Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Μαριναλέντα: Το χωριό της Ουτοπίας

Μαριναλέντα. Ένα χωριό 2.800 περίπου κατοίκων στο νότο της Ισπανίας, στην Ανδαλουσία, εν μέσω οικονομικής κρίσης έχει γίνει ξακουστό και συγκεντρώνει τα φώτα της δημοσιότητας. Τι ξεχωριστό έχει αυτό το χωριό που μέχρι και οι «New York Times» να του αφιερώσουν ολόκληρο δημοσίευμα;

Δεν έχει ανεργία, κάθε εργαζόμενος αμείβεται με 1.200 ευρώ το μήνα, δεν έχει αστυνομικούς, τα σπίτια της νοικιάζονται με 15 ευρώ το μήνα, στους νηπιακούς σταθμούς οι γονείς πληρώνουν 12 ευρώ το μήνα, στην πισίνα κολυμπάς με 3 ευρώ το χρόνο.

Την ίδια στιγμή στην Ανδαλουσία υπάρχουν 2,5 εκατομμύρια άνεργοι, 2 εκατομμύρια φτωχοί, 50 χιλιάδες αγρότες χωρίς γη και 500 χιλιάδες στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Η γη είναι στα χέρια γαιοκτημόνων. Το 2% των ιδιοκτητών κατέχει το 50% της καλλιεργήσιμης γης.  
Μέσα σ’ αυτό το καπιταλιστικό πλαίσιο βρίσκεται και η Μαριναλέντα των 2.800 περίπου κατοίκων, που σήμερα έχει καταφέρει –κατά πολλούς– να μετατραπεί σε χωριό της ουτοπίας και του μεθαύριο…
Στη Μαριναλέντα πριν από το 1979 δεν υπήρχε εργασία, παρά μόνο μετανάστευση. Οι κάτοικοι προκειμένου να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση αποφάσισαν να αντισταθούν.
Το 1979 εξέλεξαν δήμαρχο έναν κομμουνιστή, τον Juan Manuel Sanchez Gordillo, που εκλέγεται συνεχώς μέχρι και σήμερα από το 75% περίπου των κατοίκων.
Εδώ και πολλά χρόνια την εβδομάδα που οι άλλες πόλεις στην Ισπανία γιορτάζουν το Πάσχα, στη Μαριναλέντα γιορτάζουν την ειρήνη. «Ο δήμαρχός τους είναι τρελός», λένε στο γειτονικό χωριό. «Ενώ εμείς οι άλλοι Ισπανοί κάνουμε θρησκευτικές λιτανείες, εκείνοι κάνουν επί πέντε ημέρες πάρτι». Πολλοί νέοι από τη Σεβίλλη, τη Γρανάδα, τη Μαδρίτη πηγαίνουν για να γιορτάσουν µε τους χωρικούς της Μαριναλέντας.

Από τη φτώχεια και την ανεργία στην αυτοοργάνωση και την ισότητα
Οταν εξελέγη για πρώτη φορά, το 1979, ο Γκορντίγιο ήταν ο νεότερος δήμαρχος στην Ισπανία. Το 1986, έπειτα από δώδεκα χρόνια αγώνων και καταλήψεων κυρίως από τις γυναίκες του χωριού, η Μαριναλέντα κατάφερε να πάρει από ένα γαιοκτήμονα 12.000 στρέμματα γης και να δημιουργήσει έναν αγροτικό συνεταιρισμό από τον οποίο ζει σήμερα σχεδόν όλο το χωριό. «Οργανωθήκαμε συνδικαλιστικά και πολιτικά, δημιουργώντας το “Συνδικάτο των εργατών του κάμπου”», λέει σήμερα ο δήμαρχος.
«Το 1979 κερδίσαμε τις αυτοδιοικητικές εκλογές με απόλυτη πλειοψηφία, την οποία διατηρούμε μέχρι σήμερα. Με συνελεύσεις αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε μια άλλη εξουσία, των φτωχών εναντίον των πλουσίων… Το μεγάλο πρόβλημα ήταν η ανεργία. Σε μία συνέλευση ρωτήσαμε “πώς θα ξεμπερδέψουμε με την ανεργία;”. Και καταλήξαμε ότι πρέπει να πάρουμε τη γη. Ποιος είχε τη γη; Ο δούκας του Infantado είχε 170 χιλιάδες στρέμματα! Προσωπικός φίλος του βασιλιά Δον Χουάν Κάρλος. Δώδεκα χρόνια παλεύαμε για τη γη. Γενικές απεργίες, απεργίες πείνας, κόβαμε τους δρόμους, κλείναμε τις γραμμές του τρένου, στάσεις στο αεροδρόμιο της Σεβίλης, πολύωρες πορείες… Η αστυνομία μάς έβαζε φυλακή, μας χτυπούσαν, μας έδιναν πρόστιμα. Οι δικαστές μάς καταδίκαζαν. Αλλά εμείς εξακολουθούσαμε να παλεύουμε. Η επιμονή είναι επαναστατική.
Και έπειτα από πολλά χρόνια πήραμε τη γη. Τώρα οι εργάτες έχουν 12 χιλιάδες στρέμματα. Η γη είναι εκείνου που τη δουλεύει. Κι αυτό είναι ένα παλιό όνειρο της Ανδαλουσίας σ’ όλη την ιστορία του εργατικού κινήματος. Το συλλογικό μας όνειρο έχει γίνει πραγματικότητα. Επιτέλους, η γη ανήκει στους εργάτες.
Αλλά συνειδητοποιήσαμε ότι μόνο με τη γη δεν θα μπορούσαμε να τελειώνουμε με την ανεργία. Και αποφασίσαμε να δημιουργήσουμε βιομηχανία ελιάς, λαδιού, πιπεριάς, αγκινάρας, σκόρδου. Κι έτσι με τη γη εκείνου που τη δουλεύει και με τη βιομηχανία εκείνου που τη δουλεύει δεν έχουμε ανεργία. Δεν μας εκμεταλλεύονται πια οι γαιοκτήμονες. Ο πλούτος που παράγει ο εργάτης επιστρέφει στον ίδιο. Έχουμε αλλάξει τρόπο ζωής 100%». 

Χίλια διακόσια ευρώ το μήνα για όλους
Στον συνεταιρισμό Εl Ηumoso οι συνεταίροι εργάζονται 6½ ώρες την ημέρα, από τη Δευτέρα έως το Σάββατο, δηλαδή 39 ώρες την εβδομάδα. Ολοι έχουν τον ίδιο μισθό, ανεξάρτητα από τη δουλειά που κάνουν. Οι συγκομιδές (ελαιόλαδο, αγκινάρες, πιπεριές κ.λπ.) συσκευάζονται στο μικρό εργοστάσιο Ηumar Μarinaleda, που βρίσκεται στη μέση του χωριού και στο οποίο εργάζονται περίπου 60 γυναίκες και 4-5 άνδρες. Τα προϊόντα πωλούνται κυρίως στην Ισπανία. Τα έσοδα του συνεταιρισμού δεν μοιράζονται, αλλά επενδύονται και πάλι στον συνεταιρισμό για να δημιουργηθούν δουλειές. Γι’ αυτό στο χωριό δεν υπάρχουν άνεργοι. Οµως ακόμη και σε εποχές που δεν υπάρχουν αρκετές γεωργικές δουλειές για όλους οι μισθοί καταβάλλονται.
Η στέγαση, η εργασία, ο πολιτισμός, η εκπαίδευση και η υγεία θεωρούνται δικαίωμα.
«…Στη Μαριναλέντα υπήρχε έλλειψη κατοικιών, λέει ο δήμαρχος. Μέχρι και τρεις γενιές ζούσαν σ’ ένα σπίτι. Αποφασίσαμε να αναπτύξουμε όλο το ιδιόκτητο έδαφος και να το κάνουμε δημόσιο. Όταν οι νέοι θέλουν κατοικία, κάνουμε μια λίστα με αιτήσεις κατοικιών και τους δίνουμε το έδαφος που θα χτιστεί δωρεάν. Οι εργάτες είναι δωρεάν, ο αρχιτέκτονας δωρεάν και οι νέοι βάζουν την προσωπική τους δουλειά από την ώρα που ξεκινάει να φτιάχνεται το σπίτι έως την ώρα που θα τελειώσει. 90 τ.μ. σπίτι, 100 τ.μ. αυλής. Και γι’ αυτά τα σπίτια δίνουν 15 ευρώ το μήνα. Στους νηπιακούς σταθμούς οι γονείς πληρώνουν 12 ευρώ το μήνα. Στην πισίνα με τρία ευρώ κολυμπάς όλο το χρόνο. Ένα γκρουπ ανθρώπων βοηθάει τους ηλικιωμένους να ζήσουν. Τους πηγαίνουν στο γιατρό, μαγειρεύουν, καθαρίζουν το σπίτι, όλα δωρεάν. Και τον Ιούλιο, κάνουμε ένα αυτοδιοργανωμένο πανηγύρι. Η χαρά είναι δικαίωμα του λαού. Περίπου 300 άτομα ετοιμάζουν το φαγητό κι όλες οι δράσεις είναι δωρεάν. Τέλος, έχουμε το περισσότερο πράσινο ανά κάτοικο σ’ όλη την Ανδαλουσία. Λειτουργούμε ένα μοντέλο κοινωνίας όπως θα είναι μεθαύριο…».
Να συμπληρωθεί ότι η καλλιεργούμενη γη, τα εργοστάσια και τα σπίτια ανήκουν στο δήμο.
Η κατοικία, όπως εξάλλου η υγεία και η παιδεία, είναι δικαίωμα και όχι εμπόρευμα ή επιχείρηση. Όλοι ανεξαιρέτως οι εργαζόμενοι για 6,5 ώρες την ημέρα παίρνουν περίπου 1.200 ευρώ το μήνα, είτε εργάζονται στα χωράφια είτε στα εργοστάσια είτε στις υπηρεσίες. Τον ίδιο μισθό με τον ανειδίκευτο εργάτη παίρνουν ακόμη και ο διευθυντής και ο δήμαρχος («…δεν υπάρχει ελευθερία χωρίς οικονομική δημοκρατία, δηλαδή ισότητα», όπως λέει ο δήμαρχος). Σχολεία, παιδικοί σταθμοί, γήπεδα και ιατρεία είναι του δήμου. Δεν υπάρχουν αστυνομία, δικαστήρια και κρατητήρια γιατί, βεβαίως, η εγκληματικότητα είναι μηδενική. Υπάρχει μόνον ένας αιρετός λαϊκός δικαστής για να αντιμετωπίζει παραβατικές συμπεριφορές, χωρίς όμως ποινές, καθώς, επίσης, και τις προσωπικές διαφορές με νουθεσίες. Μοναδικό κέντρο αποφάσεων για όλα είναι οι γενικές συνελεύσεις, τακτικές και έκτακτες.
Πού βρίσκει όμως όλα αυτά τα λεφτά ο δήμος και μπορεί να παρέχει τέτοιες ανέσεις στους κατοίκους του; Δύο είναι οι βασικές πηγές χρηματοδότησης, η μία είναι από τις κεντρικές διοικήσεις της χώρας και η δεύτερη ο συνεταιρισμός, τα κέρδη του οποίου τα επανεπενδύονται προς όφελος όλων.

Μοιρασμένη δυστυχία, λένε οι επικριτές του Sanchez
Οι κριτικοί της τακτικής του δημάρχου Sanchez, ωστόσο, λένε ότι υπερβάλλει για τα κατορθώματα της κοινότητας. Κατά αυτούς, αντί της παραγωγής πλούτου για τους κατοίκους ο δήμαρχος απλώς έχει καταφέρει να μοιράσει τη δυστυχία σε όλα τα μέλη της κοινότητας, ενώ προσφέροντας χαμηλόμισθες εργασιακές θέσεις καταφέρνει να εξαρτώνται οι κάτοικοι από αυτόν. Τον κατηγορούν, επίσης, για το γεγονός ότι, ενώ αρχικά ασκούσε δριμύτατη κριτική στους μεγαλογαιοκτήμονες, πλέον έχει γίνει ίδιος μ’ αυτούς, καθότι κατέχει το μεγαλύτερο μέρος της γης. «Η πολιτική ατμόσφαιρα της Marinaleda είναι ασφυκτική, με το δήμαρχο να έχει εξοστρακίσει κάθε πολιτικό του αντίπαλο» ισχυρίζονται οι επικριτές του.
Οι πολιτικοί του, δε, αντίπαλοι δηλώνουν ότι στην πραγματικότητα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από λεφτά της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και της κυβέρνησης. Τα υλικά για κάθε σπίτι κοστίζουν περίπου 25.000 δολάρια. Κατά το Salvador Becera, ανθρωπολόγο του Κέντρου Ανδαλουσιανών Σπουδών στη Σεβίλη, μπορεί ο δήμαρχος Sanchez να έχει φέρει την κοινωνική ισότητα σε μια μεγάλη αμόρφωτη και οικονομικά καταπιεσμένη κοινότητα, παρ’ όλα αυτά οι απόψεις του είναι αναχρονιστικές και το μέλλον της Ανδαλουσίας έγκειται όχι στους αγρούς, αλλά στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες. «Αυτή τη στιγμή μπορούν να αναπνέουν ήσυχοι, με τον καπιταλισμό σε κρίση, αλλά τι θα γινόταν αν τους δινόταν η ευκαιρία να πλουτίσουν; Ποιος θα έμενε στο μικρό παράδεισο του Sanchez Gordillo τότε;».
Το ερώτημα μένει να απαντηθεί από την ίδια τη ζωή. Πάντως, έστω και ως πείραμα αυτοοργάνωσης μιας τοπικής κοινωνίας, έχει ενδιαφέρον και ίσως να κομίζει κάτι από το μέλλον…

@Πηγή :Από την ηλεκτρονική έκδοση του Περιοδικού της ΚΕΔΚΕ «Επιθεώρηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης»

@Διαβάστε επίσης :
Αναπτυξιακά πρότυπα τόπων :Η περίπτωση της Ανάβρας  

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου