Τετάρτη, 30 Ιανουαρίου 2013

Τοπιακή πολεοδομία ( Landscape urbanism ) :Πολιτισμικές αναθεωρήσεις του κήπου

#Δ. Δ. Ζαβράκα
Τμήμα Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφ. Ανάπτυξης, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Ο όρος «τοπιακή πολεοδομία» αναφέρεται στο αντικείμενο που είναι ευρέως γνωστό ως 'landscape urbanism'. Στο πλαίσιο του θεωρητικού υποβάθρου που συγκρότησε το αντικείμενο αυτό την τελευταία εικοσαετία, γίνεται εκτεταμένος λόγος για την αναθεώρηση της σχέσης ανάμεσα στο κτισμένο και το φυσικό περιβάλλον. Η παρούσα εισήγηση, ως μέρος μιας ευρύτερης έρευνας στο πεδίο αυτό, φιλοδοξεί να αναδείξει πτυχές της σχέσης αυτής.
Σύγχρονοι ερευνητές υποστηρίζουν ότι η δομή μιας πόλης σχετίζεται ποικιλοτρόπως με το φυσικό τοπίο που την περιβάλλει (π.χ. θάλασσα, έρημος, δάση κτλ). Ειδικότερα, μέσα από το σύνολο των υπαίθριων χώρων της πόλης (πάρκα, πλατείες, αυλές, νεκροταφεία, δρόμοι) δημιουργούνται πολυδιάστατες συνδέσεις στον αστικό ιστό, παρέχοντας οριοθετημένους τόπους όπου καλλιεργούνται οι σύγχρονες αστικές μορφές της «φύσης».
Ο «κήπος» ως ευρεία έννοια πλήρως αποενοχοποιημένη από το αρνητικό πρόσημο που φιλοτέχνησε το μοντέρνο κίνημα, στοιχειοθετεί σήμερα τόπους προσεκτικά διαλεγμένους μέσα στο αστικό περιβάλλον. Ο σύγχρονος «κήπος» όμως δεν αφορά αποκλειστικά στη διαμόρφωση των αστικών κενών μέσα στην πόλη αλλά χωροθετείται πια στα όρια των ευρωπαικών πόλεων και όχι μόνο, παίρνοντας τη μορφή πράσινων ζωνών που στόχο έχουν να διευρύνουν και όχι να εξωραΐσουν την πόλη. 
Μια δραματική αλλαγή συντελείται στο επίπεδο των φυσικών και αστικών αναφορών των ζωνών αυτών. Η αλλαγή αυτή περιλαμβάνει και τη σταδιακή μεταμόρφωση του «κήπου» από «ιδεατό τόπο» σε «αστική χωρική ενότητα», προβάλλοντας μια ευρεία γκάμα πιθανοτήτων που σχετίζονται με τη νέα αναθεωρημένη διάσταση του «κήπου», άρρηκτα συνδεδεμένη με τον χωροταξικό και πολεοδομικό σχεδιασμό. Μέσα από την αντιπαράθεση σύγχρονων παραδειγμάτων από τον ελληνικό και διεθνή χώρο, η παρούσα εισήγηση σκιαγραφεί τις προκλήσεις ενός πρόσφατα αναγνωρισμένου ετερογενούς πεδίου αναφορών και τη νέα δυναμική που καθρεφτίζεται στην ισσοροπία ανάμεσα στην μικροσκοπική και τη μακροσκοπική θεώρηση του «κήπου».

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΑΣΤΙΚΟΥ ΤΟΠΙΟΥ
Η κριτική προσέγγιση στην εξέλιξη του αστικού τοπίου και η διεθνής συζήτηση στα πλαίσια της σύγχρονης πρωτοπορίας αντιμετωπίζει τις επεμβάσεις κάθε κλίμακας στο εδαφικό ανάγλυφο ως «προτάγματα» διαπεδιακού ενδιαφέροντος, αμφισβητώντας και σε έναν βαθμό ακυρώνοντας τα στεγανά μεταξύ των εφαρμοσμένων επιστημών, των τεχνών και της θεωρητικής αναζήτησης. Ανατρέχοντας στη σχετική βιβλιογραφία, διαπιστώνει κανείς πως οι διατυπώσεις για τον ορισμό του «τοπίου» ποικίλουν ανάλογα με τον τρόπο προσέγγισής του, καθιστώντας τον όρο «τοπίο» συμβολική παράσταση, χωρίς οριστικά αποκρυσταλλωμένη σημασία, διαρκώς μεταβαλλόμενη ανάλογα με το ευρύτερο περιεχόμενο και τις τρέχουσες κοινωνικο-πολιτισμικές τάσεις. Ειδικότερα, σε ότι αφορά στα ζητήματα σύγχρονου λεξιλογίου και προγράμματος η Martha Schwarz, προλογίζοντας την έκδοση με τίτλο 'Avant-gardeners' που επιμελήθηκε ο Richardson, αναφέρει ότι σήμερα το «τοπίο» μπορεί να περιλαμβάνει περίπου τα πάντα (Schwarz 2008). Με τη δήλωση αυτή, σκιαγραφεί τη σύγχρονη αποκατεστημένη έννοια του «τοπίου» αλλά και την τάση διέρυνσης του επιστημονικού αντικειμένου που συγκροτεί. Ο εναγκαλισμός του «τοπίου» από τα αντικείμενα της αρχιτεκτονικής και της πολεοδομίας, δημιουργεί νέες και σε μεγάλο βαθμό αμφιλεγόμενες επιστημονικές γενεαλογίες.

Θα μπορούσε κανείς να φωτίσει σύγχρονες πτυχές των εξελίξεων στο σχεδιασμό του «αστικού τοπίου» (urban landscape) στη βάση δύο κατευθύνσεων. Η πρώτη συγκεντρώνει την «εννοιολογική αναγέννηση του τοπίου» (conceptualizing landscape) και την συγγένειά του με τάσεις της τρέχουσας επικαιρότητας του αρχιτεκτονικού σχεδιασμού (Cossgrove 1988). Ταυτόχρονα, το αντικείμενο της αρχιτεκτονικής τοπίου επεκτείνει τη θεματική του προς μεθοδολογικές προσεγγίσεις αστικών επιφανειών μεγάλης κλίμακας, πλευρίζοντας και ενσωματώνοντας τεχνικές του design και της οικολογίας. Έτσι διαφαίνεται ένα νέο πεδίο με αντικείμενο την άσκηση δεξιοτήτων στον προγραμματισμό σύνθετων αστικοποιημένων περιοχών και περιοχών δικτύων. Πιο συγκεκριμένα, ορισμένες περιοχές των αντικειμένων της αρχιτεκτονικής, της αρχιτεκτονικής τοπίου, του αστικού σχεδιασμού και της πολεοδομίας μοιράζονται ένα κοινό πεδίο πρακτικής. Το πεδίο αυτό έχει στο επίκεντρό του την έννοια του «τοπίου» και αναπτύσσει μια πολεμική γύρω από τη δυναμική αλληλεπίδραση «φύσης» και «πόλης» και των αναδυόμενων βιώσιμων μοντέλων αστικοποίησης (Corner 2006).

Το νέο αυτό πεδίο αμφισβητεί το παρελθόν που φέρει το «τοπίο» ως άρρηκτα συνδεδεμένο με πεπερασμένα αισθητικά πρότυπα. Το «τοπίο» αρχικά προσδιορίστηκε ως «πρόσληψη φυσικών παραστάσεων» (picture of a natural view). Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη νοηματοδότησή δεν άργησε να στραφεί στην ίδια τη φύση και στους τρόπους διαμεσολάβησης του φυσικού στο κατοικημένο περιβάλλον. Το μεγαλύτερο ίσως κεφάλαιο των κριτικών προσεγγίσεων που έχουν διατυπωθεί στο σχεδιασμό της αρχιτεκτονικής τοπίου αφιερώνεται στους τρόπους με τους οποίους ο αστικός χώρος μπορεί να ενσωματώσει τα οπτικά και όχι μόνο χαρακτηριστικά μιας εξιδανικευμένης φύσης, ως πρότυπο απόλυτης αισθητικής απόλαυσης. Η ενσωμάτωση στερεοτύπων οδήγησε στη δημιουργία στυλιζαρισμένου υπαίθριου αστικού χώρου και για μεγάλο χρονικό διάστημα μετέτρεψε το σχεδιασμό του τοπίου σε μέσο απόδοσης εικονικών προτύπων και συνθέσεων.


Εικόνες 1 & 2. 'Toolonlahti Park', 1997, Ελσίνκι, James Corner


Η γνώση της οικολογίας και οι σύγχρονες ανάγκες αποκατάστασης φυσικών περιοχών, έφεραν μια σταδιακή μετατόπιση αισθητικών προτύπων και λειτουργικού προγράμματος. Χαρακτηριστικό της μετατόπισης αυτής είναι και οι νέοι όροι που εμφανίζονται στη βιβλιογραφία και συχνά χρησιμοποιούνται για να αντικαταστήσουν τον όρο «τοπίο», όπως «πεδίο» (field), «έδαφος» (land) ή «επιφάνεια» (surface). Εδώ αξίζει να αναφερθεί ως αφετηρία ο ορισμός του «τοπίου» ως χώρου που οργανώνεται με σκοπό να επιταχύνει ή να επιβραδύνει τις φυσικές διεργασίες (Jackson 1984).

2. ΝΕΕΣ ΝΟΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΩΣ ΚΡΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ
Στο κυνικό διάγραμμα των «τριών αυγών» του Cedric Price, για τον μετασχηματισμό των πόλεων και των αστικών τοπίων, συνοψίζονται τρία κρίσιμα στάδια στην οριοθέτηση της και τη σχέση της με το μη-αστικό της περιβάλλον. 

Με όλες τις εξελίξεις που επέφερε η εξάπλωση των πόλεων και η διεύρυνση του αστικοποιημένου πεδίου σε βάρος των φυσικών, αγροτικών και ημι-αστικών περιοχών, η σχέση του πυρήνα με τα αστικά όρια έχει δραματικά αλλάξει. Η διαρκής μετάλλαξη των σχέσεων και των χωρικών εξαρτήσεων ανάμεσα στο χώρο που προσδιορίζεται από τα ίχνη των τειχών και στο αστικοποιημένο τοπίο που την περιβάλλει κορυφώνεται στη συγκρότηση της «μοντέρνας» πόλης.



Εικόνα 3. Σκίτσο του Cedric Price με τίτλο 'The city as an egg'.

Η διαγραμματοποίηση αυτή επανέρχεται μέσα από ποικίλες αναφορές της σύγχρονης βιβλιογραφίας, αποτελώντας την αφετηρία για να φωτιστεί μια διαχρονική ιδεολογική παραλληλία της «φύσης» και της «πόλης». Μέσα από τα αναδυόμενα τοπία του μεταβιομηχανικού αστικού περιβάλλοντος και τη δομή της «διάχυτης» πόλης είναι σημαντικό να αναφερθεί κανείς στην μετάλλαξη του ακλόνητου μέχρι τότε στερεοτύπου της «εξιδανικευμένης φύσης». Τα νέα «αστικά τοπία» στις μεταβαλλόμενες κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες και αστικές πολιτικές ενθαρρύνουν τη διεπιστημονική συζήτηση γύρω από τις σύγχρονες νοηματοδοτήσεις της «φύσης» και τους τρόπους με τους οποίους συνδιαλέγεται με το διευρυμένο αστικό περιβάλλον. Μέσα από τις σύγχρονες διαδικασίες παραγωγής του χώρου, η εμπροσθοφυλακή του σχεδιασμού της αρχιτεκτονικής τοπίου εκφράζει την άποψη μιας «νέας αστικής φύσης» (Girot 2005) απαλλαγμένης από τις προκαταλήψεις του μοντέρνου κινήματος, η οποία αποκαθιστά τη συνάφεια της πόλης με το σύγχρονο μη-αστικό περιβάλλον της. Στο πλαίσιο αυτό, το σύνολο των ελεύθερων αστικών χώρων (πάρκα, πλατείες, αυλές, νεκροταφεία, δρόμοι, κτλ.) αποτελούν άμεσες αναφορές στις ιδιαιτερότητες του φυσικού πεδίου που την περιβάλλει (θάλασσα, έρημος, δάση, κτλ) (Vogt 2006).

Ξεπερνώντας πεπερασμένα εικονικά πρότυπα, μπορεί κανείς να κάνει λόγο για μια νέα κλίμακα «φύσης» η οποία δεν συνδιαλέγεται με την πόλη ως αποσπασματικός και αυστηρά οριοθετημένος μικρόκοσμος αλλά ως διαμεσολαβητής πολύπλοκων χωρικών συνδέσεων. H νέα αυτή «αστική φύση» δεν είναι διαχειρίσιμη με συμβατικά εργαλεία, καθώς δεν πρόκειται για μια νέα γεωμετρία αλλά για τη διαμόρφωση νέων αστικών συνθηκών. Στις δυο επόμενες ενότητες σκιαγραφούνται νέες θεωρήσεις του «κήπου» ως έκφραση της «αστικής φύσης» όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις σύγχρονες εξελίξεις στο σχεδιασμό των «αστικών πεδίων» και την μεταβαλλόμενη έννοια του «τοπίου».

3. ΑΠΟ ΤΟ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΤΟΠΙΟΥ ΣΤΟΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΣ
Τα τελευταία χρόνια, μέσα από την πρωτοπορία του αστικού σχεδιασμού διαφαίνεται μια μετατόπιση ενδιαφέροντος προς την χειραγώγηση αστικών επιφανειών μεγάλης κλίμακας και τους εργαλειακούς χειρισμούς που ενεργοποιούν νέες αστικές λειτουργίες. Πτυχές της σύγχρονης πρακτικής του «τοπίου» διερευνούν ποικίλες στρατηγικές για τη δημιουργία λειτουργικών πλεγμάτων αστικού υπαίθριου χώρου. Μέσα από τους χειρισμούς αυτούς, αναδύονται δυναμικές διεργασίες για τη βιωσιμότητα του αστικοποιημένου πεδίου (Wall 1999).

Στο πλαίσιο της οικολογικής προσέγγισης των αναδυόμενων αστικών τοπίων και σε ζητήματα νέων δυνατοτήτων αποκατάστασης φυσικών περιοχών και εξυγίανσης αστικών επιφανειών, εμφανίστηκε ο όρος 'landscape urbanism' (Waldheim, 2006) που στα ελληνικά έχει αποδωθεί ως «τοπιακή πολεοδομία» (Δραγώνας 2012). O λατινικός όρος πρώτο-εμφανίστηκε κάπου στο 1997 αλλά προσδιορίστηκε περαιτέρω και ωρίμασε μέσα από μεταγενέστερες δημοσιέυσεις και κείμενα των κύριων εκπροσώπων του όπως ο Charles Waldheim, James Corner, Graham Shane και Richard Weller. 
Ο όρος «τοπιακή πολεοδομία» παραπέμπει σήμερα σε μια υβριδική πρακτική που μπορεί να προσδιοριστεί κάπου ανάμεσα στο επιστημονικό αντικείμενο του τοπίου (landscape), του αστικού σχεδιασμού (urban design) και της πολεοδομίας (urbanism). Με αφετηρία σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις, προβάλλεται το επιχείρημα ότι το «τοπίο», πολύ περισσότερο από την αρχιτεκτονική, έχει πλέον την ικανότητα να αναδιοργανώνει την αστική επιφάνεια και να προτείνει νέες στρατηγικές επέμβασης. Υπάρχουν μάλιστα συγγραφείς που υποστηρίζουν ότι το νέο αυτό επιστημονικό αντικείμενο απελευθερώνει ένα σύνολο λειτουργικών δυνατοτήτων και θέτει νέες προτεραιότητες για τη βιωσιμότητα του αστικοποιημένου περιβάλλοντος (Waldheim 2006). 

Έτσι, αποδίδεται στο «τοπίο» μια νέα και άνευ προηγουμένου αποστολή, ενώ ταυτόχρονα η θεματική του απολαμβάνει μια πνευματική και πολιτιστική ανανέωση καθώς μοιάζει να διαχειρίζεται επιτυχώς ισχυρούς διαπληκτισμούς που μέχρι πρόσφατα άπτονταν των πεδίων της αρχιτεκτονικής ή του αστικου σχεδιασμού (Waldheim 2006). Πιο συγκεκριμένα, το «τοπίο» προβάλλεται ως το νέο ευέλικτο μοντέλο αστικοποίησης, ικανό να αναταποκριθεί στην πολυπλοκότητα του αστικού συνδετικού ιστού και στις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες της μετά-βιομηχανικής πόλης. Η «τοπιακή» οργάνωση του αστικού χώρου δηλώνει μια νέα δυναμική και διευκολύνει τη δημιουργία αστικών αρθρώσεων, με εργαλειακούς χειρισμούς που υπερβαίνουν τα συμβατική διευθέτηση και διαχείριση της αστικής επιφάνειας.

Μέσα από τον προγραμματισμό της αστικής επιφάνειας αμφισβητούνται, σε μεγάλο βαθμό, οι συμβατικές διακρίσεις μεταξύ φυσικών και τεχνητών στοιχείων του χώρου. Καποιοι μάλιστα υποστηρίζουν ότι αναζητούνται νεες στρατηγικές συγκερασμού των φυσικών και αστικών χαρακτηριστικών (Δραγώνας 2012). Η αναθεώρηση των συμβάσεων ανάμεσα στα φυσικά και στα τεχνητά χαρακτηριστικά του διευρυμένου περιβάλλοντος της πόλης έρχεται να ανατρέψει μια προβληματική και μονοσήμαντη σχέση και να διαχειριστεί την ανάγκη δυναμικής αλληλεπίδρασης σύγχρονων αστικών και φυσικών παραμέτρων. Για πολλούς, οι σύγχρονες αναγνώσεις του «τοπίου» συγκροτούν έμμεση κριτική στην ακαμψία των αρχιτεκτονικών συνθετικών διεργασιών να ανταποκριθούν στις επείγουσες ανάγκες της πόλης.

Εικόνες 4 & 5. 'Taking measures across the American landscape', James Corner


Μέσα από τις λειτουργικές διαστρωματώσεις του αστικού εδάφους ευνοείται η ανάπτυξη υποδομών που δεν αφορούν πια μόνο το πυκνοδομημένο αστικό περιβάλλον αλλά ανατρέπουν τις συμβάσεις που σχετίζονται με το όριο μεταξύ της αστικής και φυσικής επιφάνειας.

4. ΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΕΣ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΕΙΣ ΤΟΥ «ΚΗΠΟΥ»
Ο «κήπος» διαχρονικά συμβολίζει το σημείο τομής ανάμεσα στην «φύση» και τον «πολιτισμό». Μέσα από ποικίλες αναφορές στην πρόσφατη θεωρία της αρχιτεκτονικής τοπίου, υποστηρίζεται ότι ο «κήπος» αποτελεί μια συμπυκνωμένη εικόνα του αστικού περιβάλλοντος, προβάλλοντας το ανθρωπογενές περιβάλλον όπως θα θέλαμε να είναι. Τα σύγχρονα αναδυόμενα αστικά τοπία και η νέα πολυπλοκότητα της μεταβιομηχανικής πόλης μεταφέρουν τους «κήπους» στις παρυφές της πόλης, δημιουργώντας νέες χωρικές ενότητες και ζώνες διαλόγου της πόλης με το φυσικό χώρο που την περιβάλλει (Vogt 2006). Όλες οι σύγχρονες προσεγγίσεις της αρχιτεκτονικής τοπίου συνηγορούν στην κριτική των δυναμικών χωρικών συνθέσεων και του πεδίου έντασης που συγκροτείται ανάμεσα στις αφετηρίες της «φύσης» και της «πόλης». Μέσα από την διαδραστική εξάπλωση των λειτουργιών της πόλης ενισχύεται μια νέα πολυστρωματική διείσδυση φυσικών χαρακτηριστικών στις αστικές επιφάνειες. Στο πλαίσιο αυτό, η «φύση» επαναπροσδιορίζεται όχι ως συμβατική διευθέτηση κενών στην πυκνότητα της πόλης αλλά ως αλληλουχία «επαυξημένων» φυσικών πεδίων που επαναπροσδιορίζουν το περιβάλλον της πόλης αποκαθιστώντας λειτουργικές και όχι μόνο συνέχειες.

Με την αναγέννηση του «τοπίου», ο «κήπος» προβάλλεται με χωρική αλλά και εννοιολογική ευρύτητα πλήρως αποενοχοποιημένη από το αρνητικό πρόσημο που φιλοτέχνησε το μοντέρνο κίνημα. Η σύγχρονη πολιτισμική αναθεώρηση δεν αφορά στον «κήπο» ως τόπο με συγκεκριμένα όρια στην πόλη, αλλά ως μέσο διάδοσης νέων αστικών μορφολογιών. Μέσα από τις σύγχρονες κλίμακες διείσδυσης φυσικών στοιχείων στην αστική πυκνότητα οργανώνονται επιστρώσεις που συνθέτουν νέους συνδετικούς ιστούς και εγκολπώνουν ετερογενή αστικά χαρακτηριστικά. Ο «κήπος» σταδιακά μεταλλάσσεται σε λειτουργική επιφάνεια μεγάλης κλίμακας, με ποικίλες μεταβατικές ιδιότητες. Στο πλαίσιο των αναδυόμενων αισθητικών προτύπων αστικού νατουραλισμού, διερευνώνται οι νέες συνθήκες ισορροπίας και τα όρια της εδαφικής, και όχι μόνο, κυριαρχίας φυσικών στοιχείων στην πόλη. Οι νέες πολυστρωματικές επικαλύψεις φυσικών χαρακτηριστικών παρεμβαίνουν καταλυτικά στην πυκνότητα της πόλης και αλλάζουν τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται την «φύση». Η τετριμμένη εμπειρία του λειτουργικού «κήπου» είναι συνδεδεμένη με την κλίμακα των αστικών υποδομών και υπερβαίνει τις ειδικές ποιότητες του τόπου.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Όλα τα παραπάνω καταλήγουν σε ένα παράδοξο συμπέρασμα που σχετίζεται με τις σύγχρονες εννοιολογικές αλλά και συνθετικές αφετηρίες του «κήπου». Πρόκειται για μια δραματική αλλαγή που συντελείται στο επίπεδο των φυσικών και αστικών αναφορών του, την αστική επιδίωξη μιας φυσικής εγγύτητας που εγκαινιάζει νέες κλίμακες πρασίνου στην πόλη. Μέσα από τις κλίμακες αυτές, ο κάτοικος της σύγχρονης πόλης αδυνατεί να αναγνωρίσει τον διευρυμένο πια «κήπο» ως σύνολο, πριν βιώσει τα επιμέρους φυσικά στοιχεία του. Η σύγχρονη μακροσκοπική κλίμακα της «αστικής φύσης» που τον περιβάλλει γίνεται αντιληπτή μόνο αποσπασματικά.

Η αναθεώρηση του «κήπου» από αστικό τόπο αναψυχής και αισθητικής απόλαυσης σε μέσο μετάβασης από αστικά σε περί-αστικά και φυσικά πεδία, κατοπτρίζει τις νέες θεωρήσεις για την πολυπλοκότητα του αστικού περιβάλλοντος. Η συμβολή της «τοπιακής πολεοδομίας» (landscape urbanism) στην αναθεώρηση αυτή εντοπίζεται στην ανάδειξη ενός νέου λεξιλογίου αντιμετώπισης της σύγχρονης συνθετότητας των αστικών επιφανειών, όπου τα συμβατικά όρια μεταξύ του «κήπου» και του αστικού κελύφους διαλύονται.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου