Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Επισκεπτικές Ροές Εμπορικών Γεγονότων ως Δυνάμεις Τοπικής Ανάπτυξης: Η περίπτωση του Παζαριού της Λάρισας

#ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΦΩΛΙΝΑΣΦοιτητής Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών: Σχεδιασμός και Ανάπτυξη Τουρισμού και Πολιτισμού , Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, & Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας
#ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΜΕΤΑΞΑΣΕπίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

H παρούσα εργασία στοχεύει στην διερεύνηση της σχέσης που υπάρχει μεταξύ της διοργάνωσης και διεξαγωγής εμπορικών - αγοραστικών επαναλαμβανόμενων γεγονότων και τοπικής ανάπτυξης μιας περιοχής. Με άξονα την παραδοχή ότι τα γεγονότα με επισκεπτικές συγκεντρώσεις αποτελούν κατεξοχήν τουριστικό πόρο προς αξιοποίηση για την τοπική ανάπτυξη, το συγκεκριμένο πόνημα παρουσιάζει μέσα από την ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας, τρόπους, καταστάσεις και διαστάσεις μέσα από τις οποίες γεγονότα αποκτούν τουριστική ταυτότητα και μεταβάλλουν περιοχές σε τουριστικού προορισμούς με άμεσα και έμμεσα οφέλη για την τοπική κοινότητα.
Με σημείο αναφοράς τα γεγονότα εμπορικού - αγοραστικού ενδιαφέροντος προκύπτει ως κύριος στόχος το κατά πόσο, με ποιούς τρόπους, με ποιες επιπτώσεις και σε τι βαθμό είναι δυνατόν να συμβάλει ένα εμπορικό γεγονός στην ανάπτυξη τουρισμού μιας περιοχής και κατ’ επέκταση στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας.

Με μελέτη περίπτωσης ένα εμπορικό γεγονός που προσελκύει σημαντικό αριθμό επισκεπτών σε ετήσια βάση, το ‘Παζάρι της Λάρισας’ και μεθοδολογικά με τη χρήση και διεξαγωγή κοινωνιομετρικής, δειγματοληπτικής έρευνας πεδίου -σε δείγμα επισκεπτών, την παραγωγή πρωτογενών δεδομένων καθώς και την επεξεργασία και ανάλυση των μεταδεδομένων, επιχειρείται η ερμηνεία του παρόντος αλλά και -σε ένα βαθμό- του μέλλοντος αυτής της διοργάνωσης. Ταυτόχρονα επιχειρείται εστίαση στη συμβολή του γεγονότος στην τοπική ανάπτυξη και οικονομία , αλλά και στη βιωσιμότητα του ίδιου του γεγονότος.
Η πρωτοτυπία της εργασίας έγκειται στο γεγονός ότι για το συγκεκριμένο παρατηρείται έλλειψη επαρκώς επιστημονικών ερευνών, ενώ η προστιθέμενη αξία της αφορά την παροχή αποδεδειγμένων και τεκμηριωμένων πληροφοριών, αλλά και γνώσης σε κάθε ενδιαφερόμενο με καθαρά ακαδημαϊκά και κριτήρια, καθώς επίσης και στους ενδιαφερόμενους εμπλεκόμενους με τη διοργάνωση του γεγονότος.

1. Εισαγωγή
Οι αγορές έπαιζαν πάντοτε σημαντικό ρόλο ως κέντρα ανταλλαγών, συνδιαλλαγών και εμπορίου, αλλά επίσης και διασκέδασης καθώς και κοινωνικής διάδρασης από την αρχαιότητα. Με διαφορετικές μορφές, από τη αρχαιοελληνική αγορά μέχρι τα σύγχρονα εμπορικά κέντρα (shopping malls) υποστηρίζουν ουσιαστικά τις ίδιες λειτουργίες και προσφέρουν το ίδιο φάσμα υπηρεσιών και εξυπηρετήσεων. Οι υπαίθριες -ενίοτε και στεγασμένες- αγορές της ανατολής (παζάρια) έγιναν αναπόσπαστο κομμάτι της εμπορικής, οικονομικής και κοινωνικής ζωής στον ελλαδικό χώρο κατά τους προηγούμενους πέντε αιώνες μέσα από την οθωμανική κυριαρχία, αλλά αποτέλεσαν και συνδετικό κρίκο της τοπικής οικονομικής διαδικασίας ως συνεχιστές ή αντικαταστάτες των αρχαίων ελληνικών και αργότερα -διαφοροποιημένου τύπου βέβαια- ρωμαϊκών και βυζαντινών αγορών. Ένα σημαντικό τοπικής μάλλον εμβέλειας παζάρι, που αντέχει στο πέρασμα του χρόνου, είναι και αυτό το ‘Παζάρι της Λάρισας’. 
Αξίζει να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο παζάρι δεν επηρεάζεται, αναφορικά με το μέγεθος και τη επισκεψιμότητά του, από τις κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες των εξελίξεων που λαμβάνουν χρόνο και μάλιστα αποδεικνύεται βιωσιμότερο από κάθε εγχείρημα δημιουργίας και συντήρησης εμπορικών και αγοραστικών πολυχώρων (mall) στην περιοχή της Λάρισας, στο κέντρο της Θεσσαλίας.

Μέσα από το κείμενο αυτής της εργασίας προσπαθούμε να συνθέσουμε στις απαντήσεις επιστημονικών ερωτημάτων που προκύπτουν από αυτό το γεγονός, όπως για ποιούς λόγους επισκέπτονται όλες αυτές οι χιλιάδες -αγοραστικού κυρίως- κοινού το Παζάρι της Λάρισας. Επιπλέον θα επιχειρήσουμε να λάβουμε γνώση σχετικά με το στάδιο του ‘κύκλου ζωής’ του Παζαριού. Ναι μεν μετράει ήδη αρκετούς αιώνες ζωής, αλλά ποιά είναι πλέον η δυναμική του; Στο πλαίσιο αυτού του ερωτήματος θα αναφερθούμε στην εξελικτική πορεία του Παζαριού όλα αυτά τα χρόνια, στις αλλαγές στη μορφή του και στη σύγχρονή του εικόνα και εκδοχή.

Επιπροσθέτως θα κινηθούμε και στον άξονα του επιστημονικού -σε ό,τι αφορά τον τουρισμό- ενδιαφέροντος και θα διερευνήσουμε αν η συγκεκριμένη αγοραστική συγκέντρωση έχει χαρακτήρα ‘αγοραστικού ειδικού γεγονότος’ (shopping festival). Θα ασχοληθούμε με την ταυτότητα των επισκεπτών - αγοραστών και μέσα από διαδικασία εμπειρικής έρευνας με συλλογή, επεξεργασία και ανάλυση πρωτογενών δεδομένων, θα εντοπίσουμε τη σύνδεση του Παζαριού με τουριστικές δυναμικές και κατ’ επέκταση αν πρόκειται για ένα δρώμενο τοπικής εμβέλειας που αφορά κυρίως τον τοπικό πληθυσμό, ή αν αποτελεί έναν τουριστικό πόλο και μάλιστα σε μια περιοχή (Λάρισα) οξύμωρα μη-τουριστική σε σχέση με τη χωρική θέση της σε ένα κράτος των είκοσι και πλέον εκατομμυρίων τουριστών ετησίως. Μέσω αυτής της εμπειρικής έρευνας που διεξήχθη το Σεπτέμβριο του 2016 στο Παζάρι της Λάρισας και τα δεδομένα τετρακοσίων ερωτηθέντων ευελπιστούμε να προσθέσουμε ακόμη ένα ‘λιθαράκι’ γνώσης στον επιστημονικό διάλογο γύρω από τη σχέση του παζαριού με την τοπική οικονομία άρα και ανάπτυξη. Να καταδείξουμε επίσης σημεία δυναμικής που θα ήταν ικανά να δημιουργήσουν μια εποχιακή -περιορισμένης χρονικής διάρκειας, αλλά επαναλαμβανόμενη σε συχνότητα- τουριστική ροή, κρίσιμου πληθυσμιακού μεγέθους για τα δεδομένα της πόλης, με τη συνεπακόλουθη εισροή χρημάτων και πολλαπλασιαστικών οφελών για την περιοχή. Πρωτίστως, όμως θα πρέπει να κατανοήσουμε εις βάθος το ίδιο το εξεταζόμενο γεγονός, να βρούμε πώς συσχετίζεται και συνδέεται με παρόμοια γεγονότα αλλού, ποιές οι προοπτικές και οι κίνδυνοι μέσα από περιπτώσεις της διεθνούς εμπειρίας.

Το εμπόριο και οι ανταλλαγές αγαθών αποτελούσαν από την αρχαιότητα ένα οικονομικό σύστημα, το οποίο προοδευτικά εξελίχθηκε να διέπεται από κανονισμούς, νόμους και ηθική, ενώ ανέκαθεν αποτελούσε σημείο και αφορμή επαφών ανθρώπων διαφορετικών πολιτισμών. Αποτέλεσμα της ανθρώπινης εμπορικής δραστηριότητας είναι η σύσφιξη των πολιτιστικών σχέσεων, η δημιουργία και ενδυνάμωση κοινωνικών επαφών, η διαμόρφωση ενός συστήματος εμπορικών αξιών, αλλά και ταυτόχρονα η απαρχή της διαμόρφωσης στρατηγικών μάρκετινγκ καθώς και η ανάπτυξη γνώσης και τεχνολογίας που αφορούν τις εμπορικές συναλλαγές (Edgw κ.α., 2012).Από την αρχαία ελληνική ‘αγορά’ (Novotny, 2000) μέχρι τα παζάρια του ισλαμικού κόσμου, αυτού του είδους οι αγορές αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της πόλης και συχνά συνδέονταν το εύρος των οικονομικών δραστηριοτήτων τους με το μέγεθος της ανάπτυξης της περιοχής. Τα ισλαμικού τύπου παζάρια διακρίνονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες: του τουρκικού τύπου -9ar§i- και τα περσικού τύπου -bazaar- με την ειδοποιό διαφορά μεταξύ τους ότι στα δεύτερα κύριος ρυθμιστής, υπεύθυνος και διοργανωτής ήταν το κράτος, ενώ αυτά του πρώτου είδους δημιουργούνταν εξαιτίας της ίδιας της ανάγκης για εμπορική δραστηριότητά και το καθεστώς με το οποίο λειτουργούσαν ποίκιλε από περιοχή σε περιοχή εντός της ζώνης επιρροής του οθωμανικού στοιχείου (U9e9am -Karagel και Karagel, 2014).

2. Εμπορικός Τουρισμός και Αστική Ανάπτυξη: Ο ρόλος των Παζαριών στον ισλαμικό κόσμο

Κατάλοιπο της οθωμανικής κυριαρχίας, που διήρκησε για πέντε περίπου αιώνες στη Θεσσαλία, το Παζάρι της Λάρισας αποτελούσε ένα από τα πολλά που διεξάγονταν σε όλη την επικράτεια του οθωμανικού κράτους και συνδεόταν με την ισλαμική παράδοση της φιλοξενίας, του εμπορίου και της ελευθερίας συναλλαγών μεταξύ ανθρώπων από διαφορετικές περιοχές (O’Gorman, 2010).Το ισλαμικό κράτος, το οποίο επεκτάθηκε ραγδαία τον 7ο και 8ο μ.Χ. αιώνα, από την Ισπανία και τη βόρειο Αφρική έως και τη κεντρική Ασία, αποτελούσε εκτός των άλλων και μια μεγάλη αγορά με εκτεταμένο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών, που εξαπλώνονταν στις μεγάλες και τις μεσαίου μεγέθους πόλεις της επικράτειας (Morony, 2004). Το ισλαάμ συνδέεται από την απαρχή του με τις εμπορικές συναλλαγές, καθώς η επαγγελματική δραστηριότητα του προφήτη Μωάμεθ -του ιδρυτού της συγκεκριμένης θρησκείας- ήταν εμπορική (Kennedy, 2005). Το εμπορικό σύστημα του ισλαάμ επηρεάστηκε σημαντικά από τις γειτονικές αυτοκρατορίες (βυζαντινή και περσική) και στην ουσία υιοθέτησε το δίκτυο αγορών (παζαριών) που διεξάγονταν σε πολλές πόλεις (Hourani, 1991). Ταυτόχρονα αναπτύχθηκε και ένα οικονομικό σύστημα δανεισμού για όσους ενδιαφέρονταν να επενδύσουν στο εμπόριο, παρά το γεγονός πως ο ισλαμικός νόμος απαγόρευε τον έντοκο δανεισμό (Burke, 1979).

Λόγω της απαγόρευσης εντός του ισλαμικού κόσμου, πολλές φορές οι ενδιαφερόμενοι απευθυνόταν στην Ευρώπη, την Ινδία ή την Κίνα, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μια ‘παγκόσμια αγορά’ εμπορικών και επενδυτικών συναλλαγών. Στην οικονομική αυτή δραστηριότητα συνέβαλε καταλυτικά και το εβραϊκό στοιχείο (Bowden, 1977) ως ‘μεσάζοντας’ κυρίως σε θέματα δανεισμού μεταξύ ισλαμικού και μη ισλαμικού κόσμου. Η μείζων συμβολή των Εβραίων είχε να κάνει με την τιμαριθμική αναπροσαρμογή των δανείων με νέα βάση την αξία πώλησης των αγαθών και όχι τα νομίσματα, καθώς και με την έκδοση αναγνωρισμένων πιστωτικών επιστολών (Udovitch, 1975). Αυτό το πρώιμο ιστορικά πιστωτικό σύστημα -ήδη αναπτυγμένο από τον 8ο αιώνα- αποτέλεσε στοιχείο ζωτικής σημασίας για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του εμπορίου αναφορικά με τη διαμετακόμιση εμπορικών αγαθών, την υποδοχή και μεταπώλησή τους στα παζάρια του δικτύου των αστικών κέντρων (Ray, 1997; Lapidus, 2002). Τέτοια ήταν η καθιερωμένη φύση αυτού του δικτύου ώστε σύμφωνα με τον μαροκινό περιηγητή Ibn Battutah, τον 14ο αιώνα, πόλεις όπως το Κάιρο, η Δαμασκός, η Βαγδάτη, η Σαμαρκάνδη και το Δελχί ομοίαζαν πολιτιστικά λόγω της ύπαρξης παζαριών σε αυτές (Gordon, 2008). Επιπλέον κατά την περίοδο της εισβολής των Μογγόλων προς τη δύση και την κατάκτηση του ανατολικού ισλαμικού κόσμου από αυτούς, το δίκτυο εμπορικών και οικονομικών συναλλαγών έγινε ακόμη πιο έντονο, δημιουργώντας ένα ευρύτερο κοινόχρηστο σύστημα εμπορίου, οικονομίας και διπλωματίας μεταξύ της μογγολικής, της οθωμανικής και της ισλαμικής (Σαφαβίδες) αυτοκρατορίαςμε την Κίνα των Μινγκ. Αυτά τα σύνολα των διπλωματικών και εμπορικών σχέσεων προηγούνται των παγκόσμιων εμπορικών δικτύων και συνδέονται με τα με τις μεταγενέστερες εμπορικές της δυτικής Ευρώπης (Kauz, 2011).

Επομένως από την ανασκόπηση των πληροφοριών παρατηρούμε πως τα παζάρια στο ισλαάμ διαδραμάτισαν ένα σημαντικό ρόλο στη δημιουργία και διατήρηση ενός οικονομικού μοντέλου μεγάλης χωρικής κλίμακας για αρκετούς αιώνες.

3. Διαφοροποίηση τουριστικής-αγοραστικής εμπειρίας και καταναλωτικής ανάγκης

Στη διεθνή βιβλιογραφία παρατίθεται ξεκάθαρος και σαφής διαχωρισμός της χρηστικής αγοραστικής δραστηριότητας (utility shopping) και των αγορών αναψυχήςή ‘pleasure shopping’ (Egresi, 2015).Το κομμάτι που συνδέεται με την τουριστική δραστηριότητα είναι το δεύτερο.

Συχνά παρατηρείται το φαινόμενο ότι ενώ ορισμένοι άνθρωποι δεν πραγματοποιούν αγορές προϊόντων συστηματικά στην καθημερινότητα τους, όταν βρίσκονται με την ιδιότητα του τουρίστα σε κάποιον προορισμό, μεταβάλλονται σε αγοραστές (Tosun κ.α., 2007). Σε αυτή την τάση δεν παίζει τόσο μεγάλο ρόλο η μοναδικότητα, η ποιότητα ή η τιμή των προϊόντων και υπηρεσιών, αλλά η θεώρηση της αγοραστικής δραστηριότητας ως εμπειρία συνδεδεμένη με το ταξίδι και συνοδευμένη από μια πολιτιστική και κοινωνική διάδραση (Murphy κ.α., 2010). Ακόμη και για τις αγορές αναψυχής, τα δεδομένα διαφέρουν ανάλογα με το γεγονός αν αυτές πραγματοποιούνται στον τόπο κατοικίας ή σε τουριστικό προορισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού αναψυχής, οι τουρίστες παρουσιάζουν συνήθως την τάση να ξοδεύουν περισσότερο χρόνο και περισσότερα χρήματα για αγορές, από ό,τι ξοδεύουν για το ίδιο χρονικό διάστημα στον τόπο διαμονής τους. 
Επιπροσθέτως δε, όταν ο προορισμός διαθέτει μοναδικά, ιδιαίτερα και χαρακτηριστικά προϊόντα, η τουριστική αγοραστική δραστηριότητα αποκτά ‘ηδονιστικές’ και παράλογες διαστάσεις (Timothy, 2005). Ακόμη και άτομα που δε συνηθίζουν να απολαμβάνουν τα ψώνια, κατά τη διάρκεια των διακοπών τους, υιοθετούν διαφορετική καταναλωτική συμπεριφορά, δαπανώντας χρήματα και χρόνο για αυτή τη δραστηριότητα (Anderson, 1995). 
Η τουριστική αγοραστική εμπειρία προέρχεται από το πώς αντιλαμβάνονται οι τουρίστες αντιλαμβάνονται την αγοραστική τους εμπειρία σε συνάρτηση με τις προσδοκίες τους πριν το ταξίδι (Wong και Wan, 2013). Έτσι λοιπόν, εάν η παρεχόμενη εμπειρία πληροί ή υπερβαίνει τις προσδοκίες συνοδεύεται από ικανοποίηση, εάν όχι τότε συμβαίνει το αντίθετο. Κατά τον Murphy (2010) στην ουσία πρόκειται για ένα συνδυασμό συναντίληψης των προϊόντων, των υπηρεσιών και του μέρους.Υπάρχουν διαφορετικοί παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν την τουριστική αγοραστική αντίληψη και την ικανοποίηση του τουρίστα - καταναλωτή. 
Μερικοί από αυτούς τους παράγοντες σχετίζονται με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του τουριστικού προορισμού, όπως ο χώρος των αγορών, η ποικιλία και η τιμή των εμπορευμάτων, η συνολική αλληλεπίδραση, στοιχεία του προορισμού που δε συνδέονται άμεσα με τις αγορές, αλλά και το προφίλ του τουρίστα -χώρα προέλευσης, εθνικότητα, θρήσκευμα κ.α. (Yuksel, 2004; Tosun, 2007).

Μια σειρά μελετών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι οι τουρίστες εκδηλώνουν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για τα αυθεντικά τοπικά προϊόντα σε έναν τουριστικό προορισμό και αυτό το γεγονός αποτελεί σημαντικό ζήτημα αναφορικά με τον τουρισμό αγορών (Murphy, 2010). Ωστόσο σύμφωνα με τον Kozak (2002) το αγοραστικό τουριστικό ενδιαφέρον διαφοροποιείται ανάλογα με την εθνικότητα των επισκεπτών και τον τουριστικό προορισμό. Για παράδειγμα, μελέτη (Kikuchi και Ryan, 2007) πάνω στην καταναλωτική συμπεριφορά τουριστών ανά εθνικότητα σε αγορά του Όκλαντ, στη Νέα Ζηλανδία, έδειξε ότι οι Ευρωπαίοι τουρίστες ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σχέση αξίας - τιμής (value for money) των προϊόντων που αγοράζουν, σε αντίθεση με τους Ασιάτες, οι οποίοι απολαμβάνουν τη συνολική ατμόσφαιρα και την εμπειρία της αγοράς.

Παρομοίως, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κάθε προορισμού αποτελούν καθοριστικό παράγοντα διαμόρφωσης της καταναλωτικής τουριστικής συμπεριφοράς. Κάποιοι προορισμοί παρέχουν στον επισκέπτη ένα μοναδικό περιβάλλον που λειτουργεί ‘διεγερτικά’ για αγορές. Επομένως το εύρος των προϊόντων, η ατμόσφαιρα των καταστημάτων, διάφορες ευεργετικές ρυθμίσεις για τον καταναλωτή είναι στοιχεία ικανά να συμβάλουν στην τόνωση της τουριστικής αγοραστικής δραστηριότητας. (Oh κ.α., 2004). Οι Hueng και Cheng (2000), μετρώντας την τουριστική ικανοποίηση αναφορικά με τις αγορές στο Χονγκ Κονγκ, ταυτοποίησαν τέσσερις διαστάσεις αγοραστικής ικανοποίησης: απτή ποιότητα, ποιότητα υπηρεσιών, αξία και αξιοπιστία προϊόντος και υπηρεσίες υπαλλήλων. Μάλιστα ο τελευταίος καταδεικνύεται στη μελέτη και ως ο σημαντικότερος παράγοντας στον καθορισμό του επίπεδο της καταναλωτικής ικανοποίησης. Κατά παραπλήσιο τρόπο οι Wong και Wan (2013) καταλήγουν ότι η αγοραστική ικανοποίηση βασίζεται:

στην ικανοποίηση από την αξία της εμπορικής συναλλαγής,
στην ικανοποίηση από το προϊόν, τις υπηρεσίες και το αγοραστικό περιβάλλον,
στην ικανοποίηση από τις υπηρεσίες πώλησης του εμπόρου/ καταστήματος
στην ικανοποίηση από τη διαφοροποίηση και την ιδιαιτερότητα των υπηρεσιών που σχετίζονται με την πώληση.

Σε μια άλλη μελέτη περίπτωσης αναφορικά με την τουριστική ικανοποίηση από την αγοραστική δραστηριότητα σε τοπική αγορά (παζάρι) στην Καππαδοκία, διαπιστώθηκαν οι καταλυτικοί παράγοντες της ικανοποίησης των τουριστών η τοπική αγοραστική κουλτούρα (οι ιδιαίτερες συνθήκες του παζαριού), οι υπηρεσίες του προσωπικού των καταστημάτων, η αξία και αξιοπιστία των προϊόντων, τα φυσικά χαρακτηριστικά των καταστημάτων και η μέθοδος πληρωμής (Tosun κ.α., 2007). Τους ίδιους παράγοντες διαπίστωσε επίσης ο Egresi (2015) σε έρευνα πάνω στην τουριστική καταναλωτική συμπεριφορά στο Μεγάλο Παζάρι της Κωνσταντινούπολης. Για τον ίδιο χώρο υπάρχει και η μελέτη καταναλωτικής ικανοποίησης του Yuksel (2004), αναφέρονται ως σημαντικά πεδία που επηρεάζουν τον τουρίστα - καταναλωτή: το προσωπικό ενδιαφέρον του αγοραστή για προϊόντα, η ποιότητα υπηρεσιών, η ποιότητα των προϊόντων, οι γνώσεις των εμπόρων, η εικόνα και η καθαριότητα του καταστήματος, η παρουσίαση/ έκθεση του προϊόντος, η τιμή, η ποικιλία, η ευκολία επικοινωνίας σε ξένες γλώσσες και το αίσθημα ασφάλειας στις συναλλαγές.

4. Μεθοδολογία: Στάδια ποσοτικής έρευνας
Το πρώτο στάδιο για το σχεδιασμό και υλοποίηση μιας ποσοτικής, αλλά και γενικότερα κάθε έρευνας είναι η βιβλιογραφική ανασκόπηση. Έτσι λοιπόν, της έρευνας προηγήθηκε εκτεταμένος εντοπισμός κυρίως επιστημονικών άρθρων δημοσιευμένων σε έγκριτα περιοδικά, αλλά και επιστημονικών βιβλίων, όπως και ανεξάρτητων μελετών που αφορούν παζάρια, αγοραστικά-τουριστικά γεγονότα και θεσμοθετημένες εκδηλώσεις εμπορικού ενδιαφέροντος, τοπικού και υπερτοπικού βεληνεκούς (Cohen κ.α., 2011). 
Σε αυτό το σημείο κύριο μέλημα υπήρξε η αποσαφήνιση του όρου ‘παζάρι’ ως αγοραστικό - τουριστικό γεγονός, τα είδη του και οι διάφορες εκδοχές ανά τον κόσμο, η οικονομική και αναπτυξιακή σημασία για την περιοχή της διοργάνωσης και γενικότερα η συγκέντρωση όγκου πληροφοριών για τα εμπορικά γεγονότα αναφορικά με τις επιπτώσεις, τη συμβολή τους στην ανάπτυξη, τον τουρισμό και την οικονομία. Στο επόμενο στάδιο -και αφού έχει ολοκληρωθεί ο εντοπισμός και η καταγραφή όλων των χρήσιμων πληροφοριών μέσα από προγενέστερες μελέτες αναφορικά με τα παζάρια, προχωρούμε στη δημιουργία και διατύπωση των υποθέσεων, των θεωριών και κατ’ επέκταση των ερωτημάτων στα οποία καλείται η έρευνα να δώσει απαντήσεις. Σε αυτό το στάδιο, πάλι πραγματοποιείται χρήση των παλαιότερων ερευνών για να αποκομισθούν οι κατάλληλες ερωτήσεις οι οποίες θα συγκροτούν το ερωτηματολόγιο το οποίο θα αποτελεί το κύριο όργανο της έρευνας (Παρασκευόπουλος, 1993). 
Στη συνέχεια παρατίθεται πίνακας με τις σημαντικότερες ερωτήσεις που χρησιμοποιήθηκαν σε προγενέστερες εμπειρικές έρευνες σχετικά με διοργανώσεις γεγονότα αγοραστικού ενδιαφέροντος καθώς και τα ονόματα των ερευνητών οι οποίοι τις συμπεριέλαβαν στις έρευνές τους. Ο συγκεκριμένος όγκος των ερωτήσεων που παρατίθενται αποτέλεσαν τον ερευνητικό ιστό του ερωτηματολογίου που σχεδιάστηκε για το Παζάρι της Λάρισας.

Η διεξαγωγή της έρευνας λόγω της περιορισμένης χρονικής διάρκειας του Παζαριού της Λάρισας (οκτώ ημέρες), προσαρμόστηκε σε αυτό το χρονικό πλαίσιο και υλοποιήθηκε αποκλειστικά μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα. Δε χρησιμοποιήθηκε ομάδα εργασίας, ούτε υπήρξε συνεπικουρία από κάποιον άλλον φορέα, αλλά αποτελεί αποκλειστικά πόνημα του συγγραφέα. Δεδομένου του γεγονότος ότι δεν εντοπίζονται καθόλου στοιχεία σχετικά με το μέγεθος του πληθυσμού των επισκεπτών του παζαριού, ο υπολογισμός του αριθμού του δείγματος υπολογίστηκε κατά εκτίμηση και βασίστηκε στον αριθμό του δείγματος παλαιότερης έρευνας για την ίδια διοργάνωση (ΤΕΙ Θεσσαλίας, 2014). Έτσι λοιπόν η έρευνα κατέληξε με τον αριθμό των 403 συμπληρωμένων ερωτηματολογίων, εκ των οποίων έγκυρα και πλήρως συμπληρωμένα τα 400. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο χώρο διοργάνωσης του Παζαριού Λάρισας, στο χώρο της ‘Σκεπαστής Αγοράς του Δήμου Λαρισαίων, στην περιοχή Νεάπολη Λάρισας από τις 24 έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2016. Επιλέχθηκαν επίσης εξίσου μεσημεριανές, απογευματινές και βραδινές ώρες διεξαγωγής, ούτως ώστε να υπάρχει χρονικά καλύτερη κατανομή του δείγματος (Θεοφανίδης, 2002). Μετά το πέρας της διαδικασίας της διεξαγωγής της έρευνας και της συλλογής των δεδομένων, ακολούθησε καταγραφή αυτών, όπως και επεξεργασία και ανάλυση.

5. Περιγραφή έρευνας
Η έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε περιλαμβάνει έξι ομάδες (Α-ΣΤ) μεταβλητών με 52 συνολικά μεταβλητές. Στις αξιολογήσεις χρησιμοποιήθηκε η κλίμακα Likert 1-7. Η επιλογή των ερωτήσεων βασίστηκε στη διεθνή εμπειρία και χρησιμοποιήθηκαν ερωτήσεις που εμφανίζονται στη βιβλιογραφία σε μελέτες αντίστοιχων περιπτώσεων. Αναλυτικότερα, η έρευνα συγκροτείται από την ομάδα μεταβλητών Α, η οποία αφορά το προφίλ του ερωτώμενου (φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, επίπεδο εκπαίδευσης, επάγγελμα, ετήσιο εισόδημα, τόπος κατοικίας, ενδεχόμενη διανυκτέρευση για τους μη μόνιμους κατοίκους, είδος καταλύματος και μεταφορικό μέσο). Η μεταβλητή Β, στη συνέχεια αφορά τον χαρακτήρα της επίσκεψης στο Παζάρι (απλή επίσκεψη, αγορά προϊόντων, ψυχαγωγία - διασκέδαση, κοινωνικοποίηση - γνωριμίες, επαγγελματικοί λόγοι, φαγητό, άλλοι λόγοι). Η ομάδα ερωτήσεων Γ περιλαμβάνει τους παράγοντες που επηρεάζουν την επίσκεψη και σχετίζονται με την ποιότητα των προϊόντων, την ελκυστικότητα των τιμών, την ποιότητα και την αξιοπιστία των προϊόντων, την αξιοπιστία των εμπόρων, την ατμόσφαιρα και την αισθητική του παζαριού, την αυθεντικότητα και το παραδοσιακό στοιχείο και τον πολιτιστικό χαρακτήρα της διοργάνωσης.

Κατόπιν υπάρχει η ομάδα μεταβλητών Δ που αφορά το κομμάτι της ικανοποίησης των επισκεπτών - καταναλωτών και αποτελείται από επιμερίζεται σε τρείς υποομάδες: τη Δ1 σχετικά με την ικανοποίηση από τις αγορές (ποικιλία, ποιότητα, τιμές προϊόντων, αξιοπιστία και εξυπηρέτηση εμπόρων), τη Δ2 που αναφέρεται στην ικανοποίηση από την εικόνα του παζαριού (ατμόσφαιρα και αισθητική, πολιτιστικός χαρακτήρας, αυθεντικότητα και παραδοσιακό στοιχείο και μέγεθος παζαριού) και τη Δ3 για την ικανοποίηση από τη διοργάνωση του γεγονότος (αίσθηση υγιεινής και καθαριότητας, αίσθημα ασφάλειας, χωροταξία και διαρρύθμιση εμπορικών περιπτέρων και εγκαταστάσεων, προσβασιμότητα, υποδομές στάθμευσης, συχνότητα μέσω μαζικής μεταφοράς, χώρος στέγασης του παζαριού, χρόνος στον οποίο διοργανώνεται το γεγονός, συνολική ικανοποίηση από τη διοργάνωση και αίσθημα διασκέδασης - ψυχαγωγίας).

Η Ε ομάδα ερωτήσεων συνδέεται με τις προσδοκίες των επισκεπτών για το μέλλον και διερευνά τη συχνότητα επισκεψιμότητας ανά ερωτώμενο, τον αντίκτυπο που θα είχε η κατάργηση του γεγονότος, ενδεχόμενη μελλοντική επίσκεψη σε περίπτωση αύξησης των τιμών και ύπαρξης εισιτηρίου. Η μεταβλητή ΣΤ διερευνά το βαθμό ικανοποίησης αναφορικά με τις δαπάνες των επισκεπτών. Τέλος η έρευνα κλείνει με εξαρτημένες ερωτήσεις για το ρόλο που παίζει το Παζάρι στην ανάπτυξη και την οικονομία της πόλης της Λάρισας. Το πλήρες ερωτηματολόγιο όπως αυτό διανεμήθηκε στο κοινό παράρτημα περιλαμβάνεταιστο παράρτημα της παρούσας μελέτης .

6. Ευρήματα της έρευνας για την ταυτότητα του επισκεπτικού κοινού.
Το προφίλ των ερωτηθέντων απορρέει από την Ομάδα Ερωτήσεων Α του ερωτηματολογίου, η οποία περιλαμβάνει τις εξής δέκα μεταβλητές: φύλο, ηλικία, οικογενειακή κατάσταση, επίπεδο εκπαίδευσης, επάγγελμα, ετήσιο εισόδημα, περιοχή προέλευσης και ενδεχόμενη διανυκτέρευση στην πόλη (Anwar & Sohail, 2003; Foster, 1999; ΤΕΙ Θεσσαλίας, 2014; Brida et al, 2013), είδος καταλύματος που χρησιμοποιήθηκε για τη διανυκτέρευση (Anwar & Sohail, 2003) και το είδος του μεταφορικού μέσου που χρησιμοποιήθηκε για την προσέλευση στο χώρο της διοργάνωσης (Brida et al, 2013; Chen & Lee, 2012).

Από την επεξεργασία των αποτελεσμάτων της έρευνας προκύπτει πως το 46,75% (187 άτομα) είναι άνδρες και 53,25% γυναίκες (213άτομα). Αναφορικά με την ηλικία των ερωτηθέντων, οι περισσότεροι ανήκουν στην κατηγορία 35-44 ετών (102 άτομα) με ποσοστό 25,5% και ακολουθούν οι 25-34 (97 άτομα) με 24,25%. Οι υπόλοιπες ηλικιακές κλίμακες είναι με φθίνουσα σειρά: 18-24 ετών (66 άτομα) 16,5%, 45-54 (60 άτομα) 15%, 55-64 (40 άτομα) 10%, 65 και άνω (20 άτομα) 5% και κάτω των 18 (15 άτομα) 3,75%. Λόγω του γεγονότος ότι η πρώτη και η τελευταία ομάδα αποτελούνται από μικρό αριθμό ατόμων θα προχωρήσουμε σε συγχωνεύσεις ομάδων: η πρώτη με τη δεύτερη και η έκτη με την έβδομη. Άρα στις νέες ομάδες έχουμε την πρώτη που αποτελείται από άτομα έως 24 ετών (81 άτομα), ακολουθούν οι ομάδες 25-34, 35-44 και 45-54 ως έχουν και τέλος η ομάδα 55+ με 60 άτομα. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι οι επισκέπτες μεγαλύτερης ηλικίας ήταν πολύ περισσότεροι από ότι καταμαρτυρούν τα στατιστικά δεδομένα, αλλά σημείωναν και το μεγαλύτερο ποσοστό άρνησης συμμετοχής στην έρευνα, επικαλούμενοι λόγους όπως: γενική άγνοια, έλλειψη ικανότητας κατανόησης, ανάγνωσης κ.α., παρατηρούμε δηλαδή την υποεκπροσώπηση των ηλικιωμένων, φαινόμενο συνηθισμένο σε πολλές έρευνες.
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας 48,5% (194) είναι άγαμοι και 51,5% (206) έγγαμοι, ενώ αναφορικά με το επίπεδο εκπαίδευσης στην πρώτη θέση βρίσκονται οι απόφοιτοι ΑΕΙ-ΤΕΙ (142 άτομα) με ποσοστό 35,5% και ακολουθούν: απόφοιτοι λυκείου-ΤΕΕ (133) 33,25%, απόφοιτοι γυμνασίου (41) 10.25%, απόφοιτοι ΙΕΚ (33) 8,25%, κάτοχοι μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών (27) 6,75%, απόφοιτοι δημοτικού (23) 5,75% και τέλος κάτοχος διδακτορικού βρέθηκε ένας μόνο (ποσοστό: 0,25%). Και εδώ επίσης θα προχωρήσουμε σε συγχώνευση των δύο τελευταίων ομάδων - λόγω της πολύ μικρής ποσόστωσης κατόχων διδακτορικών τίτλων σπουδών. Επομένως θα έχουμε έξι ομάδες με την τελευταία: ‘κάτοχοι μεταπτυχιακών και διδακτορικών τίτλων’ (28 άτομα).

Σχετικά με το επάγγελμα παρατηρούμε διασπορά απαντήσεων και τα ποσοστά έχουν ως εξής: άνεργοι 55, φοιτητές-μαθητές 58, συνταξιούχοι 40, ιδιωτικοί υπάλληλοι 95, ελεύθεροι επαγγελματίες 77, δημόσιοι υπάλληλοι 40 και ‘άλλο επάγγελμα’ 35.

Αναφορικά με το εισόδημα, οι τέσσερις αρχικά ομάδες συμπτύσσονται σε τρείς και είναι: από 0 έως 10.000 ευρώ άτομα 263, από 10.000 έως 25.000 άτομα 119 και τέλος από 25.000 και πάνω 18 άτομα -εκ των οποίων οι έξι μάλιστα δηλώνουν εισόδημα άνω των 40.000 ευρώ ετησίως. Κάτοικοι της πόλης της Λάρισας δηλώνει η μεγαλύτερη ποσοστικά ομάδα με 263 άτομα, ενώ 82 προέρχονται από το υπόλοιπο του νομού Λάρισας (Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας). Μόλις 30 προέρχονται από την υπόλοιπη Θεσσαλία και εκτός Θεσσαλίας (υπόλοιπη Ελλάδα και εξωτερικό) 37 άτομα. Από αυτούς οι 3 προέρχονται από το εξωτερικό, αλλά λόγο του μικρού αριθμού τους συγχωνεύονται με αυτούς από την υπόλοιπη Ελλάδα.

Εξ αυτών που δηλώνουν μη κάτοικοι Λάρισας οι 52 διανυκτερεύουν τουλάχιστον για ένα βράδυ στην πόλη έναντι 93 που δεν διαμένουν νύχτα. Επίσης από αυτούς τους 55 που μένουν το βράδυ στην Λάρισα, οι 31 διαμένουν σε φιλικό ή συγγενικό σπίτι, οι 5 μόνο σε ξενοδοχείο, ενώ 14 δηλώνουν ότι διανυκτερεύουν σε άλλου είδους κατάλυμα.

Σε ό,τι αφορά τον τρόπο προσέλευσης στο παζάρι: 214 έρχονται με ιδιωτικό αυτοκίνητο, 89 επιλέγουν το λεωφορείο, 16 με ποδήλατο, 45 με τα πόδια και 36 με άλλο μεταφορικό μέσο (μηχανή, τρίκυκλο, αυτοκινούμενο αμαξίδιο ΑμεΑ, κ.α.).

7. Σημαντικές διαπιστώσεις ανάλυσης παραγόντων ικανοποίησης
Από την διαδικασία της παραγοντικής ανάλυσης εξάγονται ορισμένες διαπιστώσεις, οι οποίες σχετίζονται με την επισκεπτική ικανοποίηση, όπως αυτή προκύπτει από την επεξεργασία των ερωτηματολογίων. Καθώς η έννοια της ικανοποίησης δεν διέπεται άμεσα από συγκεκριμένο μέτρο, η χρήση της παραγοντικής ανάλυσης μας βοηθά να την αντιληφθούμε μέσα από τις επιμέρους διαστάσεις της. Έτσι λοιπόν επιβεβαιώνεται ότι συνιστώσες που συμβάλλουν στη διαμόρφωση της επισκεπτικής ικανοποίησης είναι το περιεχόμενο των τεσσάρων νέων υπερμεταβλητών και πιο συγκεκριμένα: η ικανοποίηση που προκύπτει και καταγράφεται από παράγοντες που σχετίζονται με το χώρο της διοργάνωσης, η ικανοποίηση που σχετίζεται με τον τομέα των αγορών, η ικανοποίηση από την εικόνα και γενικότερα από την ατμόσφαιρα και την επίδραση στον επισκέπτη και τέλος η ικανοποίηση που προκύπτει από την προσέγγιση και προσβασιμότητα του κοινού στο παζάρι. Φυσικά η παραγοντική ανάλυση δεν προσφέρει μοναδική ερμηνεία αποτελεσμάτων και έτσι δε θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτές είναι οι μόνες διαστάσεις που συγκροτούν το συνολικό αίσθημα ικανοποίησης, αλλά σίγουρα καλύπτουν ένα μεγάλο έυρος αυτού. Ταυτόχρονα η συγκεκριμένη διαδικασία της παραγοντικής ανάλυσης επαληθεύει (confirms) τις υποθέσεις πάνω στις οποίες βασίστηκαν οι πρώτες μεταβλητές, καθώς οι νέες μεταβλητές σχεδόν εξολοκλήρου αποτελούνται από τις διαστάσεις που συγκροτούσαν και τις παλαιότερες.

8. Συμπεράσματα
Το παζάρι ως γεγονός και ως έννοια, προσδιορίζεται όχι μόνο από την εμπορική - αγοραστική διάσταση, αλλά και από χαρακτηριστικά έγγεια προς τον πολιτισμό, τις κοινωνικές σχέσεις, την ψυχαγωγία, τη συγκέντρωση ανθρώπων και εν γένει τη συνάθροιση υλικών, οικονομικών αλλά και πνευματικών πόρων. Προς όλες αυτές τις σχέσεις ο τουρισμός σίγουρα δεν είναι ξένος, όπως εξάλλου και η ανάπτυξη, ως ακόλουθο αυτού. Από την ελληνική ‘αγορά’ και το ρωμαϊκό ‘forum’, μέχρι τα παζάρια της ανατολής και τα αγγλοσαξονικά ‘tradeshow’, το σημαντικότερο στοιχείο είναι υπολογίσιμη συγκέτρωση ατόμων, η αγοραστική δυναμική αυτού του πλήθους, αλλά επίσης και διαστάσεις που καλύπτουν την πολιτιστική, κοινωνική, πνευματική και ψυχαγωγική, πέραν της εμπορικής δραστηριότητας.

Μέσα από τα στοιχεία της έρευνας και την ερμηνεία τους, οδηγούμαστε σε μια σειρά συμπερασμάτων που αφορούν κυρίως τις σχέσεις γεγονότος και επισκεπτών. Αρχικά πρέπει να τονιστεί ότι το Παζάρι της Λάρισας αποτελεί ένα γεγονός με πολύ μεγάλη επισκεπτική ροή, η οποία δυστυχώς όμως δεν έχει μετρηθεί ως τώρα. Επίσης αν και πρόκειται για ένα γεγονός με ιδιαίτερα μεγάλη χρονική διάρκεια, ελάχιστοι ερευνητές έχουν ασχοληθεί με τον όγκο των πληροφοριών που προσφέρει. Η μεγάλη απήχηση αυτού του γεγονότος στο αγοραστικό κοινό είναι ίσως και ο μόνος λόγος που το παζάρι διατηρείται ακόμη, αφού δεν καταγράφονται και δεν καταβάλλονται συντονισμένες ενέργειες για την τόνωση, τη βιωσιμότητα και την βέλτιστη αξιοποίηση των δυνατοτήτων και ευκαιριών που προσφέρει.

Τα ευρήματα της έρευνας καταδεικνύουν ισχνότατη σύνδεση του παζαριού με τον τουρισμό, καθώς παρά τον αυξημένο όγκο επισκεπτών, εξαιρετικά μικρό είναι το ποσοστό χρήσης τουριστικών υποδομών (π.χ. ξενοδοχεία). Επιπρόσθετα δεν παρατηρείται σύνδεση του γεγονότος με φορείς και εμπλεκόμενους οι οποίοι σχετίζονται άρρηκτα με την υλοποίηση του γεγονότος. Ενδεικτικά αναφέρουμε την μεγάλη δυσφορία του κοινού για τη συχνότητα των λεωφορείων που συνδέουν την περιοχή όπου στεγάζεται το Παζάρι με το κέντρο της πόλης - πόσο μάλλον με άλλα σημεία. Αξίζει να σημειωθεί ότι η συχνότητα αστικών λεωφορείων σύνδεσης της περιοχής είναι μόλις δύο οχήματα την ώρα, χωρητικότητας συνολικά εκατό ατόμων, τη στιγμή που η προσέλευση ανά ώρα την περίοδο λειτουργίας του Παζαριού είναι πολλαπλάσια. Την ίδια αρνητική άποψη εκφράζειτο κοινό και για τους χώρους στάθμευσης, οι οποίοι προφανώς δεν πληρούν τις προδιαγραφές ούτε καν για το στοιχειώδες ποσοστό ικανοποίησης του καταναλωτικού κοινού. Ακόμη τα στοιχεία της έρευνας μας πληροφορούν ότι ο κύριος όγκος των επισκεπτών προέρχεται από την ίδια την πόλη και τα περίχωρά της, που σημαίνει έλλειψη διαφήμισης και ενημέρωσης του υπερτοπικού κοινού ή διαφοροποίηση των αναγκών και επιθυμιών αυτού. Ταυτόχρονα, ενώ η διοργάνωση αποπειράται σύνδεση με την παράδοση και τον πολιτισμό, μέσω των ευρημάτων, διαπιστώνουμε ότι αυτά τα στοιχεία φθίνουν αναφορικά με τη ικανοποίηση του προξενούν στο κοινό όσο ανεβαίνει το εκπαιδευτικό του επίπεδο. Πιο απλά το πολιτιστικό στοιχείο το οποίο προσφέρουν αναφέρεται περισσότερο σε απόφοιτους δημοτικού παρά σε άτομα με ανώτατη εκπαίδευση.

Εκτός των άλλων, καθώς έχουμε αναφερθεί στη βαρύτητα των φεστιβάλ φαγητού και αντιμετωπίζοντας το Παζάρι της Λάρισας εν μέρει και ως τέτοιου είδους -εφόσον ένα σημαντικό κομμάτι του αφορά το φαγητό- θα λέγαμε πως ο ‘τομέας φαγητού του παζαριού θα μπορούσε να μετεξελιχθεί από μόνος σε μια ξεχωριστή διοργάνωση, στο πλαίσιο του παζαριού ή και όχι, να εμπλουτιστεί σε αριθμό παρόχων-εμπόρων, σε ποικιλία φαγητών, σε χωρική έκταση και κυρίως να συγκεντρωθεί χωροταξικά σε έναν ενιαίο χώρο.
Κλείνοντας, θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι η πόλη της Λάρισας αν και διαθέτει αρκετούς εν δυνάμει τουριστικούς πόρους, δεν καταβάλλονται προσπάθειες για την αξιοποίηση τους. Το Παζάρι της Λάρισας σίγουρα κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις μεταξύ αυτών των πόρων και μάλιστα πρόκειται για ένα γεγονός εμπορικού ενδιαφέροντος με άμεσα κέρδη για τους εμπλεκόμενους. Δυστυχώς όμως αναφορικά με το τουριστικό εγχείρημα και την αποδεδειγμένη σύνδεσή του με την τοπική ανάπτυξη και οικονομία, για ακόμη μια φορά παρατηρούμε την έλλειψη πρωτοβουλιών και την αδράνεια ακόμη και για στοιχειώδεις και τακτικές, που σε επιστημονικό και πρακτικό επίπεδο αποτελούν κεκτημένο εδώ και αρκετές δεκαετίες αναφορικά με αντίστοιχες καταγεγραμμένες περιπτώσεις ανά τον κόσμο.

Τέλος, μέσω της παρούσας εργασίας επιθυμούμε να συμβάλλουμε στον όχι ιδιαίτερα πλούσιο επιστημονικό διάλογο, που υπάρχει έως τώρα, για την συγκεκριμένη διοργάνωση και επίσης να προσφέρουμε ενδεχομένως μια ποσότητα πληροφοριών χρήσιμη για τους εμπλεκόμενους διοργανωτές του γεγονότος αυτού.

Βιβλιογραφία
Ελληνόγλωσση
  • Θεοφανίδης, Σ. (2002) ‘Μεθοδολογία της επιστημονικής σκέψης και έρευνας: πώς γίνεται η επιστημονική έρευνα και πώς γράφεται μια επιστημονική εργασία ’, Αθήνα: Γ. Μπένου Παρασκευόπουλος, Ι. (1993) ‘Μεθοδολογία Επιστημονικής Έρευνας’, Αθήνα: ιδιωτική έκδοση.Τ.Ε.Ι. Θεσσαλίας & Δήμος Λαρισαίων (2014)‘Διαγνωστική Έρευνα για το Παζάρι της Λάρισας’, Λάρισα: αδημοσίευτη έρευνα.

Ξενόγλωσση
  • Anderson, L.F. & Littrell, M.A. (1995)‘Souvenir-purchase behavior of woman tourists’, Annals of Tourism Research, 22( 2): 328-48.
  • Anil, N. (2012) ‘Festival visitors’ satisfaction and loyalty: An example of small, local and municipality organized festivals’, Tourism: International Interdisciplinary Journal, 60 (3): 255-71.
  • Anwar, S.A. & Sohail, S., (2003) ‘Festival Tourism in United Arab Emirates: First time versus repeat visitor perceptions’, Journal of Vacation Marketing, 10 (2): 161-170.
  • Baker, D. & Crompton, J. (2000) ‘Quality, satisfaction and behavioral intentions’, Annals of Tourism Research, 27 (3): 785-804/ PII: S0160-7383(99)00108-5 Barut^u, S., Dogan, H. & Cnguren, E. (2011) ‘Tourists perception and satisfaction of shopping in Alanya region: A comparative analysis of different nationalities’ , Procedia Social and Behavioral Sciences - Elsevier Ltd., (24): 1049-59, DOI: 10.1016/j.sbspro.2011.09.101 Bowden, L. (1977) ‘Finance in the medieval Muslim world’, British Society for Middle Eastern Studies, 4
  • (1) : 40-1.
  • Brida, J.G., Disegna, M. & Osti, L. (2013) ‘Visitors’ Expenditure Behaviour at Cultural Events’, Tourism Economics, 19 (5): 1173-1196, DOI: 10.5367/te.2013.0237 Burke, E. III (1979), ‘Islamic history as world history: Marshall Hodgson ‘the venture of Islam’, International Journal of Middle East Studies, 10 (2): 241-64.
  • Chen, J.S. & Hsu, C.H. (2000), ‘Measurement of Korean tourists’ perceived image of oversees destinations’, Journal of Travel Research, 38 (4): 411-6, DOI: 10.1177/004728750003800410
  • Chen, W.C, Lee, C.F.& Lin, L.Z. (2012) ‘Investigating factors affecting festival quality: A case study of Neimen Song Jiang Jhen Battle Array, Taiwan’, African Journal of Marketing Management, 4
  • (2) : 43-54, DOI: 10.5897/AJMM 10.038 Cohen, L., Manion, L. & Morrison, K.R.B. (2011)‘Research methods in education’, Oxon: Routledge. Crompton, J. & Love, L. (1995) ‘The predictive validity of alternative approaches to evaluating quality of a festival’, Journal of Travel Research, 34 (1): 11-24.
  • Crompton, J. & MacKay, S. (1997) ‘Motives of visitors attending festival events’, Annals of Tourism Research, 24 (2): 425-39.
  • EdgM, E., felu, A., §algamcioglu, M. E., & Mansouri, A. (2012) ‘Traditional Shopping: A Syntactic Comparison of Commercial Spaces in Iran and Turkey’, Eighth International Space Syntax Symposium, Santiago: Greene, Reyes, & Castro (Ed.), paper ref: 8099/ διαθέσιμοστο: http://www.sss8.cl/media/upload/paginas/seccion/8099 1.pdf /[πρόσβαση 18 Νοεμβρίου 2016] Egresi, I. (2015) ‘Tourists’ shopping satisfaction in Istanbul’s traditional markets’, International Scientific Conference GEOBLANKA 2015, 247-54, DOI: 10.18509/GBP.2015.32 Gordon, S. (2008) ‘When Asia was the World: travelling merchants, scholars, warriors and monks who created the ‘riches of the East’, Philadelphia, PA: Da Capo Press.
  • Heung, V. & Chen, E. (2000) ‘Assessing Tourists’ Satisfaction with Shopping in the Hong Kong Special Administrative Region of China’ Joural of Travel Research, 38(4): 396-404, DOI: 10.1177/004728750003800408 Hourani, A. (1991) ‘A History of the Arab Peoples ’, London: Faber and Faber.
  • Kauz, R. (2011) ‘Gift exchange between Iran, Central Asia and China under the Ming Dynasty,1368- 1644’, στο L. Komaroff, (eds.) Gifts of the Sultan: The Arts of Giving at The Islamic Courts, New Haven, CT: Yale University Press Kennedy, H. (2005) ‘The Court of the Caliphs: When Baghdad Ruled the Muslim World’, London: Phoenix.
  • Kikuchi, A. & Ryan, C. (2007) ‘Street markets as tourist attractions - Victoria Market, Auckland, New Zealand, International’, Journal of Tourism Research,(9): 297- 300 Kozak, M. (2002) ‘Comparative analysis of tourist motivations by nationality and destinations’, Tourism Management, (23): 221-32 Lapidus, I.M. (2002) ‘A History of Islamic Societies ’, Cambridge: Cambridge University Press.
  • Lee, C.K., Lee, Y.K. & Wicks, B. (2004) ‘Segmentation of festival motivation by nationality and satisfaction’, Tourism Management, (25): pp. 61-70, DOI: 10.1016/S0261-5177 Lee, J.S, Lee, C.K. &Yoon, Y. (2009) ‘Investigating differences in antecedents to value between first time and repeat festival-goers’, Journal of Travel and Tourism Marketing, 26 (7): 688-702, DOI: 10.1080.10548400903284511 Lee, Y.K, Lee, C.K., Lee, S.K & Babin, B. (2008) ‘Festivalscapes and patrons’ emotions, satisfaction and loyalty’, Journal of Business Research, (61): 56-64, DOI: 10.1006/j.jbourses .2006.05.009 Mason, M. & Paggiaro, A. (2012) ‘ Investigating the role of festivalscape in culinary tourism: The case of food and wine events’, Tourism Management, (33): 1329-36, DOI: 10.1016/j.tourman. 2011.12.016
  • Morony, M.G. (2004) ‘Economic boundaries? Late antiquity and early Islam’, Journal of the Economic and Social History of the Orient, 47 (2): 166-94.
  • Novotny, P. (2000) ‘From Polis to Agora: The Marketing of Political Consultants’, The International Journal of Press/Politics, 5 (3): 12-26, DOI: 10.1177/1081180X00005003003 O’Gorman, K.D., (2010), ‘The Origins of Hospitality and Tourism’, Goodfellow Publishers, Oxford, [online] available from:http://strathprints.strath.ac.uk/ 15100/1/strathprints015100.pdf Oh, J.Y.J., Cheng, C.K., Lehto, X.J. & O’Leary, J.T. (2004) ‘Predictors of tourists’ shopping behavior: examinations of socio-demographic characteristics and trip typologies’, Journal of Vacation Marketing, (10): 308-19.
  • Pughazhendi, A. & Ravindran, S. (2011) ‘A study on impulsive buying behavior and satisfaction towards retail outlet in Big Bazaar Coimbatore’, International Journal of Research in Commerce and Management, 2 (10): 115-22.
  • Ray, N.D. (1997) ‘The medieval Islamic system of credit and banking: legal and historical considerations’, Arab Law Quarterly, 12 (1): 43-90 Timothy, D.J. (2005) ‘Shopping tourism, retailing and leisure ’, Clevedon, UK: Channel View Publications.
  • Tkaczynski, A. & Stokes, R. (2010) ‘FESTPERF: A service quality measurement scale for festivals’, Event Management, (14): 69-82, DOI: 10.3727/152599510X1272473576 7679 Tosun, C., Temizkan, S.P., Timothy, D.J. & Fyall, A. (2007) ‘Tourist shopping experiences and satisfaction’, International Journal of Tourism Research, (9): 87-102.
  • Udovitch, A.L. (1975) ‘Reflections on the institutions of credit and banking in the medieval Islamic Near East’, Studia Islamica, (41): 5-21 ϋςeςam-Karagel, D. & Karagel, H. (2014) ‘Analysis of a Historical Commercial Centre in Terms of Marketing Geography: Uzun £ar§i / the Long Bazaar (Antakya/Turkey)’, European Journal of Research on Education, (2): 166-84, DOI: 10.15527/ejre.201426573.
  • Wan, Y.K.P & Chan, S.H.J. (2013) ‘Factors that affect the level of tourists’ satisfaction and loyalty towards food festival: A case study of Macau’, International Journal of Tourism Research, (15): 226-40, DOI: 10.1002/jtr.1863 Wong, J., Wu, H.C. & Cheng, C.C. (2014) ‘An empirical analysis of synthesing the effects of festival quality, emotion, festival image ad festival satisfaction on festival loyalty: A case study of Macau Food Festival’, International Journal of Tourism Research, δημοσιευμένο ηλεκτρονικά στο: Wiley Online Library, [πρόσβαση 30 Ιουλίου 2016] DOI: 10.1002/jtr.2011 Wong, I.A. &.Wan, J.K.P. (2013) ‘A systematic approach to scale development in tourist shopping satisfaction: linking destination attributes and shopping experience’, Journal of Travel Research, 52, (1): 29-41.
  • Yuksel, A. (2004) ‘Shopping experience evaluation: a case of domestic and international visitors’, Tourism Management, (28): 751-9.
*Δεύτερο Πανελλήνιο Συνέδριο Marketing & Branding Τόπου, Λάρισα 31 Μαρτίου-2 Απριλίου 2017

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου