Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ανάπλαση παραλιακού μετώπου και σύνδεση του αστικού ιστού με τη θάλασσα: Η περίπτωση του Ηρακλείου

#Α. Σαπουνάκης
Επίκουρος καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλίας 

Η παλιά Ηλεκτρική.Τώρα Μουσείο Φυσικής Ιστορίας
Το δυτικό παραλιακό μέτωπο του Ηρακλείου είχε τον χαρακτήρα υποβαθμισμένης ζώνης για πολλές δεκαετίες. Ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η άναρχη ανάπτυξη της πόλης οδήγησε στην εγκατάσταση στην συγκεκριμένη περιοχή όχι μόνο οχλουσών χρήσεων αλλά και εκτεταμένων συστάδων αυθαίρετης κατοικίας. Η υποβάθμιση που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο μέρος της ζώνης μεταξύ της εξόδου προς Χανιά και της θάλασσας τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών της πόλης, επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο τις τελευταίες δεκαετίες με αποτέλεσμα την αποκοπή του αστικού ιστού από το θαλάσσιο μέτωπο.
Οκτώ περίπου χρόνια μετά την παρέμβαση τίθεται το ερώτημα εάν τα αποτελέσματά της ανταποκρίνονται στους στόχους του προγράμματος και συγκεκριμένα εάν η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου συνήργησε στην πολεοδομική, οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική αναβάθμιση της υπό εξέταση περιοχής. Επιπρόσθετα εξετάζεται η συνεργασία των διαφόρων επιπέδων οργάνωσης της τοπικής κοινωνίας σε συνδυασμό με τον ιδιωτικό τομέα για την εξυπηρέτηση των στόχων του συγκεκριμένου προγράμματος.


1.   ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Αναμφισβήτητα ένα από τα πεδία στα οποία εμφανίζονται οι πλέον έντονες πιέσεις τόσο σε αστικό όσο και σε εξωαστικό επίπεδο αναφορικά με το φυσικό και το ανθρωπογενές περιβάλλον είναι η ζώνη επαφής της στεριάς με την θάλασσα που συνιστά τον παράκτιο χώρο. Το αυξημένο ενδιαφέρον σε σχέση με την συγκεκριμένη ζώνη τείνει να αντανακλάται καθαρά όχι μόνο στην εικόνα και τον χαρακτήρα του τοπίου της αλλά και στις σχετικές αξίες των ακινήτων της. Είτε για πρακτικούς και συγκεκριμένους, όπως η μεταφορική ικανότητα της θάλασσας ή απλά η δροσιά της απογευματινής αύρας, είτε για βαθύτερους θεωρητικούς λόγους που σχετίζονται με την απεραντοσύνη και τα συναισθήματα που προκαλεί, η θάλασσα παρουσιάζει μεγάλη ελκτική ικανότητα που δεν συγκρίνεται εύκολα με άλλα αντίστοιχα στοιχεία του φυσικού περιβάλλοντος (Παπανικολάου και Σακελλαρίδου, 1993). 
Καθώς μάλιστα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναπτυχθούν μέσα στη θάλασσα υποδομές ικανές να αναλάβουν και να στηρίξουν σε σταθερή βάση τις ανθρώπινες δραστηριότητες, οι τελευταίες τείνουν να συνωστίζονται στον παράκτιο χώρο.

Για τους παραπάνω λόγους, η παράκτια ζώνη έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον των ειδικών και έχει αναδειχθεί σε αυτοτελές πεδίο έρευνας και πολιτικής (Κιουσόπουλος, 2008). Ένα κρίσιμο ζήτημα που θίγεται είναι η διευθέτηση των συγκρούσεων των χρήσεων γης και ιδίως των περιπτώσεων στις οποίες οι δυναμικότερες χρήσεις, όπως ο τουρισμός, το εμπόριο, συχνά και η αναψυχή, απειλούν να παραγκωνίσουν τις ασθενέστερες αλλά όμως απαραίτητες χρήσεις όπως την γεωργία αλλά και τις ιδιαίτερες ποιότητες του εξωαστικού χώρου που αδυνατούν να αμυνθούν, όπως είναι η βιοποικιλότητα και το τοπίο. Άλλες προσεγγίσεις άπτονται ζητημάτων βέλτιστης μορφολογικής εκμετάλλευσης των δυνατοτήτων που προσφέρει η γειτνίαση με το υγρό στοιχείο, αντιμετώπισης προβλημάτων περιβαλλοντικού χαρακτήρα από την συχνά άναρχη δόμηση και τον αυξημένο κίνδυνο για ρύπανση αλλά και νομικής φύσεως ζητημάτων όπως είναι ο χαρακτήρας του αιγιαλού και η εξασφάλιση απρόσκοπτων συνδέσεων με την θάλασσα. Η ειδική βαρύτητα του αντικειμένου οδήγησε στην επεξεργασία συγκεκριμένων πολιτικών τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και σε εθνικό επίπεδο για την ορθολογική διαχείριση του χώρου και την διασφάλιση του χαρακτήρα του.

Αναφορικά με τον εντός των πόλεων παράκτιο χώρο, η κατάσταση παρουσιάζεται συνήθως περισσότερο πολύπλοκη. Η εμπειρία δείχνει ότι η ζώνη αυτή δεν συγκεντρώνει μόνο τις προφανείς χρήσεις γης της κατοικίας, ιδίως με παραθεριστικό χαρακτήρα, των λιμενικών εγκαταστάσεων, και της αναψυχής με την μορφή αλσυλλίων, περιπάτων και λοιπών συναφών δραστηριοτήτων καθώς συχνά, όταν το ανάγλυφο το επιτρέπει, παρατηρείται ανάπτυξη χρήσεων εμπορίου, αθλητισμού αλλά και βιομηχανίας - βιοτεχνίας και αποθηκών. Οι τελευταίες μάλιστα στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλουν την ύπαρξη τους στην γειτνίασή τους με τις παρακείμενες μεταφορικές υποδομές, όπως λιμάνια, σιδηροδρομικοί σταθμοί κλπ (Hoyle, 1994).

Με την φυσιολογική εξέλιξη των δραστηριοτήτων που διεξάγονται στις πόλεις, είναι συχνό το φαινόμενο της υποβάθμισης εκτεταμένων περιοχών βιομηχανικών και αποθηκευτικών χρήσεων, οι οποίες μάλιστα συχνά αναπτύχθηκαν σε συνδυασμό με τις υφιστάμενες μεταφορικές υποδομές και βρίσκονται σε άμεση γειτνίαση με την θάλασσα. Μετά την αρχική περίοδο ακμής και παρά τις προσπάθειες για εκσυγχρονισμό, ένα σημαντικό ποσοστό των κτιριακών αυτών εγκαταστάσεων αναγκαστικά απαξιώθηκε είτε λόγω φυσιολογικής φθοράς είτε λόγω του παρωχημένου χαρακτήρα των δραστηριοτήτων που στέγαζε. Το φαινόμενο αυτό όχι μόνο δημιουργεί περιοχές με έντονα τα χαρακτηριστικά της οικονομικής, περιβαλλοντικής και αισθητικής παρακμής αλλά στην περίπτωση των παραλιακών μετώπων, στερεί την δυνατότητα της πόλης να εκμεταλλευτεί τα φυσιολογικά της πλεονεκτήματα όπως είναι η σχέση της με το υδάτινο στοιχείο.

2.      ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και κυρίως την δεκαετία του 1970 που η λειτουργικότητα και η μορφή της μεταβιομηχανικής πόλης άρχισε να μεταλλάσσεται, εμφανίζονται αρχικά στις ΗΠΑ και αργότερα στην Ευρώπη, αρκετά παραδείγματα αστικών παραλιακών ζωνών που παρήκμασαν με συνέπεια να απαιτηθεί οργανωμένο σχέδιο παρέμβασης για την διάσωσή τους. Ξεκινώντας από τις περιπτώσεις της Βαλτιμόρης και της Βοστώνης στην ανατολική βορειοαμερικανική ακτή, αναφέρονται πολλά παραδείγματα μεγαλουπόλεων της Δύσης οι οποίες χρειάστηκε να αντιμετωπίσουν οργανωμένα τέτοια φαινόμενα. Τα προγράμματα τα οποία εκπονήθηκαν και υλοποιήθηκαν κατά κανόνα στόχευαν στην αλλαγή της φυσιογνωμίας των πληττομένων περιοχών και τον επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας τους με παράλληλη απαίτηση για επανασύνδεση του αστικού ιστού με την θάλασσα. Καθώς οι βιομηχανικές δραστηριότητες χωροθετούνται πλέον σε ειδικά διαμορφωμένους υποδοχείς, οι πλέον κατάλληλες χρήσεις γης για τις παλιές βιομηχανικές ζώνες είναι ο πολιτισμός και η αναψυχή, συχνά δε και η κατοικία. Οι χρήσεις αυτές τείνουν να αποζητούν από την μία πλευρά ευρυχωρία και από την άλλη πλευρά σχέση με την παράδοση, στοιχεία τα οποία συχνά χαρακτηρίζουν τα παλιά κελύφη του υφιστάμενου κτιριακού αποθέματος των υπό εγκατάλειψη παλαιών βιομηχανικών και βιοτεχνικών περιοχών. Η επιτυχημένη επαναλειτουργία τους με τον προτεινόμενο νέο χαρακτήρα έγκειται στην εξασφάλιση των απαραίτητων λοιπών συνθηκών ικανοποιητικού πολεοδομικού και κοινωνικού περιβάλλοντος.

3. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ
Το φαινόμενο της σταδιακής απαξίωσης εκτεταμένων αστικών παραλιακών ζωνών παρουσιάζεται στην Ελλάδα μερικές δεκαετίες μετά την εμφάνιση του στις μεταβιομηχανικές μεγαλουπόλεις της Δύσης. Η Ελλάδα ως χώρα με ιδιαίτερα εκτεταμένο μήκος ακτών είναι φυσικό να περιλαμβάνει πληθώρα παραλιακών οικισμών και μάλιστα με αρκετά διαφοροποιημένη σχέση με την θάλασσα. Εν τούτοις παρατηρείται ότι τα παραλιακά μέτωπα των ελληνικών πόλεων δεν πέρασαν από όλες τις φάσεις εξέλιξης των αντίστοιχων μεγαλουπόλεων της Δύσης. Οι κυριότεροι λόγοι γιαυτό είναι η υστέρηση σε ότι αφορά στην ανάπτυξη οργανωμένων λιμενικών εγκαταστάσεων αλλά και υποδοχέων των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του δευτερογενούς τομέα γενικότερα, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη υστέρηση στην εκπόνηση και αποτελεσματική εφαρμογή πολεοδομικών σχεδίων.

Παράλληλα δεν υπήρξε η απαιτούμενη μέριμνα για οργανωμένη ανάπλαση ή ακόμα και διαχείριση του παράκτιου χώρου με εξαίρεση μερικές χαρακτηριστικές ενέργειες όπως ο διαγωνισμός για την αναβάθμιση του παραλιακού μετώπου της Θεσσαλονίκης που έγινε στα πλαίσια της ανάληψης από την πόλη του τίτλου της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης για το 1997. Για την περίπτωση του Πολεοδομικού Συγκροτήματος της Πρωτεύουσας, το οποίο περιλαμβάνει την μη παραλιακή Αθήνα και τον κατ' εξοχήν παραλιακό Πειραιά διενεργήθηκαν μόνο μικρής κλίμακας παρεμβάσεις τα αποτελέσματα των οποίων δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν τον αρχικό αποσπασματικό χαρακτήρα τους.

Αυτό που παρουσιάζει ενδιαφέρον εν τούτοις είναι οι ανάγκες που δημιουργούνται στις μεσαίου μεγέθους πόλεις όπως για παράδειγμα την Πάτρα, στην οποία οι μεταφορικές και κυρίως σιδηροδρομικές υποδομές λειτούργησαν αρνητικά αναφορικά με τη σχέση του παραλιακού μετώπου της με τον αστικό ιστό, αλλά και το Ηράκλειο, μια πόλη που εξελίχθηκε περισσότερο με βάση τη ισχυρή σχέση των κατοίκων με την πλούσια ενδοχώρα του και λιγότερο με την χαλαρή σχέση τους με την θάλασσα.

4. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
Για πολλές δεκαετίες το Ηράκλειο αναπτυσσόταν έχοντας στραμμένα τα νώτα του προς την θάλασσα και ειδικότερα στην ζώνη που καλύπτει το δυτικό παραλιακό μέτωπό του. Ήδη από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η άναρχη ανάπτυξη της πόλης οδήγησε στην εγκατάσταση στην συγκεκριμένη περιοχή όχι μόνο εκτεταμένων συστάδων αυθαίρετης κατοικίας αλλά και κάθε είδους οχλουσών χρήσεων. Η υποβάθμιση που χαρακτήριζε το μεγαλύτερο μέρος της ζώνης μεταξύ της εξόδου προς Χανιά και της θάλασσας τόσο εντός όσο και εκτός των τειχών της πόλης, επιδεινώθηκε ακόμα περισσότερο τις τελευταίες δεκαετίες με αποτέλεσμα όχι μόνο τη συσσώρευση τεράστιων κοινωνικών και περιβαλλοντικών προβλημάτων αλλά και την πλήρη αποκοπή του αστικού ιστού από τη θάλασσα.


χάρτης ολοκληρωμένων παρεμβάσεων (πηγή: Δ. Ηρακλείου) 


Η ευκαιρία για την οργανωμένη παρέμβαση με στόχο την αστική αναγέννηση της περιοχής δόθηκε από την Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Urban II σε συνδυασμό με την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων 2004, μέρος των οποίων έλαβε χώρα στο Ηράκλειο. Εν όψει αυτών των ευκαιριών, ο Δήμος Ηρακλείου σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Κρήτης, ανέθεσαν στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας την επεξεργασία του σχετικού προγράμματος κεντρική ιδέα του οποίου ήταν η ριζική ανατροπή των δεδομένων της περιοχής με την επανάχρηση των υφιστάμενων βιομηχανικών και αποθηκευτικών κελυφών με χρήσεις σχετικές με τον πολιτισμό και την αναψυχή σε συνδυασμό με δράσεις κοινωνικού χαρακτήρα.

Ο στόχος της παρέμβασης στο παραλιακό μέτωπο του Ηρακλείου δομήθηκε πάνω σε δύο κύριους άξονες. Ο πρώτος αφορά στην φυσική αναβάθμιση του χώρου με την απελευθέρωση της παράκτιας ζώνης από κάθε είδους εμπόδια, την προστασία και ανάδειξη του ιστορικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και τον ριζικό επαναπροσδιορισμό της σχέσης της πόλης με το δυτικό παραλιακό της μέτωπο. Ο δεύτερος άξονας στρέφεται στην οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση της περιοχής με την εγκατάσταση χρήσεων αναψυχής και πολιτισμού με γνώμονα τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας και στόχο την κοινωνική συνοχή.

Κομβικό στοιχείο της παρέμβασης είναι η μετατροπή του ανενεργού παραλιακού εργοστασίου της Παλαιάς Ηλεκτρικής σε σύγχρονο μουσείο Φυσικής Ιστορίας ικανό να λειτουργήσει εμβληματικά για ολόκληρη την λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου. 

Ο γειτονικός χώρος της παλαιάς λαχαναγοράς χρησιμοποιείται για την στέγαση πολιτιστικού κέντρου και κέντρου γειτονιάς με ιδιαίτερη έμφαση στις χρήσεις που προωθούν την απασχόληση και ενισχύουν την κοινωνική συνοχή. 
Χώρος παλιάς Λαχαναγοράς -Πριν


Χώρος παλιάς Λαχαναγοράς -Μετά
Οι συστάδες αυθαίρετης δόμησης, όπως αυτή της συνοικίας του Καράβολα, μεταφέρονται και ολόκληρο το παραλιακό μέτωπο αναπλάθεται με την δημιουργία εκτεταμένων χώρων πρασίνου και αναψυχής που στοχεύουν να καλύψουν τις ελλείψεις του παρακείμενου κέντρου της πόλης που ασφυκτιά από έλλειψη δημόσιου χώρου. 
Ι.Ν.Αγίου Πέτρου.Πριν - μετά
Περιοχή Καράβολα - Πριν
Περιοχή Καράβολα - Μετά

Αντίστοιχες δράσεις αναβάθμισης του δημόσιου χώρου οργανώνονται σε σχέση με την υποβαθμισμένη γειτνιάζουσα περιοχή των Καμινίων με στόχο την δημιουργία τοπικών κέντρων γειτονιάς. 

Τέλος σχεδιάζονται ενέργειες κοινωνικού κυρίως χαρακτήρα με στόχο από την μία πλευρά την ενίσχυση της απασχόλησης με την παροχή κινήτρων για πολύ μικρές επιχειρήσεις με προτεραιότητα την καινοτομία και το περιβάλλον. και από την άλλη την ενίσχυση του βαθμού ενσωμάτωσης των μεταναστών στην τοπική κοινωνία (Δημοπούλου, 2θ09).

5.      ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Λόγω των γραφειοκρατικών διαδικασιών και της γενικότερης δυσπραγίας της ελληνικής διοίκησης στον σχεδιασμό του χώρου, είναι φανερό ότι η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου του Ηρακλείου δεν θα είχε συντελεστεί εάν δεν είχε συνδυαστεί με τον επείγοντα χαρακτήρα που έλαβαν οι ενέργειες που σχετίζονταν με την οργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων 2004. Πιο συγκεκριμένα, η χρήση των ειδικών νομοθετικών διατάξεων που οδηγούσαν σε συνοπτικές διαδικασίες για την υλοποίηση σχεδίων σχετικών με την διεξαγωγή και υποστήριξη των Αγώνων επέτρεψε την υλοποίηση κρίσιμων δράσεων που σχετίζονται με την ανάπλαση όπως η απομάκρυνση των αυθαιρέτων, η χάραξη του παραλιακού άξονα κλπ.

Παράλληλα σημειώνεται ότι ενώ οι ελληνικές πόλεις, και ιδιαίτερα το Ηράκλειο, τείνουν σε μεγάλο βαθμό να αναπτύσσονται με άναρχο και αυθαίρετο τρόπο (Γοσποδίνη, 2001), η διάθεση μιας αρκετά εκτεταμένης ζώνης άμεσα συνδεδεμένης με το κέντρο της πόλης για επαναπροσδιορισμό του χαρακτήρα της και εκμετάλλευση, αποτελεί ισχυρό στοιχείο καινοτομίας για τα ελληνικά δεδομένα (Οικονόμου, 1997). Το ζητούμενο στην εξεταζόμενη περίπτωση ήταν ο προσδιορισμός των κατάλληλων ενεργειών ικανών να ανατρέψουν την πολεοδομική, οικονομική και περιβαλλοντική παρακμή της περιοχής και να λειτουργήσουν ως εφαλτήριο ανάπτυξης για το μέλλον.

Ξεκινώντας από τα παραπάνω, είναι φανερό ότι σε γενικές γραμμές η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου του Ηρακλείου κρίνεται ως ιδιαίτερα επιτυχημένο παράδειγμα παρέμβασης και δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τιμήθηκε πολύ πρόσφατα με ένα από τα εννέα βραβεία καλύτερων πρακτικών από το Συμβούλιο της Ευρώπης (CoE, 2012). Η συνεισφορά της ανάπλασης στην αναδιοργάνωση της συνολικής εικόνας της πόλης είναι σημαντικότατη καθώς η πόλη 'άνοιξε' προς την θάλασσα με ιδιαίτερα ευεργετικές συνέπειες για τους κατοίκους της, οι οποίοι, πέρα από τα επιμέρους λειτουργικού χαρακτήρα οφέλη, απέκτησαν την αίσθηση ότι κρίσιμα ζητήματα αναφορικά με την εικόνα του δημόσιου χώρου της πόλης μπορούν να λυθούν.

Εν τούτοις τα αποτελέσματα των δράσεων κοινωνικού χαρακτήρα παρέμειναν αμφιλεγόμενα. Ένας αριθμός υποδομών που δημιουργήθηκαν σε σχέση με ευάλωτα τμήματα του πληθυσμού της περιοχής, όπως οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά, λειτουργούν αρκετά ικανοποιητικά, σε αντίθεση με τις δράσεις που στοχεύουν στους ανέργους και τους μετανάστες οι οποίες στην καλύτερη περίπτωση λειτουργούν με αργούς ρυθμούς και αβέβαια αποτελέσματα. Αντίστοιχα αμφιλεγόμενα παραμένουν τα οφέλη της τοπικής κοινωνίας σε σχέση με την δημιουργία πολύ μικρών επιχειρήσεων αλλά και την απασχόληση στην παραλιακή ζώνη που γενικά τείνει να έχει υπερτοπικό χαρακτήρα.

Τέλος και σε ότι αφορά στην συνεργασία των διαφόρων επιπέδων διοίκησης τόσο μεταξύ τους όσο και με τον ιδιωτικό τομέα, αναφέρεται ότι ο Δήμος ανέλαβε από την αρχή τα ηνία της παρέμβασης αξιοποιώντας την Κοινοτική Πρωτοβουλία URBAN II στον βαθμό που χρειάστηκε. Η συνεργασία με τα άλλα επίπεδα διοίκησης όπως η Νομαρχία, η Περιφέρεια, το Υπουργείο Χωροταξίας αλλά και οι τοπικοί φορείς των κατοίκων κρίνεται αρκετά ικανοποιητική. Σε ότι αφορά στις διαθέσεις του ιδιωτικού κεφαλαίου, παρότι τα τελευταία χρόνια, η επιχειρηματική δραστηριότητα στην χώρα βρίσκεται σε γενικότερη ύφεση, σημειώνεται μια διστακτικότητα του ιδιωτικού τομέα για επενδύσεις στην περιοχή.

Εν κατακλείδι, αναφορικά με τον ιδιαίτερα ευαίσθητο αστικό παράκτιο χώρο, η ανάπλαση του παραλιακού μετώπου του Ηρακλείου αποτελεί υπόδειγμα παρέμβασης, ικανό να παραδειγματίσει την αντιμετώπιση αντίστοιχων προβληματικών περιπτώσεων σε εθνικό επίπεδο καθώς από τις ίδιες τις αδυναμίες και τους περιορισμούς του μπορούν να εξαχθούν πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Με τα δεδομένα της νέας οικονομικής συγκυρίας το ερώτημα είναι πόσο περισσότερο είναι δυνατόν να επιδεινωθούν τα προβλήματα πριν αντιμετωπισθούν μέσα από οργανωμένες παρεμβάσεις.

Σημείωση Κ.Μοχιανάκη :Στην εξαιρετική παρουσίαση του Άρη Σαπουνάκη έχω προσθέσει φωτογραφίες της ανάπλασης του παραλιακού μετώπου που επιμελήθηκε ο Γιώργος Φουρναράκης, Αρχιτέκτονας, προϊστάμενος της υπηρεσίας της Παλιάς πόλης στο Δήμο Ηρακλείου

1 σχόλιο :

  1. Πολύ ενδιαφέρον κείμενο με τεκμηριωμένες απόψεις και γνώση της περιοχής και των μελετών.
    Θα ήταν ενδιαφέρον να δούμε το follow-up απ' την πλευρά του Δήμου, καθώς και αν υπάρχει πρόθεση για συνέχιση των έργων και των δράσεων, ώστε να ανταποκριθεί η περιοχή στις ανάγκες της επόμενης δεκαετίας. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι μελέτες αυτές είναι ήδη 10 και πλέον ετών, οπότε οι ανάγκες έχουν αλλάξει. Συνέχιση των δράσεων θα μπορούσε να βοηθήσει την τοπική κοινωνία, εκτός των άλλων και στην αντιμετώπιση μέρους των προκλήσεων που επιφέρει η οικονομική κρίση. Αντίθετα, παύση των θα οδηγήσει σταδιακά στην απαξίωση των έργων.
    Περιμένουμε με ανυπομονησία και ενδιαφέρον τις επόμενες κινήσεις του Δήμου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή