Τρίτη, 16 Ιουνίου 2015

Οι πόλεις ως αποθήκες κεφαλαίων

Η πολυγραφότατη Ολλανδοαμερικανίδα καθηγήτρια Σάσκια Σάσεν.

Σ. Σάσεν: «Οι πόλεις ως αποθήκες κεφαλαίων».
Συνέντευξη στην Ευρυδίκη Μπέρση.Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή ,06.06.2015

Η Σάσκια Σάσεν, οικονομολόγος και καθηγήτρια Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, μελετά την επίδραση της παγκοσμιοποίησης στις κοινωνίες από τις αρχές της δεκαετίας του ’90. Στη συνέντευξή της στην «Κ», η Σάσεν περιγράφει τη δυστοπία των άδειων πολυτελών συγκροτημάτων κατοικιών και γραφείων που ξεπηδούν σε πόλεις-αγαπημένους επενδυτικούς προορισμούς διαλύοντας τον αστικό ιστό και χρησιμεύοντας κυρίως ως αποθήκες κεφαλαίων. Η Ολλανδοαμερικανίδα καθηγήτρια θεωρεί ότι αντίστοιχο μέλλον επιφυλάσσεται και στην Αθήνα.

– Υστερα από πέντε χρόνια λιτότητας και παρά την κυβερνητική αλλαγή, η Ελλάδα συνεχίζει να δέχεται πιέσεις για νέες μειώσεις μισθών και συντάξεων, νέο κύμα απορρύθμισης και ιδιωτικοποιήσεων. Πώς σχολιάζετε αυτή τη στρατηγική «υπέρβασης της κρίσης»;

– Το σχέδιο αυτό βασίζεται σε συνταγές που λειτουργούν για την οικονομία των μεγάλων εταιρειών. Οι δείκτες που χρησιμοποιούν για να ισχυριστούν ότι τα μέτρα λειτουργούν είναι δείκτες ευνοϊκοί από τη σκοπιά των μεγάλων εταιρειών, όχι των μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Η δική μου ερώτηση, όταν φάνηκε προς στιγμήν ότι η Ελλάδα επιστρέφει στην ανάπτυξη, ήταν ποιος ωφελείται από την ανάπτυξη αυτή. Οχι όλοι αυτοί που έχασαν τις δουλειές και τις επιχειρήσεις τους, οι άρρωστοι και οι άστεγοι που αυξάνονται κάθε μέρα. Ευνοούνται οι εταιρικοί επενδυτές.

– Με ποιον τρόπο;

– Υπάρχουν τεράστια εταιρικά και χρηματοπιστωτικά κεφάλαια σήμερα που δεν ξέρουν τι να αγοράσουν, δεδομένων των προβλημάτων των κερδοσκοπικών επενδύσεων, οι οποίες προκάλεσαν τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Θέλουν να αγοράσουν οποιοδήποτε κομμάτι γης και οποιοδήποτε ακίνητο έχει αξία. Η Αθήνα δεν θα βουλιάξει, θα επανακάμψει ως εταιρικό κέντρο, με επενδυτές από τον χώρο της κτηματαγοράς, που θα ανεβάσουν τις περιοχές της Αθήνας που επιθυμούν. Αυτή την τάση τη βλέπουμε σε πολλές πόλεις. Στην έρευνά μου «Σε ποιον ανήκει η πόλη», στην οποία εξετάζω δεδομένα από 100 και πλέον πόλεις, διαπίστωσα ότι, από τα μέσα του 2013 ώς τα μέσα του 2014, πάνω από ένα τρισεκατομμύριο δολάρια επενδύθηκαν για αγορά ακινήτων στις 100 πιο περιζήτητες πόλεις του κόσμου. Αυτό περιλαμβάνει μόνο επενδύσεις σε ακίνητα αξίας αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων, όχι μικρές αγοραπωλησίες, και αφορά μόνο έναν χρόνο. Το ίδιο συνεχίζεται χρόνο με τον χρόνο. Οπως είπα, το φαινόμενο άρχισε το 2008, μετά την κρίση, όταν η αγορά αστικών οικοπέδων έγινε μια από τις καλύτερες επενδύσεις.


– Αυτό δεν ακούγεται και πολύ κακό για τους ιδιοκτήτες αστικών ακινήτων.

– Ο τύπος των επενδύσεων που περιγράφω δεν είναι επωφελής. Δεν αφορά την αναζωογόνηση αστικών περιοχών αλλά τη μετατροπή τους σε εικόνα και ομοίωση των επενδυτών-μεγάλων εταιρειών. Κατασκευή πολυτελών κτιρίων γραφείων, πολυτελών εμπορικών κέντρων, πολυτελών ξενοδοχείων και πολυτελών συγκροτημάτων κατοικιών. Αυτό επαναχαράσσει τον αστικό ιστό, αντικαθιστώντας δρόμους και μικρά πάρκα με μεγάλα έργα, ιδιωτικοποιώντας χώρους που κάποτε ήταν δημόσιοι. Στην Νέα Υόρκη και το Λονδίνο, που είναι οι κύριοι προορισμοί τέτοιου είδους εταιρικών επενδύσεων, συρρικνώνεται ο αστικός δημόσιος χώρος και ιδιωτικοποιείται με όλο και μεγαλύτερες απαγορευμένες ζώνες, στις οποίες δεν μπορεί κανείς να πάει βόλτα. Στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη υπάρχουν όλο και περισσότερα υψηλά κτίρια με πολυτελείς κατοικίες, που είναι άδεια. Αν πας νύχτα, θα δεις φωτισμένο όλο κι όλο ένα διαμέρισμα. Αυτοί που ζουν εκεί παραπονιούνται ότι είναι πολύ δυσάρεστα και ότι δεν νιώθουν ασφάλεια. Η ζωή στην πόλη μάς προστατεύει επειδή οι δρόμοι και τα ασανσέρ έχουν και άλλους ανθρώπους. Κάποιοι όμως χρησιμοποιούν τα αστικά ακίνητα ως αποθήκες χρημάτων.

– Στην Ελλάδα ζούμε μια σύγκρουση δύο νομικών και κανονιστικών πλαισίων. Από τη μια πλευρά έχουμε το Σύνταγμα της χώρας, το οποίο δεν επιτρέπει στο κράτος να επιβάλει δυσανάλογα βάρη στους πολίτες, και από την άλλη έχουμε τους κανόνες της νομισματικής ένωσης και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Μπορείτε να εξηγήσετε τις βαθύτερες τάσεις πίσω από αυτή τη σύγκρουση;

– Θίγετε ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Ολο και περισσότερο, μια σειρά κανόνων που ευνοούν τις μεγάλες επιχειρήσεις ενισχύεται, ενώ οι δικλίδες που προστατεύουν τα δικαιώματα των πολιτών αποδυναμώνονται. Ηδη από τη δεκαετία του 1990 αναρωτιόμουν ποιος κερδίζει περισσότερα δικαιώματα από αυτή την πορεία προς μια παγκόσμια οικονομία των εταιρειών. Και η απάντησή μου από τότε ήταν: κερδίζουν δικαιώματα οι παγκόσμιες εταιρείες και χάνουν οι πολίτες. Ενα παράδειγμα στο οποίο αυτό φαίνεται συγκεκριμένα είναι οι νέες εμπορικές συμφωνίες.

Τώρα μέσα σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο, τα όσα συνέβησαν στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία είναι σημαντικά γιατί δείχνουν πώς αυτή η εταιρική υφαρπαγή δικαιωμάτων επηρεάζει καταστροφικά μια ολόκληρη κοινωνία. Η Ελλάδα μάς δείχνει πόσο μακριά είναι διατεθειμένοι να φτάσουν οι μεσάζοντες -η EKT, το ΔΝΤ, o κ. Σόιμπλε- ώστε να επιβάλουν αυτή την ακραία λογική. Τα δεδομένα που δείχνουν ότι ο κόσμος υποφέρει, το γεγονός ότι η οικονομία δεν βελτιώνεται, όλα τα στοιχεία είναι αδιάφορα. Εχουν ασπαστεί την εταιρική λογική και πολεμούν για να την επιβάλουν. Αυτό το είδαμε σε προηγούμενες περιόδους στις ΗΠΑ, όταν επιβλήθηκε για πρώτη φορά αυτή η εταιρική λογική. Παρά τις τεράστιες απώλειες, το μοναδικό ζητούμενο ήταν η επικράτησή της. Δεν είναι τρέλα, είναι ορθολογισμός. Είναι εφικτό να εφευρεθεί μια οικονομία από την αρχή, γεννώντας πολύ μεγάλο πλούτο για το πλουσιότερο 20% και οδηγώντας στη φτώχεια τους υπόλοιπους. Γι’ αυτό μιλάω στο βιβλίο μου για «εξοβελισμούς» (Expulsions). Είναι κάτι που ξεπερνά την έννοια της ανισότητας, είναι η δράση αρπακτικών σχηματισμών.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου