Τρίτη, 4 Μαρτίου 2014

Ο πολιτισμός είναι οικονομία - ή μήπως όχι;

Εικόνα: Θόδωρος Καρανίκας
Του Άρη Καλαντίδη* στο περιοδικό Parallaxi

«O πολιτισμός είναι οικονομία» ισχυρίστηκε η κυρία Λίνα Μενδώνη, Γενική Γραμματέας του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού, στις 20 Φεβρουαρίου στο πλαίσιο μιας ατυχέστατης εκδήλωσης στο Μέγαρο Μουσικής στην Αθήνα με θέμα «Χρηματοδοτώντας τη δημιουργικότητα». Είχε προηγηθεί εισήγηση του Υπουργού Πολιτισμού και Αθλητισμού κ. Πάνου Παναγιωτόπουλου, η οποία άνοιξε αντιπαραθέτοντας την ανταγωνιστικότητα των Κινεζικών προϊόντων με το υψηλό κόστος της εργασίας στην Ευρώπη. Μόλις δυο μέρες αργότερα, την Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2014, o νεοδιορισμένος Ιταλός Υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού, Dario Franceschini, σε μια συνέντευξη του για την εφημερίδα Il Sole 24 Ore, τόνισε την οικονομική διάσταση της μελλοντικής Ιταλικής πολιτιστικής πολιτικής και τη σχέση της με τον τουρισμό.

Μοιάζει να υπάρχει επειγόντως ανάγκη να διευκρινίσουμε κάποιες βασικές έννοιες για να αποφύγουμε χονδροειδείς παρανοήσεις:

Αν ως οικονομία αντιλαμβανόμαστε το κοινωνικό σύστημα παραγωγής, ανταλλαγής και κατανάλωσης αγαθών και υπηρεσιών, τότε ναι, ο πολιτισμός, και πιο συγκεκριμένα η πολιτιστική παραγωγή, συνδέεται άμεσα μαζί της. Υπάρχουν αγαθά και υπηρεσίες που πρέπει να αγοραστούν για να μετατραπούν σε οποιοδήποτε είδος πολιτιστικού προϊόντος, υπάρχουν άνθρωποι που βγάζουν τα προς το ζην από τον πολιτισμό και άνθρωποι επίσης εν μέρει πρόθυμοι (και ικανοί) να πληρώσουν γι’ αυτόν.


Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πολιτισμός είναι οικονομία. Υπάρχουν πολύ σημαντικά στοιχεία του πολιτισμού που πηγαίνουν πέρα από την παραγωγή, την ανταλλαγή και την κατανάλωση αγαθών και υπηρεσιών, ιδίως εκείνα που έχουν να κάνουν με την προσωπική ολοκλήρωση, την ταυτότητα, την κοινωνική συνεργασία, τις συγκρούσεις και τη συνοχή, τον προβληματισμό και την έκφραση, τον διαλόγο και την επικοινωνία - για να αναφέρουμε μερικές πλευρές.

Στα περισσότερα κράτη ανά τον κόσμο ο πολιτισμός είναι οργανωμένος ως σύστημα που περιλαμβάνει στοιχεία εντός και εκτός αγοράς. Ως αγορά εδώ κατανοώ το σύστημα ανταλλαγής αγαθών και υπηρεσιών. Ο ρόλος του κράτους μπορεί να είναι είτε να κρατήσει κομμάτια της πολιτιστικής αλυσίδας παραγωγής αξίας εντελώς έξω από την αγορά (π.χ. εθνικά μουσεία) ή να ρυθμίζει άλλα (π.χ. σταθερές τιμές των βιβλίων σε ορισμένες χώρες) εντός της. Ακριβώς τι εξαιρείται από την αγορά και τι είναι νομικά ρυθμισμένο, είναι πάντα θέμα διαπραγμάτευσης και πολιτικών επιλογών.

Αυτή η διπλή φύση του πολιτισμού (οικονομική / μη οικονομική) καθιστά πολύ δύσκολο να καθοριστεί η αξία που δημιουργεί. Από τη μία πλευρά η οικονομική του αξία μπορεί να υπολογιστεί μέσα από την αξία του στην αγορά, η οποία θα κυμαίνεται διαρκώς, εξαρτώμενη από πολλούς παράγοντες, όπως το μάρκετινγκ, τα γούστα και τις επιλογές των καταναλωτών, της πρακτικές ατόμων σε θέσεις-κλειδιά κλπ. Από την άλλη πλευρά, η μη οικονομική αξία του θα είναι πάντοτε θέμα διαφωνίας ανάμεσα σε όσους εμπλέκονται σ’αυτόν. Το γεγονός ότι η μη οικονομική αξία του δεν μπορεί να ποσοτικοποιηθεί (εξ ορισμού), αποτελεί τεράστιο μειονέκτημα όταν πρόκειται για την κατάρτιση πολιτιστικής πολιτικής. Οι υπεύθυνοι είναι όλο και λιγότερο διατεθημένοι να σκεφτούν πέρα από τους αριθμούς.

Σε μια προσπάθεια να τονιστεί η οικονομική διάσταση του πολιτισμού, μέσα στο πολιτικό κλίμα του Νέου Εργατικού Κόμματος στη δεκαετία του 1990 στη Βρετανία, αναπτύχθηκε ο όρος των δημιουργικών κλάδων (creative industries). Αυτοί συμπεριλαμβάνουν το εντός αγοράς κομμάτι της πολιτιστικής παραγωγής από τη μία (αγορά του βιβλίου, αγορά έργων τέχνης, κλπ.), αλλά και πιο εκτεταμένα, άλλους συναφείς κλάδους που σχετίζονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και υψηλή προστιθέμενη αξία στο δημιουργικό κομμάτι τους – όπως το design, τη διαφήμιση, την ανάπτυξη λογισμικών, τα μήντια κλπ.

Η σχέση μεταξύ στοιχείων εκτός κι εντός αγοράς, ανάμεσα στον πολιτισμό και τους δημιουργικούς κλάδους μπορεί να εικονογραφηθεί καλά με ένα παράδειγμα: Ένα κρατικό μουσείο π.χ. λειτουργεί κατ’αρχήν εκτός αγοράς και μόνον οριακά θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετικό με την οικονομία (καθώς υφίσταται εργασία και κατανάλωση). Ωστόσο, το μουσείο (ή το κράτος) αναθέτει σε ιδιωτικές εταιρείες (δηλαδή που λειτουργούν εντός αγοράς) να κάνουν επιδιορθώσεις στο κτίριο.  Κατά πάσα πιθανότητα θα αναθέσει σε ιδιώτες την καφετέρια ή ακόμα και άλλες υπηρεσίες του μουσείου. Το δε πωλητήριο του μουσείου μπορεί να θεωρηθεί κατ’εξοχήν δημιουργική επιχείρηση, δεδομένου ότι α) πουλάει πολιτιστικά αγαθά και β) λειτουργεί εντός αγοράς. Στο ενεργητικό του έχει φυσικά πάνω απ’όλα το μουσείο (εκτός αγοράς), και η κύρια αξία του, η οποία γίνεται αντικείμενο ανταλλαγής, είναι συμβολική και προέρχεται απ’αυτό. Χωρίς το μουσείο (όχι ως τοποθεσία, αλλά ως σύμβολο ή brand), τα αντικείμενα του πωλητηρίου δύσκολα έχουν αξία.

Πέρα από τη σχετικά προφανή περίπτωση του μουσείου, ο πολιτισμός παράγει οικονομική αξία σε διάφορα επίπεδα. Λόγω της δουλειάς μου, με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το τι σημαίνει αυτό για τους τόπους: Ο πολιτισμός μπορεί να συμβάλλει σε αύξηση της συμβολικής αξίας των τόπων, να έχει θετική επίδραση στη φήμη και την εικόνα τους, οι οποίες μπορεί να αποτιμηθούν σε χρήμα ή και όχι. Είναι ως επί το πλείστον η οικονομία του τουρισμού που επωφελείται από αυτή τη φήμη κι αυτό εξηγεί γιατί η Ιταλία, για παράδειγμα, έχει δημιουργήσει ένα κοινό υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Ελοχεύει όμως ένας σοβαρός κίνδυνος: τα κράτη να υποστηρίξουν μόνο τον πολιτισμό που μπορεί να πουληθεί σε τουρίστες, περιορίζοντάς τον κατ’αυτόν τον τρόπο και πάλι στη διάσταση της αγοράς. Η «τουριστικοποίηση» του πολιτισμού είναι μια σοβαρή, υπαρκτή απειλή σε πολλές χώρες με ανεπτυγμένο τουριστικό τομέα.

Είναι ενδιαφέρον, τόσο ως διανοητική άσκηση όσο και ως μέσο για το σχεδιασμό δημόσιας πολιτικής, να διερευνήσει κανείς το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο πολιτισμός στην οικονομία. Το να περιορίζουμε όμως τον πολιτισμό στην οικονομική του διάσταση είναι πολιτικά επικίνδυνο και συνδέεται άμεσα με την μετατροπή των πάντων γύρω μας σε προϊόντα αγοράς. Αν δεν θέλουμε να μειώσουμε τον άνθρωπο σε έναν «homo economicus», πρέπει να αντισταθούμε με ό,τι εργαλεία διαθέτουμε σ’αυτή την απλοποιημένη άποψη του κόσμου, από την οποία κερδίζουν πολύ λίγοι.

Βερολίνο, 27 Φεβρουαρίου 2014
___________________________

*Ο Άρης Καλαντίδης ζει στο Βερολίνο, εργάζεται για την εταιρεία συμβούλων INPOLIS και διδάσκει αστική οικονομία στο Πολυτεχνείο (TU) του Βερολίνου. Ασχολείται εντατικά με τη δημιουργική οικονομία από το 2008 όταν συνεπιμελήθηκε το βιβλίο «Διακυβέρνηση της πολιτιστικής οικονομίας» (στα Γερμανικά). Έχει διατελέσει μέλος της επιτροπής «δημιουργικών κλάδων» του Βιομηχανικού Επιμελητηρίου του κρατιδίου του Βερολίνου και μέλος συμβουλευτικής επιτροπής του Υπουργού Οικονομίας του ίδιου κρατιδίου. Φέτος διευθύνει μια ομάδα εργασίας που προετοιμάζει το νέο κοινό στρατηγικό σχέδιο για την δημιουργική οικονομία των κρατιδίων του Βερολίνου και Βραδεμβούργου.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου