Δευτέρα, 11 Οκτωβρίου 2010

Τ.Λαγουδάκη :"Η νέα πόλη στο πλαίσιο της Ευρώπης"

Δυστυχώς η συζήτηση για το μέλλον των πόλεων, για τις στρατηγικές κατευθύνσεις και τα προγράμματα, είναι πολύ φτωχή στην Ελλάδα.Συμβάλλοντας στον προβληματισμό για τα ζητήματα των Πολιτικών των πόλεων ,δημοσιεύουμε την τοποθέτηση της κ.Τ.Λαγουδάκη ( συνεργάτη της ΚΕΔΚΕ ) σε εκδήλωση  του ΙΣΤΑΜΕ τον Μάιο του 2006 με θέμα "Η νέα πόλη στο πλαίσιο της Ευρώπης".Θα αναρωτηθείτε .Τίποτα πιο καινούργιο ; Θα παρατηρήσετε διαβάζοντας το κείμενο ότι αλλάζοντας ορισμένα πράγματα της ,τότε ,επικαιρότητας η τοποθέτηση είναι ακόμα ισχυρή.
Στην τοποθέτησή της, η κ.Λαγουδάκη ,προβάλλει τις θέσεις της ΚΕΔΚΕ για παρεμβάσεις σε πέντε επίπεδα:
  • Την πολυκεντρική χωρική ανάπτυξη
  • Την αναγκαιότητα για ολοκληρωμένες προσεγγίσεις
  • Το σύστημα διοίκησης
  • Το χρηματοδοτικό πλαίσιο αλλά και η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των ίδιων των ΟΤΑ
  • Την διασφάλιση των μηχανισμών διαβούλευσης και συμμετοχικών διαδικασιών
"Εκπροσωπώντας την ΚΕΔΚΕ -θα μου συγχωρήσετε τον πληθυντικό, μιλώ εκ μέρους της ΚΕΔΚΕ- να πούμε ότι αναγκαστικά η συζήτηση γι' αυτή τη νέα πόλη στο πλαίσιο της Ευρώπης ξεκινά και διαδραματίζεται σε μια περίοδο όπου σχεδιάζεται το ΚΠΣ για την επόμενη προγραμματική περίοδο 2007-2013.
Επομένως αναγκαστικά η ΚΕΔΚΕ παίρνει υπόψη της όλες τις κατευθύνσεις και τις στρατηγικές όπως διαμορφώνονται μέχρι σήμερα και ουσιαστικά προσπαθεί να τοποθετήσει το όραμα για τη νέα πόλη υποχρεωτικά μέσα απ’ αυτές τις κατευθύνσεις. Εάν λοιπόν ξεκινήσουμε σ’ αυτή τη λογική και σύμφωνα με τα κείμενα και τις στρατηγικές κατευθύνσεις κανένας μας δεν έχει αντίρρηση ότι η βασική επιδίωξη γι' αυτές τις νέες πόλεις είναι να φτιάξουμε πόλεις ελκυστικές και για την ανάπτυξη επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, αλλά και για την κατοικία, για τους ανθρώπους που τις ζουν. Σ’ αυτή τη λογική, μια ελκυστική πόλη, αυτή του νέου τύπου, θα έπρεπε σίγουρα να είναι προσβάσιμη. Προσβάσιμη στο επίπεδο του δικτύου των πόλεων, δηλαδή να πηγαίνω εύκολα σ’ αυτή, αλλά να έχει και καλές συνθήκες πρόσβασης και κινητικότητας εντός της. Να κινούμαι σε ικανοποιητικούς, αν μη τι άλλο, χρόνους μέσα στις πόλεις. Αυτή η νέα πόλη θα έπρεπε να έχει ισότιμη πρόσβαση και καλές παρεχόμενες υπηρεσίες προς όλους τους πολίτες της.
Η νέα πόλη θα έπρεπε να διασφαλίσει όλα εκείνα τα μέτρα τα οποία θα επέτρεπαν την ανάδειξη και την προστασία του περιβάλλοντος. Είτε αυτό είναι ανθρωπογενές, τα κτίρια, οι δρόμοι, είτε είναι το φυσικό περιβάλλον με την έννοια του πρασίνου. Σίγουρα, σε μια ελκυστική πόλη θα περίμενε κανείς να αναδειχθούν όλα τα στοιχεία που συνθέτουν την πολιτιστική και ιστορική κληρονομιά της. Επίσης, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, το ίδιο και οι μεγάλες, θα έπρεπε να ενισχυθούν σ’ αυτές τις νέες πόλεις. Η ενσωμάτωση της καινοτομίας και η διάχυση της οικονομίας της γνώσης θα έπρεπε να είναι επίσης κάτι που θα έπρεπε να υπάρχει σ’ αυτή. Η αντιμετώπιση της ανεργίας αποτελεί βασικό πρόβλημα για τις πόλεις που έχουν να εμφανίσουν το παράδοξο «πολλές δουλειές, περισσότερη ανεργία». Επίσης η αύξηση των δυνατοτήτων απασχόλησης και βελτίωσης του μορφωτικού και εκπαιδευτικού επιπέδου, δε μπορεί παρά να είναι στοιχείο αυτής της νέας ελκυστικής πόλης. Η προώθηση της κοινωνικής ενσωμάτωσης και των ίσων ευκαιριών θα έπρεπε να είναι στοιχείο της ελκυστικότητας των πόλεων και τέλος η αύξηση της ασφάλειας των πολιτών.

Σ’ αυτή τη λογική της ελκυστικότητας, έρχεται και μια λέξη η οποία αν θέλετε ενοχλεί αρκετούς ή προβληματίζει πολλούς: Είναι η έννοια της ανταγωνιστικότητας. Σ’ αυτή την αναζήτηση της ελκυστικότητας των πόλεων, καλό θα είναι να βελτιώσουμε την ανταγωνιστικότητα των πόλεων και όχι να ενισχύσουμε την ανταγωνιστικότητα μεταξύ των πόλεων, φαινόμενο το οποίο είναι πολύ συχνό στη χώρα μας. Ένα άλλο σημαντικό ζήτημα που μπαίνει έχει να κάνει με το ρόλο των πόλεων και τη σχέση τους με αυτό που λέμε «περιφέρεια» στην Ελλάδα. Πολλές φορές θεωρούμε ότι περιφερειακή ανάπτυξη είναι η ανάπτυξη όλων των υπολοίπων πόλεων πέραν της Αθήνας ή ίσως και της Θεσσαλονίκης. Περιφερειακή ανάπτυξη όμως σημαίνει ισόρροπη χωρική ανάπτυξη, δε σημαίνει αποκλεισμό κάποιων μεγάλων κέντρων και ενίσχυση κάποιων άλλων στη θέση τους. Η διακυβέρνηση των πόλεων επίσης, ο τρόπος που ασκείται η διοίκηση μέσα στις πόλεις από τους ΟΤΑ είναι ένα άλλο βασικό ζητούμενο στην ελκυστικότητα των πόλεων. Ξεκινώντας λοιπόν και θεωρώντας προϋποθέσεις και στόχους όλα αυτά που προαναφέρθηκαν, θα πρέπει να δούμε κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορούμε να διεκδικήσουμε αυτή την προσπάθεια, και τι πρέπει να κάνουμε για να μπορέσουμε να οδηγηθούμε σ’ αυτό το όραμα των ελκυστικών πόλεων που περιμένουμε όλοι μας σ’ αυτή τη φάση και στην επόμενη προγραμματική περίοδο.
Εκεί η ΚΕΔΚΕ έχει ξεκινήσει μια προσπάθεια πολλαπλή σε πέντε επίπεδα.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, ας του βάλουμε τον τίτλο «πολυκεντρική χωρική ανάπτυξη». Ξεκινάμε κάτω από τις κατευθύνσεις και λέμε: Τι σημαίνει πολυκεντρική χωρική ανάπτυξη; Σημαίνει πολλές πόλεις σε ένα συμπληρωματικό ρόλο που όλες μαζί όταν ενισχυθούν θα οδηγήσουν στη σύγκληση των περιφερειών και στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της χώρας μας τελικά.
Ας δούμε τα προβλήματα όμως που πρέπει να αντιμετωπίσουμε σ’ αυτή τη φάση και με τα οποία κυρίως ασχολούμαστε τα τελευταία δύο χρόνια στην ΚΕΔΚΕ. Αν μιλάμε για πολυκεντρικό χώρο, αναγκαστικά ερχόμαστε σε ένα ζήτημα που λέει «ιεράρχηση των πόλεων». Η ιεράρχηση των πόλεων στη χώρα μας είναι ένα θέμα το οποίο προσδιορίζεται πολλαπλά με διαφορετικά κριτήρια και είναι πάντα ένα ζητούμενο τι εννοούμε με αυτόν τον όρο. Να πούμε για παράδειγμα ότι έχουν ξεκινήσει και έχουν ολοκληρωθεί τα 12 περιφερειακά προγράμματα, τα χωροταξικά των περιφερειών πλην της Αττικής και σε κάθε μία περιφέρεια ορίζονται οι οικισμοί 1ου επιπέδου, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου.
Εάν κάποιος συνθέσει αυτά τα 12 περιφερειακά προγράμματα θα δει ότι η πόλη 1ου επιπέδου στη Θεσσαλία δεν είναι αντίστοιχη με την πόλη 1ου επιπέδου στην Ήπειρο. Άρα λοιπόν έρχεται εκεί ένα θέμα και λέει: Μήπως θα πρέπει να ολοκληρωθεί το εθνικό χωροταξικό σχέδιο ώστε επιτέλους να μιλάμε με ίσους όρους σε εθνικό επίπεδο για ιεράρχηση πόλεων; Να επισημάνουμε ότι το εθνικό χωροταξικό σχέδιο γίνεται τώρα, είναι σε εξέλιξη και αναμένεται να ολοκληρωθεί σχετικά σύντομα. Άρα αν ξεπεράσουμε, πείτε, με το εθνικό χωροταξικό το θέμα της ιεράρχησης, το επόμενο θέμα που θα πρέπει να δούμε είναι να ενισχύσουμε σ’ αυτό το πολυκεντρικό σύστημα των ειδικό ρόλο των πόλεων. Η ενίσχυση επιτυγχάνετε αξιοποιώντας το συγκριτικό πλεονέκτημα το οποίο συνδέεται με τη γεωγραφική της θέση κατά κανόνα, με το μέγεθός της, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της, με τις συγκεντρώσεις οικονομικών δραστηριοτήτων και όλα τα υπόλοιπα.
Σ’ αυτή τη λογική λοιπόν θα πρέπει να πούμε κάποια μεγέθη και νούμερα. Η χώρα μας σύμφωνα με την απογραφή του 2001 έχει 13.200 οικισμούς. Όταν λέμε οικισμούς εννοούμε και το Χαλάνδρι ή οποιουσδήποτε δήμους της Αττικής αναγνωρίζοντας τους ως αυτόνομους οικισμούς. Το ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει και δείχνει δυο ακραίες τάσεις στη χώρα μας, είναι το εξής: περίπου το 18% του πληθυσμού μένει σε πόλεις άνω των 100.000 κατοίκων, άλλο ένα 18% περίπου μένει σε πόλεις από 50-100.000 κατοίκους, αλλά το σημαντικό στοιχείο που μας διαφοροποιεί είναι ότι περίπου το 25% του πληθυσμού μας ζει σε πόλεις πάρα πολύ μικρές, κάτω των 2.000 κατοίκων, κατά κανόνα απομονωμένες και διεσπαρμένες.
Θα βιαστεί ίσως κάποιος να πει ότι έχουμε αγροτικούς και αστικούς οικισμούς. Εκεί είναι ένα δεύτερο πρόβλημα που έχουμε ως χώρα και προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε ως ΚΕΔΚΕ στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο ορισμός του αστικού στην Ελλάδα έχει αλλάξει, σύμφωνα με την ΕΣΗΕΑ το 2001. Σε έναν πρόχειρο λοιπόν διαχωρισμό καταλήξαμε ότι, κατά ΕΣΗΕΑ, όλα τα δημοτικά διαμερίσματα της χώρας που έχουν οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων είναι αγροτικά και όλα όσα έχουν άνω των 2.000 κατοίκων είναι αστικά. Αυτό αυτόματα μπορεί νομίζω ο καθένας μας που ζει σ’ αυτή τη χώρα, να καταλάβει ότι δημιουργεί ένα πρόβλημα ας πούμε για τους μικρούς οικισμούς οι οποίοι είναι παραθεριστικοί, άρα έχουν έναν μόνιμο πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων, καμία όμως σχέση με αγροτικά χαρακτηριστικά. Θα μου πείτε, γιατί μας απασχολεί και μας έπιασε τέτοιος καημός. Μας απασχολεί γιατί στο Δ’ ΚΠΣ, το ΚΠΣ του 2007-2013, στην πράξη το Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης δεν θα υλοποιηθεί και δε θα χρηματοδοτήσει δράσεις μέσα από ενιαίο πρόγραμμα με το Ταμείο της Περιφερειακής Ανάπτυξης ή το κοινωνικό Ταμείο. Σχεδιάζεται ανεξάρτητα στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης του αγροτικού χώρου. Αυτό σημαίνει εξ ορισμού ότι έχει άλλη περιοχή εφαρμογής. Άρα θα πρέπει έγκαιρα, άμεσα, χθες, να ξεκαθαρίσουμε, τουλάχιστον κατά χαρακτήρα και ρόλο, ποια είναι αγροτικά και ποια είναι αστικά κέντρα στη χώρα μας ώστε να μπορούμε εύκολα να ξέρουμε ποιες δράσεις υλοποιούνται, πού και με τι συνέργιες μπορούν να λειτουργήσουν αυτά τα προγράμματα ή και η λειτουργία των πόλεων.
Ένα δεύτερο θέμα που αντιμετωπίζουμε μιλώντας για την πολυκεντρική χωρική ανάπτυξη, είναι, όπως είπαμε και προηγούμενα, ότι δεν πρέπει να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα μεταξύ των πόλεων. Άρα πρέπει να αυξηθούν οι συνέργιες μεταξύ τους. Μιλώντας με τη μέχρι σήμερα εμπειρία και πλέον στο επίπεδο των ΟΤΑ οι οποίοι αποτελούν και θεσμικούς εκφραστές των πόλεων, έχουμε να πούμε απολογιστικά ότι ενώ τα δίκτυα πόλεων, ας πούμε ελληνικών με ευρωπαϊκές πόλεις έχουν να παρουσιάσουν κάποια πρακτική, κάποιες πόλεις δικτυώνονται με ευρωπαϊκές πόλεις, εντός του εθνικού χώρου δεν υπάρχουν δικτυώσεις, δεν υπάρχουν συνέργιες, δεν υπάρχουν συνεργασίες. Μια συστηματική προσπάθεια που ξεκίνησε η ΚΕΔΚΕ είναι να αναδείξει, αν μη τι άλλο, δικτυώσεις και συνέργιες εντός του εθνικού χώρου. Στην κατεύθυνση αυτή ανοίξαμε και λειτουργούμε έναν δικτυακό τόπο υπό την ΚΕΔΚΕ που λέγεται «Χώρος», προσπαθώντας να δημιουργήσουμε συνέργιες και ανταλλαγή εμπειριών μεταξύ των δήμων εντός του εθνικού εδάφους. Ακόμη και για επίλυση απλών προβλημάτων θεσμικού χαρακτήρα, κάποιος δήμος που τα έχει λυμένα, δεν έχει το δίκτυο μέσω του οποίου θα επικοινωνήσει και μεταδώσει σε άλλον δήμο την εμπειρία του. Όπως επίσης όσο κι αν σας φαίνεται περίεργο, εάν θέλει κάποιος Δήμος να κάνει μια δωρεά ή να συνεργαστεί με κάποιον άλλον, είναι τέτοιες οι αγκυλώσεις του συστήματός μας που δεν επιτρέπουν ακόμη και αυτή την απλή διαδικασία, ας πούμε να δώσω κάποιο υλικό το οποίο δε μου χρειάζεται, να το παραδώσω επίσημα σε κάποιο άλλο δήμο.
Μια άλλη διάσταση η οποία υπάρχει σ’ αυτό το πολυκεντρικό σύστημα είναι αυτό που προαναφέρθηκε ως σχέση πόλης - υπαίθρου. Η σχέση πόλης - υπαίθρου με βάση τη διεθνή βιβλιογραφία αλλά και την πρακτική, προϋποθέτει ότι για να αναπτυχθεί μια περιοχή η οποία είναι αγροτική, απομονωμένη και χωρίς ιδιαίτερη δυναμική ανάπτυξης, θα πρέπει να έχει κάποιο πόλο που να την τραβήξει, να μπορέσει να τη βγάλει από την απομόνωση. Η εμπειρία δυστυχώς στο τρέχον Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης που αφορούσε την ενίσχυση κάποιων αγροτικών περιοχών, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν από τα 13 περιφερειακά προγράμματα του Γ’ ΚΠΣ και από το πρόγραμμα της Αγροτικής Ανάπτυξης, μας έδειξε ότι με τα κριτήρια τα οποία υιοθετήσαμε ως χώρα καταλήξαμε στο να οριοθετήσουμε ζώνες και περιοχές χωρίς κέντρα πόλους. Αποτέλεσμα στον απολογισμό αν θέλετε ή την πορεία εξέλιξης της υλοποίησης αυτών των προγραμμάτων, είναι ότι αυτές οι περιοχές δε μπόρεσαν να ανταποκριθούν είτε σαν διοικητικές δομές είτε σαν προϋποθέσεις με τη δική τους δυναμική, την ενδογενή, στις όποιες οικονομικές, χρηματοδοτικές ενέσεις έγιναν στην περιοχή. Με αποτέλεσμα πολλές απ’ αυτές τις περιοχές να μη μπορούν να απορροφήσουν καν τα χρήματα τα οποία τους δόθηκαν. Αν εξαιρέσουμε ας πούμε κάποιους δρόμους ή κάποιες πλατείες ή κάποια τέτοια μέτρα, δε μπόρεσε να ενισχυθεί η κινητοποίηση π.χ. του ιδιωτικού τομέα, οι παρεμβάσεις ανάδειξης των πόλεων.

Ένα δεύτερο επίπεδο στο οποίο έχει συγκεντρώσει τις προσπάθειές της η ΚΕΔΚΕ είναι η αναγκαιότητα για ολοκληρωμένες προσεγγίσεις όταν μιλάμε για ανάδειξη αντιμετώπισης προβλημάτων στις πόλεις μας, μικρές και μεγάλες. Εκεί λοιπόν η ολοκληρωμένη προσέγγιση βάζει αναγκαστικά ως διάσταση ότι: δε μπορώ να παρέμβω σε μια περιοχή, όπως αναφέρθηκε στην περίπτωση της Γαλλίας, με υποβαθμισμένα χωρικά χαρακτηριστικά, χωρίς να παρέμβω και στα κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά της. Είναι αδύνατο να φέρω αποτέλεσμα. Σ’ αυτή τη λογική ο απολογισμός που έχουμε μέχρι στιγμής είναι ότι παρ’ ότι χρηματοδοτήθηκαν ολοκληρωμένες παρεμβάσεις θεωρητικά και κατά πρόθεση σε 72 πόλεις μας, μικρές και μεγάλες σε μέγεθος, αυτές οι ολοκληρωμένες παρεμβάσεις δεν έχουν και δε φαίνεται ότι θα έχουν μέχρι το τέλος τα αποτελέσματα που κάποιος θα περίμενε. Οι λόγοι είναι πολλοί: θεσμικές αγκυλώσεις του συστήματος κυρίως πολεοδόμησης και παρέμβασης μέσα στον αστικό χώρο, πολλαπλές αρμοδιότητες. Για παράδειγμα, το να παρέμβεις στα ιστορικά κέντρα και να αναβαθμίσεις ένα ιστορικό κέντρο μιας πόλης στην Ελλάδα σημαίνει ότι πρέπει να έχεις τουλάχιστον πέντε χρόνια σχεδιασμού μπροστά σου διότι εμπλέκονται οι αρμοδιότητες του Υπουργείου Πολιτισμού, οι αρμοδιότητες άλλων Εφορίας, οι δυνατότητες παρέμβασης είναι πάρα πολύ περιορισμένες, οι αδειοδοτήσεις ακόμη πιο δύσκολες.
Ο συντονισμός μεταξύ δράσεων του Κοινωνικού Ταμείου ή του Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης λόγω διαφορετικών πόλων χρηματοδότησης, φαίνεται να δημιουργούν προβλήματα προς στιγμή. Έχουμε το παράδοξο να έχουν σχεδιαστεί δράσεις π.χ. για τις αναπλάσεις, με στόχο την κατάρτιση του τοπικού ανθρώπινου δυναμικού για να κάνουμε την παρέμβαση, να έχει τελειώσει η παρέμβαση ανάπλασης και να μην έχουν βγει ακόμη οι διατάξεις που θα μας επιτρέψουν την κατάρτιση του δυναμικού γιατί ο ΟΑΕΔ δεν είχε το δυναμικό ή γιατί δε βγήκε έγκαιρα η εγκύκλιος... Αυτά θα μπορούσε κανείς να πει ότι θα μπορούσαμε να τα ξεπεράσουμε. Θα πρέπει να δούμε ότι στην πράξη, στην επόμενη περίοδο τα πράγματα θα είναι ακόμη πιο δύσκολα διότι αυτή τη στιγμή σχεδιάζεται ταυτόχρονα αναπτυξιακά η χώρα μας απ’ το σχεδιασμό του ΚΠΣ 2007-2013 και ταυτόχρονα ολοκληρώνεται ο χωρικός σχεδιασμός ο οποίος θα έρθει να δημιουργήσει το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα υλοποιηθούν όλες αυτές οι παρεμβάσεις.

Ένα άλλο επίπεδο στο οποίο χρειαζόμαστε και παρεμβαίνουμε αρκετά ως ΚΕΔΚΕ είναι το σύστημα διοίκησης. Όπως ακούσαμε και στο παράδειγμα της Γαλλίας, η αναγκαιότητα συντονισμού όλων των επιπέδων διοίκησης είναι εκ ουκ άνευ. Δε γίνεται να έχουμε απόφαση στο κεντρικό επίπεδο, υλοποίηση στο επίπεδο των περιφερειών, έγκριση από τη Νομαρχία και ίσως τροποποίηση στο επίπεδο του δήμου. Στο πλαίσιο μιας ολοκληρωμένης στρατηγικής θα πρέπει να διασφαλιστεί χωρική συνοχή των επιμέρους πολιτικών και επιπέδων διοίκησης καθώς και συναίνεση τόσο μεταξύ των διαφοροποιημένων αναπτυξιακών ζωνών όσο και στο εσωτερικό τους. Μέσα από μια τέτοια λογική:
• Θα πρέπει να προσεγγίζονται σφαιρικά (με κριτήρια κοινωνικά, ιστορικά, πολιτικά και αναπτυξιακά) θέματα που αφορούν τη διοικητική διαίρεση είτε στο επίπεδο των Περιφερειών της χώρας είτε στο επίπεδο των ΟΤΑ.
• Απαιτείται αποσαφήνιση και κωδικοποίηση θεσμικού πλαισίου / αρμοδιοτήτων και ειδικότερα:
o η αποκέντρωση / θεσμική θωράκιση αρμοδιοτήτων με βάση τις απαιτήσεις ολοκληρωμένης στρατηγικής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το θέμα αποκέντρωσης αρμοδιοτήτων για τον Πολεοδομικό Σχεδιασμό που πρόσφατα αμφισβητήθηκε από το ΣτΕ.
o η αποκέντρωση αρμοδιοτήτων σε συνδυασμό με στελέχωση / πόρους, δικτύωση των διαφορετικών επιπέδων διοίκησης και προγράμματα ενημέρωσης / κατάρτισης.
o η κωδικοποίηση - προσαρμογή και ενεργοποίηση των πολυάριθμων Νόμων που συχνά αλληλοαναιρούνται ή αντιστρατεύονται στην πράξη την ίδια την ανάπτυξη (πρόσφατοι 3 νόμοι για δραστηριότητες στον τριτογενή τομέα).
o η λειτουργία μιας κεντρικής μονάδας παρακολούθησης και αξιολόγησης του συνόλου των παρεμβάσεων στο δίκτυο των πόλεων.

Ένα άλλο επίπεδο το οποίο απασχολεί την ΚΕΔΚΕ και αποτελεί κύρια αιχμή διεκδίκησης είναι, όπως αντιλαμβάνεται κάποιος, το χρηματοδοτικό πλαίσιο αλλά και η ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας των ίδιων των ΟΤΑ. Οι χρηματοδοτήσεις που έρχονται κατά κανόνα στη λογική παρεμβάσεων των πόλεων είναι αποσπασματικές και προσθετικές διαδοχικά. Δεν είναι γνωστό εξ αρχής ποιος είναι ο προϋπολογισμός, ένα συνολικό χρηματοδοτικό πακέτο που να ξέρεις ότι έχω αυτά χρήματα, άρα θα πρέπει να προγραμματίσω αυτά. Η διοικητική ικανότητα των ΟΤΑ είτε για το σχεδιασμό είτε για την υλοποίηση και διαχείριση των έργων σαφώς χρειάζεται ενίσχυση, σαφώς χρειάζονται πιστοποιημένες υπηρεσίες για να μπορέσουν οι ΟΤΑ να ανταποκριθούν στη συμβατότητα του αστικού χώρου. Προϋπόθεση για να ανταποκριθούν οι πόλεις και κατά συνέπεια οι ΟΤΑ στο νέο τους ρόλο είναι:
• Η αποκέντρωση οικονομικών πόρων και αρμοδιοτήτων, στο πλαίσιο της επικουρικότητας, είναι προϋπόθεση για την ουσιαστική συμβολή των πόλεων στην οικονομική μεγέθυνση, στην απασχόληση, στην κοινωνική συνοχή και στην αειφόρο ανάπτυξη.
• Η στελέχωση / πιστοποίηση των υπηρεσιών των ΟΤΑ α’ βαθμού και σχεδιασμού προγραμμάτων κατάρτισης - επιμόρφωσης αιρετών και στελεχών των ΟΤΑ.
• Η ανάδειξη της αξίας των δικτύων για την ανταλλαγή εμπειριών και την προβολή καλών πρακτικών.
• Η ύπαρξη αξιόπιστων στοιχείων και κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος στα διάφορα επίπεδα σχεδιασμού στις πόλεις (σύνολο πόλης, πολεοδομικές ενότητες, οικοδομικά τετράγωνα).

Τέλος, τελευταίο επίπεδο χωρίς να είναι όμως τελευταίο ιεραρχικά αλλά ίσως το πρώτο, αποτελεί η αναγκαιότητα διασφάλισης των μηχανισμών διαβούλευσης και συμμετοχικών διαδικασιών. Η εμπειρία που έχει μεταφερθεί απ’ όλους τους ΟΤΑ είναι ότι καμία παρέμβαση στην πόλη δε μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς τη συμμετοχή των κοινωνικών και οικονομικών εταίρων στο τοπικό επίπεδο. Δε μπορείς να έρθεις με ένα σχέδιο έτοιμο και με μια επίφαση διαβούλευσης, να θελήσεις εκ των υστέρων να διασφαλίσεις κοινωνικές συναινέσεις. Τονίζεται η ανάγκη σύστασης και λειτουργίας forum - επιτροπών με συμμετοχή των ωφελούμενων κατά περίπτωση ομάδων αλλά και των τοπικών κοινωνικών και οικονομικών εταίρων. Προϋπόθεση όμως για τη μεγιστοποίηση της αποτελεσματικότητας των συμμετοχικών διαδικασιών είναι:
• Η δημοσιότητα και προβολή των διαδικασιών σχεδιασμού / υλοποίησης σχεδίων και προγραμμάτων ανάπτυξης των πόλεων.
• Η ενημέρωση / πληροφόρηση των ομάδων πολιτών στο πλαίσιο συμμετοχής τους στη διαβούλευση, με απώτερο στόχο και την
πρόσκτηση γνώσης μακροπρόθεσμα.
• Η εισαγωγή στην εκπαίδευση θεμάτων που στοχεύουν στην αγωγή του πολίτη στην πόλη, θέμα ιδιαίτερα κρίσιμο μακροπρόθεσμα μια και απευθύνεται στους πολίτες του μέλλοντος.
Οι περισσότερες προσπάθειες παρεμβάσεων στις πόλεις σταματούν επειδή δε μπορεί να τις ενστερνιστεί η τοπική κοινωνία. Και χωρίς αυτό δε μπορεί να γίνει τίποτα. Σ’ αυτή τη λογική λοιπόν η ΚΕΔΚΕ έχει ξεκινήσει μια πρωτοβουλία επιιμόρφωσης στελεχών και αιρετών της Αυτοδιοίκησης. Ταυτόχρονα καταβάλλει μια σημαντική προσπάθεια να μπορέσουμε κάποια στιγμή να μιλάμε για το ρόλο των πολιτών, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις πλέον στα σχολειά μας. Εάν δε μπει από τα πολύ μικρά μας χρόνια η αντίληψη του τι σημαίνει «ζω ως πολίτης σ’ αυτή την πόλη», δεν πρόκειται να διασφαλίσουμε σταδιακά, διαχρονικά και μακροπρόθεσμα τη δυνατότητα του να παρεμβαίνουμε συνολικά και αποτελεσματικά στις πόλεις μας. Ελπίζω η ελκυστικότητα και η ομορφιά των πόλεων από την ουτοπία των ποιητών, να γίνει ευτοπία κάποια στιγμή των πολιτών και της πολιτικής. Σας ευχαριστώ πολύ."
*Από τα πρακτικά του ΙΣΤΑΜΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου