Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Από την πόλη κράτος στην παγκόσμια πόλη


Πλέον, περισσότερα από 3,3 δισεκατομμύρια ζουν στις πόλεις· μάλιστα, περισσότερα από 500 εκατομμύρια άτομα ζουν σε μεγάλα αστικά κέντρα, των οποίων ο πληθυσμός υπερβαίνει τα 10 εκατομμύρια, ή σε πολύ μεγάλες πόλεις με πληθυσμό άνω των 5 εκατομμυρίων. Σύμφωνα δε με τις προβλέψεις του ΟΗΕ, το ποσοστό της παγκόσμιας αστικοποίησης θα αυξηθεί σημαντικά κατά τη διάρκεια των επόμενων δεκαετιών (59,7% το 2030 και 69,6% το 2050). Επιπλέον, τα παλαιά και τα νέα αστικά κέντρα θα απορροφήσουν το μεγαλύτερο μέρος της δημογραφικής αύξησης στο μέλλον (1).
Αυτή η μεγάλης κλίμακας αλλαγή θα επηρεάσει κατά κύριο λόγο τις πλέον πυκνοκατοικημένες, φτωχές και αναδυόμενες περιφέρειες. Δεδομένου ότι οι βιομηχανικές χώρες είναι ήδη εξαιρετικά αστικοποιημένες, ο ρυθμός με τον οποίο θα αυξάνεται ο αστικός πληθυσμός τους θα είναι αρκετά χαμηλός, από το 74% σήμερα σε σχεδόν 85% το 2050. Μάλιστα, εκείνη την εποχή, η επέκταση των πόλεων θα έχει φθάσει στα όριά της. Το ίδιο θα ισχύσει και για τη Λατινική Αμερική, η οποία αποτελεί εξαίρεση ανάμεσα στις υπόλοιπες αναδυόμενες περιφέρειες λόγω της πρώιμης αστικοποίησής της, ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Ωστόσο, στην περίπτωσή της παρατηρείται μια μορφή αστικοποίησης διαφορετική από εκείνη των πλούσιων χωρών.

Οσον αφορά την Ασία και την Αφρική, θα γνωρίσουν -ήδη έχουν αρχίσει να γνωρίζουν- μια τεράστια ανατροπή των ισορροπιών. Ο αστικός πληθυσμός της Αφρικής έχει υπερδεκαπλασιαστεί από το 1950 (από 33 εκατομμύρια σε 373) και αναμένεται ότι το 2050 θα φτάσει το 1,2 δισεκατομμύριο, δηλαδή το 63% του πληθυσμού της ηπείρου. Στην Ασία, ενώ ο αστικός πληθυσμός στα μέσα του 20ού αιώνα ανερχόταν στα 237 εκατομμύρια, σήμερα έχει φτάσει το 1,65 δισ. και αναμένεται ότι θα διπλασιαστεί, αγγίζοντας τα 3,5 δισ. Ετσι, περισσότεροι από τους μισούς Ινδούς θα ζουν σε πόλεις, όπως εξάλλου και τα τρία τέταρτα των Κινέζων και τα τέσσερα πέμπτα των Ινδονήσιων.


ΑΣΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ
Με λίγα λόγια, μπορούμε να υιοθετήσουμε την προφητική φράση του ιστορικού Λούις Μάμφορντ (2) ότι ολόκληρος ο κόσμος «έχει γίνει μια πόλη», ή μάλλον ένας ολόκληρος αστερισμός από αστικούς πόλους -συχνά υπερβολικά μεγάλου μεγέθους- οι οποίοι στο εξής αποτελούν τα κομβικά σημεία του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού χώρου. Η αστικοποίηση των φτωχών και των αναδυόμενων περιοχών, η οποία συνεπάγεται τη δημιουργία αστικών κέντρων με τεράστια έκταση, φέρνει μια πραγματική επανάσταση στην ύπαρξη και στον τρόπο δράσης ενός μεγάλου τμήματος της ανθρωπότητας, ενώ οι επιπτώσεις της θα γίνονται αισθητές στο μέλλον με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς. Επιπλέον, στο βαθμό που θα εντείνεται η αστυφιλία μέσα από έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο, θα δημιουργούνται νέες κοινωνικές διαστρωματώσεις και θα μεγεθύνεται η τάση αλλαγής του πλανητικού οικοσυστήματος από τον άνθρωπο.


Για να κατανοήσουμε την πραγματική εμβέλεια του φαινομένου πρέπει να το εξετάσουμε σε βάθος χρόνου. Η μαζική αστικοποίηση και η δημιουργία ιδιαίτερα εκτεταμένων αστικών κέντρων είναι σαφώς συνδεδεμένη με την εμφάνιση της «Ανθρωποκαίνου Περιόδου», σύμφωνα με τον όρο που επινόησε ο κλιματολόγος Τζέιμς Χάνσεν στην προσπάθειά του να δείξει ότι, από τις αρχές της Βιομηχανικής Επανάστασης, ο άνθρωπος έχει ουσιαστικά μετατραπεί σε μια πραγματική γεωλογική δύναμη. Πράγματι, από τη στιγμή που η Βιομηχανική Επανάσταση απαίτησε την εντατική χρήση ορυκτών καυσίμων προκάλεσε βαθύτατες αλλαγές στο βιότοπο του ανθρώπινου είδους.


Πριν από αυτή τη ρήξη, στην οικονομική και στην κοινωνική ζωή κυριαρχούσαν επί χιλιετίες οι αργοί ρυθμοί των παραδοσιακών κοινωνιών, ενώ τα χωριά και οι πρώτες πόλεις διατηρούσαν μια «συμβιωτική σχέση με το φυσικό περιβάλλον» (3). Από τη γεωργική επανάσταση της Νεολιθικής Περιόδου, που σήμανε το τέλος του νομαδισμού και άνοιξε το δρόμο για τις συγκεντρώσεις πληθυσμών σε έναν τόπο, έως τον 19ο αιώνα, το ποσοστό του αστικού πληθυσμού θα παραμείνει χαμηλό. Σύμφωνα δε με τις εκτιμήσεις του ιστορικού Πολ Μπερός -οι οποίες μάλιστα συνέβαλαν στην αναθεώρηση προς τα πάνω του ποσοστού του αστικού πληθυσμού- κυμαινόταν μεταξύ 9% και 14%, ανάλογα με τις περιοχές και τις ιστορικές περιόδους (4).


Βέβαια, καθ' όλη την -εξαιρετικά μακρά- διάρκεια της προβιομηχανικής περιόδου, δημιουργήθηκαν μεγάλες πόλεις όπως η Βαβυλώνα, η Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, η Βαγδάτη, το Πεκίνο, το Σι Αν, το Χανγκ Ζου, το Νανκίν (5) κ.ά. Ορισμένες από αυτές αποτελούσαν την καρδιά αυτοκρατοριών και είχαν πληθυσμό δεκάδων -ή και εκατοντάδων- χιλιάδων κατοίκων. Το 1300 μ.Χ., ο πληθυσμός του Πεκίνου έφτανε τις 500.000-600.000 κατοίκους (6). Η Ευρώπη γνώρισε αυτό που ο Μπερός αποκαλεί «αστική άνθηση» κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, με τη δημιουργία ενός δικτύου εμπορικών πόλεων και πόλεων-κρατών που ο πληθυσμός τους ξεπερνούσε τις 20.000 κατοίκους. Παρ' όλα αυτά, δεν άλλαξε σημαντικά η οικολογική ισορροπία ανάμεσα στην πόλη και στην ύπαιθρο, ούτε και προέκυψε επανάσταση στις κοινωνικές σχέσεις.


Το 1780, σε ολόκληρο τον κόσμο υπήρχαν λιγότερες από εκατό πόλεις των οποίων ο πληθυσμός ξεπερνούσε τις 100.000. Τόσο στην Ευρώπη όσο και οπουδήποτε αλλού δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για την κυριαρχία της πόλης. Από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά, εμφανίζεται «μια νέα συμβιωτική σχέση ανάμεσα στην αστικοποίηση και στην εκβιομηχάνιση (7)». Καθώς η τελευταία προϋποθέτει τη συγκέντρωση του κεφαλαίου και της εργασίας, πυροδοτεί μια αναδιάρθρωση του καταμερισμού εργασίας και μια αστικοποίηση χωρίς ιστορικό προηγούμενο. Ο αστικός πληθυσμός της Αγγλίας από σχεδόν 20% το 1750 (ποσοστό ήδη υψηλό για την εποχή εκείνη), φτάνει στο 80% έναν αιώνα αργότερα. Με εξαίρεση την Ιαπωνία, μεταξύ 1800 και 1914 δεκαπλασιάζεται κατά μέσο όρο ο αστικός πληθυσμός των υπόλοιπων περιοχών του κόσμου που περνούν στο στάδιο της εκβιομηχάνισης και φτάνει τα 212 εκατομμύρια. Εκείνη την εποχή η βιομηχανία απορροφά σχεδόν το ήμισυ του αστικού εργατικού δυναμικού. Αυτή η εξέλιξη κατέστη δυνατή χάρη στη διαρκή αύξηση της παραγωγικότητας του αγροτικού τομέα. Βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε τον βίαιο χαρακτήρα της αλλαγής: το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι συνθήκες ζωής της εργατικής τάξης -παιδιών και ενηλίκων- κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Ωστόσο, όλα αυτά εντάσσονταν στην αργή εξέλιξη προς τη γενικευμένη άνοδο του επιπέδου ζωής που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα.


Η αστική εμπειρία στις περιοχές του πλανήτη όπου εξαπλώθηκε η αποικιοκρατία ήταν διαφορετική. Η Βιομηχανική Επανάσταση, η οποία συνοδεύτηκε από την εδαφική επέκταση των δυτικών χωρών, δημιούργησε έναν νέο διεθνή καταμερισμό της εργασίας, στον οποίο το εμπόριο που διεξαγόταν σε μακρινές αποστάσεις διαδραμάτιζε έναν ολοένα σημαντικότερο ρόλο. Το 1848, ο Καρλ Μαρξ περιέγραφε ως εξής αυτήν την πρώτη παγκοσμιοποίηση: «(Οι παλαιές βιομηχανίες) αντικαθίστανται από νέες βιομηχανίες που χρησιμοποιούν πρώτες ύλες από ολοένα και πιο μακρινές περιοχές· όσο για τα προϊόντα τους, δεν καταναλώνονται στη χώρα όπου παράγονται, αλλά σε όλες τις περιοχές της υφηλίου. Στη θέση των παλαιών αναγκών, οι οποίες ικανοποιούνταν από εγχώρια προϊόντα, εμφανίζονται νέες ανάγκες, για την ικανοποίηση των οποίων απαιτούνται προϊόντα από ολοένα και πιο μακρινές περιοχές και κλίματα. Η παλαιότερη απομόνωση των επαρχιών και των εθνών, που ήταν αυτάρκη, αντικαθίσταται από οικουμενικές σχέσεις, από μια οικουμενική αλληλεξάρτηση των εθνών (8)».


Ομως, η ασύμμετρη αλληλεξάρτηση, η οποία είχε οικοδομηθεί πάνω σε άνισες σχέσεις «κέντρου-περιφέρειας», έφερε βαθύτατες αλλαγές στη μορφή της οικονομίας και του χώρου στις αποικίες ή στις εξαρτημένες περιοχές. Η βίαιη ένταξή τους στην παγκόσμια αγορά εξάρθρωσε τις παραδοσιακές σχέσεις ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο και αποθάρρυνε τη δημιουργία εσωτερικών οικονομικών κυκλωμάτων, ενθαρρύνοντας την παραγωγή πρώτων υλών για εξαγωγή (βαμβάκι, ζάχαρη, όπιο, δημητριακά, μέταλλα...). Στην Κίνα, στην Ινδία και αλλού οι περιορισμοί που συνεπάγονταν τα εμπορικά σύμφωνα που είχαν επιβάλει οι αποικιοκράτες είχαν ως αποτέλεσμα τη λιγότερο ή περισσότερο έντονη, ανάλογα με την περιοχή, υποχώρηση των πρωτοβιομηχανικών δραστηριοτήτων. Για παράδειγμα, στην Ινδία, η οποία πριν από το 1750 ήταν ο μεγαλύτερος παραγωγός υφαντουργικών προϊόντων παγκοσμίως, παρατηρήθηκε εντονότατη αποβιομηχάνιση.


ΑΠΟΘΗΚΕΣ ΑΓΑΘΩΝ
Ετσι, συνολικά, η αστικοποίηση παρέμεινε σχετικά χαμηλή. Ομως, η νέα δομή των διεθνών ανταλλαγών είχε ως αποτέλεσμα τον δημογραφικό πληθωρισμό των παράκτιων πόλεων, οι οποίες μετατράπηκαν σε αποθήκες πρώτων υλών και αγαθών που προορίζονταν για την παγκόσμια αγορά.
Η ραγδαία αστικοποίηση αυτών των περιοχών του πλανήτη κατά τον 20ό αιώνα, και ιδιαίτερα μετά το 1950, πραγματοποιήθηκε συνήθως χωρίς να υπάρχει ουσιαστική ανάπτυξη, με εξαίρεση τα μεγάλα πολεοδομικά συγκροτήματα των νέων βιομηχανικών χωρών της Ανατολικής Ασίας (Σεούλ, Ταϊπέι, Χονγκ Κονγκ και σήμερα Σαγκάη και Πεκίνο). Το ότι η αστικοποίηση που σημειώθηκε στις πρώην αποικίες πραγματοποιήθηκε με άναρχο τρόπο οφείλεται στις εσωτερικές οικονομικές και κοινωνικές ανισορροπίες, οι οποίες συχνά υπήρξαν κληροδότημα των δομών της αποικιακής περιόδου και που στη συνέχεια εντάθηκαν από τις δυνάμεις της παγκόσμιας αγοράς.


Στην υποσαχάρια Αφρική, στη Λατινική Αμερική, στη νότια και τη νοτιοανατολική Ασία, η συρροή των πληθυσμών της υπαίθρου προς τα αστικά κέντρα δημιούργησε γιγάντια πολεοδομικά συγκροτήματα. Καθώς, μάλιστα, βρίσκονται σε διαρκή δημογραφική ανάπτυξη και επεκτείνονται συνεχώς, το κύριο χαρακτηριστικό τους είναι η μαζική ανεργία, οι τενεκεδουπόλεις, η ανεπάρκεια των υποδομών και τα τεράστια οικολογικά προβλήματα (Λάγκος, Ντακάρ, Πόλη του Μεξικού, Καράκας, Καλκούτα, Ντάκα, Τζακάρτα, Μανίλα... ). Σε αυτές τις αστικές ζώνες γειτονεύουν θύλακες τεράστιου πλούτου κι εξαιρετικά μεγάλης φτώχειας, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σε παγκόσμια κλίμακα ένας «πλανήτης τενεκεδουπόλεων (9)».


ΔΥΑΔΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑΣ
Βέβαια, σύμφωνα με τον κοινωνιολόγο Μανουέλ Καστέλς, και στα μεγάλα αστικά κέντρα των πλούσιων χωρών οι πόλεις αποκτούν «δυαδικό χαρακτήρα», ο οποίος φέρνει το «Νότο» μέσα στο «Βορρά»: παρατηρείται ένα έντονο κοινωνικό χάσμα, ενώ εκεί συγκεντρώνεται επίσης και μια σημαντική μάζα κοινωνικά αποκλεισμένων και εργαζόμενων σε «παρακατιανές» δουλειές, οι οποίοι συχνά προέρχονται από τις πρώην αποικίες (10). Βέβαια, στις αποκαλούμενες «παγκόσμιες πόλεις» (Νέα Υόρκη, Λος Αντζελες, Λονδίνο, Τόκιο κ.λπ.), στις οποίες συγκεντρώνεται ο πλούτος, ο πολιτισμός, η γνώση και η τεχνογνωσία, οι ανισότητες που παρατηρούνται δεν μπορούν να συγκριθούν με κανένα τρόπο με εκείνες που υπάρχουν στις «παγκοσμιοποιημένες» αστικές ζώνες του Τρίτου Κόσμου.


Η αστικοποίηση συγκεντρώνει και εκφράζει τις εντάσεις και τις αντιφάσεις της εκβιομηχάνισης και της παγκοσμιοποίησης. Μη αναστρέψιμο φαινόμενο, μας θέτει ενώπιον της πρόκλησης να παράγουμε δημόσια αγαθά (κυρίως παιδεία, πολιτισμό, υγεία και υγιές περιβάλλον) για το σύνολο των πληθυσμών. Αυτή δε η προοπτική αποτελεί την κυριότερη προϋπόθεση για την αειφόρο ανάπτυξη, η οποία θα εξασφαλίζει τη συλλογική ευημερία και συνεπώς την επέκταση των ατομικών ελευθεριών.


Στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 21ου αιώνα η δημιουργία μεγάλων κέντρων στις βιομηχανικές χώρες πυροδότησε έναν εντονότατο προβληματισμό. Τη βικτωριανή εποχή, για να λυθεί το κοινωνικό πρόβλημα που δημιουργούσαν οι τενεκεδουπόλεις, ορισμένοι μεταρρυθμιστές πολεοδόμοι πρότειναν την αστική αποκέντρωση μέσα από τη δημιουργία νέων «αστερισμών από πόλεις», μικρότερες και πιο «βιώσιμες», οι οποίες θα προσέφεραν επίσης το πλεονέκτημα ότι θα επέτρεπαν την ευκολότερη διαχείριση των μαζών. Και σήμερα, όμως, στην Ινδία και στην Κίνα, οι εθνικές και οι περιφερειακές αρχές προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση. Αργότερα, ο Μάμφορντ, όπως και πολλοί άλλοι, φαντάστηκε την αστική αποσυμφόρηση μέσα από τον περιφερειακό και ενδοπεριφερειακό σχεδιασμό, ο οποίος θα στηρίζεται στη χρήση τοπικών πόρων και στην προσφυγή σε διαδικασίες ανεφοδιασμού σε αγαθά με όσο το δυνατόν λιγότερους εμπλεκόμενους παράγοντες, έτσι ώστε να επιτευχθεί μια οικολογική ισορροπία (αυτό που αποκαλούμε πλέον αειφόρο αστική ανάπτυξη). Ομως, κανένα από αυτά τα εγχειρήματα δεν υλοποιήθηκε.


Στις δεκαετίες του '70 και του '80 άνθησε η ιδέα της «κοινοτικής» αστικής ανάπτυξης: οι πολίτες καλούνταν να πάρουν στα χέρια τους τον αστικό χώρο μέσα στον οποίο ζούσαν (community design)(11). Σήμερα, το ζήτημα της ανάκτησης του χώρου από τους πολίτες, αλλά και εκείνο των συνθηκών «παραγωγής» του αστικού χώρου, εξακολουθούν να τίθενται και να συγκαταλέγονται ανάμεσα στις μεγαλύτερες προκλήσεις αυτού του αιώνα.
(1) Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών, «World urbanisation prospects. The 2007 revision population database», Department of Economic and Social Affairs, Νέα Υόρκη, 2008. http://esa.un.org/unup
(2) Lewis Mumford, «The City in History: Its Origins and Its Prospects (1961)», Harcourt Brace International, Νέα Υόρκη, 1986.
(3) ό.π.
(4) Paul Bairoch, «De Jericho a Mexico. Villes et economie dans l'histoire», Gallimard, Παρίσι, 1985.
(5) (ΣτΜ): Οι τρεις τελευταίες κινεζικές πόλεις υπήρξαν αντίστοιχα πρωτεύουσες των δυναστειών Χαν και Τανγκ την πρώτη χιλιετία μ.Χ., της δυναστείας των Σουνγκ (1127-1276) και της δυναστείας των Μινγκ (1368-1644). Η τελευταία υπήρξε ίσως η λαμπρότερη κι ήταν εκείνη που άφησε κατάπληκτους τους Ευρωπαίους που ήρθαν σε επαφή με την Κίνα.
(6) Tertius Chandler, «Four Thousand Years of Urban Growth», Edwin Mellen, Lewiston, 1987.
(7) Edward W. Soja, «Postmetropolis: Critical Studies of Cities and Regions», Blackwell, Οξφόρδη, 2000.
(8) Κάρολος Μαρξ και Φρίντριχ Ενγκελς, «Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος».
(9) Mike Davis, «Planete bidonvilles», Ab Irato, Παρίσι, 2005.
(10) Manuel Castells, «The Informational City: Information, Technology, Economic Restructuring and the Urban-Regional Process», Blackwell, Κέμπριτζ, 1989, και (μαζί με τον John Hull Mollenkopf) «Dual City: Restructuring New York», Russel Sage Foundation, Νέα Υόρκη, 1991.
(11) Peter Hall, «Cities of Tomorrow», Blackwell, Οξφόρδη, 1996. 

* Καθηγητής στο πανεπιστήμιο Paris-VIII. Συγγραφέας του «Power, Profit and Prestige: Α History of American Imperial Expansion», Pluto Press, Λονδίνο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου