Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009

Μαθαίνοντας από την Βαρκελώνη: Τι μπορεί ο Παπανδρέου; Τι μπορεί ο Αθεμπίγιο;

Σε συνέχεια προηγούμενης ανάρτησης σχετικά με την πρόσκληση από τον Γεώργιο Παπανδρέου στον Ισπανό Αρχιτέκτονα Γιόσιπ Αθεμπίγιο ,αναδημοσιεύουμε από την εφημερίδα "Αυγή της Κυριακής" (ΕΝΘΕΜΑΤΑ,13-12-2009) ένα κατατοπιστικότατο κείμενο της Αλέκας Γερόλυμπου η οποία διδάσκει αστικό σχεδιασμό και ιστορία της πολεοδομίας στο Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ.
Στο κείμενο παρουσιάζονται με κριτική ματιά :
1. Ο ρόλος του Αθεμπίγιο στην ανάδειξη της Βαρκελώνης
2. Μια ιστορική διαδρομή στους πολεοδομικούς μετασχηματισμούς της Βαρκελώνης με αναφορά στο πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο τους
3. Το "μοντέλο" της Βαρκελώνης
4. Οι αμφισβητήσεις και η κριτική
5. Η κατασκευή της πόλης και οι αναγκαίες πολιτικές διεργασίες

Η πρόσκληση του Γιώργου Παπανδρέου στον ισπανό αρχιτέκτονα Γιόσιπ Αθεμπίγιο να συμβάλει στην ανανέωση της πολεοδομικής πολιτικής, ξεκινώντας από την αξιοποίηση των έρημων Ολυμπιακών ακινήτων, κινητοποίησε ερωτήματα και απορίες στον χώρο των ενδιαφερόμενων πολιτών αλλά και μεταξύ αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων, περιβαλλοντολόγων κλπ. Η Βαρκελώνη έχει αναγορευθεί σε μοντέλο αστικής διακυβέρνησης για τις δημοτικές αυτοδιοικήσεις της Αριστεράς,1 ενώ η ευρεία διεθνής αναγνώριση των πολεοδομικών επιτευγμάτων της από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και ο σημαίνων ρόλος του Αθεμπίγιο ως υπεύθυνου για τον σχεδιασμό, την οργάνωση και την εκτέλεση μεγάλου αριθμού έργων προσδίδουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην πρόσκληση αυτή. Η εναπόθεση ελπίδων σε έναν εκφραστή μιας θεωρούμενης ως επιτυχημένης πολυδιάστατης πολιτικής για την πόλη είναι κατανοητή, αλλά παράλληλα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των ιδιαίτερων δεδομένων της ισπανικής πραγματικότητας σε ένα επαρκές χρονικό βάθος, μεταξύ των οποίων είναι η πλούσια παράδοση στον σχεδιασμό του χώρου, και βέβαια στο πλαίσιο μιας στρεβλωμένης πραγματικότητας στην Ελλάδα απέναντι στη στέγαση, τη γη και την αστική ανάπτυξη.


Eδώ και εκατό χρόνια, το οξύτερο πρόβλημα της ελληνικής πόλης ήταν οι διαδικασίες επέκτασής της. Η απουσία σχεδιασμού θεμελιωμένου σε στοιχειώδεις προβλέψεις, η αδυναμία ελέγχου και εφαρμογής των νόμων και κανονισμών, που έστω και ανεπαρκείς ίσχυαν σε κάθε χρονική στιγμή, η εξατομικευμένη δόμηση και η κατοίκηση σε αγροτική γη που δεν είχε σχεδιαστεί και προετοιμαστεί για την «αστικοποίησή» της, και η εκ των υστέρων πάντα νομιμοποίηση συντελεσμένων καταστάσεων ήταν προβλήματα που απασχολούσαν έντονα τους τεχνικούς, ενώ η λύση τους αποτελούσε και αποτελεί ακόμη αντικείμενο διεκδικήσεων. Στα τεχνικά περιοδικά, τα συνέδρια, τις παρεμβάσεις των συλλόγων και του Τεχνικού Επιμελητηρίου, οι φωνές τους υψώνονται ανήσυχες και συχνά αγριεμένες για να διεκδικήσουν πράγματα που εκτός Ελλάδος είναι αυτονόητα εδώ και έναν αιώνα.

Σε κάθε ιστορική φάση, αρχικά μεταξύ 1900 και 1922, στα μεσοπολεμικά και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, στη δεκαετία του 1980, και πολύ λιγότερο στη σημερινή περίοδο, προτείνονταν διάφορες δοκιμασμένες πολιτικές που στη συνέχεια έμεναν στα χαρτιά ή παραβιάζονταν με εξόφθαλμο και συχνά χυδαίο τρόπο, από το μεγαλύτερο μέρος των πολιτών, με πρώτους αυτούς που ήταν ταγμένοι να τις εφαρμόζουν (χαρακτηριστικό, αν και ανεκδοτολογικό, παράδειγμα, η πρόσφατη ερμηνεία των διατάξεων περί αναψυκτηρίων).

Αν ο τρόπος επέκτασης των πόλεων αντανακλούσε τις ελλείψεις του ελληνικού πολεοδομικού συστήματος, η λειτουργία της ίδιας της πόλης που είχε εν τω μεταξύ προκύψει, προσέκρουε σʼ ένα ακόμη πρόβλημα, άμεσα συνδεδεμένο με τα προηγούμενα: τη σπανιότητα του δημόσιου χώρου, σπανιότητα που με την κυριαρχία του αυτοκινήτου (κατέλαβε όλο τον διαθέσιμο χώρο) υπερέβη κάθε προηγούμενο και αναδείχθηκε ως το κατεξοχήν λειτουργικό, περιβαλλοντικό, κυκλοφοριακό και τελικώς, και κοινωνικό πρόβλημα της ελληνικής πόλης.

Κατά καιρούς η πολιτεία προσπάθησε να παρέμβει προσκαλώντας ξένους ειδικούς. Η ανταπόκρισή τους υπήρξε άνιση. Άλλοι έστειλαν σχέδια που δεν αφορούσαν την ελληνική πραγματικότητα, άλλοι συνέλαβαν τα προβλήματα και διατύπωσαν προτάσεις, που όμως --και αυτές-- έμειναν στα χαρτιά, ακόμη και αφού υπέστησαν επεξεργασίες από έλληνες τεχνικούς.

Ο Αθεμπίγιο και η ανάδειξη της Βαρκελώνης

Ο Αθεμπίγιο έχει δοκιμαστεί ως αρχιτεκτονικός μάνατζερ στην πιο ολοκληρωμένη και γνωστή επιχείρηση αναζωογόνησης και ανάδειξης μιας πόλης, της Βαρκελώνης, όπου συμμετείχε, από διάφορες θέσεις, σε όλες τις φάσεις του σχεδιασμού της:

-- Νεότατος, ως δεξί χέρι του Οριόλ Μποχίγκας, κύριου εμπνευστή της συνολικής ανασχεδιαστικής επιχείρησης, στην πρώτη ένδοξη, για την αναμόρφωση της Βαρκελώνης, «ηρωική» εποχή (1980-86).

-- Παρών σε κεντρικές επιτελικές θέσεις στην δεύτερη περίοδο (1986-1992), οπότε μεγάλωσε η κλίμακα των έργων και προετοιμάσθηκε η πόλη για τους Ολυμπιακούς του 1992.

-- Ουσιαστικός εμπνευστής στην επικινδύνως ισορροπούσα τρίτη περίοδο (από το τέλος των Ολυμπιακών μέχρι το Φόρουμ του 2004), κατά την οποία αυξάνεται συνεχώς το μερίδιο των ιδιωτικών συμφερόντων και προωθούνται επεμβάσεις γοήτρου για να προσελκυσθούν επιχειρηματικά κεφάλαια.

-- Κύριος διαχειριστής και στην ευθέως αμφιλεγόμενη τέταρτη περίοδο (από το 2004 μέχρι σήμερα), την οποία ο ίδιος υποστηρίζει ανοιχτά, παραδεχόμενος τις δυσκολίες και κάποιες αποτυχημένες επιλογές. Σε διάλεξη που έκανε στο Μακεδονικό Μουσείο της Θεσσαλονίκης τον Φεβρουάριο του 2007, καλεσμένος από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του ΑΠΘ, περιέγραψε τις φάσεις αυτές, που οδήγησαν στην ουσιαστική μετατροπή τής κάποτε βιομηχανικής πρωτεύουσας της Ισπανίας στην «νεοτριτογενή πόλη» (neotertiary city, κατά τον ίδιο), περνώντας από μια πολεοδομική πρακτική με καθαρά σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα στο σύγχρονο μετα-Ολυμπιακό εμπορευματοποιημένο «μοντέλο της Βαρκελώνης». Η κατανόηση και αποτίμηση της συμβολής του απαιτεί μια σύντομη αναδρομή στα χαρακτηριστικά της τριαντάχρονης εμπειρίας των μετασχηματισμών της Βαρκελώνης.

Η Βαρκελώνη στο προσκήνιο του πολεοδομικού ενδιαφέροντος

Με σημαντική πολεοδομική προϊστορία (βλ. το περίφημο σχέδιο επέκτασης της περιτειχισμένης-μεσαιωνικής πόλης του 1860) και με συνεχείς και εξαιρετικά επεξεργασμένες αρχιτεκτονικές και πολεοδομικές παρεμβάσεις μέχρι την περίοδο της δικτατορίας του Φράνκο, η Βαρκελώνη ξαναέρχεται στο προσκήνιο του πολεοδομικού ενδιαφέροντος μετά την πτώση του δικτατορικού καθεστώτος το 1975. (Στα χρόνια του Ισπανικού Εμφυλίου η πόλη και η περιοχή της Καταλωνίας υπήρξαν ισχυρά προπύργια των Δημοκρατικών δυνάμεων). Στην ιστορική της εξέλιξη, η Βαρκελώνη ηγήθηκε στην εκβιομηχάνιση, την υιοθέτηση σοσιαλιστικών ιδεών στην αυτοδιοίκηση και την έκφραση της τοπικής αυτονομίας. Όλη αυτή η εμπειρία αντανακλάται στον χώρο της, καθώς, πέρα και περισσότερο από άλλες πόλεις, η Βαρκελώνη επέλεξε την αρχιτεκτονική και την πολεοδομία της για να εκφράσει με εμφανή και διαρκή τρόπο τα επιτεύγματά της. Από το 1980 έχει καθιερωθεί, από το πανίσχυρο δημοτικό της συμβούλιο και τον ιστορικό της δήμαρχο Π. Μαραγκάλ, ως μοντέλο πραγματισμού αλλά συγχρόνως και προοδευτικής αστικής πολιτικής, ως υπόδειγμα πρακτικής διακυβέρνησης.

Οι μετασχηματισμοί της ανάγονται συγχρόνως στην αναδιοργάνωση του αστικού χώρου όσο και στη μετεξέλιξη της οικονομίας της που βασιζόταν στη βιομηχανία. Πρόκειται για μια πόλη-λιμάνι δίπλα στην θάλασσα, με 1,6 εκατ. πληθυσμό (1991) σε μια ευρύτερη μητροπολιτική περιοχή με 4,5 εκατ. κατοίκους. Μεταπολεμικά, η αυταρχική εξουσία της δικτατορίας του Φράνκο επέτρεψε μια άναρχη αστική ανάπτυξη, χωρίς υποδομές, με μεγάλο έλλειμμα σε υπηρεσίες εκπαίδευσης, υγείας, μαζικών μέσων μεταφοράς. Το δικτατορικό καθεστώς ταυτίστηκε στη συνείδηση του κόσμου με την υπερβολική παραχώρηση κέρδους στον ιδιοκτήτη της γης.2 Η έλευση της δημοκρατίας, από το 1975 και μετά, άνοιξε τον δρόμο για ουσιαστικές παρεμβάσεις στον χώρο της πόλης.

Δύο βασικά χαρακτηριστικά ξεχωρίζουν: Πρώτον, η ευρεία αυτονομία που δόθηκε από την κεντρική ισπανική κυβέρνηση σε 17 αυτόνομες περιφέρειες (μεταξύ των οποίων η Καταλωνία με πρωτεύουσα την Βαρκελώνη) και ένα σύστημα διοίκησης των περιφερειών με πλήρη αρμοδιότητα σε θέματα όπως η κατοικία, ο πολεοδομικός σχεδιασμός και η περιφερειακή ανάπτυξη, η γεωργία, οι μεταφορές, η κοινωνική πρόνοια, η εκπαίδευση και ο πολιτισμός. Δεύτερον, η ανάδειξη δημοτικών συμβουλίων προσκείμενων στους Σοσιαλιστές και στο Κομμουνιστικό Κόμμα, που εν γένει συνεργάστηκαν, κινητοποιώντας τους πολίτες σε μια γενικευμένη διαδικασία συναίνεσης και συμμετοχής στα κοινά.

Στην πρώτη περίοδο (1980-1986), πολλές επεμβάσεις μικρής κλίμακας μετασχηματίζουν τον δημόσιο χώρο της πόλης. Αποτελούν τμήμα ενός «στρατηγικού σχεδιασμού», όρου που μετά την εμπειρία της Βαρκελώνης υιοθετήθηκε ευρέως από τους ειδικούς. Βασικός άξονας ήταν η επέμβαση κυρίως στον δημόσιο χώρο της πόλης μέσα από τον εντοπισμό όλων των ελεύθερων ή εν δυνάμει ελεύθερων χώρων, διαμορφωμένων ή μη. Σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης η πολιτική γης,3 που ασκήθηκε με στόχο τη δημιουργία ενός μεγάλου αποθέματος γης, με τη δέσμευση των ελεύθερων ακόμα χώρων του κέντρου, αλλά και την απόκτηση μεγάλων εγκαταλελειμμένων βιομηχανικών χώρων. Οι επεμβάσεις επικεντρώθηκαν στον ανασχεδιασμό υπαρχόντων δημοσίων χώρων, στη δημιουργία νέων (άξονες, πλατείες, παραλίες, πλαζ, δρόμοι, πεζόδρομοι, κήποι, πάρκα), στην κατασκευή υποδομών (εξορθολογισμός του εσωτερικού οδικού δικτύου, κατασκευή του περιφερειακού) και στη δημιουργία νέων «κέντρων»: Η στρατηγική των νέων περιοχών κεντρικότητας εστιάσθηκε στην επανένταξη μεγάλου μεγέθους εγκαταλελειμμένων χώρων ή χώρων που υπολειτουργούσαν (πρώην σιδηροδρομικές υποδομές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις, παλιό λιμάνι, ανάκτηση παραλιακού μετώπου), με την καλύτερη εξυπηρέτησή τους από μέσα μαζικής μεταφοράς και τη χωροθέτηση μιας ποικιλίας νέων λειτουργιών, σε αποκατεστημένα ή νέα κτίσματα, κυρίως εγκαταστάσεων κοινωνικού εξοπλισμού (βιβλιοθήκες, μουσεία, κέντρα υγείας και αθλητισμού, κοινοτικές εξυπηρετήσεις, σχολεία, αγορές), δραστηριοτήτων αναψυχής, εμπορικών χρήσεων, αλλά και γραφειακών χώρων και κατοικίας. Οι λειτουργίες αυτές απευθύνονταν σε όλο τον πληθυσμό, ανεξαρτήτως εισοδήματος, ηλικίας ή προέλευσης.

Στη Βαρκελώνη, όπως και αλλού, η κατοχή ή εξαγορά των περιοχών αυτών από το δημόσιο ή τον Δήμο και άλλους δημόσιους φορείς υπήρξε η αναγκαία συνθήκη για τα επιτεύγματα της πόλης. Αυτήν την απλή αλήθεια για τη σημασία της δημόσιας ιδιοκτησίας πρέπει να την επαναλαμβάνουμε συνεχώς, γιατί καμία εμπνευσμένη πολιτική στην Ελλάδα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει κάτω από το ασήκωτο βάρος της αξίας της γης που ανήκει σε ιδιώτες και την απουσία αποθέματος δημόσιας γης που θα επέτρεπε στις αρχές να παρέμβουν στον χώρο της πόλης.

Το «μοντέλο της Βαρκελώνης»

To «μοντέλο της Βαρκελώνης» έχει ως αφετηρία του το 1980, όταν τα τοπικά συμβούλια έπαιρναν αποφάσεις για τον πολεοδομικό σχεδιασμό σε άμεση και δημόσια διαβούλευση με κοινωνικούς φορείς, με στόχο να δημιουργηθεί μια πιο δημοκρατική πόλη για τις πιο αδύναμες ομάδες κατοίκων της.4 Τα περισσότερα από τα πρώτα προγράμματα δεν είχαν σκοπό να προωθήσουν την οικονομική αναζωογόνηση της πόλης ή την ανταγωνιστικότητά της μεταξύ των ευρωπαϊκών πόλεων. Απευθύνονταν στη βελτίωση του χώρου ζωής των κατοίκων και στη διαμόρφωση μιας πόλης ελκυστικής και με επαρκή και καλά οργανωμένη λειτουργία. Οι ελεύθεροι καλοσχεδιασμένοι χώροι στις γειτονιές, οι γοητευτικές πλατείες, οι σκιασμένες αλέες, η δημόσια πλαζ στο κέντρο της πόλης απευθύνονταν στους κατοίκους, όπως και η πληθώρα των κοινωνικών εξυπηρετήσεων, καθώς και το πυκνό και αποτελεσματικό σύστημα μαζικής μετακίνησης. Ωστόσο, συμβάλλοντας στην ανάδυση μιας όμορφης και λειτουργικής πόλης, με περήφανους κατοίκους, προώθησαν τελικά και την οικονομική της ανάκαμψη.

Στη δεύτερη περίοδο που ολοκληρώνεται με τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1992, περιοχή των επεμβάσεων αποτελεί η επεκτεινόμενη πόλη (1986-1992). Όπως έγραφε ο βασικός διάδοχος τού Οριόλ Μποχίγκας, ο αρχιτέκτονας Ζοάν Μπουσκέτς, η οργάνωση μεγάλων γεγονότων (Ολυμπιακοί, ΕΞΠΟ, πολιτιστικές πρωτεύουσες) απαιτεί σημαντικές παρεμβάσεις που λειτουργούν σε δύο φάσεις: Πρώτα πρέπει να απαντούν στο ερώτημα πώς θα λειτουργήσουν μετά από τα έκτακτα γεγονότα, και σε δεύτερη φάση πώς θα ενταχθούν και θα υπηρετήσουν τα ίδια τα γεγονότα. Πράγματι, στη Βαρκελώνη επενδυτικά κεφάλαια συνέρευσαν στην πόλη, επιτρέποντας στον Δήμο να εκμεταλλευθεί την ευκαιρία προς όφελος της πόλης.5 Οι δημοτικές εταιρείες συνέπραξαν με τους ιδιώτες επενδυτές, ενώ υπήρξε διαπραγμάτευση για την κατανομή της υπεραξίας (στις μεγάλες ιδιωτικές επεμβάσεις, ο επενδυτής μοιράστηκε την υπεραξία κατασκευάζοντας, με σύμβαση και υπό τον τεχνικό έλεγχο του Δήμου, σχολεία, κήπους, υποδομές κλπ.) 6. Περισσότερες από τις μισές επεμβάσεις που πραγματοποιήθηκαν δεν είχαν άμεση σχέση με τους Αγώνες, αλλά ήταν απαραίτητες για να καλύψουν τις ανάγκες σε εξυπηρετήσεις και υποδομές, ενώ είχαν ως αποτέλεσμα την κινητοποίηση του κράτους και της Καταλωνίας, καθώς ο Δήμος από μόνος του δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί οικονομικά. Έτσι, μετά από την «ανακατασκευή της πόλης κατά τμήματα», οι Αγώνες έδωσαν τη δυνατότητα να αναπτυχθεί ένας συνολικός σχεδιασμός ο οποίος επανακαθόρισε τις σχέσεις μεταξύ κέντρου και περιφέρειας και συστηματοποίησε τη δουλειά που είχε γίνει μέχρι τότε για τους δημόσιους χώρους,7 ενώ η «στρατηγική των καινούριων περιοχών κεντρικότητας» ολοκλήρωσε την επανένταξη δεκατριών μεγάλου μεγέθους εγκαταλελειμμένων χώρων.

Με το τέλος των Ολυμπιακών, η Βαρκελώνη αναζητεί τη συνέχεια των πολεοδομικών μετασχηματισμών της. Στο πλαίσιο του στρατηγικού σχεδιασμού η αυτοδιοίκηση επινοεί γεγονότα και εορτασμούς για να υποστηρίξει τις προτάσεις της, κινητοποιώντας την οικονομική ανάπτυξη και προσελκύοντας το ενδιαφέρον επενδυτών και εκατομμυρίων επισκεπτών: χαρακτηριστικά events είναι το έτος Γκαουντί (2002) και το Φόρουμ των Πολιτισμών του 2004, μια τεράστια συγκέντρωση που διήρκεσε από τον Απρίλιο μέχρι τον Σεπτέμβριο (141 μέρες), με στόχο την ανταλλαγή ιδεών για την ειρήνη, την βιώσιμη ανάπτυξη και την πολιτιστική διαφορετικότητα. Για την υλοποίηση των έργων που επεκτάθηκαν σε ολόκληρη την μητροπολιτική περιοχή, το 1993 ιδρύθηκε η Barcelona Regional Α.Ε. από τα δημοτικά συμβούλια της Βαρκελώνης και της μητροπολιτικής περιοχής, καθώς και εταιρείες του δημόσιου τομέα, για να αποτελέσει ένα τεχνικό εργαλείο στον χώρο της πολεοδομίας, του περιβάλλοντος και των υποδομών. Αντικείμενα του φορέα, του οποίου διευθυντικό στέλεχος υπήρξε ο Αθεμπίγιο, είναι να εκπονεί επιτόπιες έρευνες και καταγραφές, μελέτες τεχνικής και οικονομικής σκοπιμότητας, να προωθεί, να διαχειρίζεται και να εφαρμόζει μελέτες υποδομών, πολεοδομίας, αρχιτεκτονικής και περιβάλλοντος.

Αμφισβητήσεις και κριτική

Ωστόσο, τόσο ο χαρακτήρας των έργων όσο και το ευρύτερο κλίμα έχουν αλλάξει. Από τη δεκαετία του 1990 και μετά το «μοντέλο της Βαρκελώνης» δέχεται σοβαρή κριτική. Ο σχεδιασμός δίνει πλέον έμφαση στον τουρισμό, τα μεγάλα διεθνή γεγονότα, τις υπηρεσίες, τις κατασκευές. Η προτεραιότητα για οικονομική ανάπτυξη εις βάρος της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ευημερίας των πολιτών τίθεται υπό αμφισβήτηση. Εκτεταμένες επεμβάσεις περιλαμβάνουν τα εμπορικά κέντρα στον ποταμό Μπεσός, τις επεκτάσεις του μετρό, μεγάλες εγκαταστάσεις γραφείων σε κτίρια-πύργους και πολιτιστικούς χώρους που υπογράφονται από τον Φ. Γκέρυ, την Ζάχα Χαντίντ, τον Ζ. Νουβέλ κ.ά.) και το οικιστικό συγκρότημα 22@ (Πόμπλε Νου). Η αναζωογόνηση --ουσιαστικά ανοικοδόμηση-- του παλιού αυτού βιομηχανικού οικισμού είναι η μεγαλύτερη επέμβαση στην πόλη. Πρόκειται για δομημένη επιφάνεια δύο εκατομμυρίων τ.μ. που κατανέμεται σε 117 κτιριακές μονάδες, ενώ στην περιοχή προβλέπονταν 130.000 θέσεις εργασίας, χάρη στην προσέλκυση βιομηχανιών υψηλής τεχνολογίας. Στο σχεδιασμό συμμετέχουν το δημόσιο και οι τοπικές αρχές με ίσα ποσοστά. Ο προϋπολογισμός του συνόλου των έργων για το θαλάσσιο μέτωπο της πόλης το 2002 ήταν περί το 1,4 τρισεκατομμύρια ευρώ!8 Eίναι βέβαιο ότι, αν και με πλήρη έλεγχο του δημοσίου τομέα, η εμπλοκή ιδιωτικών κεφαλαίων ήταν απαραίτητη. Χάρη στην τεράστια εμπειρία από τις επεμβάσεις της Barcelona Regional κατά τις προηγούμενες φάσεις, επικεφαλής είναι και πάλι ο Αθεμπίγιο, που κατείχε το 2002 δύο πόστα: ως αρχιτέκτονας επικεφαλής των έργων της Βαρκελώνης και ως επίτροπος για τις υποδομές και την πολεοδομία. Σε δηλώσεις του υποστήριζε: «Η Βαρκελώνη πρέπει να διατηρήσει την οικονομική και επιχειρηματική της πρωτοκαθεδρία εντείνοντας την προσπάθεια να προσελκύσει δραστηριότητες υψηλής εξειδίκευσης και τεχνολογίας. Η πόλη προσφέρει ιδανικές συνθήκες για την λειτουργία τους, αλλά πρέπει να φροντίσει να προσφέρει και τους κατάλληλους χώρους για την εγκατάστασή τους».

Φαίνεται πως οι προβλέψεις υπήρξαν εξαιρετικά αισιόδοξες.9 Παρά τη συνεχή προσπάθεια για προσέλκυση επενδύσεων στις νέες --υπερβολικά φιλόδοξες-- εγκαταστάσεις, δεν υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση. Αλλά και η ταύτιση των κατοίκων με τα έργα δεν είναι πια η ίδια. Ο Peter Rowe εκτιμά ότι η δυσαρέσκεια όσον αφορά τα πρόσφατα, παγκοσμιοποιημένα μοντέλα του βαρκελωνέζικου αστικού χώρου μάλλον οφείλεται σε ένα είδος κορεσμού, μια υπερβολική δόση καινοτομίας, στο γεγονός ότι η πόλη προχώρησε «πολύ μπροστά και πολύ γρήγορα». Διαφορετικά αποτιμούν τις επεμβάσεις της τελευταίας δεκαετίας ένα όλο και πολυπληθέστερο γκρουπ ακτιβιστών, ιστορικών, αρχιτεκτόνων κλπ.10 που υπήρξαν από τους βασικούς διαμορφωτές των πρώτων προγραμμάτων. Καταγγέλλουν ότι η πόλη έχει γίνει μια «πασαρέλα», που ποζάρει για τη χαρά των τουριστών. Επιμένουν ότι τα πιο προοδευτικά στοιχεία του αρχικού μοντέλου έχουν εμπορευματοποιηθεί και ότι οι νέες υπηρεσίες έχουν ως κέντρο τους τον τουρισμό, μεταλλάσσοντας την πόλη σε θεματικό πάρκο, σβήνοντας τα ιστορικά ίχνη και αποτυπώματα, καθαρίζοντας το παρόν από τις κοινωνικές αντιθέσεις και τα προβλήματα, ενώ οι παλιές λαϊκές γειτονιές (Πομπλε Νου, Ραβάλ, Μπεσός) ξαναχτίζονται σε τιμές που διώχνουν τους παλιούς κατοίκους: «Μια μεταμόρφωση που δεν μιλάει για τον ρόλο των ανθρώπων ως πρωταγωνιστών, αλλά όπου πρωταγωνιστεί ο ίδιος ο --αποκαθαρμένος και ασηπτικός-- χώρος»… Πιο αυστηρές πολιτικά φωνές θυμίζουν ότι το «μοντέλο της Βαρκελώνης», που σήμερα βάλλεται, ήταν βέβαια αρχιτεκτονικό, αλλά κυρίως ήταν πολιτικό, ουσιαστικά μια συμφωνία μεταξύ αυτοδιοίκησης και πολιτών για τη λειτουργία της εξουσίας, που βασίστηκε στη συναίνεση και στον κοινωνικό χαρακτήρα των επεμβάσεων.

Η κατασκευή της πόλης: μια κατεξοχήν πολιτική διεργασία

Οι φίλοι μας στη Βαρκελώνη σε ιδιωτικές συζητήσεις επιβεβαιώνουν το προφίλ του Αθεμπίγιο ως ικανότατου και «δαιμόνιου μάνατζερ». Του αποδίδουν παράλληλα την ευθύνη πολλών λανθασμένων χειρισμών της τελευταίας δεκαετίας: το γιγαντιαίο πρότζεκτ του Φόρουμ 2004, την προώθηση ενός μοντέλου ανάπτυξης που βασίστηκε εμφατικά στον τουρισμό, την πρόσκληση πολλών αρχιτεκτόνων του διεθνούς «σταρ σύστεμ», που πρότειναν τις δικές τους αρχιτεκτονικές μορφές μεταμορφώνοντας τον χαρακτήρα της πόλης.

Ο Αθεμπίγιο έπλευσε με τον παγκοσμιοποιημένο αέρα που φυσάει στον νεοφιλελεύθερο δυτικό κόσμο, παρά και πέρα από τις όλο και πιο άγριες επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης. Σίγουρα η συμβουλή και οι ιδέες του για την ελληνική πόλη θα έχουν ενδιαφέρον. Αλλά το παράδειγμα της επιτυχίας και των προβλημάτων της Βαρκελώνης δείχνει, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι η κατασκευή της πόλης είναι μια κατεξοχήν πολιτική διεργασία που σχετίζεται με ουσιαστικές πλευρές της λειτουργίας της εξουσίας.

Αν δεν αναθεωρηθούν πλήρως οι διαδικασίες των συνεχών επεκτάσεων της ελληνικής πόλης, αν δεν ανασταλεί η εκτός σχεδίου δόμηση, εάν δεν μελετηθεί ένα πρόγραμμα «ανακύκλωσης»-βιώσιμης ανάπτυξης της υπάρχουσας πόλης, όποιες επιλεκτικές επεμβάσεις γίνουν δεν μπορούν να λύσουν κανένα ουσιαστικό πρόβλημα, ενώ κινδυνεύουν να λειτουργήσουν αυξάνοντας και το χάσμα μεταξύ «καλών» και «προβληματικών» περιοχών.

Το ερώτημα είναι πόσο ουσιαστικά θέλουν και μπορούν οι τρεις βασικοί συντελεστές που εμπλέκονται στην πολεοδόμηση, δηλαδή η πολιτεία, η αυτοδιοίκηση και η κοινωνία (με τους φορείς της και τους πολίτες), πόσο έτοιμοι είναι να συναινέσουν και να συνεργαστούν, για να ανατρέψουν μια κατάσταση όπου η υψηλή αξία της γης και η συνεχής επέκταση των αστικών χώρων αποτελούν τα κύρια χαρακτηριστικά της κατασκευής της πόλης στη σημερινή Ελλάδα.

Βιβλιογραφικές αναφορές
M.P. Balibrea, “Strategies of Remembrance: Branding the New Barcelona”, Shanghai conference, 2007 http://www.holcimfoundation.org

Α. Βιτοπούλου, «Δημόσιος χώρος και αστικός σχεδιασμός. Το παράδειγμα της Βαρκελώνης», στο Αστικός σχεδιασμός και τοπίο, Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Αρχιτεκτονικής Τοπίου, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2004.

J. Busquets, «Fondements et lendemains: 1979-1998», Projet urbain, αρ. 14 (1998), σ. 11-12.

J. Busquets, “Barcelona Revisited”, στο E. Charlesworth (επιμ.), Cityedge: Case Studies in Contemporary Urbanism, Νέα Υόρκη 2005, σ. 34-49.

H. Heinelt, D. Kubler (επιμ.), Metropolitan Governance. Capacity, Democracy and the Dynamics of Change, Λονδίνο 2005.

D. MacNeill, “Mapping the European Urban Left: The Barcelona Experience”, Antipode, τ. 36/1 (2003), σ. 74-94.

T. Marshall (επιμ.), Transforming Barcelona, Λονδίνο 2004.

P. Rowe, Building Barcelona, a second Renaixença, εκδ. Barcelona Regional, Βαρκελώνη 2006.

Σημειώσεις
1 McNeill 2003, 74.

2 Busquets 2005, McNeill 2003:88.

3 Ήδη από το 1976 με την έγκριση του Γενικού Μητροπολιτικού Σχεδίου (PGM), Βιτοπούλου 2004.

4 Balibrea 2007, 259.

5 Rowe 2006, 82-102.

6 Busquets 1998, 11-12.

7 Βιτοπούλου 2004.

8 Rowe 2006, 130-132.

9 Marshall 2004.

10 Βalιbrea 2007.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου