Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Προσεγγίζοντας τη λειτουργία του αστικού χώρου με γνώμονα τις τοπικές παραμέτρους: Συγκριτική Μελέτη μεταξύ Λάρισας και Nottingham

#ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, Τμήμα Αγρονόμων και Τοπογράφων Μηχανικών Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο

Η μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς και η διερεύνηση των αιτιών που οδηγούν σε αυτή καθίστανται αναγκαίες για την καλύτερη κατανόηση της λειτουργίας του αστικού χώρου, γεγονός που σχετίζεται με την αναζήτηση της κατάλληλης μορφής του. 
Ένας από τους σημαντικότερους αστικούς συντελεστές είναι η αστική πλατεία. Η παραγωγή «επιτυχημένων» αστικών πλατειών αποτελεί, άλλωστε, κρίσιμη παράμετρο και η αναπαραγωγή επιτυχημένων παραδειγμάτων δε συνίσταται ως η καλύτερη πρακτική, πάντοτε, δεδομένων των ιδιαιτεροτήτων των χρηστών που αποτελεί απόρροια κοινωνικών, πολιτισμικών και γεωγραφικών χαρακτηριστικών.

Προς αξιολόγηση της παραπάνω υπόθεσης, η παρούσα ερευνητική εργασία εστιάζει στη συγκριτική μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, εντός του χώρου της αστικής πλατείας, σε πόλεις μεσαίου μεγέθους σε Ελλάδα και Ηνωμένο Βασίλειο. Βασικό ερευνητικό ερώτημα που διερευνήθηκε ήταν ο τρόπος χρήσης των πλατειών σε δύο ενδεικτικές πόλεις μεσαίου μεγέθους στις παραπάνω χώρες και οι αιτίες που τον προκαλούν. 
Οι πόλεις που επιλέχτηκαν ως συγκριτική μελέτη περίπτωσης είναι η Λάρισα και το Nottingham και η επιλογή τους στηρίζεται, αφενός, στα κοινά χαρακτηριστικά αυτών των πόλεων, όπως το μέγεθός τους, και, αφετέρου, στην πιθανότητα ανίχνευσης των διαφοροποιήσεων στον τρόπο λειτουργίας των πλατειών τους, λόγω των πολιτισμικών και ιστορικών ιδιαιτεροτήτων και των διαφορετικών καιρικών συνθηκών.
Η μεθοδολογική προσέγγιση εστίασε στην αξιοποίηση της θεωρητικής γνώσης που προέκυψε από επισταμένη βιβλιογραφική επισκόπηση και στην ανάλυση ποιοτικών πρωτογενών στοιχείων που προήλθαν από έρευνα πεδίου. Το πόρισμα της μελέτης αποτυπώνει μια παρόμοια λειτουργία των πλατειών και στις δύο πόλεις, υπογραμμίζοντας πως η αιτία λειτουργίας τους είναι οι ανθρώπινες κοινωνικές ανάγκες, οι οποίες δεν εξαρτώνται από γεωγραφικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές παραμέτρους. Έτσι, η μεταγραφή «καλών πρακτικών» από το εξωτερικό και η αξιοποίηση ξενικών στοιχείων μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να είναι μια ρεαλιστική επιλογή των μελετητών του αστικού χώρου.

1. Εισαγωγή
«Όλες οι ανθρώπινες πράξεις έχουν ως αίτιο ένα από τα εξής επτά: τύχη, φύση, παρόρμηση, συνήθεια, λογική, πάθος, πόθο».Αριστοτέλης

Η διερεύνηση χωρικών ζητημάτων και, ιδιαίτερα, στην κλίμακα της πόλης και του αστικού δημόσιου χώρου δε νοείται χωρίς την εξέταση της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Webb, 1990) που, κατά τον Αριστοτέλη, διαπλάθεται από τα παραπάνω κίνητρα. Παρότι τα επτά αίτια αυτά είναι κοινά σε όλους τους ανθρώπους, ο τρόπος και ο βαθμός στον οποίο εκδηλώνονται φαίνεται πως ποικίλει, γεγονός που μερικώς οφείλεται σε ιδιαιτερότητες, τοπικές, πολιτισμικές και ιδεολογικές. Ο Moughtin (2003), μάλιστα, υποστηρίζει πως οι παραδόσιακές και πολιτισμικές αξίες είναι αυτές που αναπτύσσουν ιδιαίτερες συνήθειες και σε συνδυασμό με κλιματικούς παράγοντες συμβάλλουν στην ανάπτυξη συγκεκριμένης τυπολογίας δημόσιου αστικού χώρου και για το λόγο αυτό, ο κάθε χώρος οφείλει να σέβεται τις παραπάνω ιδιαιτερότητες. Και ενώ τα παραπάνω έχουν μια εμπειρική και συλλογιστική βάση, η σύγχρονη πρακτική μεταφοράς «επιτυχημένων» παραδειγμάτων (καλών πρακτικών) ανά τον κόσμο κερδίζει συνεχώς έδαφος, στο μεταμοντέρνο πλαίσιο των πόλεων που, με βάση τις αρχές του καπιταλισμού, ανταγωνίζονται με σκοπό την προσέλκυση κεφαλαίου (Gospodini, 2002).

Με δεδομένη αυτήν την αντίφαση, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί ποια από τις δύο πρακτικές αποτελεί την επιστημονικά ορθότερη επιλογή. Αυτό το δίλλημα αποτέλεσε αφορμή για τη διεξαγωγή της παρούσας ερευνητικής εργασίας, που εστιάζει στο δημόσιο χώρο της (αστικής) πλατείας σε μεσαίου μεγέθους πόλεις και συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο αυτές λειτουργούν σε δύο χώρες: την Ελλάδα και το Ηνωμένο Βασίλειο (ΗΒ). Η συγκριτική μελέτη μεταξύ αστικών πλατειών δύο χωρών του ευρωπαϊκού βορρά και νότου αποτελεί καινοτόμο στοιχείο μιας που οι περισσότερες αντίστοιχες ερευνητικές εργασίες εστιάζουν είτε: (α) στην ενδελεχή εξέταση αστικών χώρων συγκεκριμένης πόλης ή πόλεων της ίδιας χώρας, είτε (β) στη συνοπτική παρουσίαση και επιφανειακή σύγκριση διαφόρων αστικών χώρων ως προς κάποιο στοιχείο και όχι συνολικά. Το πόρισμα της έρευνας σχετικά με παρόμοιο ή όχι τρόπο λειτουργίας του αστικού χώρου μπορεί να αιτιολογήσει κατά πόσο είναι δυνατή η μεταφορά καλών πρακτικών από χώρες με έντονες διαφοροποίησεις, όπως οι συγκρινόμενες.

Οι πόλεις που επιλέχθηκαν από τις δύο χώρες είναι η Λάρισα στην Ελλάδα και το Nottingham στο ΗΒ, δεδομένων των πληθυσμιακών και μορφολογικών ομοιοτήτων τους και της κέντρο βάρους γεωγραφικής θέσης στο δίκτυο των πόλεων της κάθε χώρας. Η έρευνα περιελάμβανε τέσσερα στάδια: (α) τη βιβλιογραφική επισκόπηση για θεωρητικά ζητήματα ως προς το σχεδιασμό και τη λειτουργία των πλατειών (Ενότητα 2) και τη διερεύνηση μεθοδολογικών εργαλείων (Ενότητα 3), (β) την ιστορική και πολιτισμική θεώρηση των δύο πόλεων που συνέβαλε στην επιλογή συγκεκριμένων πλατειών για μελέτη, (γ) την ανάλυση και κατανόηση των πλατειών (Ενότητα 4) και (δ) τη διατύπωση συγκριτικών συμπερασμάτων που επιτρέπουν στην απάντηση του ερευνητικού ερωτήματος (Ενότητα 5).

2. Θεωρητικό Πλαίσιο
Η πλατεία θεωρείται ένα από τα κύρια συστατικά της πόλης μιας που γίνεται αντιληπτή ως η σκηνή που διαδραματίζεται το έργο της αστικής ζωής. Αυτός είναι ο λόγος που η πλατεία χαρακτηρίζεται από την αίσθηση της κεντρικότητας γεγονός που δεν είναι αποτέλεσμα, μόνο, της μορφολογικής και γεωμετρικής διάταξής της, που αποτελούν τα βασικά στοιχεία ορισμού της (Sitte, 1945, Moughtin, 2003, Carmona, 2003 και Corbett, 2004). Κυρίαρχος λόγος είναι ο δημόσιος χαρακτήρας της πλατείας (Webb, 1990, Cohen, 2001 και Childs, 2004) και η ζωτικότητα των όμορων, σε αυτή, χρήσεων γης που, συνήθως, είναι δημοσίου χαρακτήρα και ιδιαίτερου κοινωνικού ενδιαφέροντος (Moughtin, 2003).

Η επιχειρηματολογία αυτή τεκμηριώνεται από το γεγονός πως πολλές πλατείες σχηματοποιήθηκαν στον αστικό ιστό, σε σχέση με το κτισμένο δυναμικό, για την εξυπηρέτηση εμπορικών, πολιτικών, πολιτισμικών και θρησκευτικών αναγκών. Μάλιστα, παρότι ορισμένοι ερευνητές (Σαρηγιάννης, 1999 και Loukaitou-Sideris & Banerjee, 1998) κάνουν λόγο για την παρακμή του δημόσιου χώρου στις μέρες μας, υπάρχουν μελετητές (Whyte, 1980 και Kelbaugh, 1997 σε Carmona, 2003) που υποστηρίζουν πως οι ανάγκες αυτές είναι ίδιες ακόμη και σήμερα και έτσι οι πλατείες εξυπηρετούν παρόμοιες λειτουργίες. Στην άποψη αυτή συγκλίνουν οι Gehl & Gemz0e (2003) τονίζοντας πως η βασική ιδέα σχηματισμού των πλατειών είναι η αναντικατάστατη λειτουργία τους ως κόμβους επικοινωνίας, ως βαλβίδες ανάμιξης και διάδρασης των πολιτών (Garvin, 1997), παρότι οι επιμέρους λειτουργίες μπορεί να διαφοροποιούνται ανά χρονική περίοδο.

Η διερεύνηση των επιμέρους λειτουργιών των πλατειών είναι σημαντική, δεδομένου του γεγονότος πως αποτελεί παράγοντα χωρικής οργάνωσης του αστικού χώρου (Moughtin, 2003 και Merleau-Ponty, 1962). Κατ' άλλους (Ghel, 2006, Στεφάνου & Στεφάνου, 1999 και Κυριακίδης & Σιόλας, 2014), η διερεύνηση του συγκεκριμένου ζητήματος έγκειται στο γεγονός πως οι επιμέρους λειτουργίες αποτελούν απόροια της μορφολογίας του αστικού χώρου, ο οποίος επηρεάζει τις αισθήσεις, τη ψυχολογία και το χαρακτήρα των ανθρώπων. Ανεξαρτήτως οπτικής, η σχέση μορφολογίας και λειτουργίας είναι δεδομένη και για το λόγο αυτό, αρκετές κατηγοριοποιήσεις συνηθίζεται να γίνονται με βάση το συνδυασμό των δύο αυτών παραγόντων, όπως αυτή του Zucker (πρβλ σε Michael, 1968) ο οποίος παρουσιάζει πέντε (5) τύπους πλατειών με βάση τη μορφολογική τους διάταξη και τις παρατηρούμενες κιναισθητικές σχέσεις.
Τα παραπάνω ζητήματα οριοθετούν το θεωρητικό πλαίσιο το οποίο αξιοποιείται για τη διενέργεια της παρούσας εργασίας. Ζητήματα κεντρικότητας, μορφολογίας και λειτουργίας αποτελούν το βασικό κορμό της μελέτης τόσο στην πόλη της Λάρισας όσο και στην πόλη του Nottingham, με βάση το μεθοδολογικό πλαίσιο που παρουσιάζεται στην επόμενη ενότητα.

3. Μεθοδολογική Προσέγγιση
Η ερευνητική διερεύνηση του θέματος (Ιούνιος-Αύγουστος 2011) πραγματοποιήθηκε μέσα από τη συγκριτική εξέταση μελετών περίπτωσης που στηρίχτηκε στη συγκέντρωση και αξιολόγηση ποιοτικών δεδομένων, κατ' αναλογία πρόσφατων αντίστοιχων μελετών (Whyte, 1980, Travlou, 2007, Mehta, 2009 και Sepe, 2009). Οι δύο διακριτές ενότητες της έρευνας περιλαμβάνουν τη βιβλιογραφική επισκόπηση και την έρευνα πεδίου. Η τελευταία περιελάμβανε τη διενέργεια συνεντεύξεων και την παρατήρηση, δύο μεθόδων που χρησιμοποιήθηκαν από σημαντικούς ερευνητές όπως οι Lynh (1960), Whyte (1980) και Wilson and Anderson (σε LeGates, 2011). Ο λόγος που η έρευνα στηρίχτηκε σε μεγάλο βαθμό σε αυτές τις μεθόδους έγκειται στο γεγονός πως μέσω των συνεντεύξεων διευκολύνεται, ανεξαρτήτως πολυπλοκότητας καταστάσεων, η διατύπωση αντικειμενικής γνώμης (LeGates, 2011) που επιβεβαιώνεται από την παρατήρηση της καθημερινής ζωής και της κοινωνικής συμπεριφοράς (Jorgensen, 1989, Mehta, 2009, Ranjit, 2011).

Ως προς την παρατήρηση, αξιοποιήθηκε τόσο η μέθοδος της συμμετοχικής (participant observation) όσο και της μη-συμμετοχικής παρατήρησης (non-participant observation). Σε πρώτη φάση πραγματοποιήθηκε συμμετοχική παρατήρηση σε συνδυασμό με την τήρηση ημερολογίου όπου σημειώνονται παρατηρήσεις στο πλαίσιο ενός ωριαίου προγράμματος. Σε δεύτερη φάση, πραγματοποιήθηκε μη-συμμετοχική παρατήρηση, που συνδυάστηκε με φωτογράφηση συγκεκριμένων περιοχών των πλατειών, ανά 15 λεπτά. Η παρατήρηση λάμβανε χώρα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο κατά τη διάρκεια της ημέρας και συγκεκριμένα μεταξύ: 8.00-10.00 π.μ., 12.00 - 15.00 μ.μ., 17.00-19.00 μ.μ. και 21.00-23.00 μ.μ. έτσι ώστε να είναι δυνατή η σύγκριση μεταξύ των πλατειών στις δύο πόλεις.
(Matos-Wunderlich, 2011) ώστε να προκύψουν απαντήσεις που να ικανοποιούν κυρίως το «γιατί» οι χρήστες βρίσκονται στις πλατείες και όχι τόσο στο «πως», «πότε», «που» και «από ποιους» χρησιμοποιείται ο αστικός χώρος, γεγονός που προκύπτει εύκολα από την παρατήρηση (Mehta, 2009). Ο συνολικός αριθμός των συνεντευξιαζομένων ήταν 47 άτομα (21 συμμετέχοντες στη Λάρισα και 26 στο Nottingham), σε σύνολο 64 που ερωτήθηκαν. Η διάρκεια της κάθε συνέντευξης κυμαινόταν, στην πλειονότητά τους μεταξύ 2-3 λεπτών, ενώ μερικές άγγιξαν και τα 15 λεπτά. Αξίζει να σημειωθεί πως ένα μέρος αυτών ηχογραφήθηκε με τη συγκατάθεση των συνεντευξιαζομένων, ενώ σε άλλες περιπτώσεις χρησιμοποιήθηκε η τήρηση σημειώσεων.
Τέλος, βασικό μεθοδολογικό εργαλείο για την παρουσίαση των συλλεχθέντων στοιχείων και την εξαγωγή συμπερασμάτων κατέστη η χαρτογράφηση, που πραγματοποιήθηκε με τη χρήση των λογισμικών AutoCad και Adobe Photoshop.

4. Ερευνητική Διαδικασία: Ευρήματα και Παρατηρήσεις 4.1 Επιλογή Περιοχών Μελέτης (ΠΜ)
Οι πόλεις που επιλέχθηκαν ως μελέτες περίπτωσης ήταν η Λάρισα στην Ελλάδα και το Nottingham στο ΗΒ, δεδομένων των πληθυσμιακών και μορφολογικών ομοιοτήτων τους και της κεντροβαρούς γεωγραφικής θέσης στο δίκτυο των πόλεων της κάθε χώρας. Με μακραίωνη ιστορία και παρόμοια πληθυσμιακά μεγέθη, οι δύο πόλεις παρουσιάζουν έντονη αστική ζωή με επίκεντρο τις κεντρικές πλατείες τους. Με γνώμονα τόσο την ιστορικότητα και την κεντρικότητά τους όσο και τη λειτουργική ένταση και το μέγεθός τους, επιλέχθηκαν τρεις πλατείες του ιστορικού και εμπορικού κέντρου για την κάθε πόλη και συγκεκριμένα: (α) η Πλατεία Σάπκα (Κεντρική Πλατεία), η Πλατεία Εθνάρχου Μακαρίου (Πλατεία Ταχυδρομείου) και η Πλατεία Λαμπρούλη (Πλατεία Φρουρίου) στη Λάρισα και (β) η Πλατεία της Παλιάς Αγοράς (Old Market Sq.), η Πλατεία της Αγίας Τριάδος (Trinity Sq.) και η Πλατεία του Αγίου Πέτρου (St. Peter's Sq.) στο Nottingham.
4.2 Πορίσματα για τη χρήση των πλατειών στη Λάρισα
Η Λάρισα αποτελεί μια μεγάλη ελληνική πόλη με πραγματικό πληθυσμό 143.848 κατοίκων (Απογραφή 2011) που παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική στο σύνολο των παραγωγικών τομέων, με έμφαση, ωστόσο, στον πρωτογενή τομέα. Στην ελληνική επικράτεια αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα πόλης με έντονη αστική ζωή κατά το μεγαλύτερο μέρος του εικοσιτεραώρου, γεγονός που, ενδεχομένως, αιτιολογείται από τη νεανικότητα του πληθυσμού της (Δ.Λαρισαίων, 2011) και το υψηλό ποσοστό ενεργών ατόμων και απασχολουμένων (Δ.Λαρισαίων, 2015).

Πράγματι, οι μελετώμενες πλατείες παρουσιάζουν μεγάλο αριθμό χρηστών, καθημερινά. Ωστόσο, η πλατεία που είναι περισσότερες ώρες πιο ζωντανή είναι η Πλατεία Ταχυδρομείου, με μεγάλο αριθμό χρηστών τόσο κατά τη διάρκεια της ημέρας όσο και της νύχτας. Η Κεντρική Πλατεία αποτελεί χώρο ιδιαίτερα ζωντανό κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώ συμπληρωματικά φαίνεται να λειτουργεί η Πλατεία Λαμπρούλη, με εντονότερη ζωή κατά τις απογευματινές και νυχτερινές ώρες. Η παραπάνω παρατήρηση σχετίζεται με το ζήτημα της ηλικιακής διαφοροποίησης των χρηστών των μελετώμενων πλατειών, γεγονός αναμενόμενο, μιας που οι χρήστες του αστικού χώρου επιδιώκουν την κοινωνικοποίηση με άτομα παρόμοιων ηλικιακών ομάδων, όπως παρατηρεί η Travlou (2007). 


Πράγματι, η Κεντρική Πλατεία παρουσιάζει τάσεις για συγκέντρωση ηλικιωμένων ατόμων (Εικόνες 2α,γ,δ και Εικόνα 6), κατά το πλείστον, σε αντίθεση με τις Πλατείες Ταχυδρομείου και Λαμπρούλη (Εικόνα 3) όπου ο μέσος όρος ηλικίας είναι μικρότερος. Βέβαια, ακόμη και στο εσωτερικό των πλατειών παρατηρήθηκε ηλικιακή διαφοροποίηση που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα αυστηρή.

Άλλη μια σχετική παρατήρηση έγκειται στην αναλογία του φύλου των χρηστών των πλατειών. Η παρατήρηση κατέδειξε πως στις Πλατείες Ταχυδρομείου και Λαμπρούλη η παρουσία των γυναικών είναι εντονότερη, σε σχέση με την Κεντρική Πλατεία. Κατά το Whyte (1980) μια τέτοια παρατήρηση αποτελεί δείκτη της ποιότητας του αστικού χώρου, δεδομένης της τάσης του γυναικείου πληθυσμού να χρησιμοποιεί περισσότερο χώρους με έντονο αίσθημα ασφάλειας και ελευθερίας που ανταποκρίνονται στις ανάγκες και τις προσδοκίες τους. Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό είναι σχετικό και όχι απόλυτο μιας που η φυλετική κατανομή μπορεί σε μεγάλο βαθμό να σχετίζεται με τις όμορες χρήσεις γης, όπως διαφάνηκε σε ορισμένες συνεντεύξεις. Αντίστοιχο δείκτη αποτελεί και ο αριθμός των ζευγαριών που στην περίπτωση της Λάρισας συγκλίνει στο πρότυπο που περιγράφηκε για την αναλογία του φύλου των χρηστών.

Η έννοια της λειτουργίας των πλατειών σχετίζεται τόσο με τις καθημερινές όσο και με τις περιστασιακές δραστηριότητες που λαμβάνουν χώρα σε αυτές. Σύνηθες πλεονέκτημα αποδίδεται, συνήθως, στις πρώτες, λόγω συχνότητας. Στη γνώμη αυτή συγκλίνει και ο Gehl (2006) ο οποίος σημειώνει πως σε αυτές οι δραστηριότητες πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση γιατί αποτελούν καίρια παράμετρο για τη βελτίωση των σύγχρονων πόλεων. Η καθημερινή χρήση των Πλατειών Ταχυδρομείου και Λαμπρούλη εστιάζει σε δραστηριότητες αναψυχής και ειδικότερα στην κοινωνικοποίηση στο δημόσιο χώρο και στις καφετέριες (Εικόνα 3), που αποτελούν μετεξέλιξη του «αστικού καφενείου». Τόσο η παρατήρηση όσο και οι συνεντέυξεις υποστήριξαν πως κομβικό σημείο χρήσεις των πλατειών είναι η αξιοποίησή τους ως σημεία συνάντησης και διεξαγωγής συζητήσεων και σχολιασμού της καθημερινότητας, αλλά και παρατήρησης ατόμων που άλλου φύλλου και την ανάπτυξη κοινωνικών σχέσεων. Είναι χαρακτηριστικό, βέβαια, πως ενώ στην Πλατεία Ταχυδρομείου η χρήση της πλατείας επηρρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από τις χρήσεις των περιβαλλόντων κτιρίων (Εικόνα 3α), στην περίπτωση της Πλατείας Λαμπρούλη παρουσιάζεται μια σχετική ανεξαρτητοποίηση παρά τον παρόμοιο χαρακτήρα δραστηριοτήτων. Το μεγαλύτερο μέρος των χρηστών χρησιμοποιεί αντικείμενα του αστικού χώρου (παγκάκια, πεζούλια) (Εικόνες 3ε-η) και όχι χώρο των όμορων κατασημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος. Το γεγονός αυτό φαίνεται να σχετίζεται με τη μνημειακότητα του τοπίου της Πλατείας Λαμπρούλη αλλά και το μέσο όρο ηλικίας των χρηστών της.

Αντιθετικά με τις προηγούμενες, η Κεντρική Πλατεία παρουσιάζει χαρακτηριστικά μιας πολύ-λειτουργικής πλατείας (πρβλ σε Michael, 1968) με κεντρικό ρόλο (πρβλ σε Gehl & Gemz0e, 2003) γιατί: (α) λειτουργεί ως συγκοινωνιακός και κοινωνικός κόμβος, ενώ η χρήση είναι τόσο (β) ανεξάρτηση όσο και (γ) εξαρτώμενη από τις χρήσεις των όμορων κτιρίων. Παρότι το βασικό κίνητρο των χρηστών είναι και στην περίπτωση αυτή η κοινωνική συναναστροφή και η χαλάρωση, ωστόσο, παρουσιάζει χαρακτηριστικά κινητικότητας σε σχέση με τις άλλες δύο πλατείες. Κυρίαρχες δραστηριότητες είναι οι μικρής διάρκειας συζητήσεις που γίνονται συνήθως σε όρθια στάση (Εικόνες 2β-γ) ή σε παγκάκια παραπλέυρως (Εικόνα 6), κυρίως, της κεντρικής ροής της πλατείας και το περπάτημα στην περιφέρειά της.

Αναφορικά με τις έκτακτες δραστηριότητες, η Κεντρική Πλατεία αποτελεί το χώρο με την πιο έντονη δραστηριότητα με πολιτικές (Εικόνα 2ε), πολιτιστικές (Εικόνα 2στ-ζ) και θρησκευτικές (Εικόνα 2η) εκδηλώσεις να λαμβάνουν χώρα ιδιαίτερα συχνά κατά τη διάρκεια του χρόνου. Παρόμοια αξιολογούν οι συνεντευξιαζόμενοι, αλλά σε μικρότερη ένταση, την Πλατεία ταχυδρομείου, ενώ λόγω του χρονικού προτύπου (time pattern) λειτουργίας της, η Πλατεία Λαμπρούλη συγκεντρώνει συνηθέστερα πολιτιστικές εκδηλώσεις κατά τις νυχτερινές ώρες (Εικόνα 3) και μόνο κατά τους θερινούς μήνες.

4.3 Πορίσματα για τη χρήση των πλατειών στο Nottingham
Το Nottingham αποτελεί μια μεγάλη πόλη του ΗΒ με πληθυσμό που ανέρχεται σε 305,680 κατοίκους (Απογραφή 2011) (NCCa, 2015) η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερη δυναμική στο σύνολο των παραγωγικών τομέων, με έμφαση, στο εμπόριο και τον τριτογενή τομέα (NBS, 2012). Συγκριτικά με λοιπές βρετανικές πόλεις αποτελεί ένα αστικό κέντρο με έντονη αστική ζωή, δεδομένης της νεανικότητας του πληθυσμού (NCCb, 2015), όπως και η Λάρισα. Σε αντίθεση, όμως, με τη συμπληρωματική λειτουργία των πλατειών στη Λάρισα, η έρευνα πεδίου κατέδειξε μια πόλωση γύρω από την Old Market Sq.

Η έντονη λειτουργία της εν λόγω πλατείας καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας δίνει την αίσθηση πως οι άλλες δύο πλατείες λειτουργούν υποστηρικτικά της Old Market Sq. και πως, ενδεχομένως, οι καταβολές σχεδιασμού τους έγκειντο σε λόγους υγιεινής ή αισθητικής σχεδιαστικής πρακτικής.
Η κεντρικότητα της Old Market Sq. αποτελεί αιτία απουσίας έντονης ηλικιακής διαφοροποίησης στις πλατείες.

Ο ηλικιακός διαχωρισμός είναι μικρής έντασης και σχετίζεται με την επιλογή διαφορετικών σημείων της Old Market Sq. από διαφορετικές ηλικιακές ομάδες που επιδιώκουν τη συναναστροφή των συνομιλήκων τους (Travlou, 2007).

Ως προς τους κοινωνικούς δείκτες, αξίζει να σημειωθεί πως η αναλογία των δύο φύλων κυμαίνεται σε παρόμοια επίπεδα στην Old Market Sq. ενώ η μη εκτεταμένη χρήση των Trinity Sq. και St.ν Peter's   Sq., ν εξαίρεση τονδιερχόμενο κοινό, δεν επιτρέπει την κομβικά σημεία που λειτουργούν, επίσης, ως χώροι στάσης για εξαγωγή αντίστοιχων ασφαλών συμπερασμάτων. Ωστόσο, παρατηρήθηκε μεγάλος αριθμός ζευγαριών, γεγονός που, όπως σημειώθηκε στην Ενότητα 4.2., αποτελεί δείκτη ασφαλούς χώρου με δυνατότητα ελεύθερης έκφρασης. Η παρουσία, επίσης, πολλών μεμονωμένων ατόμων αποτελεί έναν ακόμη δείκτη κοινωνικότητας, αποδεικνύοντας πως η συγκεκριμένη πλατεία λειτουργεί ως επιλεγόμενο σημείο συνάντησης (Whyte, 1980).
Η κοινωνικοποίηση, όμως, δεν αποτελεί μοναδικό κίνητρο για τους χρήστες των πλατειών του Nottingham. Λόγω του τρόπου ζωής, των συνηθειών και του θεσμοθετημένου ωραρίου των εργαζομένων, η χαλάρωση (Εικόνα 4α) αποτελούσε τη δημοφιλέστερη αιτία επίσκεψης των χρηστών στο χώρο. Η έρευνα με τις συνεντεύξεις κατέδειξε πως το ιδιαίτερο τοπίο της Old Market Sq. την καθιστά κατάλληλο χώρο για ολιγόλεπτη στάση και ξεκούραση (Εικόνα 6). Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και από την παρατήρηση των καθημερινών λειτουργιών που περιλαμβάνει τόσο την κοινωνικοποίηση (τυχαίες ή προγραμματισμένες συναντήσεις, συζητήσεις σε όρθια ή καθιστή στάση στα αντικείμενα του αστικού χώρου, ολιγόλεπτες στάσεις για φαγητό, κατά ομάδες) όσο και την μεμονωμένη δραστηριότητα ατόμων (ξεκούραση, παρατήρηση άλλων ατόμων, ολιγόλεπτες στάσεις για φαγητό, ατομικά) (Εικόνα 4). Σημαντικό είναι το γεγονός πως μια από τις δημοφιλέστερες δραστηριότητες της πλατείας είναι η παρατήρηση ανθρώπων (people [boy/girl] watching) (Whyte, 1980). Η έρευνα κατέδειξε πως η δραστηριότητα αυτή, η μέση διάρκεια της οποίας δε ξεπερνά τα 30 λεπτά, είναι πιο δημοφιλής στις περιπτώσεις μεμονωμένων ατόμων τα οποία με τον τρόπο αυτό επιδιώκουν, περισσότερο, μια άτυπη κοινωνική ένταξη παρά μια σεξουαλική κοινωνικοποίηση.

Αντίστοιχες, αλλά μικρότερης έντασης, είναι οι παρατηρήσεις στην St. Peter's Sq. όπου πέραν των διερχομένων, η πλατεία λειτουργεί ως κοινωνικός κόμβος και σημείο στάσης για ξεκούραση και φαγητό κατά τις μεσημβρινές ώρες. Σύντομες στάσεις (10 λεπτών, περίπου) για φαγητό παρατηρήθηκαν κατά τις μεσημβρινές ώρες και στην Trinity Sq. Οι χρήστες του χώρου χρησιμοποιούσαν, μεμονωμένα συνήθως, τα αντικείμενα της πλατείας (πεζούλια) (Εικόνα 5) αποκλειστικά για την εξυπηρέτηση της συγκεκριμένης ανάγκης και στην πορεία αποχωρούσαν από αυτήν κατευθυνόμενοι, πιθανότατα, προς το χώρο εργασίας τους. Η έρευνα κατέδειξε πως η συγκεκριμένη πλατεία απευθύνεται σε περισσότερο εσωστρεφή άτομα κατά τη διάρκεια της ημέρας ενώ αντιθετικά λειτουργούσε τη νύχτα μιας που λόγω των όμορων καταστημάτων υγειονομικού ενδιαφέροντος παρουσίαζε διαφορετικό χρονικό πρότυπο λειτουργίας. Άμεσης εξάρτησης από τα όμορα καταστήματα είναι η χρήση της St. Peter's Sq., επιβεβαιώνοντας την παρατήρηση των Oc και Tiesdell (1997) για τη σχέση των εμπορικών χρήσεων με τη ζωή στον αστικό χώρο.
Αντιθετικά με τις προηγούμενες, η Old Market Sq. παρουσιάζει, πέραν του κεντρικού ρόλου της (πρβλ σε Gehl, 2006), χαρακτηριστικά μιας πολύ-λειτουργικής πλατείας (πρβλ σε Michael, 1968) παρουσιάζοντας τόσο εξάρτηση όσο και ανεξαρτησία στη λειτουργία της σε σχέση με τις όμορες χρήσεις.
Ως προς τις έκτακτες περιοδικές δραστηριότητες, σχεδόν το σύνολό τους παρουσιάζεται στην Old Market Sq. Οι περισσότερες από αυτές σχετίζονται με την αναψυχή (Εικόνα 4) ενώ είναι χαρακτηριστικός ο πολιτικός ρόλος της, όπως προκύπτει από τις συνεντεύξεις και την αποδελτίωση του τοπικού τύπου. Μάλιστα, είναι χαρακτηριστική η άτυπη οριοθέτηση σημείου της πλατείας ως «Η Γωνία του Ομιλητή» (The Speaker's Corner) (BBC, 2009) (Εικόνα 4στ) όπου λαμβάνουν χώρα οι περισσότερες καμπάνιες ενημέρωσης και πολιτικής έκφρασης.


4.4 Συγκριτική μελέτη των πλατειών της Λάρισας και του Nottingham

Τα πορίσματα στην έρευνα που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα και το Nottingham ήταν άμεσα συγκρίσιμα και μια σύνοψη παρουσιάζεται παρακάτω:

Η έφκραση κεντρικότητας αποτελεί δεδομένο και στις δύο πόλεις. Ωστόσο, αποτυπώνεται διαφορετικά με την Old Market Sq. να προσωποποιείται το κέντρο του Nottingham σε αντίθεση με τη Λάρισα όπου η Κεντρική Πλατεία φαίνεται να λειτουργεί στη λογική του διπόλου με την Πλατεία Ταχυδρομείου, δίνοντας την αίσθηση πως οι δύο πλατείες είναι «ομαδοποιημένες».
Λόγω της ιδιαίτερης πόλωσης της Old Market Sq. στο Nottingham, η σημασία των άλλων δύο πλατειών είναι εξασθενημένη. Στη Λάρισα, όπου η πόλωση δεν είναι τόσο έντονη, η σημασία των μελετώμενων πλατειών δεν υποβαθμίζεται. Ωστόσο, αυτή είναι η αιτία όπου στο Nottingham δεν παρατηρείται, ιδιαίτερα, ηλικιακός διαχωρισμός στο χώρο σε αντίθεση με τη Λάρισα όπου το φαινόμενο είναι εντονότερο.
Και στις δύο πόλεις, οι δύο πλατείες είναι περισσότερο ζωντανές κατά τη διάρκεια της ημέρας και μια κατά τις νυχτερινές ώρες. Ωστόσο, η νυχτερινή ζωτικότητα της Trinity Sq. στηρίζεται στα όμορα καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος σε αντίθεση με την Πλατεία Λαμπρούλη όπου η λειτουργία της πλατείας είναι, σε μεγάλο βαθμό, ανεξάρτητη των όμορων χρήσεων. Απόρροια του εν λόγω γεγονότος είναι και η μεγαλύτερη διάρκεια λειτουργίας της Πλατείας Λαμπρούλη έναντι της Trinity Sq. Πάντως, η συγκεκριμένη παρατήρηση σχετίζεται και με τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των χρηστών.
Στις πλατείες του Nottingham παρουσιάζεται μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης σε σχέση με αυτές στη Λάρισα. Ωστόσο, στην περίπτωση έκφρασης των ζευγαριών (φλερτ), η έρευνα κατέδειξε πως ήταν εντονότερη στις πλατείες της Λάρισας σε σχέση με αυτές του Nottingham.
Και στις δύο πόλεις, σημαντικότερο κίνητο για τη χρήση του δημόσιου αστικού χώρου είναι τα κοινωνικά κριτήρια (κοινωνική συναναστροφή, κυρίως με συνομιλήκους, σεξουαλική κοινωνικοποίηση, κλπ). Παρά ταύτα, και το τοπίο φαίνεται να αποτελεί έναν, επίσης, σημαντικό παράγοντα επίσκεψης των πλατειών. Κάτι τέτοιο ήταν εμφανέστερο στην περίπτωση του Nottingham όπου η χαλάρωση ήταν βασικός σκοπός επίσκεψης αμιγώς δημοσίου χώρου σε αντίθεση με τη Λάρισα όπου η κοινωνικοποίηση σε (ημι)ιδιωτικό χώρο αποτελεί κύρια αιτία εξόδου από την κατοικία ή το εργασιακό περιβάλλον.

5. Συμπεράσματα-Συζήτηση
Η παραγωγή επιτυχημένων αστικών χώρων αποτελεί ένα διαχρονικό ζητούμενο για τους μελετητές του πολεοδομικού χώρου. Το γεγονός αυτό αποδικνύεται από την έκταση που έχει πάρει το ζήτημα στη διεθνή βιβλιογραφία με πολλούς μελετητές (Loukaitou-Sideris & Banerjee, 1998, Σαρηγιάννης, 1999, Carmona, 2003) να διερωτώνται για το βαθμό στον όποιο διαχρονικά εγκαθιδρυμένοι αστικοί χώροι, που σχηματοποιήθηκαν για την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων αναγκών στο παρελθόν, μπορούν να λειτουργήσουν εξ ίσου ικανοποιητικά και σήμερα, ανταποκρινόμενοι στις σύγχρονες ανάγκες (Webb, 1990). Τις αναδυόμενες σύγχρονες ανάγκες (Webb, 1990) εξειδικεύει ο Moughtin (2003) σε τοπικές ανάγκες που ανακύπτουν βάσει των πολιτιστικών και κλιματικών δεδομένων και έτσι θέτει στη συζήτηση το ζήτημα της διαφοροποίησης ως προς τη λειτουργία του αστικού χώρου με βάση αυτές τις τοπικές παραμέτρους. Έτσι, προέκυψε το ερώτημα κατά πόσο αυτές οι παράμετροι μπορούν να επηρεάσουν τη λειτουργία των πλατειών σε χώρες με διαφορετική κουλτούρα και νοοτροπία πολιτών αλλά και με διαφορετικές κλιματολογικές συνθήκες; Είναι δυνατή, και εάν ναι, σε ποιο βαθμό, η αξιοποίηση καλών πρακτικών από διάφορες χώρες ώστε οι προκύπτοντες σχεδιασμοί να καθίστανται καρποφόροι;

Στα παραπάνω επιχείρησε να απαντήσει η εν λόγω ερευνητική εργασία, επιλέγοντας τρεις αστικούς χώρους σε δύο πόλεις μεσαίου μεγέθους (Λάρισα και Nottingham) στην Ελλάδα και το ΗΒ, ώστε να ικανοποιείται η προϋπόθεση διαφοροποίησης ως προς τους προαναφερθέντες τοπικούς παράγοντες. Μετά το πέρας της έρευνας διαπιστώθηκε πως, σε αδρές γραμμές, οι πλατείες παρουσίαζαν πολλά κοινά στοιχεία στον τρόπο λειτουργίας τους με ορισμένες διαφοροποίησεις που έγκεινται στα εξής σημεία:

Η λειτουργική πόλωση που παρατηρείται στο Nottingham σε σχέση με τη συμπληρωματικότητα των πλατειών στη Λάρισα σχετίζεται με την ιστορική διαδρομή των πόλεων.
Η πλατεία στο Nottingham αποτελεί, πράγματι, χώρο ελεύθερης έκφρασης μιας που οι χρήστες του αστικού χώρου εκφράζονται με μεγαλύτερη ελευθερία (παρατηρήθηκε μεγάλος αριθμός ατόμων που ξαπλώνουν στα παγκάκια, περπατούν μη φορώντας παππούτσια, διέρχονται στο εσωτερικό των συντριβανιών με σκοπό το παιχνίδι) σε σχέση με τη Λάρισα όπου η συμπεριφορά ακολουθεί περισσότερο τα κοινωνικά πρότυπα.
Ο χρόνος παραμονής στην πλατεία είναι μεγαλύτερος για τους Λαρισαίους σε σχέση με τους κατοίκους του Nottingham. Αυτό αποδίδεται, μερικώς, στην εξωστρεφή κοινωνική στάση των Μεσσογειακών λαών (Moughtin, 2003). Παρά ταύτα, οι πρώτοι βρίσκονται, κυρίως, σε (ημι-)ιδιωτικούς χώρους, ενώ οι δεύτεροι παραμένουν στο δημόσιο χώρο της πλατείας.
Ο χώρος των πλατειών αποτελεί σημείο συνάντησης (Lynch, 1960) και για το λόγο αυτό τα κοινωνικά του χαρακτηριστικά είναι ιδιαίτερα σημαντικά για τους περισσότερους χρήστες. Στην περίπτωση των πλατειών της Λάρισας, τα βασικά κίνητρα των χρηστών έγκεινται στην κοινωνική αλληλεπίδραση ενώ στην περίπτωση του Nottingham τα κίνητρα ποικίλουν και σε ένα βαθμό έγκεινται στην προσωπική ικανοποίηση (πχ ξεκούραση).
Παρότι οι πλατείες των δύο πόλεων είναι καθημερινά επισκέψιμες από μεγάλο αριθμό ατόμων, οι χρήστες των πλατειών στη Λάρισα προτιμούν την καθημερινή επίσκεψη και κοινωνική αλληλεπίδραση, σε αντίθεση με τις πλατείες του Nottingham που παρουσιάζουν εντονότερη ζωή κατά την περίοδο περιστασιακών ή έκτακτων εκδηλώσεων.
• Στο Nottingham, όπου οι καιρικές συνθήκες είναι δυσμενέστερες από τη Λάρισα, δε φαίνεται να επιδρούν σημαντικά στις αποφάσεις των κατοίκων για να επισκεφτούν τις πλατείες. Αντίθετα, στη Λάρισα, οι καιρικές συνθήκες επηρρεάζουν, περισσότερο, την απόφαση του κοινού να επισκεφτεί αστικούς χώρους.

Από τα παραπάνω διαπιστώνεται πως ο τρόπος χρήσης των πλατειών στις δύο πόλεις παρουσιάζει σημαντικές ομοιότητες. Ωστόσο, διαπιστώθηκε πως οι τοπικές παράμεροι που σχετίζονται με το κλίμα και τη νοοτροπία των κατοίκων των πόλεων επηρρεάζει το κίνητρο επίσκεψης των πλατειών, τη διάρκεια των δραστηριοτήτων και τον τύπο πλατείας που θα επιλεγεί για τη διεξαγωγή της κάθε δραστηριότητας. Ως εκ τούτου, πιστεύεται πως οι τοπικές παράμετροι πρέπει να είναι αξιολογίσιμες και να λαμβάνονται υπόη κατά τη διαδικασία σχεδιασμού του αστικού χώρου.

Εν κατακλείδι, η αξιοποίηση καλών πρακτικών από χώρα σε χώρα είναι μια ρεαλιστική πρακτική που, μάλιστα, επικροτείται. Με την υιοθέτηση τέτοιων πρακτικών μπορεί να αλλάξει η εικόνα των πόλεων μετατρέποντας τις πλατείες τους σε πιο ζωντανούς χώρους συγκέντρωσης του κοινού. Μια τέτοια στρατηγική μπορεί να λάβει χώρα και στις δύο πόλεις που μελετήθηκαν ώστε να αντιμετωπιστούν ορισμένα αρνητικά σημεία που παρουσιάζουνται σε αυτές. Έτσι, το Συμβούλιο του Nottingham θα μπορούσε να προβεί σε σχεδιασμό για την επέκταση του χρονικού προτύπου λειτουργίας των πλατειών, κυρίως κατά τις απογευματινές ώρες, κατ' αναλογία των όσων παρατηρούνται στη Λάρισα, ώστε να αντιμετωπίσουν τις αναποτελεσματικές δράσεις που έχουν υλοποιηθεί έως τώρα (Oc & Tiesdell, 1997). Αναλογικά, ο Δήμος Λαρισαίων θα μπορούσε να υιοθετήσει συγκεκριμένες στρατηγικές διαχείρισης του αστικού χώρου με βάση τα πρότυπα του Nottingham με σκοπό την προσέλκυση μεγαλύτερου μέρους του κοινού στο δημόσιο χώρο. Ωστόσο, κρίνεται αναγκαία η όποια μεταφορά καλών πρακτικών υλοποιείται, να εφαρμόζεται με βάση τις τοπικές συνθήκες και πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Με τον τρόπο αυτό, οι πιθανότητες για την προώθηση αποτυχημένων ή δυσλειτουργικών χώρων μειώνεται και το τελικό αποτέλεσμα αναμένεται να επιτύχει θετικής ανταπόκρισης των χρηστών.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Δ. Λαρισαίων. (2011), Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Γ. Λαρισαίων 2011-2014.
  • Δ. Λαρισαίων. (2015), ΕπιχειρησιακόΠρόγραμμαΓ. Λαρισαίων 2015-2019 (Σχέδιo) - Α' Φάω].
  • Κυριακίδης, Χ. & Σιόλας, Ά. (2014), 'Το Αίσθημα Ασφάλειας ως Παράμετρος Αστικής Ανάπτυξης: Η Μελέτη Περίπτωσης του Κέντρου της Αθήνας', CD Πρακτικών 12ου Επιστημονικού Συνεδρίου Ελληνικού Τμήματος ERSA "Αστική και Περιφερειακή Ανάπτυξη: Σύγχρονες Προκλήσεις". Αθήνα: Ελληνικό Τμήμα ERSA.
  • Σαρηγιάννης, Γ. (1999), Πλατείες: Ο Δημόσιος Χώρος στα Χρόνια της Παρακμής', Αρχιτέκτονες, 13Β, σ.σ. 25-26.
  • Στεφάνου, Ι. & Στεφάνου, Ι. (1999), Περιγραφή της Εικόνας της Πόλης, Αθήνα: Εκδόσεις Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου.


Ξενόγλωσση
  • Carmona, M. (2003), Public Places. Urban Spaces, Oxford: Architectural Press.
  • Childs, M. (2004), Squares: A Public Place Design Guide for Urbanists, Albuquerue, NM: University of New Mexico Press.
  • Cohen, N. (2001), Urban Planning: Conservation and Preservation, New York; London: McGraw-Hill. 
  • Corbett, N. (2004), Transforming Cities: Revival in the Square, London: RIBA Enterprises. 
  • Garvin, A. (1997), Enhancing the Public Realm, In: A. Garvin, ed. Urban Parks and Open Space.Washington, DC: Urban Land Institute. 
  • Gehl, J. (2006), Life between buildings: using public space, Washington, DC; London, UK: Island Press. 
  • Gehl, J. & Gemzoe, L. (2003), New City Spaces, Copenhagen: The Danish Architectural Press. 
  • Gospodini, A. (2002), 'European Cities in Competition and the New "Uses" of Urban Design', Journal of Urban Design, 7 (1), pp. 59-73. 
  • Jorgensen, D. (1989), Participant Observation: A Methodology for Human Studies, Newbury Park, Calif: SAGE Publication, Inc..
  • LeGates, R. (2011), Prologue: How to Study Cities, In: T. Oc & S. Tiesdell, ed. Safer City Centres:Reviving the Public Realm, London: Paul Chapman. 
  • Loukaitou-Sideris, A. & Banerjee, T. (1998), Urban Design Downtown. Poetics and Politics of Form,Berkley; Los Angeles, Calif.;London, UK: University of California Press. 
  • Lynch, K. (1960), The Image of the City, Cambridge, Mass; London, UK: MIT Press. Matos-Wunderlich, F. (2011), Urban design research: space and behavior-Presentaion for the Module:BENVGPL3 Planning Research Seminar (17 Μαίος 2011). 
  • Mehta, V. (2009), 'Look Closely and You Will See, Listen Carefully and You Will Hear: Urban Design and Soial Interaction on Streets', Jurnal of Urban Desgin, 14(1), pp. 29-64. 
  • Merleau-Ponty, M. (1962), Phenomenology of Pereption, London; New York: Routledge. 
  • Michael, P. (1968), Public Squares: An analysis of an Urban Space from and Its Functional Determinants.     MA     Thesis.     Διαθέσιμο     στο:     https: //circle .ubc. ca/handle/2429/36471 [Ανακτήθηκε στις 14-07-2015]. 
  • Moughtin, C. (2003), Urban Design: Street and Square, Oxford: Architectural Press. Oc, T. & Tiesdell, S. (1997), 'The Coventry and Nottingham Experience', In: T. Oc & S. Tiesdell, ed.Safer City Centres: Reviving the Public Realm, London: Paul Chapman. 
  • Ranjit, K. (2011), Research methodology: a step-by-step guide for beginners,    London: SAGE Publications Ltd..
  • Sepe, M. (2009), 'Place MakerMethod: Planning "Walkability" by Mapping Place Identity', Jurnal of Urban Design, 14(4), pp. 463-487.
  • Sitte, C. (1945), The Art of Building Cities: City Building Acording to Its Artistic Fundamentals, New York: Reinhold.
  • Travlou, P. (2007), 'Mapping youth spaces in the public realm: Identity, space and social exclusion', In: C.Ward Thompson & P. Travlou, ed. Open Space: People Space. London: Taylor and Francis. 
  • Webb, M. (1990), The city square, London: Thames and Hundson.
  • Whyte, W. (1980), The Social Life of Small Urban Spaces, Washington, DC: Conservation Foundation. 
  • Zucker, P. (1959), Town and Square: From the Agora to the Village Green, Cambridge, Mass; London:MIT Press.


Διαδικτυακές πηγές
  • BBC. (2009), Official opening of Speakers' Corner. Διαθέσιμο στο: http://www.bbc.co.uk/ nottingham/content/articles/2008/02/22/speakers_corner_in_nottingham_feature.shtml [Ανακτήθηκε στις 17-07-2015].
  • Nottingham Business School-Nottingham Trent University (NBS). (2012), Economic Strategy Research
  • Review. Διαθέσιμο στο: https://www.ntu.ac.uk/nbs/document uploads/125011.pdf
  • [Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2015]. Nottingham     City     Council     (NCC)     a.     (2015),     2011     Census.     Διαθέσιμο     στο: http://www.nottinghaminsight.org.uk/insight/key-datasets/census-2011.aspx  [Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2015].
  • Nottingham City Council (NCC) b. (2015), 2011 Census Nottingham City-Ket Statistics. Διαθέσιμο στο: www.nottinghaminsight.org.uk/d/86252 [Ανακτήθηκε στις 30 Αυγούστου 2015].


Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου