Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2013

Πολίτης και πόλη :Ζητήματα συμμετοχικότητας στη διαδικασία του χωρικού σχεδιασμού

#Χ.Μ. Κυριακίδης

Μηχανικός Χωροταξίας Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, ΠΘ MSc in Urban Regeneration, UCL

Η ιδέα του δημόσιου χώρου ως πεδίο πολιτικής έκφρασης, συλλογικής δράσης και δημοκρατικότητας είναι κάτι που, κατά καιρούς, πιστεύεται πως έχει παρακμάσει, εντούτοις στις μέρες διαφαίνεται όλο και περισσότερο πως η δημόσια γη καθίσταται, πλέον, το πιο αντιπροσωπευτικό σημείο αναφοράς του κοινού. Ο δρόμος και η πλατεία γράφουν όντως την ιστορία τους, κάνοντας αντιληπτό, πλήρως, το σημαντικότατο ρόλο που παίζουν στη ζωή των πολιτών και την εξέχουσα θέση που κατέχουν στην οργάνωση και το σχηματισμό της πόλης. Αυτή η πραγματικά θεαματική αναζωογόνηση των χώρων της πόλης ήταν κάτι, μέσα στις πρωτοφανείς για τη χώρα μας δυσκολίες, ιδιαίτερα ενθαρρυντικό για την κοινωνική βιωσιμότητα της πόλης και την αστική ανάπτυξη, που έχει τη βάση της στην ενεργή συμμετοχή των πολιτών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παρούσα εισήγηση αναλύει ζητήματα συμμετοχικότητας και εμπλοκής του κοινού (community engagement) στις διαδικασίες χωρικού σχεδιασμού, του σχεδιασμού της πόλης, στους χώρους της οποίας οι πολίτες, προσφάτως, προσπάθησαν να λειτουργήσουν δημοκρατικά, να ανταλλάξουν απόψεις, να αποφασίσουν, να διεκδικήσουν και να διαμαρτυρηθούν. 
Η μεθοδολογική προσέγγιση που χρησιμοποιείται στη μελέτη αυτή, βασίζεται στην εξέταση μιας μελέτης περίπτωσης (case study) στη σκωτσέζικη επικράτεια (Oatlands, Glasgow), όπου οι διαδικασίες συμμετοχικού σχεδιασμού φαίνεται να λειτούργησαν αρκετά ικανοποιητικά. Μέσω της βιβλιογραφικής πληροφόρησης και της επιστημονικής τεκμηρίωσης γίνεται προσπάθεια συγκριτικής μελέτης με σκοπό τη διαπίστωση των προβλημάτων και των ασθενικών σημείων της συμμετοχικής λογικής σχεδιασμού στη χώρα μας, το λίκνο της δημοκρατίας.


1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η διαδικασία του χωρικού σχεδιασμού, παρότι φαίνεται ως κάτι το απλό, εκ πρώτης όψεως, στην πράξη, είναι μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη, που σχετίζεται και με ποικίλα ζητήματα κοινωνικής και οικονομικής φύσεως. Το γεγονός αυτό καθιστά την πρακτική του σχεδιασμού ως ένα αντικείμενο μιας διαδικασίας βελτιστοποίησης, που κατ' επέκταση, στοχεύει στη μεγιστοποίηση του οφέλους των χρηστών του χώρου αλλά και της γενικότερης ικανοποίησής τους (Νάνου, 2005).

Έτσι, διαπιστώνεται πως, η απλούστερη λογική είναι: σχεδιασμός από επιστήμονες για τους κατοίκους, άποψη μη ιδιαίτερα αποδεκτή κατά τα τελευταία χρόνια, όπου η ενεργή συμμετοχή των πολιτών καθίσταται αναγκαία, κυρίως, δε, στο χώρο της πολιτικής και της οικονομίας, αλλά και στο σχεδιασμό του χώρου (Σπυράτος, 2010:1). Με αυτόν τον τρόπο το παραπάνω σχήμα μορφοποιείται σε σχεδιασμό και από εμάς για εμάς, στο πλαίσιο και της γενικότερης μεταστροφής του σχεδιαστικού συστήματος από σχεδιασμό βάσει του «φιλελεύθερου συστήματος» (Ανδρεάτου, 2007:12) και «από πάνω προς τα κάτω» (top¬down) σε σχεδιασμό «από κάτω προς τα πάνω» (bottom-up), όπως αναφέρει η Στρατηγέα (2009:43)!

Η παρούσα εισήγηση εστιάζει ΤΟ ενδιαφέρον της τόσο σε θεωρητικά όσο θα! πρακτικά ζητήματα που άπτονται της ενσωμάτωσης της εμπλοκής του κοινού στη σχεδιαστική διαδι¬κασία. Αρχικά, γίνεται μια προσπάθεια αποσαφήνισης των όρων που σχετίζονται με τη συμμετοχική διαδικασία σχεδιασμού (ενότητα 2), ενώ στην πορεία, γίνεται αναφορά σε ζητήματα συμμετοχικότητας στη Σκωτία (ενότητα 3), ώστε να μπορεί να συνδεθεί η μελέτη περίπτωσης (ενότητα 4) με το σύστημα σχεδιασμού της χώρας. Εν τέλει (ενότητα 5), πραγματοποιείται μια εμβάθυνση στη χρήση των συμμετοχικών εργαλείων και μέσω της σύνοψης των συμπερασμάτων υλοποιείται, σε πολύ αδρές γραμμές, μια συγκριτική προ-σέγγιση των ζητημάτων εμπλοκής του κοινού στο σχεδιασμό μεταξύ Σκωτίας και Ελλάδας.

2. Η ΕΜΠΛΟΚΗ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ (COMMUNITY ENGAGEMENT) ΣΤΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΛΗΨΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ ΚΑΙ ΧΩΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Η εμπλοκή του κοινού (community engagement) στο σχεδιασμό δεν είναι κάτι το νέο. Όπως υπογραμμίζεται από την Ανδρεάτου (2007:14), ήδη από το 1930 είχαν αρχίσει να αναζητούνται νέοι και καινοτόμοι μέθοδοι αναζήτησης πληροφοριών σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση περιοχών και την επιθυμητή αξιοποίησή τους. Ωστόσο, η συνιστώσα της συμμετοχικότητας, που βρήκε εφαρμογή σε μια σειρά κλάδων, άρχισε να κάνει, με αυτήν τη μορφή, την εμφάνισή της από τη δεκαετία του 1970 (Hall, 2002:366 και Στρατηγέα, 2009:43), ύστερα από την Πράξη του 1968 (1968 Act) και τη δημοσίευση του Skeffington Report το 1969, το οποίο αποτέλεσε σταθμό στον τομέα του χωρικού σχεδια¬σμού, δεδομένου πως στόχευε στην προώθηση της συμμετοχής του κοινού και την ταυτό¬χρονη επιμόρφωση και ενημέρωσή του σε τέτοιου τύπου ζητήματα (Urban Areas, 2012). Τις τελευταίες δύο δεκαετίες, μάλιστα, αρχίζει να κερδίζει συνεχώς έδαφος (Στρατηγέα,2009:43).

Η έννοια της συμμετοχικότητας, αν και, φαινομενικά, πλήρως κατανοητή σε όλους, είναι πολύ συγκεχυμένη, στην πράξη. Κατά το Σπυράτο (2010:2), αυτό οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στην ήδη πεπλεγμένη αντίληψη για το ζήτημα στη βιβλιογραφία, τόσο τη διεθνή όσο και την ελληνική. Ωστόσο, ένας άλλος λόγος που μπορεί να προξενεί το πρόβλημα αυτό έγκειται, πιθανώς, στη σημαντική ποικιλία μέσων και μεθόδων συμμετοχικότητας (Renn et al, 1993:188) που, με τη σειρά τους, έχουν ως απόρροια τη διαφοροποίηση του βαθμού και του τρόπου συμμετοχής, με αποτέλεσμα την ύπαρξη διαφορετικών επιπέδων και αντιλήψεων για το ζήτημα.

Για το λόγο αυτό, στην παρούσα εργασία θα γίνει μια απόπειρα ερμηνείας της έννοιας μέσω γλωσσικής επεξήγησης. Η φράση εμπλοκή του κοινού/ κοινότητας (community engagement) θέτει, εν πρώτοις, μια πολύ σημαντική παράμετρο: αυτήν της κοινότητας! Η έννοια της κοινότητας παραπέμπει στον κοινωνικό χώρο και την ανάπτυξη σχέσεων και αλληλεπιδράσεων μεταξύ των χρηστών. Σε αυτό το πλέγμα σχέσεων ο κάθε άνθρωπος, που δύναται να είναι μέλος διαφορετικών κοινοτήτων και ομάδων, για λόγους γεωγραφικούς, κουλτούρας και ενδιαφερόντων (The Scottish Executive, 2007:10) έχει έναν ή περισσότερους ρόλους και βάσει αυτού/ών εμπλέκεται σε διάφορα ζητήματα γενικού ενδιαφέροντος που απασχολούν την κοινωνία.

Πέραν όμως, των σχέσεων μεταξύ τους, η δεύτερη παράμετρος (engagement) φωτίζει τη σχέση μεταξύ της κοινότητας και των οργανωμένων φορέων και συστημάτων διοίκησης (governance systems), όπως ο Hashagen (2002:2) σημειώνει. Όπως αναφέρει ο ίδιος ερευνητής, η έννοια της «εμπλοκής» είναι συνώνυμη, εν προκειμένω, με αυτήν του «διαλόγου». Το κάθε τι πρέπει να συζητείται και στην πορεία να λαμβάνεται η σωστή απόφαση!

Η γλωσσική αυτή ανάλυση των εννοιών συνάδει με τις δύο διαφορετικές προσεγγίσεις των Renn et. al. (1993 σε Στρατηγέα, 2009:44) αναφορικά με τη συμμετοχική διαδικασία σχεδιασμού. Κατά την πρώτη προσέγγιση υπάρχει μια άμεση κοινωνική εμπλοκή για ποικίλα ζητήματα, βάσει του κοινού καλού, ενώ στη δεύτερη υπάρχει μια συναίνεση στο πλαίσιο της ύπαρξης ομάδων συμφερόντων. Οι δύο αυτές ακραίες αντιλήψεις, θα μπορού¬σε να ειπωθεί πως, σχετίζονται με δύο ακραίες μορφές εμπλοκής του κοινού στη σχεδια¬στική διαδικασία (Σπυράτος, 2010:4,8): του συμμετοχικού (participatory planning) και του συνεργατικού ή επικοινωνιακού σχεδιασμού (collaborative or communicative planning) (Richardson, 1996 σε Twedwr Jones και Allmendinger, 1998 και Athanasopoulos, 2009:89), που με τη σειρά τους αναφέρονται -και συμβάλουν στην καλύτερη κατανόηση στη ταξινόμηση των επιπέδων κοινωνικής συμμετοχής του Arnstein (1969).

Συμπερασματικά, η κοινωνική εμπλοκή αποτελεί μια δημοκρατική προσέγγιση στη διαδικασία λήψης αποφάσεων που επισφραγίζει τη διαφάνεια και την κοινωνική συναίνεση μέσα από μια δομημένη διαδικασία διαλόγου και αλληλεπίδρασης που έχει ως κύριο ρόλο την εκπλήρωση της επιθυμίας του κοινωνικού συνόλου, τον εμπλουτισμό της γνώσης, την ενημέρωση του κοινού σε ζητήματα σχετικά με το σχεδιασμό και το εν λόγω ζήτημα και τη μεγιστοποίηση του οφέλους (Στρατηγέα, 2009:45) και της ευημερίας της κοινότητας (DSE, 2011a), δηλαδή της γενικότερης ανάπτυξης (Σκούντζος, 2005) της περιοχής.

3. ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΣΤΗ ΣΚΩΤΙΑ
Το σκωτσέζικο σύστημα σχεδιασμού αποτελεί ένα εξαίρετο παράδειγμα που εμπεριέχει τις έννοιες της συμμετοχικότητας. Η ύπαρξη θεσμικών κειμένων και σχεδίων [χαρακτηριστικά: Planning Advice Note-Community Engagement "Planning with People", Community Empowerment Action Plan, Local Government in Scotland Act (2003)] προστατεύει τη θεσμοθετημένη ιδέα της κοινωνικής συμμετοχής στο σχεδιασμό (Llyod και Peels, 2006:1) και συμβάλει στην ευαισθητοποίηση των κατοίκων σε σχέση με ζητήματα σχεδιασμού (The Scottish Government, 2010) και την ενεργό συμμετοχή τους, στην πράξη, σε διάφορα επίπεδα του σχεδιασμού: από το τοπικό έως το εθνικό, όπως υπερτονίζεται στο ίδιο κείμενο παρακάτω (The Scottish Executive, 2007:16).

Από τα δύο αυτά επίπεδα συμμετοχής, το σημαντικότερο, ή καλύτερα, το πιο σύνηθες είναι το πρώτο, όπου οι πολίτες είναι πιο εύκολο να συμμετάσχουν. Παρότι δεν υπάρχει μια ορισμένη μέθοδος εμπλοκής του κοινού, η πιο συνήθης διαδικασία, που αναλύεται στην οδηγία «Σχεδιασμός με Ανθρώπους» που αναφέρθηκε προηγουμένως, περιλαμβάνει διαβουλεύσεις σε διάφορα επίπεδα, όπου πολίτες ή εκπρόσωποί τους και των ομάδων συμφερόντων διατυπώνουν τις απόψεις τους αναφορικά με ζητήματα που άπτονται των επεμβάσεων. Εμπλοκή του κοινού, όμως, γίνεται και κατά τα στάδια χωρικής ανάπτυξης και διαχείρισης εκτάσεων και κατοικιών, μέσω της δημιουργίας οργανισμών λαϊκής βάσης, κάτι που αποτελεί κοινή πρακτική στη Σκωτία για πάνω από δύο δεκαετίες. Στα σχήματα αυτά (Community Based Housing Organisations ή όπως αλλιώς συμβολίζονται: CBHO) κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα ενεργού συμμετοχής στην κατασκευή και το σχεδιασμό του χώρου (Rogers και Robinson, 2004:36), δικαίωμα που, όντως, απολαμβάνει μιας που, όπως καταδείχθηκε σε σχετική έρευνα του 1989 (Rogers και Robinson, 2004:37), πιστεύεται πως αποτελεί μια διαδικασία δημοκρατικής συνεργασίας μέσω της οποίας μπορούν να επιτύχουν το βέλτιστο αποτέλεσμα.

Εκτός, όμως, από αυτές τις μεθόδους διαβούλευσης και κοινωνικής συνεργασίας, το σκωτσέζικο σύστημα αφήνει «ανοιχτά παράθυρα» και για τη χρήση άλλων μεθόδων συμμετοχικού σχεδιασμού, πιο νεωτερικούς και, ίσως, περισσότερο αποδοτικούς, που όντως βρήκαν εφαρμογή σε περιπτώσεις, όπως αυτή που θα αναλυθεί στην πορεία.

Όσον αφορά το εθνικό επίπεδο, όπου η συμμετοχή των πολιτών δεν είναι τόσο εύκολη, και δεδομένου πως η Κυβέρνηση της Σκωτίας επιθυμεί τη συνεργασία και στην κλίμακα αυτή, προβλέπεται η συνεργασία των κατοίκων μέσω άλλων τρόπων που μπορούν να συνοψιστούν στα εξής τέσσερα σημεία (The Scottish Executive, 2007:15): τη χωροταξική και πολεοδομική νομοθεσία και την εφαρμογή της, τη χωρική πολιτική της χώρας, την κατάρτιση των δομικών σχεδίων (Structure plans) και, τέλος, τις εφαρμογές του σχεδιασμού (planning applications).

Αξίζει να σημειωθεί πως η νομοθεσία δεν είναι το κύριο μέσο που συμβάλει στην υγιή συνεργασία μεταξύ πολίτη και κράτους, αλλά η πρακτική εφαρμογή της κοινωνικής εμπλοκής, που, πράγματι, στην περίπτωση της Σκωτίας ακολουθείται σε μεγάλο βαθμό, όπως παρουσιάζεται παρακάτω.

4. Η ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗΣ ΤΩΝ OATLANDS ΣΤΗ ΓΛΑΣΚΩΒΗ
Όπως παρατηρήθηκε, η συμμετοχή των πολιτών είναι επίσημα θεσμοθετημένη στη Σκωτία και πιστεύεται πως είναι μια σημαντική και αναγκαία συνθήκη για τον ικανοποιητικό σχεδιασμό και διαχείριση περιοχών. Η σημασία και το ιδιαίτερο βάρος που λαμβάνει αυτή η διαδικασία καταφαίνεται σε διάφορες περιπτώσεις αναπλάσεων και χωρικών αναπτύξεων, όπως η περίπτωση των Oatlands, που παρουσιάζεται στην ενότητα αυτή.

4.1. Κύρια σημεία της Χωρικής Ανάπτυξης
Η περιοχή των Oatlands αποτελεί μια σχετικά κεντρική γειτονιά της Γλασκώβης στα νότια του ποταμού Clyde. Η γειτνίαση με το κέντρο και το παραποτάμιο μέτωπο δημιούργησαν την ανάγκη για την κατασκευή ενός προσεγμένου αστικού χώρου υψηλής ποιότητας. Όπως χαρακτηριστικά σημειώνεται σε σχετική αναφορά του δημοτικού συμβουλίου (Glasgow City Council, 2011b), στόχοι της επέμβασης στην περιοχή ήταν: η ενίσχυση της ταυτότητας και του χαρακτήρα στην περιοχή, η δημιουργία ικανοποιητικών και ελκυστικών εγκαταστάσεων που να προσφέρουν ένα φιλόξενο και ασφαλές περιβάλλον στους κατοίκους της, γεγονός άκρως σημαντικό κατά τον Carmona (2010), η βελτίωση της κυκλοφορίας στο εσωτερικό της γειτονιάς και η αισθητική αναβάθμιση των εισόδων και των εξόδων της περιοχής αλλά και των κοινόχρηστων χώρων της περιοχής.

Έτσι, αποφασίστηκε πως η δράση έπρεπε να γίνει με γνώμονα την αρχιτεκτονική παράδοση της περιοχής, την περιβαλλοντική προστασία (Glasgow City Council, 2011b) και την ενσωμάτωση του νέου περιβάλλοντος με τις όμορες περιοχές, όπως το Richmond Park (Glasgow City Council, 2011c). Ταυτοχρόνως, κρίθηκε αναγκαία η παροχή κοινωνικής κατοικίας, μιας που το 15%, περίπου, των νέων σπιτιών θα αποδίδονταν για αυτό το σκοπό (ClydeWaterfront, 2011).

Για τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και υλοποίηση του έργου συνεργάστηκαν συγκεκριμένοι φορείς σε ένα σχήμα συνεργασίας δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, στο πλαίσιο της οποίας οι πολίτες των Oatlands εργάστηκαν ενεργά (Smith, 2008) για το σχεδιασμό της περιοχής, όπως παρουσιάζεται στην κάτωθι υποενότητα.

4.2. Η συμμετοχή του κοινού (community engagement) στη διαδικασία σχεδιασμού
Η έννοια της συμμετοχής που πάνω από δύο δεκαετίες τώρα αποτελεί μια ιδιαίτερης σημασίας ιδέα (Στρατηγέα, 2009:43), φαίνεται να κατέχει κύριο ρόλο στη διαδικασία του σχεδιασμού στη Σκωτία, βάσει της κείμενης νομοθεσίας, όπως τονίστηκε, προηγουμένως. Αυτό επιβεβαιώνεται και από την περίπτωση των Oatlands, ενός έργου που ξεκίνησε το
2005.

Η πρακτική που ακολουθήθηκε στη σκωτσέζικη αυτή γειτονιά είναι, όντως, αντιπροσωπευτική της κοινωνικής συμμετοχής στη διαδικασία σχεδιασμού, μιας που οι πολίτες δραστηριοποιήθηκαν έντονα αρκετά χρόνια προ της ενάρξεως του έργου. Συγκεκριμένα, ήδη από το 1999 ιδρύεται ο φορέας Oatlands Steering Group στόχος του οποίου ήταν να φέρει σε επαφή τους ειδικούς με την τοπική κοινωνία. Αυτό έγινε με ποικί¬λους τρόπους, με κυρίαρχο τη διοργάνωση ορισμένων συναντήσεων, που, σε αρχικό στά¬διο, τουλάχιστον, ήταν κυρίως μικρές και ανεπίσημες, όπου οι εκπρόσωποι των κατοίκων μπορούσαν να διατυπώσουν τις απόψεις και τις ιδέες τους, σε σχέση με τις ιδέες που προωθούνταν από το σχέδιο δράσης (Action Plan) και τη σχετική πολιτική (Design Guide). Αυτή η μέθοδος που, φαίνεται να κινείται στο πλαίσιο μεθόδων συμβουλευτικότητας, που, όπως τονίζει η Στρατηγέα (2009:46) αναφερόμενη στη μεθοδολογία συμμετοχικού σχεδιασμού των Van Asselt και Rijkens-Klomp (2002), στοχεύει σε μια γενικότερη καταγραφή απόψεων και ιδεών από μέρους των μετεχόντων για τον εμπλουτισμό της τελικής διαδικασίας λήψης αποφάσεων (decision making process), πιστεύεται πως αντιστοιχεί σε μεθόδους επιπέδου κλιμακούμενης συμμετοχής, βάσει της αντίστοιχης φημισμένης ιεράρχησης του Arnstein (1969).

Παρά ταύτα, θα μπορούσε να ειπωθεί πως μια τέτοια διαδικασία στο πλαίσιο της τακτικής της επανάληψης για τόσα χρόνια και κατά τη διάρκεια του κρίσιμου σταδίου της κατάρτισης του σχεδίου αποτελεί μια μέθοδο που κινείται σε επίπεδο ισχυρής κοινωνικής συμμετοχής (citizen power/control) (Arnstein, 1969), όπου η λήψη αποφάσεων αποτελεί προϊόν ανταλλαγής απόψεων μεταξύ ισότιμων εταίρων που συνεργάζονται με στόχο τη συναίνεση (Στρατηγέα, 2009:45). Αυτή η άποψη ισχυροποιείται λόγω του ότι στην παρούσα περίπτωση, υπήρξε μια έντονη αλληλεπίδραση του κοινού, κατά τις πρώτες μέρες κυρίως, μέσω μιας διαδικασίας «μάθησης», αφού καταρτίστηκαν δύο ημερήσιες συναντήσεις σεμι-ναριακού τύπου (workshops), που αποσκοπούσαν στην αποκρυστάλλωση κατευθύνσεων για το τελικό στάδιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Επιπρόσθετα, δε, η επιμόρφωση των κατοίκων συνεχίστηκε και με άλλη μια δράση που ήταν αυτή της επιτόπιας μελέτης και έρευνας, από μέρους των κατοίκων (field trip). Η δράση αυτή, που όπως και τα σεμινάρια, διοργανώθηκε και συντονίστηκε από το Gorbals Umbrella Group περιλάμβανε μια επί-σκεψη σε αντίστοιχα έργα στο Λονδίνο. Με τον τρόπο αυτόν προωθήθηκε η διεύρυνση των αντιλήψεων των κατοίκων-μετεχόντων της σχεδιαστικής διαδικασίας, η απόκτηση μιας σφαιρικής αντίληψης των στόχων της διαδικασίας στην οποία και μετέχουν (Βλαστός και Αθανασόπουλος, 2006:11) και η παρουσίαση απόψεων ρεαλιστικών και που πραγματικά μπορούν να συμβάλουν στην ευημερία της περιοχής, και κατ' επέκταση στη γενικότερη ανάπτυξη της περιοχής, όπως χαρακτηριστικά ο Σκούντζος (2005) σημειώνει.

Έχοντας ήδη κάποιο γνωσιολογικό υπόβαθρο η συμμετοχή του κοινού ήταν αρκετά ουσιαστική στην περίπτωση των Oatlands. Αυτό φανερώνεται και από τα ζητήματα με τα οποία οι κάτοικοι ασχολήθηκαν, τα οποία δεν ήταν γενικής φύσεως, αλλά συγκεκριμένα θέ¬ματα, όπως η τυπολογία των κατοικιών, η μορφή των οδών, οι ανάγκες της κοινότητας, και ο χαρακτήρας του χώρου. Μάλιστα, η κατάθεση σοβαρών προτάσεων ήταν αυτή που είχε ως απόρροια την αλλαγή ορισμένων σημείων τόσο του Action Plan όσο και του Design Guide για την περιοχή (Glasgow City Council, 2011e), γεγονός που επιβεβαιώνει, ακόμη μια φορά, τον ισχυρισμό πως η συμμετοχή του κοινού στην περίπτωση μελέτης ήταν πράγματι ισχυρή.

Εν κατακλείδι, θεωρείται πως το ποσοστό συμμετοχικότητας στην περιοχή των Oatlands ήταν υψηλό και ο βαθμός ενσωμάτωσης-συναίνεσης μεγάλος. Γενικά, θα μπορούσε να ειπωθεί πως αποτελεί ένα επιτυχημένο παράδειγμα κοινωνικής συμμετοχής στη διαδικασία πολεοδομικού σχεδιασμού, μιας που μετά από πολλές ώρες διαπραγματεύσεων οι απαιτήσεις και οι απόψεις των κατοίκων αποτυπώνονται στο σχέδιο, ακόμη και στη μορφή και την τυπολογία των σπιτιών (Glasgow City Council, 2011e). Η επιτυχία της κοινωνικής συμμετοχής στο εν λόγω έργο γίνεται εμφανής και με την ταυτόχρονη παθητική συμμετοχή των πολιτών (κυρίως μέσω της διαφάνειας και ενημέρωσης των πολιτών σχετικά με αποφάσεις και επεμβάσεις στο χώρο), από την πρώτη κιόλας στιγμή έναρξης εργασιών, έως και σήμερα (διαθέσιμα newsletter παρουσιάζονται και στον ιστότοπο: Glasgow City Council, 2011α). Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνεται η συμμετοχή του κοινού με ποικίλους τρόπους στη σχεδιαστική διαδικασία, γεγονός που την καθιστά ευέλικτη και, εν δυνάμει, ικανοποιητική.

5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Συνοψίζοντας, διαπιστώνεται πως η συμμετοχική προσέγγιση δύναται να ενισχύσει το αίσθημα της συναίνεσης και συνευθύνης των πολιτών, ενώ παράλληλα προωθεί τη διαφάνεια και τη δημοκρατικότητα κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων (Στρατηγέα, 2009:50), ενδυναμώνοντας, παράλληλα, το ρόλο των πολιτών (Arnstein, 1971 σε Σπυράτος, 2009:18). Η διαπίστωση αυτή έγινε εμφανής και στη μελέτη της περίπτωσης των Oatlands όπου οι πολίτες δραστηριοποιήθηκαν ενεργά από τα πρώτα κιόλας στάδια σχεδιασμού και εργασιών. Η εξαγωγή ενός τέτοιου συμπεράσματος είναι πράγματι χρήσιμη. Μπορεί να καταστεί, όμως, ακόμα χρησιμότερη εφόσον λειτουργήσει ως παράδειγμα προς μίμηση, υιοθετώντας τα θετικά στοιχεία της συγκεκριμένης περίπτωσης, σε άλλες περιπτώσεις χωρικού σχεδιασμού όπου τα ποσοστά εμπλοκής του κοινού δεν είναι ιδιαίτερα υψηλά. 
Δυστυχώς, κάτι τέτοιο συμβαίνει και στην Ελλάδα, όπου για ποικίλες αιτίες (σαν κάποιες από αυτές, ο Σπυράτος (2010:57-60) κατονομάζει την ιδιότυπη σχέση κράτους-πολίτη, τη μη ανάπτυξη συλλογικής συνείδησης και νοημοσύνης και την υπαρκτή αστικοποίηση σε συνδυασμό με τη δυσνόητη νομοθεσία και την τεταμένη οικονομική κατάσταση) η συμμετοχή είναι κυρίως παθητική (κυρίως με την πληροφόρηση των πολιτών και το δικαίωμα ένστασης και διατύπωσης άποψης). Ευχής έργον, λοιπόν, είναι η ενδελεχής μελέτη, ανάλυση και αξιολόγηση αντίστοιχων περιπτώσεων του εξωτερικού, σαν και αυτήν που παρουσιάστηκε παραπάνω, ώστε η κοινωνική συμμετοχή να γίνει περισσότερο ενεργή και τα αποτελέσματα της σχεδιαστικής διαδικασίας να αγγίζουν το βέλτιστο δυνατό.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου