Arsenal Emirates). Στην τρίτη περίπτωση το γήπεδο μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης μιας ευρύτερης πολιτικής (Manchester, Sydney Homebush Bay) [Thornley, 2002: 815]. Μια από τις συνηθισμένες κριτικές της ανάπτυξης των γηπέδων είναι ότι διαφοροποιούνται από την τοπική κοινωνία. Στην περίπτωση του Wembley, το τοπικό συμβούλιο παρήγγειλε ένα Master Plan, ενώ αποτελεί επίσης, όπως και το Stade de France, ένα παράδειγμα συνεργασίας δημόσιου-ιδιωτικού τομέα (Thornley, 2002: 816).


5.      Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ MARKETING/ BRANDING ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ
Το μάρκετινγκ πόλεων αποτελεί μια από τις τρεις όψεις-κλειδιά διαμέσου των οποίων μπορούν να εξεταστούν οι πολιτικές και πολεοδομικές επιπτώσεις των μεγάλων γεγονότων στην αστική ανάπτυξη. Σε αυτή τη διαδικασία, σημαντική είναι η εξέταση παραγόντων όπως το μέγεθος της τοποθεσίας, ο αριθμός των επισκεπτών, οι επενδύσεις, ο πληθυσμός, οι ομάδες συμφερόντων, οι στόχοι και οι μέθοδοι (Van Vrijaldenhoven,
2007).

Στην Ολλανδία, μια χώρα με σημαντική εμπειρία στο μάρκετινγκ πόλεων, οι δυο μεγαλύτερες πόλεις (Άμστερνταμ, Ρότερνταμ) επένδυσαν σημαντικούς οικονομικούς πόρους στα γήπεδα των ποδοσφαιρικών τους ομάδων (Thornley, 2002: 814). H δυνατότητα των γηπέδων να αναπτυχθούν ως τουριστικά ελκυστικά στοιχεία για όλο το χρόνο ξεκίνησε από τις ΗΠΑ, αλλά επεκτάθηκε στην Ευρώπη (Smith, 2001: 129). Αυτό συμβαίνει είτε λόγω της σχεδιαστικής αξίας, για παράδειγμα το Oλυμπιακό Στάδιο του Μονάχου και, πρόσφατα, η Allianz Arena (Bayern) και αυτή στο Μόναχο, είτε λόγω της φήμης της ομάδας π.χ. το Nou Camp λόγω της Barcelona (Thornley, 2002: 814).

Στη Μεγάλη Βρετανία οι πόλεις Μάντσεστερ, Μπέρμινγχαμ και Σέφιλντ υλοποίησαν πρωτοβουλίες σχετικές με τον αθλητισμό για να παρουσιάσουν μια ελκυστικότερη εικόνα σους δυνητικούς αστικούς τουρίστες (Smith, 2001: 129). Ειδικότερα η εικόνα του Μάντσεστερ ως ζωντανής και επιτυχημένης πόλης βοηθήθηκε σημαντικά από την Manchester United (Thornley, 2002: 814).
Ένα πρόβλημα είναι ότι συχνά οι προσπάθειες για μάρκετινγκ πόλεων προσανατολίζονται δυσανάλογα στην προβολή της γενικής εικόνας της πόλης σε σύγκριση με τη στόχευση συγκεκριμένων ομάδων επισκεπτών (Smith, 2001: 144). Ένας σημαντικός παράγοντας που κρατάει στην κορυφή τις λίγες, πλέον, ισχυρές 'επαρχιακές' ομάδες (Manchester, Bayern, Barcelona, Milan, Inter) είναι το διαμορφωμένο ισχυρό brand τους (Kuper και Szymanski, 2009: 155). Βεβαίως, γι αυτές τις συγκεκριμένες ομάδες το 2012 δεν ήταν επιτυχημένη χρονιά.

Το μάρκετινγκ πόλεων αποτελεί τον κύριο συνδετικό κρίκο γεγονότων, πόλεων και γηπέδων (όχι αναγκαστικά μεγάλων). Παρατηρούνται δυο σημαντικά ζητήματα: α) η μετάβαση από το μοναδικό γεγονός σε μια συνεχή επικερδή δραστηριότητα. Για παράδειγμα, το γήπεδο City of Manchester (Etihad) μετά τη φιλοξενία των αγώνων της Κοινοπολιτείας το 2002 έγινε η έδρα της Manchester City το 2003, και β) η αντίδραση της τοπικής κοινωνίας στην κατασκευή μεγάλων γηπέδων. Συνήθως το κοινό έχει θετική αντιμετώπιση αν το γήπεδο αποτελεί τμήμα της διεκδίκησης ενός μεγάλου γεγονότος. Στην περίπτωση της Amsterdam ArenA το κοινό άλλαξε στάση όταν το γήπεδο από τμήμα της διεκδίκησης των Ολυμπιακών Αγώνων έγινε ή έδρα του Άγιαξ (Thornley, 2002: 814-815). Στην περίπτωση της Allianz Arena παρατηρήθηκε μια συμπεριφορά NIMBY, δηλαδή στο δημοψήφισμα του 2001 οι κάτοικοι της γειτονικής περιοχής καταψήφισαν την κατασκευή του (Ahlfeldt και Maennig, 2012).

6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
O ρόλος του αθλητισμού, και ειδικότερα του ποδοσφαίρου, στην ανασυγκρότηση των πόλεων είναι πολύπλευρος: η προβολή μεγάλων γεγονότων συμβάλει στην οικονομική ανάπτυξη, τα μεγάλα γεγονότα έχουν σημαντικές οικονομικές και/η κοινωνικές επιπτώσεις, παρατηρείται αύξηση του αστικού τουρισμού, αυξημένη προβολή (visibility) της κοινότητας, και εμπλουτισμένη εικόνα της κοινότητας, προκαλείται συμπληρωματική ανάπτυξη (Gratton και Henry, 2001), ενώ προκύπτουν και οφέλη στο συλλογικό ηθικό των κατοίκων, ή, σύμφωνα με τον Crompton (2001: 31), 'ψυχικό εισόδημα'.

Υπάρχει και μια εναλλακτική, ή συμπληρωματική, προσέγγιση από τους Kuper και Szymanski (2009: 245): η απάντηση στους λόγους διεκδίκησης μεγάλων γεγονότων (κυρίως από 'μικρότερες' χώρες και πόλεις) βρίσκεται κυρίως στη νέα πολιτική της ευτυχίας (ή 'αυτο-αναφερόμενη ικανοποίηση από τη ζωή' όπως καταγράφεται στο Ευρωβαρόμετρο).

Ωστόσο, στοιχεία από τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τα Μουντιάλ και τα Euro για 12 χώρες δείχνουν ότι ο παράγοντας της καλής αίσθησης (feelgood) είναι σημαντικός, αλλά οι επιπτώσεις της αθλητικής επιτυχίας ενός έθνους στην ευτυχία είναι στατιστικά ασήμαντες (Kavetsos και Szymanski, 2008). Σύμφωνα με τον Layard (2005), τον αποκαλούμενο 'τσάρο της ευτυχίας' της Βρετανικής κυβέρνησης, το παράδοξο είναι ότι αν και πολλά άτομα (στις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και την Ιαπωνία) επιδιώκουν να γίνονται περισσότερο πλούσια αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και περισσότερο ευτυχισμένα.

Πολύ σημαντικό είναι και αυτό που συμβαίνει γενικότερα στην κοινωνία. Έχει φτάσει η ώρα η πολιτική, ξεκινώντας από το τοπικό επίπεδο, να δώσει προτεραιότητα σε ζητήματα ποιότητας ζωής (άρα και ευτυχίας) και όχι τόσο σε 'καθαρά' οικονομικά ζητήματα (Kuper και Szymanski, 2009: 245, 249). Τα μεγάλα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων των ποδοσφαιρικών, συμβάλλουν στην οικονομική και χωρική ανάπτυξη, αλλά πλέον σε ορισμένες περιπτώσεις, υπάρχουν σημαντικότερες επιπτώσεις σε ζητήματα υπερηφάνειας και ευτυχίας.

Το μέγεθος των πόλεων μέχρι τώρα έπαιζε σημαντικό ρόλο στη διεκδίκηση μεγάλων γεγονότων, αλλά όχι στην επιτυχία των ποδοσφαιρικών ομάδων. Ίσως τώρα να έφτασε η ώρα των ομάδων των μεγάλων πόλεων. Μέχρι στιγμής τα μεγάλα γήπεδα δεν φαίνεται να παίζουν καθοριστικό ρόλο σε ζητήματα ανάπτυξης, αλλά η σημασία τους είναι περισσότερο συμβολική. Ο κύριος συνδετικός κρίκος αυτών των παραγόντων είναι το marketing/ branding πόλεων. Ωστόσο, μπορεί να υπάρχουν και αρνητικές επιπτώσεις π.χ. Ολυμπιακοί Αγώνες Μονάχου 1972 (αρνητική εικόνα λόγω ασφάλειας) και Μουντιάλ 2010 (αρνητική εικόνα λόγω φτώχειας, διαφθοράς, αρρωστιών και εγκληματικότητας) [Kuper και Szymanski, 2009; 245].

Ειδικά για την Ελλάδα, οι Ολυμπιακοί Αγώνες του 2004 φαίνεται ότι, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, αποτέλεσαν μια ακόμη χαμένη ευκαιρία (αν και δεν ολοκληρώθηκε ακόμη ο 'κύκλος' της δεκαετίας). Χωρίς οργανωμένη αξιοποίηση των Αγώνων και χωρίς οργανωμένο σχέδιο μάρκετινγκ (ειδικότερα στην κατεύθυνση του branding τόπου), τα νέα γήπεδα στις Ολυμπιακές Πόλεις (Πάτρα, Βόλος, Ηράκλειο) δεν οδήγησαν, μέχρι στιγμής, στην αναμενόμενη ανάπτυξη της περιοχής τους (Λιούρης και Δέφνερ, 2012).

Ίσως η θετικότερη επίπτωση των Ολυμπιακών Αγώνων στο σύνολο της Ελληνικής κοινωνίας να ήταν η αύξηση της υπερηφάνειας των πολιτών (civic pride), γεγονός που συμβάλει στη βελτίωση της 'ευτυχίας'. Αλλά σε ποιο σημείο βρίσκεται σήμερα αυτή η υπερηφάνεια λόγω της κοινωνικο-οικονομικής κρίσης;

1 σχόλιο :

  1. Πολυ καλο αρθρο. Πραγματι η ευτυχια στην Ελλαδα ειναι σε πολυ χαμηλα επιπεδα. Αλλα ουτως ´η αλλως, η ευτυχια που γενναται απο αθλητικες διοργανωσεις δεν διαρκει πολυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή