Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

Branding the city. Η πόλη της Λάρισας ως ένα πεδίο δράσεων.


ΜΟΡΑΣ ΑΝΤΩΝΙΟΣδιπλ. αρχιτέκτονας μηχανικός ΑΠΘ, M.Arch αρχιτεκτονικός οχεδιασμός-χώρος ΕΜΠ, υπ.Διδάκτορας ΑΠΘ.
ΔΑΣΤΙΡΙΔΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ , διπλ. Πολιτικός μηχανικός ΑΠΘ.

Η διαχείριση της εικόνας μίας πόλης εμπεριέχει μία διαρκή προσπάθεια περιορισμού της πίσω από μία συνεκτική έκφραση/σύμβολο, με απώτερο σκοπό την ευκολία επικοινωνίας της επιβεβλημένης ιδέας αυτής. Αυτή η ιδέα της πόλης αποτελεί το εμπορικά φιλικό πρόσωπο ενός αφηρημένου προιόντος το οποίο στις μέρες μας γίνεται αντιληπτό ως ένα πεδίο επενδύσεων. Είτε αναφερόμαστε στο Guggenheim effect, είτε στη disneyfication, η πόλη προσεγγίζεται ως ένα ιεραρχημένο δίκτυο αξιών το οποίο oφείλει να συντηρεί τη θεαματική του αναπαραγωγή, πιστή στην ιδέα της εικόνας της και των ιδεοληψιών της. Με αυτό τον τρόπο παράγονται αφαιρέσεις και γενικεύσεις οι οποίες αποβάλλουν ένα πολύ μεγάλο πλέγμα σχέσεων, κοινωνικών και πολιτικών κυρίως, το οποίο είτε δε δύναται να απεικονιστεί, ή δεν είναι οπτικά φιλικό.
Η έρευνα που διεξάγουμε με αντικείμενο την πόλη της Λάρισας επιχειρεί την προσέγγισή της πέρα από την εικόνα της. Αντί του σχεδιασμού από την οπτική του πουλιού/θεού, και τη διαχείριση της ως μίας αφηρημένης εξιδανικευμένης κατάστασης, επιχειρείται η εστίαση στις αντικουλτούρες εκείνες που σημαδεύουν την πόλη ως παράλληλες γλώσσες, εξωτερικότητες της πολεοδομίας και του αστικού σχεδιασμού, γλώσσες οι οποίες επαναπροσεγγίζουν την αστικότητα και την υλικότητα αυτής μέσα από τη μεταστροφή και επαναδιαπραγμάτευση των ορίων της, από κάτω προς τα πάνω με αποτέλεσμα τη δυνάμει παραγωγή αστικών γεγονότων τα οποία δεν υπακούουν σε ιεραρχημένες σχέσεις. Η μελέτη αυτών των γλωσσών αποσκοπεί στη συστηματοποίηση των σχέσεων τους σε σχέση με το αστικό περιβάλλον και το χώρο γενικότερα, με απώτερο σκοπό τη διερεύνηση της δυνατότητας υιοθέτησης στοιχείων-μορφημάτων αυτών, ως διαχειριστικών αρχών σε ένα επαναπροσδιορισμένο στρατήγημα αστικού «προγραμματισμού».
Επιστημολογικά εστιάζουμε στις αντικουλτούρες εκείνες οι οποίες στηρίζονται στη συμμετοχή και εκτυλίσσονται στον αστικό χώρο ενώ αρχικά διακρίνουμε δύο γενικές κατηγορίες γύρω από δύο βασικές έννοιες που επιχειρούν να προσδιορίσουν αρχικά τη σχέση με το χώρο: το ίχνος (outsider art, graffiti, stencils, tags, αφισοκόλληση, markers, φωτογραφία δρόμου κα.) και την τροχιά (skateboarding, bmx, fixed gear, ποδηλατοβόλτες, τζοκινγκ, parkour κα.).   Μεθοδολογικά για την προσέγγιση της υπόθεσης έγινε βιβλιογραφική έρευνα στη σχέση παρακουλτούρων και χώρου, συνεντεύξεις με άτομα που συμμετέχουν σε τέτοιου τύπου δράσεις και διανεμήθηκε ηλεκτρονικά ερωτηματολόγιο με απώτερο σκοπό την παραγωγή «διαγραμμάτων απόκλισης» τα οποία επιχειρούν τη χαρτοποίηση των κόμβων εκείνων που μπορούν να δυνητικοποιήσουν τον αστικό ιστό ως αποτέλεσμα της αλληλεπίθεσης πολλαπλών ποιοτήτων και παράλληλων γλωσσών.


1. Η ιεράρχηση της εικόνας και η εναλλακτική του σημαδέματος.
Κάθε μορφή αναπαράστασης, ειδικά στη δυτική μεταφυσική, είτε αναφέρεται στην επίκληση μίας ιδεατής μορφής είτε στέκεται κριτικά απέναντι σε μία ήδη υπάρχουσα. Υπάρχει μία εγγενής τελικότητα στο συγκεκριμένο σχήμα η οποία εγγράφει την αναπαράσταση ως ατελή μορφή του ιδεατού (Kwinter 2002). Η εμμονή στη διαχείριση αυτής της ιδεατής εικόνας έχει ουσιαστικό αντίκτυπο στην εικόνα των ίδιων των πόλεων καθώς η ανάδειξη ενός σημείου ως τοποσήμου (με όρους εκμετάλλευσης) αυτόματα καθιστά το συγκεκριμένο σημείο σε μία άχρονη κατάσταση καθώς η εικόνα του οφείλει να συντηρηθεί ακόμη και αν είναι δεδομένο ότι ποτέ δε θα είναι με τον τρόπο που ήταν στη στιγμή της ανάδειξης του. Αυτή η διαδικασία παράγει πόλεις των οποίων τα τοπόσημα εξ' ορισμού λειτουργούν αποξενωτικά καθώς ο βαθμός οικειοποίησης τους είναι τόσο στενός όσο και η δυνατότητα χρήσης τους στα πλαίσια της μονολειτουργικής αναπαράστασης τους. Το τοπόσημο, χωρόσημο κ.ο.κ. δεν επιβάλλει απλά την αναπαράσταση του αλλά ταυτόχρονα και τον τρόπο θέασης του, μία μορφή σωματικής αγκίλωσης (Φουκω 1977) απόλυτα ελεγχόμενης η οποία επιβάλλει την πραγματικότητα του στα πλαίσια μίας οργανωμένης συγκεντρωτικής ενότητας η οποία ανθίσταται στην εγγενή πολλαπλότητα του διαφορετικού θεατή-χρήστη. Συνειδητοποιουμε ότι η εικόνας της πόλης που παράγεται ιεραρχικά είναι τώρα, αυτή τη στιγμή και για κάθε στιγμή (Derrida 1986) η εικόνα μίας πόλης που δεν είναι επιθυμητή. Η ίδια η συνθήκη της εννοούμενης αστικότητας σε αυτή την περίπτωση οργανώνεται παρά τον τόπο και ως συμπλήρωμα αυτού και συνειδητοποιούμε ότι υπάρχει μία σαφής έυνοια της όρασης, η οποία στηρίζεται στην απόσταση, σε σχέση με το βίωμα το οποίο είναι εμβαπτισμένο στη χωρικότητα της συμμετοχής.

Η διαπραγμάτευση της πόλης μέσα από το σημάδεμά της εδράζεται ακριβώς σε αυτή τη χρονικότητα της διάρκειας η οποία συνδιαμορφώνει την πόλη και δε την αντιμετωπίζει ως κάτι αενάως υφιστάμενο του οποίου τα επικρατώντα χαρακτηριστικά ειναι απολύτως αποδόσιμα. Η επιμονή στη χρονικότητα του τώρα της πόλης αναδεικνύει την εικόνα αυτής συνεργετικά, από τη βάση προς τα πάνω και κυρίως με έμφαση στις δράσεις που τη σημαδεύουν. Αυτές οι κινήσεις καθώς στηρίζονται στην πολυπλοκότητα της εμπράγματης διαφοράς των υποκειμένων-δραστών αντιτείθονται στη μορφοκρατική εξιδανίκευση μεόρους αισθητικούς, ενώ οι αναφορές τους είναι συνήθως ριζωμένες στις μερικές γλώσσες των κοινωτήτων που αρθρώνονται γύρω από αυτό το οποίο ονομάζουμε αντικουλτούρες. Αυτό που δικαιολογεί δε το πρόθεμα αντί είναι η μεταστροφή  της ορθής χρήσης του δημόσιου χώρου καθώς σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση η δράση τους θα ήταν ελεγχόμενη.

Αυτή η ευφάνταστη κίνηση της μεθερμηνείας του χώρου αποτελεί πιθανότατα και τη γεννεσιουργό ορμή των χαρακτηριστικών εκείνων τα οποία συγκροτούν οντολογικά τις συγκεκριμένες ομάδες εντός του αστικού περιβάλλοντος, χωρικά μεν αλλά στις παρυφές της ορθής χρήσης του. Οι αντικουλτούρες απαντούν στο τι μπορεί να κάνει κανείς με ότι του δίνεται και δεν περιορίζονται στο τι προβλέπεται αξιακά για το χώρο. Δεν παράγονται από το χώρο, αναδύονται εντός του αλλά με απαραίτητη προυπόθεση την πολυπλοκότητα που προσδίδεται από το υποκείμενο-δράστη ο οποίος αποτελεί παράγωγο και συνθήκη ενεργοποίησης ταυτόχρονα του αστικού συγκειμένου. Συνειδητοποιούμε ότι αυτή η ιδιότυπη έλξη (διαδικασία συγκρότησης) στην απόκλιση (χωρική μεθερμηνεία) αποτελεί μία carte του κατά τα άλλα αστικού ως calque (Rajchman 2000), ένα διάγραμμα απόκλισης σε αντίθεση με μία μορφή κωδικοποίησης, η οποία τείνει στην απεδαφοποίηση των χωρικών γεγονότων.

Με την ίδια λογική η έμφαση μας στο σημάδεμα της πόλης αντί της ανάλυσης του τρόπου προσδιορισμού των σημείων της, επιχειρεί τη διερεύνηση της αστικής διαφωράς μέσα από τη στρατηγική χαρτογαφική αλληλεπίθεση των αντικουλτούρων ως ίχνη (outsider art, graffiti, stencils, tags...) και τροχιές (skateboarding, bmx, fixed gear, ποδηλατοβόλτες, τζοκινγκ, parcour, flaneur...) στην πόλη, με απωτερο σκοπό την αναγνώριση κόμβων πολλαπλών ποιοτήτων και παραλλήλων γλωσσών στους οποίους εγγράφεται η δυναμική της απόκλισης, η οποία δύναται να παράγει συνοχή (ανάδειξη του ρόλου του δράστη) αλλά και αστικά γεγονότα τα οποία μπορούν να δυνητικοποιήσουν τον αστικό ιστό και να υπερβούν οποιαδήποτε προσπάθεια ελέγχου και πρόβλεψης μέσα από την ιεαρχημένη απεικόνιση η οποία αποκλείει μη απεικονίζοντας.

2. Ιστορικό της έρευνας.
Σε πρώτη φάση προσπαθήσαμε να συλλέξουμε και να χαρτογραφήσουμε τα ήδη ευρέως γνωστά σημεία της πόλης της Λάρισας στα οποία εμφανίζονται οι δράσεις για τις οποίες ενδιαφερόμαστε. Εύκολα υποθέτει κανείς ότι οι συγκεκριμένοι χώροι χαρακτηρίζονται από ένα είδος οπτικού θορύβου, με την έννοια ότι η εικόνα τους έχει την τάση να διαφέρει συνεχώς χωρίς να έρχεται σε άμεσο προφανή διάλογο με το συγκείμενο αναφοράς τους. Περιοχές όπως η πλατεία Ταχυδρομείου (Εθνάρχου Μακαρίου), η περιοχή γύρω από τοποτάμι του Πηνειού, ο λόφος του φρουρίου (πλατεία Λαμπρούλη) αποτέλεσαν δεξαμενές πληροφορίας. Προσεγγίζοντας αγνώστους επιχειρήσαμε σύντομες, αυθόρμητες συνεντεύξεις οι οποίες αν και επιχειρούσαν να προσεγγίσουν τη δράση είχαν συνήθως το αποτέλεσμα να επαναλαμβάνουν το προφανές, δηλαδή οι δράστες έμοιαζε να ερμηνεύουν αυτοαναφορικά τις πράξεις τους (π.χ. κάνω skate επειδή μου αρέσει η αίσθηση, κάνω ποδήλατο επειδή μου αρέσει η ταχύτητα). Για αυτό το λόγο αποφασίσαμε ότι θα ήταν πιο αποτελεσματικό να οργανώσουμε μικρές συναντήσεις ανθρώπων που ασχολούνται με αστικές δράσεις, ωστόσο σε λιγότερο τυπικό περιβάλλον με απώτερο σκοπό την άντληση πληροφοριών σε σχέση με τους χώρους στους οποίους αρέσκονται να δρουν, έτσι ώστε να προσπαθήσουμε να βρούμε κοινα στοιχεία αυτών.

Σε αυτό το σημείο συνειδητοποιήσαμε για πρώτη φορά ότι οι δράσεις χαρακτηρίζονται στο σύνολό τους σχεδόν από την κίνηση μεταστροφής του δημόσιου χώρου ακόμη και στις περιπτώσεις που προβλεπόντουσαν σχεδιασμένοι τρόποι άσκησης της δραστηριότητας (π.χ. ποδηλατόδρομοι για τους ποδηλάτες). Οι λόγοι (διαισθητικά) θα μπορούσαν να περιγραφούν ως δύο: ο πρώτος αφορά στον κακό και αμελή σχεδιασμό, ενώ ο δεύτερος εισάγει μία βιοματική διάσταση με πολιτικό περιεχόμενο καθώς το αστικό περιβάλλον χρησιμοποιείται ως αντικείμενο διεκδίκησης. Δηλαδή το ζήτημα του αστικού ως χωρική συνθήκη επανερχόταν και ως απώθηση («τα σάπια τσιμεντένια κτίρια») αλλά και ως αίτημα καθώς το ίδιο το αντικείμενο της απώθησης αποτελεί αντικείμενο που γεννά την επιθυμία μεταστροφής. Αυτό μας δημιούργησε παράλληλα και το ερώτημα πώς γεννιούνται οι δράσεις σε άμεσο συσχετισμό με το συγκείμενό τους κι εν προκειμένω με την πόλη της Λάρισας. Για την κατανόηση αυτού κάναμε εκτενή έρευνα για σχετικές αναφορές σε διαδικτυακούς τόπους. Ειδικότερα ψάξαμε για αναφορές στη σχέση της πόλης της Λάρισας με την κάθε είδους δράση και κυρίως ποια είναι τα χαρακτηριστικά της πόλης τα οποία τα ευνοούν και το αντίθετο. Επιχειρήσαμε να έρθουμε σε επαφή με τους διαχειριστές ιστοσελίδων έτσι ώστε να ενημερωθούμε για τους τρόπους με τους οποίους επικοινωνούν οι δράστες μεταξύ τους.

Έχοντας αποκτήσει κάποιας μορφής εσωτερική πληροφόρηση και με σκοπό την προσπάθεια επιβεβαίωσης όσων συλλέξαμε, συντάξαμε για τις ανάγκες της έρευνας ένα ερωτηματολόγιο το οποίο διαθέσαμε ηλεκτρονικά  μέσα από τις ιστοσελίδες εκείνες για τις οποίες πληροφορηθήκαμε ότι χρησιμοποιούνται περισσότερο για την ενημέρωση σχετικά με το κάθε αντικείμενο .
Το ερωτηματολόγιο ζητούσε να συμπληρωθεί από άτομα που ασχολούνται με δράσεις σχετικές και που δύναται μεταστρέφουν το δημόσιο χώρο, όπως graffiti, skateboard, bmx, parkour, inline skating, ποδηλασία, φωτογραφία δρόμου. 

Οι ερωτήσεις εκ των οποίων κάποιες διαθέταν και υποερωτήματα ήταν έξι:
1) α.Φύλο/ηλικία. β.πόσο καιρό ασχολείσαι με τ (π.χ. skate);
2) α. Η πόλη της Λάρισας αποτέλεσε αφορμή για ν' ασχοληθείς με αυτό; 
        β. Αν ναι, πώς; 
        γ. Πόσο διαδεδομένο ήταν όταν ξεκίνησες;
3) Αγαπημένοι χώροι εξάσκησης του/ης στη Λάρισα (ονομασε καποιους).
4) Πως θα περιεγραφες τον ιδανικό χώρο για ;
5) Πόσο αισιόδοξος είσαι για την ανάπτυξη του/ης στην Λάρισα;
6) α) Πόση επισκεψιμότητα έχει περίπου το site 
        β) Πόσα μέλη έχει;Πόσα είναι τα τακτικά; 
        γ) Πόσο συχνά ανανεώνεται;

Η τελευταία ερώτηση απευθύνεται αποκλειστικά σε διαχειριστές σχετικών ιστοσελίδων.

Το ερωτηματολόγιο αναρτήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου. Τα δεδομένα που χρησιμοποιήσαμε για τους χάρτες που ακολουθούν συλλέχθηκαν μέχρι τις 20 Φεβρουαρίου ενώ είναι ακόμα διαθέσιμα για συμπλήρωση καθώς η έρευνα συνεχίζεται. Έως τότε, συνολικά στο ερωτηματολόγιο απάντησαν 41 άτομα.

3. Χάρτες.
Στους δύο πρώτους χάρτες απεικονίζονται οι σχεδιασμένοι πράσινοι χώροι καθώς και οι δημοτικοί χώροι άθλησης (στεγασμένοι και υπαίθριοι αδιάκριτα). Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς την ύπαρξη μεγαλύτερης συγκέντρωσης στην περιοχή του Αλκαζάρ και ειδικότερα στο χώρο του παλιού γηπέδου, καθώς και έναν δευτερεύοντα πόλο γύρω από την ευρύτερη περιοχή του νέου γηπέδου στη Νεάπολη (πυρήνας Β). Ωστόσο με εξαίρεση το Αλκαζάρ όπου υπάρχει συνύπαρξη πρασίνου και αθλητισμού, τα υπόλοιπα σημεία είναι διάσπαρτα, χωρίς προφανή σχέση και χωρίς καμία υπαρκτή σύνδεση πέραν του οδικού δικτύου. Οι στεγασμένοι χώροι άθλησης φιλοξενούνται κυρίως ως προσαρτήσεις σε υπάρχοντα πρωτοβάθμια και κυρίως δευτεροβάθμια εκπαιδευτικά ιδρύματα, ενώ στους ανοιχτούς πράσινους χώρους, η άθληση απεικονίζεται αποκλειστικά σχεδον σε γήπεδα μπάσκετ. Η αποσπασματικότητα δεν εκφράζει τίποτα άλλο παρά τον υπολλειματικό προγραμματισμό αυτών των λειτουργιών (αναψυχή, άθληση).


Η εικόνα του Αλκαζάρ ως πόλου επιβεβαιώνεται και από το χάρτη 3, ο οποίος απεικονίζει τους πολιτιστικούς χώρους έχοντας βέβαια κατά νου ότι η χωροθέτηση του πολιτισμού μοιάζει να έχει την τάση από το ιστορικό κέντρο και προς το πάρκο κυρίως μετά την ανάδειξη του Αρχαίου Θεάτρου και τη λειτουργία του μύλου του Παπά. Η εικόνα της Νεάπολης ως δεύτερου πόλου επιβαβαιώνεται από τη χωροθέτηση της πινακοθήκης Κατσίγρα και του νέου Διαχρονικού Μουσείου (αρχαιολογικό και βυζαντινό μαζί). Χαρακτηριστικό θα ήταν να παρατηρήσει κανείς ότι το αμιγώς αστικό κέντρο μοιάζει να στερείται σχετικών χώρων με εξαίρεση αυτή του Δημοτικού Ωδείου (αν και η χρήση του είναι πολύ συγκεκριμένη)

Χάρτης 3 και 4: πολιτιστικοί χώροι Λάρισας και ποδηλατόδρομοι και πεζόδρομοι Λάρισας αντίστοιχα

Το πιο βασικό εναλλακτικό δίκτυο το οποίο διαθέτει η Λάρισα είναι αυτό των πεζοδρόμων το οποίο ιστορικά ολοκληρώθηκε σε δύο φάσεις (1992 και 1996) και εκτείνεται για 460 στρ. στην περιοχή του ιστορικού κέντρου της πόλης . Ως δίκτυο βοήθησε στην ανάπτυξη του
εμπορικού χαρακτήρα του κέντρου χωρίς ωστόσο να επεκτείνεται με γνώμονα τόσο την ύπαρξη χωροσήμων/τοποσήμων όσο καλύπτοντας και επιλύοντας πολεοδομικές δυσλειτουργίες οι οποίες οφείλονται στον ημιοργανικό, ημισχεδιασμένο τρόπο εξέλιξης του αστικού ιστού. Με την ίδια λογική γίνεται και η προσαρμογή/προσάρτηση ενος δικτύου ποδηλατόδρομων που απεικονίζονται στο χάρτη 4. Η όχθη του Πηνειού, το πάρκο Αλκαζάρ, δύο μικροί άξονες στο κέντρο της πόλης, τμήματα του πεζοδρομίου της 1ης Στρατειάς και της οδού Παπανδρέου καθώς και τμήματα τριών δρόμων στην περιοχή της Νέας Πολιτείας σχηματίζουν ένα θραύσμα αδιέξοδων διαδρομών.
Χάρτης 5 και 6: Παπαδείγματα ποδηλατοβολτών της ομάδας «Ποδηλάτες Λάρισας και σημεία Alleycat αντίστοιχα

Η δευτερεύουσα σημασία των εγκεκριμένων ποδηλατόδρομων φαίνεται και από το γεγονός ότι ο αυξανόμενος πληθυσμός ποδηλατών  δεν τους χρησιμοποιεί αλλά αντίθετα κινούνται συνήθως παράλληλα σε αυτούς. Ενδεικτικός είναι ο χάρτης 5 στον οποίο απεικονίζονται οι διαδρομές που καλύπτουν σχεδόν κάθε Πέμπτη οι «Ποδηλάτες Λάρισας» . Ιδιαίτερα δημοφιλείς είναι οι δρόμοι που συνδέονται με το ποτάμι, η Ιωαννίνων, η Κύπρου και η 28ης Οκτωβρίου. Αυτό που παρατηρεί κανείς σε αυτές είναι ότι αυτό που συνιστά ενδιαφέρον σε μία βόλτα δεν συμβαδίζει με αυτό το οποίο προβλέπεταιως «υποχρεωτική διαδρομή». Σε δύο περιπτώσεις που οργανώθηκαν alleycat  τα κομβικά σημεία δεν ακολουθούσαν επίσης τη λογική των ποδηλατοδρόμων αλλά την ανάγκη ανοιχτών χώρων, σε συνδυασμό με την «ασφάλεια» πρόσβασης. Από τις απαντήσεις που αφορούσαν στο ποδήλατο δρόμου στα ερωτηματολόγια επιβεβαιώνοναι τα παραπάνω, ενώ είναι ιδιαίτερη η έμφαση στην ανάγκη αναγνώρισης του δικτύου κίνησης ποδηλάτων ως ένα αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο δίκτυο το οποίο θα πρέπει πέραν του να πληρούνται συνθήκες εύρυθμης λειτουργίας (κατάλληλα υλικά επίστρωσης, επαρκή πλάτη διαδρομών, άρτια σήμανση) να χαρακτηρίζεται απαραίτητα από συνέχεια καθώς δεν εξυπηρετείται μόνο αναψυχή αλλά και η δυνατότητα εξυπηρέτησης σε επίπεδο μετακινησης με σκοπό την εργασία.
Αυτή η ανάγκη αναγνώρισης και σχεδιασμού κατά περίπτωση προβάλλεται μέσω των ερηματολογίων και από δράστες που ασχολούνται με άλλες δραστηριότητες τροχιάς όπως το skateboard και το inline skating, το bmx και το parkour.

Χάρτης 7 και 8:χώροι εξάσκησης του bmx και του skateboarding και inline skating αντίστοιχα



Ο χάρτης 8 για το skateboard και το inline είναι κοινός, εφόσον τα μέρη εξάσκησης είναι ίδια. Αυτό που αναζητούν οι ενδιαφερόμενοι στα μέρη που πηγαίνουν μπορεί να περιγραφεί ως ποικιλομορφία αστικού αναγλύφου και εξοπλισμού σε συνδυασμό με υλικά τα οποία να μη φθείρουν τον εξοπλισμό τους (σκαλοπάτια, πλατύσκαλα,κάγκελα,κεκλιμένες επιφάνειες, πεζούλια και ράμπες, διαφόρων μεγεθών). Βλέπουμε πως προτιμούνται μέρη του κέντρου, εύκολα προσβάσιμα και εκτός του κέντρου, χώροι ειδικά διαμορφωμένοι για τα αθλήματα αυτά. Στο κέντρο της πόλης προτιμάται η πλατεία Ταχυδρομείου, κυρίως μπροστά από την Ιατρική Σχολή (τα προσωνύμια «λακούβα» και «μάρμαρα» περιγράφουν με τον καλύτερο τρόπο τα χαρακτηριστικά που εκτιμώνται εκεί). Άλλα μέρη είναι η κεντρική πλατεία (δικαστικό μέγαρο, τσιμεντένια εξέδρα), το πάρκο Αλκαζάρ με το παλιό skatepark και το 4ο δημοτικό σχολείο, κυρίως για το inline skating (στεγασμένος προφυλαγμένος χώρος με μαρμάρινη επένδυση). Εκτός κέντρου αυξημένη επισκεψιμότητα έχει το νέο skatepark στο Άλσος αν και αναφέρεται ότι δεν είναι ιδανικό για skateboard λόγω κατασκευαστικών του κλίσεων και ότι είναι πολυ μακριά μιας και βρίσκεται στα όρια της πόλης.Στην συνοικία της Νεάπολης οι αθλητές εξασκούνται στην πινακοθήκη Κατσίγρα (μαρμάρινες διαμορφώσεις, μεγάλη ποικιλία από σκαλιά) και στην πλατεία Νεάπολης, λιγότερο (πιθανότατα λόγω της πέτρας Πηλίου). Η έμφαση στα υλικά είναι γενική καθώς επισημαίνεται ότι η καταλληλότητα των δαπέδων είναι απαραίτητη τόσο για τους προχωρημένους αθλητές, όσο και για την εξάσκηση των αρχάριων.

Ο χάρτης 7 του bmx έχει πολλά κοινά σημεία με τον προηγούμενο χάρτη μιας και οι ανάγκες είναι ίδιες. Τα σημεία του κέντρου είναι η πλατεία Ταχυδρομείου, η κεντρική πλατεία και το πάρκο αλκαζάρ, ενώ στις πιο μακρινές περιοχές συχνάζουν στις εγκαταστάσεις στο Άλσος , στο 2ο Λύκειο Λάρισας, στην Πινακοθήκη Κατσίγρα στη Νεάπολη και στα Τ.Ε.Ι. Λάρισας,τα οποία βρίσκονται εκτός πόλης.

Τα μέρη εξάσκησης του παρκουρ στην Λάρισα φαίνονται στον χάρτη 10. Οι αθλητές απαντούν ότι ο κατάλληλος χώρος θα πρέπει να έχει γρασίδι, κάγκελα (rails), παράλληλα τοιχάκια διαφορετικού μεγέθους και σε διάφορα επίπεδα, μονόζυγα και γενικά εμπόδια που να δημιουργούν "διαδρομές". Χαρακτηριστικά σημειώνουν ότι λόγω της στέρησης εισόδου σε κλειστό γυμναστήριο (που να διαθέτει τραμπολινο, στρώματα, προστατευτικά σφουγγαρια, κρικους, εργαλεία ιδανικά για το παρκούρ, ειδικά στο στάδιο της εκμάθησης), καταφεύγουν, παρά τον κίνδυνο, σε πλατείες της πόλης για την εξάσκησή τους. Οι αγαπημένοι χώροι στο κέντρο της πόλης είναι δύο: ο Άγιος Αχίλλειος και η πλατεία Λαού. Τα πολλά σκαλιά που οδηγούν στην εκκλησία του Αγίου Αχιλλείου είναι μέρος συχνών εξασκήσεων του αθλήματος μιας και είναι εύκολα προσβάσιμο και έχει θέα το ποτάμι και τη βορειοδυτική πλευρά της πόλης. Στην πλατεία Λαού υπάρχουν αρχαιότητες , οι οποίες έχουν μετατραπεί σε εξοπλισμό εξάσκησης. Άλλα σημεία του κέντρου είναι η πλατεία Λαμπρούλη, οι όχθες του Πηνειού και οι γέφυρες και το πάρκο του Αλκαζάρ, η πλατεία Ταχυδρομίου και η περιοχή γύρω από το σιδηροδρομικό σταθμό και το άλσος.

Σε σχέση με το ίχνος εντοπίσαμε αρχικά δύο διαφορετικές εννοιολογικές πρακτικές: αυτές που παράγουν σημαδεύοντας και αυτές που παράγουν εντοπίζοντας/ απεικονίζοντας/ αναδεικνύοντας.
Στην πρώτη πρακτική συμπεριλαμβάνονται τα: graffiti, stencils, tags, αφισοκόλληση, markers. Η διάδοσή τους είναι αρκετλα μεγάλη και σε πολλές περιπτώσεις αμφιλεγόμενη, καθώς υπάρχουν πρακτικά νομικά προβλήματα σε σχέση με το τι συνιστά βανδαλισμό σε μία ιδιοκτησία. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι δεν αναφερόμαστε είτε στη συνθηματογραφία, είτε στη χρήση των μέσων για εμπορικούς/ αισθητικούς σκοπούς. Από τα ερωτηματολόγια και τις συνεντεύξεις μπορέσαμε να εντοπίσουμε ένα κομμάτι αυτής της δράσης και σε επίπεδο χάρτη να διαπιστώσουμε ότι είναι και χωρικά εκτεταμένη. Στο κέντρο της πόλης λόγω των συνθηκών τα «κομμάτια» είναι συνήθως μικρότερα και εκτελεσμένα με μεγαλύτερη ταχύτητα σε αντίθεση με τα έργα σε εγκαταλελημένα βιομηχανικά κτίρια όπου λόγω αμελούς ή ανύπαρκτης φύλαξης, επικρατούν πιο ευνοικές συνθήκες. Εξαίρεση για το κέντρο αποτελούν ένα κτίριο στην οδό Κωλέτη και τα «σπιτάκια» στο πάρκο του Αλκαζάρ, όπου είναι νόμιμο το βάψιμο. Πολύ μεγάλη δραστηριότητα παρατηρείται στις όχθες του Πηνειού καθώς και στο λόφο του φρουρίου. Περιοχές όπως ο σιδηροδρομικός σταθμός έχουν ακόμη, στην εποχή του διαδικτύου, έντονη δραστηριότητα, η οποία πιθανότατα θα μπορούσε να περιγραφεί ως συμβολική/ αισθητική μιας και οι εικόνες ταξιδεύουν στην εποχή μας γρηγορότερα και με άλλα μέσα.

Η φωτογραφία δρόμου μας ενδιέφερε ιδιαίτερα ως πρακτική καθώς οι δράστες εφορμούν σε αναζήτηση μίας εικόνας με κριτήρια τα οποία είναι εντελώς διαφορετικά από τον έναν στον άλλον. Μη παράγοντας ίχνη μαρκάροντας αλλά εντοπίζοντας η προσέγγιση του ζητήματος του χώρου ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Ακόμη και στις απαντήσεις τους στα ερωτηματολόγια οι αναφορές ήταν περισσότερο προσανατολισμένες στη φύση του μέσου και την επικράτησή του σε σχέση με το χώρο. Σε συνδυασμό με τις τοποθεσίες που περιγραφόντουσαν στις απαντήσεις επιλέξαμε να απεικονίσουμε στο χάρτη 11 και τα σημεία στα οποία έχουν ληφθεί φωτογραφίες, τις οποίες εκθέτουν στην ιστοσελίδα της φωτογραφικής λέσχης Λάρισας. Τη μερίδα του λέοντος έχει η περιοχή μεταξύ της κεντρικής πλατείας και της πλατείας Ταχυδρομείου, με την περιοχή του Αλκαζάρ να ακολουθεί, ενώ το «παραδοσιακό θέμα» του σιδηροδρομικού σταθμού εμφανίζει μικρή συγκέντρωση.

Ο συγκεντρωτικός χάρτης (χάρτης 12) σε μια πρώτη ανάγνωση υποδεικνύει ότι το κέντρο της πόλης φέρει τον κύριο όγκο των δραστηριοτήτων, χωρίς να αποκλείονται τα περιφερειακά κέντρα τα οποία συγκεντρώνουν ωστόσο την επίσημη τάση από πλευράς δήμου (πινακοθήκη, μουσείο, έδρες συλλόγων,χώροι άθλησης και αναψυχής).


Χάρτης 11 και 12: Χώροι εξάσκησηςτης φωτογραφίας δρόμου και συγκεντρωτικός χάρτης αντίστοιχα


4. Διάγραμμα απόκλισης - πρόταση.
Σαν ενδιάμεσο συμπέρασμα μιας μελέτης σε εξέλιξη θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το διάγραμμα αλληλεπίθεσης των λειτουργιών (χάρτης 12) σε μία δεύτερη ανάγνωση η οποία εστιάζει στην πολλαπλότητα της συνύπαρξης διαφορετικών μεταξύ τους δραστηριοτήτων τροχιάς και ίχνους (χάρτης 13), φέρει στην επιφάνεια την ύπαρξη κόμβων (κυανοί κύκλοι) οι οποίοι μοιάζουν να λειτουργούν ως ελκυστές (μικρότερης ή μεγαλύτερης ισχύος) διαφωράς. Αυτό στο οποίο επιτυγχάνουν είναι στο να συνδυάζουν το νόμιμο με το παράνομο, το ιεραρχημένο με το αναδυόμενο, το υψηλό με το αυθόρμητο. Ένα βήμα πιο πέρα, αυτοί οι κόμβοι θα μπορούσαν να συνδυαστούν συνθετικά συγκεραζοντας υπαρκτες και δυνάμει τροχιές (μπλε διακεκομμένες) με σκοπο τη κυοφορία των επόμενων δυνιτικών κόμβων (μπλε κύκλοι), οι οποίοι επομίζονται το βάρος του να προσδώσουν συνοχή σε ένα κατά τα άλλα κατακερματισμένο ιστό από φυσικά και νοητά εμπόδια (μαύρες γραμμές: στρατόπεδα και γραμμές τρένου).
Χάρτης 13: Εντοπισμός κόμβων.

Βιβλιογραφια:
Derrida Jacques (1986), point de folie-maintenant l'architecture στο Hays Michael K. (επ.) (2000), Architecture theory since 1968, cambridge massachussets, London: The MIT press, σς. . 566-581
Kwinter Sanford (2002), Architectures of time, toward a theory of the event in modernist
culture, London: The MIT Press
Rajchman John (2000), The Deleuze connections, London: The MIT press Φουκώ Μισέλ (1977), η τάξη του λόγου: Ηριδανός
Η τέχνη του graffiti στη Λάρισα: http:// graffiti-in-larissa.blogspot.com/ Ποδηλάτες Λάρισας: http://bicyclelarissa.blogspot.com Παρκούρ στη Λάρισα: www.facebook.com/pages/parkour-in-larisa Φωτογραφική λέσχη Λάρισας: http://fll.gr/

1 σχόλιο :

  1. I found your blog through Google and I just wanted to say that I think your writing is simply stunning! Thanks again for providing this content for free.wait for students trying that ploy for their homework assignments.http://www.isabelmarantchaussures.fr/ now that'll take some work to get off the ground!

    ΑπάντησηΔιαγραφή